Κυριακή, 14 Απριλίου 2013

Alain Badiou-Το υποκείμενο της αλλαγής, σεμινάριο 4 (Ι)

Alain Badiou
Το υποκείμενο της αλλαγής, σεμινάριο 4
Μτφρ.: Lenin Reloaded
[...]

Από την αρχή, η ίδια η φύση της αλλαγής ήταν ένα θεμελιώδες ερώτημα για τη φιλοσοφία. Ίσως και να είναι το πρώτο της ερώτημα. Πράγματι, είναι ένα ερώτημα που φέρνει μαζί του την πρώτη μεγάλη διαφοροποίηση στις φιλοσοφικές στάσεις. Στην ιστορία της φιλοσοφίας, το ζήτημα της αλλαγής χωρίζεται σε τρείς μεγάλες υποερωτήσεις. Υπάρχει το οντολογικό ερώτημα που αφορά την αλλαγή. Είναι το ερώτημα του είναι. Υπάρχει το φαινομενολογικό ερώτημα που αφορά τις εμπειρικές ενδείξεις της αλλαγής. Τέλος, υπάρχει το ζήτημα της σχέσης ανάμεσα στα δύο: της σχέσης ανάμεσα στο οντολογικό ερώτημα της αλλαγής και το φαινομενολογικό ερώτημα της αλλαγής. Για να το ξαναπώ: υπάρχει το ερώτημα της αλλαγής στο επίπεδο του είναι ως τέτοιου και το ερώτημα της αλλαγής στο επίπεδο της εμπειρίας μας. Και τέλος, υπάρχει η σχέση ανάμεσα στα δύο.

Το οντολογικό ερώτημα έχει διατυπωθεί ως το πιο σημαντικό ερώτημα στην αρχή της ελληνικής φιλοσοφίας. Το ερώτημα είναι: είναι το είναι ως τέτοιο, το είναι ως είναι, κάτι που υπόκειται σε αλλαγή; Το οντολογικό ερώτημα αφορά την βασική πραγματικότητα της αλλαγής στο επίπεδο του είναι ως τέτοιου και όχι στο επίπεδο των φαινομένων του απτού κόσμου. Η φιλοσοφία ξεκίνησε με την αρνητική απάντηση εκ μέρους του Παρμενίδη. Είναι πολύ ενδιαφέρον ότι η φιλοσοφία ξεκίνησε μέσα από την καθαρή άρνηση της αλλαγής. Το είναι ως τέτοιο δεν αλλάζει καθόλου. Και η θέση δεν ήταν απλώς ότι το είναι ως τέτοιο δεν αλλάζει, αλλά και ότι το είναι ως τέτοιο είναι πλήρως ενωμένο, και έτσι δεν έχει καμία πολλαπλότητα. Για αυτό και η συνέπεια ήταν ότι το είναι είναι ένα. Είναι η κατάφαση του ενός ως τέτοιου, του καθαρού ενός. Δεν υπάρχει διαίρεση, δεν υπάρχει διαχωρισμός, δεν υπάρχει κίνηση. Το ένα είναι η καθαρή κατάφαση του εαυτού του.


Παραθέτω τον Παρμενίδη: "Απομένει μια αφήγηση, ένας δρόμος: ότι είναι. Και σ' αυτόν τον δρόμο υπάρχουν πολλά σημάδια ότι το είναι είναι αδημιούργητο και ακατάλυτο, ολόκληρο, μοναδικό, αταλάντευτο και πλήρες." Είναι ένα πολύ δυνατό και αξιοθαύμαστο όραμα. Στην πραγματικότητα, είναι μια απαρχή. Είναι η κατάφαση στο απόλυτο δικαίωμα του σκέπτεσθαι ενάντια σε κάθε εμπειρική ένδειξη. Ο Παρμενίδης γνωρίζει πως η εμπειρία μας αποδεικνύει, αντιθέτως, πως τα πάντα αλλάζουν, και ούτω κάθε εξής. Οπότε υπάρχει ένα είδος επιβλητικής κατάφασης του δικαιώματος του σκέπτεσθαι κόντρα σε κάθε εμπειρική ένδειξη. Κατά κάποιο τρόπο, η απαρχή της φιλοσοφίας είναι αυτή η κατάφαση ότι η αλήθεια δεν είναι ζήτημα εμπειρικών αποδείξεων. Από αυτή την οπτική, οι εμπειρικές αποδείξεις μπορεί να είναι εντελώς λανθασμένες, και πρέπει να αποδεχτούμε αντιθέτως το καθαρό δικαίωμα του σκέπτεσθαι μέσα στο πεδίο του καθαρού σκέπτεσθαι.

Υπάρχει επίσης η ιδέα ότι αν βρισκόμαστε την καθαρή δυνητικότητα του σκέπτεσθαι, βρισκόμαστε επίσης στην καθαρή ύπαρξη του είναι ως τέτοιου και όχι σ' αυτή των πραγμάτων, των ζώων, και ούτω κάθε εξής. Στην πραγματικότητα, υπάρχει μια πρόταση στον Παρμενίδη η οποία δηλώνει ότι η σκέψη και το είναι είναι το ίδιο. Από την αρχή λοιπόν, υπάρχει η διαβεβαίωση ότι όχι απλώς υπάρχει ένα δικαίωμα του καθαρού σκέπτεσθαι ενάντια στις εμπειρικές ενδείξεις, αλλά υπάρχει ακόμα, μαζί με αυτό το δικαίωμα, ένας δρόμος πρόσβασης στο καθαρό είναι ως τέτοιο. Τέλος, φτάνουμε στο σημείο στο οποίο το καθαρό σκέπτεσθαι και το καθαρό είναι είναι το ίδιο. Υπάρχει κάτι αδιαχώριστο στα δύο αυτά. Όταν το σκέπτεσθαι είναι εντελώς το ίδιο πράγμα με το καθαρό είναι, τότε βρισκόμαστε στον δρόμο, τον μεγάλο δρόμο, και παρατηρούμε ότι υπάρχουν πολλές ενδείξεις, και τέλος κάποιες αποδείξεις, ότι το είναι ως τέτοιο δεν υπόκειται στην αλλαγή. Αυτό είναι το εμβριθές όραμα του ενός. Τέλος, η ιδέα είναι ότι το σκέπτεσθαι είναι πάντοτε το σκέπτεσθαι του ενός, του μεγάλου ενός.

Μετά από τούτο υπήρχε μια ολοκληρωμένη φιλοσοφική αφήγηση για το ένα, διότι το ένα έγινε ο Θεός. Το πεπρωμένο της φιλοσοφικής δημιουργίας του Παρμενίδη ήταν ότι το ένα έγινε ο Θεός. Αλλά για τον Παρμενίδη δεν υπήρχε διαχωρισμός ανάμεσα στο ένα και τον κόσμο. Όταν βρισκόμαστε στον δρόμο του σκέπτεσθαι, υπάρχει η ενοποίηση όλων όσων υπάρχουν, περιλαμβανομένου του ίδιου του σκέπτεσθαι. Κι έτσι, το όραμα του Παρμενίδη δεν είναι το ίδιο θεολογικό όραμα, δεν είναι το όραμα ενός Θεού. Είναι το όραμα του είναι ως τέτοιου, το οποίο δεν διαχωρίζεται από τον κόσμο. Το ένα είναι στην πραγματικότητα η μορφή του είναι όταν βρισκόμαστε στο σωστό δρόμο του σκέπτεσθαι και όχι όταν βρισκόμαστε στον λάθος δρόμο. Ο λάθος δρόμος είναι ο δρόμος της άρνησης. Η ιδέα είναι πως μπορούμε να σχηματίσουμε την πεποίθηση πως ο κόσμος αλλάζει μόνον όταν εισάγουμε στην εμπειρία μας κάτι το οποίο δεν υπάρχει: την άρνηση. Αλλά η αρνητικότητα δεν υφίσταται, είναι ψευδαίσθηση.

Ο ψευδής δρόμος είναι ο δρόμος της άρνησης. Στην πραγματικότητα, η φιλοσοφία του Παρμενίδη είναι η φιλοσοφία της καθαρής κατάφασης. Πρέπει να ξεκινήσουμε όχι από την αρνητικότητα αλλά από μια απόλυτη κατάφαση, και αν ξεκινήσουμε τη σκέψη μας με μια απόλυτη κατάφαση τότε βρισκόμαστε στο στοιχείο του οικουμενικού ενός. Και έτσι έχουμε στ' αλήθεια την εμπειρία της απόλυτης ενότητας όλων όσων υπάρχουν, χωρίς καμία άρνηση. Για τον Παρμενίδη, η άρνηση δεν είναι αληθινή. Δεν υπάρχει πραγματική άρνηση. Μπορούμε να εντοπίσουμε κάτι παρόμοιο στον Σπινόζα, για παράδειγμα. Ο Σπινόζα υποστήριξε ρητά πως δεν υπάρχει άρνηση. Μπορούμε να βρούμε κάτι παρόμοιο στο σύγχρονο πεδίο στον Ντελέζ: η άρνηση και η ανακλαστική αρνητικότητα δεν υπάρχουν, δεν είναι μέρος της δύναμης του ζειν. Ο Ντελέζ υποστήριζε πως η μη οργανική ζωή δεν περιέχει καμία άρνηση. Βρίσκουμε επίσης κάτι παρόμοιο στον Νίτσε. Για τον Νίτσε, το πραγματικό σκέπτεσθαι είναι η μεγάλη κατάφαση. Όλα αυτά βρίσκονται στον δρόμο όπου η εμπειρία μας δεν είναι καθόλου η εμπειρία της διαφορετικότητας, της πολλαπλότητας και της αλλαγής, αλλά η βασική μας εμπειρία είναι η εμπειρία του ενός.

Πρώτα λαμβάνουμε την αρνητική απάντηση από τον Παρμενίδη και μετά, μετά από αυτόν, λαμβάνουμε την θετική απάντηση από τον Ηράκλειτο. Ο Ηράκλειτος πήγε πέρα από την επιλογή ανάμεσα στο είναι ως κάτι που υπόκειται στην αλλαγή και το είναι ως κάτι που δεν υπόκειται στην αλλαγή. Η θέση του Ηράκλειτου δεν είναι καθαρά η αντίθετη από αυτήν του Παρμενίδη. Ο Παρμενίδης ισχυρίστηκε πως το είναι δεν υπόκειται σε αλλαγή, αλλά ο Ηράκλειτος δεν ισχυρίστηκε πως το είναι υπόκειται σε αλλαγή. Ο Ηράκλειτος ισχυρίστηκε ότι το είναι είναι αλλαγή. Αυτή δεν είναι ακριβώς η ίδια θέση. Το είναι είναι αφ εαυτού καθαρή αλλαγή. Θα παραθέσω τον Ηράκλειτο: "τίποτε μόνιμο δεν υπάρχει εκτός από την αλλαγή." Η συνέπεια για τον Ηράκλειτο ήταν πως το είναι είναι με κάποια έννοια καθαρή πολλαπλότητα. Δεν υπάρχει το Ένα γιατί αν έχουμε κάτι όπως το Ένα τότε έχουμε κάτι που είναι μόνιμο. Αλλά δεν υπάρχει τίποτε μόνιμο εκτός από την αλλαγή. Υπάρχει κάτι μόνο δια της μεταμόρφωσής του σε κάτι άλλο. Το ίδιο το είναι ενός πράγματος είναι το γίνεσθαι κάτι άλλο. Δεν μπορούμε να σταματήσουμε την αλλαγή, και κατά κάποιο τρόπο δεν υπάρχει τίποτα εκτός από την αλλαγή των πάντων.

Ο Ηράκλειτος παρουσίασε την εμβριθέστερη άρνηση της επανάληψης ακριβώς επειδή η επανάληψη είναι πάντα η επανάληψη του ίδιου και στον Ηράκλειτο δεν υπάρχει ίδιο. Δεν μπορούμε να κατανοήσουμε τίποτε ως επανάληψη του ίδιου, γιατί τίποτε δεν είναι ίδιο με τον εαυτό του· όλα τα πράγματα είναι άμεσα διαφορετικά από τον εαυτό τους. Όλα τα πράγματα είναι αλλαγή. Τέλος, το είναι ως τέτοιο ήταν απλώς το όνομα της αλλαγής. Βλέπετε, μέσω μιας παράδοξης μεταμόρφωσης προέκυψε μια βασική άρνηση της αλλαγής στο έργο του Παρμενίδη. Αν το είναι δεν υπόκειται στην αλλαγή, τότε βρίσκουμε πως δεν υπάρχει αλλαγή. Δεν υπάρχει πραγματικό είναι της αλλαγής. Έτσι, ο Παρμενίδης είχε την πραγματική κατάφαση, αλλά με κάποιο τρόπο η καθαρή κατάφαση περιείχε μία άρνηση. Από την άλλη, ο Ηράκλειτος είχε μια καθαρή άρνηση, επειδή ο δικός του ισχυρισμός ήταν πως τίποτε που να υπάρχει δεν είναι, το Ένα δεν είναι, κανένα πράγμα δεν είναι, και άρα μόνο η αλλαγή είναι. Για τον Ηράκλειτο, υπάρχει μόνο η διαρκής καταστροφή όλων όσων υπάρχουν. Αλλά κατά κάποιο τρόπο, αυτό είναι μια καθαρή κατάφαση της αλλαγής.

Η κίνηση στον Παρμενίδη είναι αυτή της καθαρής κατάφασης ως καθαρής άρνησης, και η κίνηση στον Ηράκλειτο είναι αυτή της καθαρής άρνησης ως πραγματοποίησης της καθαρής κατάφασης της αλλαγής. Εδώ, ξέρετε, έχουμε την αρχή της διαλεκτικής, στον βαθμό που η διαλεκτική είναι ο συνδυασμός άρνησης και κατάφασης. Στον Παρμενίδη έχουμε τον εμμενή μετασχηματισμό της κατάφασης και της άρνησης, και στον Ηράκλειτο έχουμε τον εμμενή μετασχηματισμό της άρνησης και της κατάφασης. Τέλος, η αρχή της διαλεκτικής είναι ο συσχετισμός των δύο. Η αρχή είναι ο Παρμενίδης και ο Ηράκλειτος. Αυτή είναι η θέση του Αριστοτέλη. Ούτε ο Παρμενίδης ούτε ο Ηράκλειτος, αλλά ο Αριστοτέλης.

5 σχόλια:

  1. Αντωνη , εχεις κανενα συνδεσμο (Γαλλικα ή Αγγλικα) για το κειμενο;

    ΥΓ
    Τωρα να πω πόσα χρωσταει η συγχρονη σκεψη (εννοείται οχι μονον αλλα και) στον Νιτσε και για Προσωκρατικούς και για την εννοια της επαναληψης, θα αρχισει παλι καμια συζητηση Βαβελ, όποτε άστο καλυτερα...

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Είναι από τις διαλέξεις του Badiou στο European Graduate School το καλοκαίρι του 2012, που κυκλοφόρησαν σε βιβλίο από το Atropos Press, εδώ: http://www.amazon.com/The-Subject-Change-European-Graduate/dp/0988517027

    ΑπάντησηΔιαγραφή