Δευτέρα, 15 Απριλίου 2013

Alain Badiou-Το υποκείμενο της αλλαγής, σεμινάριο 4 (II)

Ο Αριστοτέλης οργάνωσε μια απάντηση στην ερώτηση δια μέσω μιας διάκρισης: υπάρχει ένα μέρος του κόσμου το οποίο δεν υπόκειται σε αλλαγή. Το μέρος του κόσμου το οποίο δεν υπόκειται σε αλλαγή είναι ο Θεός. Παραθέτω τον Αριστοτέλη από τη Μεταφυσική: "υπάρχει κάτι το οποίο κινεί χωρίς να μπορεί να κινηθεί, καθώς είναι αιώνια ουσία και πραγμάτωση." Θα πρέπει να αναγνωρίζετε εδώ το Ένα του Παρμενίδη: κάτι το οποίο είναι αιώνιο, ουσία, πραγμάτωση, και το οποίο δεν κινείται. Έτσι, δεν υπάρχει κίνηση, υπάρχει μόνον ενότητα, καθαρή ουσιακότητα, και καθαρή πραγμάτωση. Κι έτσι, είναι κάτι που δεν βρίσκεται στον χρόνο. Αυτή είναι η αρχή του φιλοσοφικού Θεού. Στο κάτω-κάτω ο Θεός της δημιουργίας είναι ο φιλοσοφικός Θεός, ορισμένος ως μέρος του υπαρκτού είναι, το οποίο είναι με κάποιο τρόπο το παρμενιδικό τμήμα του. Είναι το τμήμα χωρίς πολλαπλότητα, χωρίς αλλαγή, χωρίς εμμενή χρόνο, και τα λοιπά.

Υπάρχει ένα άλλο τμήμα του κόσμου που είναι ηρακλείτιας φύσης. Είναι το τμήμα το οποίο μπορεί να κινηθεί, δεν είναι αιώνιο αλλά φθαρτό, υπόκειται στον θάνατο και στην απόγνωση. Είναι το τμήμα που υπόκειται στη φθορά και το οποίο δεν είναι καθαρή πραγμάτωση, αλλά ένα μείγμα πραγμάτωσης και δυνατότητας. Η αριστοτελική κατασκευή ήταν κυρίαρχη ως θέση για πολλούς αιώνες. Ήταν μια ακριβής σύνθεση των θέσεων του Παρμενίδη και του Ηράκλειτου σε ό,τι αφορά την αλλαγή, μέσα από μια οργάνωση του σύμπαντος σε ένα τμήμα που δεν υπόκειται στην αλλαγή και ένα τμήμα που υπόκειται σ' αυτή. Η σχέση ανάμεσα στις δύο θέσεις είναι η σχέση του αιτιατού.



Ο Θεός είναι αιώνιος και δεν μπορεί να κινηθεί, αλλά ο Θεός επίσης κινεί, και αυτό είναι το μεταβλητό κομμάτι του κόσμου. Δεν υπόκειται σε αλλαγή, αλλά η αλλαγή υφίσταται λόγω της δράσης του Θεού. Πρόκειται για μια παράξενη θέση: πώς μπορεί κάτι το οποίο δεν υπόκειται καθόλου στην αλλαγή να είναι παρ' όλα αυτά η αιτία κάθε αλλαγής; Υπάρχει η δυνατότητα για κάτι το οποίο κινεί χωρίς να κινείται. Στον Παρμενίδη, δεν έχουμε αυτή τη δυνατότητα γιατί το ένα δεν είναι καθόλου δραστήριο. Το ένα είναι επαρκές ως τέτοιο, διότι δεν υπάρχει τίποτε το εξωτερικό στο ίδιο. Έτσι, η παρμενίδια ολότητα καταφάσκει για την ύπαρξή της χωρίς καμία εξωτερική δράση.

Ο αριστοτελικός Θεός κινεί τον κόσμο, κι έτσι είναι η αιτία της αλλαγής. Ανακύπτουν πολλά ερωτήματα από αυτή την κατασκευή. Δύο ερωτήματα μας ενδιαφέρουν σήμερα, γιατί είναι ερωτήματα που αφορούν την αλλαγή. Πρώτον, είναι εφικτό κάτι απόλυτα ακίνητο να είναι η αιτία της αλλαγής; Αυτή είναι η θέση του Αριστοτέλη. Εμάς μας φαίνεται ότι το να δρας σημαίνει να αλλάζεις, εφόσον το να δρας είναι το να κάνεις κάτι. Το να δρας είναι το να κάνεις κάτι και το να κάνεις κάτι δεν είναι να παραμένεις ακίνητος, εφόσον το να κάνεις κάτι προαπαιτεί κίνηση. Η αλλαγή δεν είναι από μόνη της παθητική αλλαγή. Οπότε, όταν ο Θεός κάνει κάτι, αλλάζει κιόλας με κάποιον τρόπο, και το αποτέλεσμα της δράσης του είναι η αλλαγή. Ο Αριστοτέλης ισχυρίστηκε ότι ο Θεός κινεί τον κόσμο γιατί ο κόσμος κινείται στην κατεύθυνση αυτού που είναι καλό για τον ίδιο, και άρα ο κόσμος κινείται στην κατεύθυνση της καθαρής ύπαρξης. Και τι είναι η καθαρή ύπαρξη παρά ο Θεός;

Τέλος, για τον Αριστοτέλη, ο Θεός δεν κάνει τίποτε. Ο κόσμος κινείται όχι από την ακριβή δράση του Θεού αλλά από την έλξη του από τον Θεό. Κι έτσι πρόκειται στην πραγματικότητα για καθαρή έλξη. Ο κόσμος κινείται στην κατεύθυνση αυτού που είναι πραγματικά καλό, αλλά η αγαθότητα του κόσμου εκπροσωπείται από έναν Θεό ο οποίος δεν είναι στον κόσμο. Ο κόσμος κινείται επειδή ο Θεός υπάρχει, αλλά δεν κινείται από τον Θεό. Πρέπει να ερμηνεύσουμε τον ισχυρισμό του Αριστοτέλη χωρικά. Ο Θεός είναι τέλειος, και το να είσαι τέλειος είναι ένα είδος οικουμενικής έλξης των διάφορων πραγμάτων στον κόσμο, γιατί τα πάντα μέσα στον κόσμο προσανατολίζονται προς το πραγματικό τους καλό. Το γενικό καλό είναι ο Θεός, οπότε ο κόσμος πηγαίνει στην κατεύθυνση της τελειότητας, δηλαδή στην κατεύθνυση του Θεού, χωρίς να δράσει ο Θεός.

Ο Αριστοτέλης πήρε την αντίφαση και ισχυρίστηκε πως δεν ήταν τελικά αντίφαση. Η αντίφαση ανάμεσα στον Παρμενίδη και στον Ηράκλειτο δεν ήταν αντίφαση για τον Αριστοτέλη· μάλλον ο Παρμενίδης γνώριζε πάρα πολύ καλά για το ένα μέρος του προβλήματος και ο Ηράκλειτος γνώριζε πάρα πολύ καλά για το άλλο μέρος. Ο Αριστοτέλης ισχυρίστηκε: "Γνωρίζω όλο το πρόβλημα, για αυτό και ήρθα μετά" [γέλια]. Και τώρα γνωρίζω το πρόβλημα, είναι ξεκάθαρο: ο Παρμενίδης έχει δίκαιο επειδή υπάρχει ένα τμήμα του είναι, το τέλειο τμήμα του είναι, το οποίο δεν υπόκειται σε αλλαγή ακριβώς επειδή είναι κάτι τέλειο. Και άρα δεν υπάρχει λόγος να αλλάξει. Υπάρχει ένα άλλο τμήμα του κόσμου που δεν είναι τέλειο, είναι ατελές, και αυτό υπόκειται στη φθορά. Αυτό το τμήμα του κόσμου υπόκειται στην αλλαγή.

Το να υπόκεισαι σε αλλαγή είναι απόδειξη ατέλειας. Αυτή ήταν η διαφορά που έφερε ο Αριστοτέλης. Για τον Ηράκλειτο, η αλλαγή ήταν τέλεια. Αλλά για τον Αριστοτέλη, η αλλαγή δεν ήταν τέλεια. Υπήρχε ένας προσανατολισμός της αλλαγής στην κατεύθυνση της πραγματικής της τελειοποίησης. Αυτή η πραγματική τελειοποίηση εκπροσωπείται από τον Θεό, και έτσι μπορούμε να πούμε ότι ο Θεός κινεί τον κόσμο. Η δημιουργία του Αριστοτέλη ήταν η σύλληψη ενός νέου είδους αλλαγής --μιας διαίρεσης στην έννοια της αλλαγής-- διότι υπήρχε επίσης ένας προσανατολισμός της αλλαγής ο οποίος ισχυρίζονταν πως ένα πράγμα κινείται στην κατεύθυνση της τελειοποίησής του, προς το καλό. Αυτή είναι η επινόηση της αιτίας δια του τέλους, της αιτίας η οποία δεν βρίσκεται πριν απ' το πράγμα αλλά κατά κάποιο τρόπο είναι η κατεύθυνση του πράγματος. Και αυτό ήταν το μεγάλο ζήτημα της αλλαγής για τον Αριστοτέλη.

Ο Αριστοτέλης ισχυρίστηκε πως υπάρχει μηχανική αλλαγή ή μεταβατική αιτία. Έχουμε μια αιτία και ένα αποτέλεσμα, αυτό είναι το πεδίο της φυσικής ή μηχανικής αιτιότητας. Αλλά δεν μπορούμε να εξηγήσουμε τον κόσμο μόνο με την μηχανική αιτιότητα, πρέπει να εισαγάγουμε μια άλλη μορφή αιτιότητας, η οποία είναι η αιτιότητα του Θεού σε σχέση με τον κόσμο. Αυτήν την ονομάζουμε αιτιότητα δια της τελειοποίησης. Πρόκειται για την ιδέα ότι τα πάντα υπάρχουν στην κατεύθυνση της τελειοποίησής τους. Το αισιόδοξο όραμα του Αριστοτέλη ήταν αυτό. Όλα όσα υπάρχουν έχουν το πραγματικό τους συμφέρον στο καλό, στην κατεύθυνση του Θεού. Μπορεί να μην καταλαβαίνουμε το συμφέρον μας, κι έτσι να κάνουμε κάτι κακό ή κάτι που δεν είναι στην κατεύθυνση του Θεού. Αλλά γενικά μπορούμε να εμπιστευτούμε την κατεύθυνση των πραγμάτων προς την τελειοποίησή τους.

Όλα αυτά ήταν η μεγάλη απαρχή της σύλληψης της έννοιας της αλλαγής. Πρώτα, υπήρχε το οντολογικό ερώτημα, το οποίο το απάντησε αρνητικά ο Παρμενίδης. Αυτή ήταν η καθαρή κατάφαση του είναι ως τέτοιου, του είναι ως ενός. Δεύτερον, υπήρχε η θετική απάντηση του Ηράκλειτου, η οποία ήταν η ωρίμανση της θέσης της άρνησης, της δυνατότητας της άρνησης. Τέλος, υπήρχε ο συμβιβασμός του Αριστοτέλη, ο οποίος χώρισε το ερώτημα μέσω του οικοδομήματος του σύμπαντος. Μετά από όλα αυτά, έχουμε το φαινομενολογικό ερώτημα.

Φαινομενολογικό ερώτημα ονομάζω το σημείο εκκίνησης για τις ενδείξεις της αλλαγής. Φυσικά, στον Παρμενίδη βρίσκουμε μια πλήρη κατάφαση στην δυνατότητα του σκέπτεσθαι. Αλλά πρέπει να κάνουμε και κάτι με τις ενδείξεις της αλλαγής. Όπως έλεγα στην αρχή, υπάρχουν ισχυρές ενδείξεις της αλλαγής σε όλες τις κουλτούρες και σε όλες τις ανθρώπινες εμπειρίες. Αυτές οι ενδείξεις της αλλαγής δεν είναι ζήτημα για τον Ηράκλειτο, και δεν είναι ζήτημα για τον Αριστοτέλη. Δεν είναι ζήτημα για τον Ηράκλειτο επειδή οι ενδείξεις είναι αληθινές, τα πάντα είναι αλλαγή και μόνο η αλλαγή υπάρχει. Άρα για τον Ηράκλειτο η αλλαγή είναι ο νόμος του είναι ως τέτοιου. Για τον Ηράκλειτο, η απτή εμεπιρία μας είναι στην πραγματικότητα μια οντολογική εμπειρία. Δεν υπάρχει διαφορά μεταξύ οντολογίας και φαινομενολογίας από τη θέση του. Όταν αποκτούμε εμπειρία της αλλαγής, η εμπειρία αυτή είναι στην πραγματικότητα εμπειρία της αλήθειας, διότι είναι αλήθεια πως το είναι είναι αλλαγή. Κάτι στην ζωτική ή πραγματική μας εμεπιρία είναι επίσης οντολογική εμπειρία. Αυτή ήταν και η πεποίθηση του Νίτσε και του Ντελέζ. Η πεποίθηση είναι πως η εμπειρία της ζωής και η εμπειρία της αλλαγής και του γίγνεσθαι είναι στην πραγματικότητα οντολογική αλήθεια. Δεν είναι κάτι που χωρίζεται από το είναι ως τέτοιο, αλλά μια εμπειρία του είναι. Βρισκόμαστε εντός του μεγάλου γίγνθεσθαι της ζωής.

Η θέση αυτή είναι αντίθετη με τη θέση του Παρμενίδη. Η θέση του Παρμενίδη επιβεβαίωνε κάτι που είναι απόλυτη αντίφαση χωρίς εμπειρία. Για τον Αριστοτέλη, η εμπειρία που έχουμε για την αλλαγή είναι επίσης ορθή εμπειρία διότι δεν είμαστε ο Θεός. Δεν βρισκόμαστε στην εμπειρία της καθαρής ακινησίας διότι η εμπειρία μας είναι η εμπειρία του απτού κόσμου της αλλαγής. Δεν είναι μια καθαρά οντολογική εμπειρία διότι είναι μόνο εμπειρία ενός τμήματος αυτού που υπάρχει, κι έτσι δεν είναι εμπειρία της ολότητας γιατί δεν είναι εμπειρία του Θεού. Είναι εφικτό να έχει κανείς μια πλήρη εμπειρία μέσα στις παραμέτρους της αντίληψης του Αριστοτέλη; Μια πλήρης εμεπιρία είναι όχι μόνο μια εμπειρία της αλλαγής αλλά επίσης μια εμπειρία της ύπαρξης του Θεού. 

Ο Αριστοτέλης ρώτησε: μπορεί κανείς να ζήσει ως αθάνατος; Το να ζεις ως αθάνατος είναι το να έχεις την εμπειρία ενός πράγματος που δεν υπόκειται σε αλλαγή. Όπως γνωρίζετε, η συνέπεια αυτού του οράματος ήταν η θέση της μυστικιστικής γνώσης και της μυστικιστικής εμπειρίας. Το να είσαι ταυτόχρονα ηρακλείτιος και παρμενίδιος σήμαινε επίσης το να έχεις την μυστικιστική εμπειρία του Θεού. Για τον Ηράκλειτο, είναι όταν βρισκόμαστε στον ατελή μας κόσμο, με τη φθορά, την αλλαγή και λοιπά, και επίσης, για τον Παρμενίδη, είναι όταν βρισκόμαστε στην καθαρή διαίσθηση του Θεού. Αυτά είναι τα περιεχόμενα της μυστικιστικής εμπειρίας. Το γεγονός ότι βρισκόμαστε μέσα στην εμπειρία της αλλαγής δεν είναι πρόβλημα για τον Αριστοτέλη, αφού ο κόσμος μας υπόκειται στην αλλαγή. Για τον Παρμενίδη, είναι πολύ δύσκολο πρόβλημα. Η διαφορά ανάμεσα στο δικαίωμα του σκέπτεσθαι και στην απτή μας εμπειρία είναι πολύ μεγάλη.

Γιατί έχουμε αυτή την εμπειρία της αλλαγής αν δεν υπάρχει στην πραγματικότητα αλλαγή; Πώς μπορούμε να εισάξουμε την άρνηση στην εμπειρία της ζωής μας; Αυτά τα ερωτήματα είναι πολύ σημαντικά. Ο Παρμενίδης πρότεινε πως η εμπειρία μας είναι καθαρή ψευδαίσθηση, μια υποκειμενική κατασκευή χωρίς καμία οντολογική αξία. Αλλά τι είναι ψευδαίσθηση και τι είναι το είναι μιας ψευδαίσθησης; Ο Παρμενίδης ήταν αναγκασμένος να δείξει, αν είναι εφικτό, ότι η εμπειρία μας είναι καθαρά και απλά ψευδής, ότι είναι μη υπαρκτή. Ήταν έργο του Ζήνωνα, του βασικού μαθητή του Παρμενίδη, η απάντηση στο ερώτημα αυτό. Ο Ζήνωνας μας έδωσε μια απόδειξη ότι η κίνηση, η πολλαπλότητα είναι ανύπαρκτες. Θα επιστρέψουμε στο ζήτημα αυτό όταν διαβάσουμε το ποίημα του Βαλερί. Το ζήτημα είναι ότι η απόδειξη του Ζήνωνα είναι απόδειξη δια της αρνητικότητας για το ότι δεν μπορεί να υπάρξει κίνηση. Αν δεχτούμε την κίνηση, τότε βρισκόμαστε σε αντίφαση. Οπότε είναι μια έμμεση απόδειξη, μια απόδειξη η οποία προϋποθέτει ότι η άρνηση και η αντίφαση δεν μπορούν να υπάρξουν.

Ξέρετε, αυτό είναι πολύ σημαντικό: αν έχουμε μια απόδειξη που είναι απόδειξη δια της άρνησης --δηλαδή, μια έμμεση απόδειξη-- και αν παραδεχτούμε ότι η κίνηση υπάρχει, τότε έχουμε παραδεχτεί μια αντίφαση. Η απόδειξη είναι πλήρης μόνο αν δεχτούμε ότι δεν μπορεί να υπάρχει η αντίφαση. Η απόδειξη είναι μόνο απόδειξη της αντίφασης και μπορείς να έχεις μια παραπληρωματική αρχή η οποία είναι ότι δεν υπάρχει αντίφαση. Αλλά με κάποια έννοια, η συνέπεια της παραδοχής ότι δεν υπάρχει αντίφαση είναι ακριβώς ο στόχος της απόδειξης, διότι η κίνηση είναι αντίφαση. Η κίνηση και ο μετασχηματισμός, αυτές είναι αντιφάσεις. Η απόδειξη του Ζήνωνα είναι μια απόδειξη και όχι μια προϋπόθεση του αποτελέσματος της απόδειξης. 

Γιατί είναι τόσο συναρπαστική αυτή η απόδειξη; Το αποτέλεσμα της απόδειξης είναι ότι έχουμε αντίφαση. Αλλά το γεγονός ότι δεν υπάρχει η αντίφαση είναι μια παρμενιδική κατάφαση. Άρα η απόδειξη είναι μόνον απόδειξη του γεγονότος ότι η απόδειξη βρίσκεται υπό την προϋπόθεση του αποτελέσματος της απόδειξης. Πρόκειται για θεαματική σοφιστεία. Και άρα μάλλον δεν είναι δυνατόν να έχουμε απόδειξη ότι δεν υπάρχει αντίφαση, διότι για να αποδείξεις ότι δεν υπάρχει αντίφαση θα πρέπει να έχεις αποδείξεις ότι ο ισχυρισμός του Παρμενίδη ήταν αληθής, ότι δεν υπάρχει άρνηση.

Αλλά δεν μπορούμε να αποδείξουμε ότι δεν υπάρχει άρνηση χρησιμοποιώντας την άρνηση. Είναι πολύ πολύπλοκο. Το γενικό θέμα είναι ότι πρέπει να αποδείξουμε ότι κάτι δεν υπάρχει. Έχουμε πολλές αποδείξεις της ύπαρξης του Θεού, αλλά έχουμε απόδειξη ότι ο Θεός δεν υπάρχει; Δεν είναι συμμετρική ερώτηση, γιατί αν θέλεις αποδείξεις ότι ο Θεός δεν υπάρχει, αυτές δεν θα είναι θετικές αποδείξεις, αλλά αποδείξεις μιας άρνησης. Θα είναι αποδείξεις ότι ο Θεός δεν υπάρχει. Αλλά αν ο Θεός δεν υπάρχει καθόλου τότε πώς μπορείς να βρεις αποδείξεις ότι αυτή η οντότητα που δεν υπάρχει όντως δεν υπάρχει; Απαραίτητα, θα πρέπει να στραφείς στην σοφιστική χρήση της άρνησης. 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου