Τρίτη, 12 Μαρτίου 2013

V.I. Lenin-Ο Ιμπεριαλισμός: Ανώτατο στάδιο του καπιταλισμού. Κεφάλαιο ΙΙ (II)

Η αντικατάσταση του παλιού καπιταλισμού, όπου κυριαρχούσε ο ελεύθερος συναγωνισμός, από το νέο καπιταλισμό, όπου κυριαρχεί το μονοπώλιο, εκφράζεται, ανάμεσα στ' άλλα, με τη μείωση της σημασίας του χρηματιστηρίου. “Το χρηματιστήριο – γράφει το περιοδικό Η Τράπεζα – από καιρό έπαψε να είναι ο απαραίτητος μεσάζων στην κυκλοφορία, όπως ήταν παλιότερα, τότε που οι τράπεζες δεν μπορούσαν να διαθέτουν στους πελάτες τους το μεγαλύτερο μέρος των χρεογράφων που εκδίδονταν”.

“Κάθε τράπεζα είναι ένα χρηματιστήριο – αυτό το σύγχρονο απόφθεγμα κλείνει μέσα του τόσο περισσότερη αλήθεια όσο μεγαλύτερη είναι η τράπεζα, όσο περισσότερες προόδους σημειώνει η συγκέντρωση στον τραπεζικό κλάδο”. “Αν προηγούμενα, στα 1870-1880, το χρηματιστήριο, με τις νεανικές του υπερβολές” (πρόκειται για ένα “λεπτό” υπαινιγμό για το χρηματιστηριακό κραχ του 1873, για τα ιδρυτικά σκάνδαλα κλπ.) “εγκαινίασε την εποχή της εκβιομηχάνισης της Γερμανίας, σήμερα οι τράπεζες και η βιομηχανία μπορούν “να τα βγάλουν πέρα μόνες τους”. Η κυριαρχία των μεγάλων τραπεζών μας στο χρηματιστήριο... δεν είναι παρά η έκφραση του ολόπλευρα οργανωμένου γερμανικού βιομηχανικού κράτους. Αν έτσι περιορίζεται ο τομέας των οικονομικών νόμων που λειτουργούν αυτόματα και επεκτείνεται εξαιρετικά ο τομέας της συνειδητής ρύθμισης μέσω των τραπεζών, τότε σε σχέση με αυτό αυξάνει απεριόριστα και η ευθύνη των λίγων ηγετικών προσώπων στην εθνική οικονομία” – αυτά γράφει ο Γερμανός καθηγητής Σούλτσε-Γκέβερνιτς, απολογητής του γερμανικού ιμπεριαλισμού και αυθεντία για τους ιμπεριαλιστές όλων των χωρών, που προσπαθεί να συγκαλύψει μια “λεπτομέρεια”, και συγκεκριμένα το ότι η “συνειδητή ρύθμιση” μέσω των τραπεζών συνίσταται στην καταλήστευση του κοινού από μια χούφτα “ολόπλευρα οργανωμένους” μονοπωλητές. Σκοπός του αστού καθηγητή δεν είναι η αποκάλυψη ολόκληρου του μηχανισμού, το ξεσκέπασμα όλων των τεχνασμάτων των τραπεζιτών μονοπωλητών, μα η συγκάλυψή τους.


Το ίδιο ακριβώς κάνει και ο Ρίσερ, οικονομολόγος με ακόμη μεγαλύτερο κύρος και τραπεζικός “παράγοντας”, ο οποίος με φράσεις που δε λένε τίποτε ξεφορτώνεται τα γεγονότα που δεν μπορεί να αρνηθεί κανείς: “Το χρηματιστήριο χάνει όλο και περισσότερο την εντελώς απαραίτητη ιδιότητά του για όλη την οικονομία και για την κυκλοφορία των χρεογράφων: να είναι όχι μόνο το πιο λεπτό όργανο μέτρησης, αλλά και ένας σχεδόν αυτόματα δρων ρυθμιστής των οικονομικών κινήσεων που συρρέουν σ' αυτό”.

Μ' άλλα λόγια: ο παλιός καπιταλισμός, ο καπιταλισμός του ελεύθερου συναγωνισμού με τον απόλυτα απαραίτητο γι' αυτόν ρυθμιστή, το χρηματιστήριο, περνάει στο παρελθόν. Στη θέση του ήρθε ο νέος καπιταλισμός, που έχει πάνω του ξεκάθαρα τα γνωρίσματα ενός μεταβατικού φαινομένου, κάποιου μίγματος ελεύθερου συναγωνισμού και μονοπωλίου. Φυσικά, προβάλλει το ερώτημα: σε τι “μετατρέπεται” αυτός ο νεότατος καπιταλισμός, οι αστοί όμως επιστήμονες φοβούνται να βάλλουν αυτό το ερώτημα.

Πριν τριάντα χρόνια, οι ελεύθερα συναγωνιζόμενοι επιχειρηματίες εκτελούσαν τα 9/10 της οικονομικής εργασίας που δεν ανήκε στον τομέα της χειρωνακτικής δουλειάς των “εργατών”. Σήμερα, τα 9/10 αυτής της οικονομικής εργασίας τα εκτελούν υπάλληλοι. Οι τράπεζες βρίσκονται επικεφαλής αυτής της εξέλιξης.” Αυτή η ομολογία του Σούλτσε-Γκέβερνιτς καταλήγει για μία ακόμη φορά στο ερώτημα: σε τι πράγμα μετατρέπεται ο νεότατος καπιταλισμός, ο καπιταλισμός στο ιμπεριαλιστικό του στάδιο;...

Ανάμεσα στις λίγες τράπεζες, που εξαιτίας της διαδικασίας συγκέντρωσης παραμένουν επικεφαλής όλης της καπιταλιστικής οικονομίας, παρατηρείται και δυναμώνει φυσικά όλο και περισσότερο η τάση προς μια μονοπωλιακή συμφωνία, προς ένα τραστ των τραπεζών. Στην Αμερική όχι εννιά, αλλά δύο από τις μεγαλύτερες τράπεζες, οι τράπεζες των δισεκατομμυριούχων Ροκφέλερ και Μόργκαν εξουσιάζουν ένα κεφάλαιο 11 δισεκατομμυρίων μάρκων. Στη Γερμανία, η καταβρόχθιση της “Ένωσης των Τραπεζών του Σαφχάουζεν” από την “Εταιρία Προεξοφλήσεων”, που αναφέραμε πιο πάνω, προκάλεσε το παρακάτω σχόλιο της Εφημερίδας της Φραγκφούρτης, που εκφράζει τα χρηματιστηριακά συμφέροντα:

Με την ανάδειξη της συγκέντρωσης των τραπεζών στενεύει ο κύκλος των ιδρυμάτων, στα οποία μπορεί κανείς ν' απευθυνθεί για να ζητήσει πιστώσεις, πράγμα που μεγαλώνει την εξάρτηση της μεγάλης βιομηχανίας από λίγες ομάδες τραπεζών. Με τη στενή σύνδεση ανάμεσα στη βιομηχανία και στον κόσμο των χρηματιστών, η ελευθερία κίνησης των βιομηχανικών εταιριών που χρειάζονται τραπεζικό κεφάλαιο περιορίζεται. Γι' αυτό η μεγάλη βιομηχανία βλέπει με ανάμικτα αισθήματα την εντεινόμενη τραστοποίηση (συνένωση ή μετατροπή σε τραστ) των τραπεζών. Και πραγματικά, πολλές ήδη φορές παρατηρήθηκαν σπέρματα ορισμένων συμφωνιών ανάμεσα στα διάφορα κοντσέρν των μεγάλων τραπεζών, συμφωνιών που οδηγούν στον περιορισμό του συναγωνισμού.”

Και πάλι, για μια ακόμη φορά, η τελευταία λέξη στην ανάπτυξη των τραπεζών είναι το μονοπώλιο.

Όσο για τη στενή σύνδεση ανάμεσα στις τράπεζες και τη βιομηχανία, σ' αυτόν ακριβώς τον τομέα εκφράζεται ίσως με τον πιο παραστατικό τρόπο ο καινούργιος ρόλος των τραπεζών. Αν η τράπεζα προεξοφλεί τη συναλλαγματική ενός δοσμένου επιχειρηματία, του ανοίγει τρέχοντα λογαριασμό κλπ., αυτές οι πράξεις, παρμένες χωριστά, δε μειώνουν ούτε κατά ένα γιώτα την αυτοτέλεια αυτού του επιχειρηματία, και η τράπεζα δε βγαίνει από το μετριόφρονα ρόλο του μεσάζοντα. Αν όμως αυτές οι πράξεις γίνονται συχνότερα και μονιμότερα, αν η τράπεζα “συγκεντρώνει” στα χέρια της τεράστια κεφάλαια, αν η διεκπεραίωση των τρεχόντων λογαριασμών μιας δοσμένης επιχείρησης επιτρέπει στην τράπεζα να γνωρίζει όλο και πιο λεπτομερειακά, όλο και πληρέστερα την οικονομική κατάσταση του πελάτη της, τότε έχουμε σαν αποτέλεσμα την όλο και πληρέστερη εξάρτηση του βιομήχανου καπιταλιστή από την τράπεζα.

Παράλληλα αναπτύσσεται, μπορεί να πει κανείς, η προσωπική ένωση των τραπεζών με τις μεγαλύτερες επιχειρήσεις της βιομηχανίας και του εμπορίου η συγχώνευση των πρώτων και των δεύτερων με την κατοχή μετοχών, με την είσοδο διευθυντών των τραπεζών σαν μελών στα Εποπτικά συμβούλια (ή στις διοικήσεις) των εμποροβιομηχανικών επιχειρήσεων και αντίστροφα. Ο Γερμανός οικονομολόγος Γιάιντελς έχει συγκεντρώσει πολύ λεπτομερειακά στοιχεία γι' αυτό το είδος συγκέντρωσης των κεφαλαίων και των επιχειρήσεων. Οι έξι μεγαλύτερες τράπεζες του Βερολίνου αντιπροσωπεύονταν με τους διευθυντές τους σε 344 βιομηχανικές εταιρίες και με τα μέλη των διοικήσεών τους σε άλλες 407, συνολικά σε 751 εταιρίες. Σε 289 εταιρίες είχαν είτε από δύο μέλη στα Εποπτικά συμβούλια είτε τη θέση του προέδρου του εποπτικού συμβουλίου. Ανάμεσα σ' αυτές τις εμποροβιομηχανικές εταιρίες συναντούμε τους πιο διαφορετικούς κλάδους της βιομηχανίας, και ασφαλιστικές εταιρίες, και επιχειρήσεις συγκοινωνιών, και εστιατόρια, και θέατρα, και βιομηχανίες ειδών τέχνης κ.ά. Από την άλλη μεριά, στα εποπτικά συμβούλια αυτών των ίδιων έξι τραπεζών βρίσκονταν (το 1910) 51 από τους μεγαλύτερους βιομηχάνους, μαζί και ο διευθυντής της εταιρίας Κρουπ, ο διευθυντής της γιγάντιας ατμοπλοϊκής εταιρίας “Hapag” (Hamburg-Amerika) κλπ. κλπ. Καθεμιά από τις έξι τράπεζες συμμετείχε από το 1895 ως το 191 στην έκδοση μετοχών και ομολόγων για πολλές εκατοντάδες βιομηχανικές εταιρίες και συγκεκριμένα: από 281 ως 419.

Η “προσωπική ένωση” των τραπεζών με τη βιομηχανία συμπληρώνεται με την “προσωπική ένωση” αυτών ή εκείνων των εταιριών με την κυβέρνηση.Οι θέσεις των μελών των Εποπτικών συμβουλίων – γράφει ο Γιάιντελς – παραχωρούνται πρόθυμα σε πρόσωπα με μεγάλα ονόματα, καθώς και σε πρώην δημοσίους υπαλλήλους που μπορούν να προσφέρουν όχι και λίγες διευκολύνσεις (!!) στις σχέσεις με τις αρχές”... “Στο Εποπτικό συμβούλιο μιας μεγάλης τράπεζας συναντάς συνήθως κάποιο μέλος της Βουλής ή κάποιο μέλος του Δημοτικού Συμβουλίου του Βερολίνου.”

Η δημιουργία και η τελική διαμόρφωση, μπορεί να πει κανείς, των μεγάλων καπιταλιστικών μονοπωλίων ακολουθεί, κατά συνέπεια, ολοταχώς όλους τους “φυσικούς” και “υπερφυσικούς” δρόμους. Διαμορφώνεται συστηματικά ένας ορισμένος καταμερισμός της δουλειάς ανάμεσα σε μερικές εκατοντάδες χρηματιστές βασιλιάδες της σύγχρονης καπιταλιστικής κοινωνίας:

Παράλληλα μ' αυτή τη διεύρυνση του πεδίου δράσης ορισμένων μεγαλοβιομηχάνων” (που μπαίνουν στις Διοικήσεις των τραπεζών κλπ.) “και με τον περιορισμό των επαρχιακών διευθυντών τραπεζών σε μια καθορισμένη βιομηχανική περιοχή μεγαλώνει κάπως και η ειδίκευση των διευθυντών των μεγάλων τραπεζών. Αυτή η ειδίκευση είναι γενικά νοητή μόνο όταν είναι μεγάλες οι διαστάσεις όλης της τραπεζικής επιχείρησης και ιδίως οι σχέσεις της με τη βιομηχανία. Αυτός ο καταμερισμός της εργασίας ακολουθεί δυο κατευθύνσεις: από τη μια μεριά, τις σχέσεις με τη βιομηχανία στο σύνολό της τις αναθέτουν σ' έναν από τους διευθυντές, σαν ειδικό τομέα του, και από την άλλη, κάθε διευθυντής αναλαμβάνει την επίβλεψη ορισμένων επιχειρήσεων ή ορισμένων ομάδων επιχειρήσεων που έχουν συναφή ειδίκευση ή συμφέροντα”... (Ο καπιταλισμός έχει κιόλας αναπτυχθεί ως την οργανωμένη επίβλεψη των διάφορων επιχειρήσεων)... “Η γερμανική βιομηχανία, κάποτε μάλιστα η βιομηχανία της Δυτικής Γερμανίας” (η Δυτική Γερμανία είναι το πιο βιομηχανοποιημένο μέρος της Γερμανίας), “αποτελεί και ειδικότητα του ενός· οι σχέσεις με τα κράτη και τη βιομηχανία του εξωτερικού, οι πληροφορίες σχετικά με τα πρόσωπα των βιομηχάνων κ.ά., οι χρηματιστηριακές υποθέσεις κλπ. αποτελούν την ειδικότητα των άλλων. Εκτός απ' αυτό, συχνά ο καθένας από τους διευθυντές της τράπεζας αναλαβαίνει τη διεύθυνση και κάποιου ιδιαίτερου κλάδου η κάποιας ιδιαίτερης περιοχής. Ο ένας βρίσκεται κυρίως στα Εποπτικά συμβούλια ηλεκτρικών εταιριών, ο άλλος χημικών εργοστασίων, εργοστασίων παραγωγής μπίρας ή ζάχαρης, άλλος βρίσκεται σε μερικές απομονωμένες επιχειρήσεις και παράλληλα στα Εποπτικά συμβούλια των ασφαλιστικών εταιριών... Με λίγα λόγια, είναι βέβαιο ότι στις μεγάλες τράπεζες, στο βαθμό που αναπτύσσονται η έκταση και η ποικιλομορφία των πράξεών τους, διαμορφώνεται ένας ολοένα και μεγαλύτερος καταμερισμός της εργασίας ανάμεσα στους διευθυντές, με σκοπό (και με αποτέλεσμα) να τους ανεβάσουν, μπορεί να πει κανείς, πιο πάνω από τις καθαρά τραπεζικές υποθέσεις, και να τους κάνουν πιο ικανούς να κρίνουν, πιο εμπειρογνώμονες στα γενικά ζητήματα της βιομηχανίας και τα ειδικά ζητήματα των ξεχωριστών κλάδων της βιομηχανίας, να τους προετοιμάσουν για δράση στον τομέα της βιομηχανικής σφαίρας επιρροής της τράπεζας. Το σύστημα αυτό των τραπεζών συμπληρώνεται από την τάση τους να εκλέγουν στα Εποπτικά τους συμβούλια ανθρώπους ειδικούς στα ζητήματα της βιομηχανίας, επιχειρηματίες, πρώην δημοσίους υπαλλήλους, ιδιαίτερα ανθρώπους “που έχουν υπηρετήσει στους σιδηροδρόμους, στη διεύθυνση μεταλλείων” κλπ.

Παρόμοια ιδρύματα βλέπουμε και στις γαλλικές τράπεζες, μόνο με κάπως διαφορετική μορφή. Λόγου χάρη, μια από τις τρεις μεγαλύτερες τράπεζες, η “Πιστωτική Τράπεζα της Λυών”, έχει οργανώσει ιδιαίτερη “υπηρεσία οικονομικών μελετών” (service des études financières). Στην υπηρεσία αυτή, εργάζονται μόνιμα πάνω από 50 μηχανικοί, στατιστικοί, οικονομολόγοι, νομικοί κ.ά. Στοιχίζει εξακόσιες ως επτακόσιες χιλιάδες φράγκα το χρόνο. Η υπηρεσία αυτή υποδιαιρείται με τη σειρά της σε οκτώ τμήματα: το ένα συγκεντρώνει στοιχεία ειδικά για τις βιομηχανικές επιχειρήσεις, το άλλο μελετάει τη γενική στατιστική, το τρίτο τις σιδηροδρομικές και ατμοπλοϊκές εταιρίες, το τέταρτο τα χρεόγραφα, το πέμπτο τις οικονομικές εκθέσεις κλπ.

Έτσι έχουμε, από τη μια μεριά, μια όλο και μεγαλύτερη συγχώνευση ή, όπως εκφράστηκε εύστοχα ο Μπουχάριν, σύμφυση του τραπεζικού και του βιομηχανικού κεφαλαίου, και από την άλλη, μετεξέλιξη των τραπεζών σε ιδρύματα αληθινά “καθολικού χαρακτήρα”. Θεωρούμε απαραίτητο να αναφέρουμε τις ακριβείς εκφράσεις πάνω σ' αυτό το ζήτημα του Γιάιντελς, ενός συγγραφέα που μελέτησε καλύτερα απ' όλους το ζήτημα:

Σαν αποτέλεσμα της εξέτασης των βιομηχανικών σχέσεων στο σύνολό τους, προκύπτει ο καθολικός χαρακτήρας των χρηματιστικών ιδρυμάτων, που δρουν για το βιομηχανία. Σε αντίθεση προς τις άλλες μορφές των τραπεζών και σε αντίθεση προς τις απαιτήσεις που προέβαλλε πού και πού η φιλολογία, ότι δηλ. οι τράπεζες πρέπει να ειδικεύονται σ' έναν ορισμένο τομέα ή κλάδο βιομηχανίας για να μη χάνουν το έδαφος κάτω απ' τα πόδια τους, οι μεγάλες τράπεζες επιδιώκουν να κάνουν τις συνδέσεις τους με τις βιομηχανικές επιχειρήσεις όσο το δυνατό πιο πολύμορφες, ανάλογα με τον τόπο και το είδος της παραγωγής, επιδιώκουν να εξαλείψουν τις ανισότητες στην κατανομή του κεφαλαίου ανάμεσα στις διάφορες περιοχές και κλάδους της βιομηχανίας, ανισότητες που εξηγούνται από την ιστορία των διάφορων επιχειρήσεων”. “Η μια τάση συνίσταται στο να κάνουν τη σύνδεση με τη βιομηχανία γενικό φαινόμενο, η άλλη, στο να την κάνουν μόνιμη και εντατική. Και οι δυο έχουν πραγματοποιηθεί πια στις έξι μεγάλες τράπεζες, όχι στο ακέραιο, μα σε σημαντικές διαστάσεις και στον ίδιο βαθμό.”

Από την άλλη πλευρά των εμποροβιομηχανικών κύκλων ακούγονται συχνά παράπονα για την “τρομοκρατία” των τραπεζών. Και δεν είναι εκπληκτικό ότι ακούγονται παρόμοια παράπονα, όταν οι μεγάλες τράπεζες “διοικούν” με τον τρόπο που δείχνει το παρακάτω παράδειγμα. Στις 19 Νοέμβρη 1901, μια απ' τις λεγόμενες d τράπεζες του Βερολίνου (τα ονόματα των τεσσάρων μεγαλύτερων τραπεζών αρχίζουν με το γράμμα d) έστειλε στη Διοίκηση του συνδικάτου τσιμέντου της Βορειοδυτικής και Κεντρικής Γερμανίας το παρακάτω γράμμα: “Από την ανακοίνωση που δημοσιεύσατε στις 18 αυτού του μήνα στην τάδε εφημερίδα, φαίνεται πως πρέπει να λογαριάζουμε ότι στη γενική συνέλευση του συνδικάτου σας, που θα γίνει στις 30 αυτού του μήνα, είναι ενδεχόμενο να παρθούν αποφάσεις που μπορούν να επιφέρουν στην επιχείρησή σας αλλαγές, απαράδεκτες για μας. Γι' αυτό, προς μεγάλη μας λύπη, είμαστε αναγκασμένοι να σας κόψουμε την πίστωση που είχατε... Αν όμως σ' αυτή τη γενική συνέλευση δεν ψηφιστούν απαράδεκτες για μας αποφάσεις και μας δοθούν οι αρμόζουσες σχετικές εγγυήσεις για το μέλλον, είμαστε έτοιμοι να έρθουμε σε διαπραγματεύσεις μαζί σας, για να σας ανοίξουμε καινούργια πίστωση”.

Στην ουσία είναι τα ίδια ακριβώς παράπονα του μικρού κεφαλαίου για την καταπίεσή του από το μεγάλο, μόνο που στην κατηγορία των “μικρών” βρέθηκε στην περίπτωση αυτή ένα ολόκληρο συνδικάτο! Η παλιά πάλη ανάμεσα στο μικρό και στο μεγάλο κεφάλαιο επαναλαμβάνεται σε καινούργια, ασύγκριτα πιο υψηλή βαθμίδα ανάπτυξης. Φυσικά, οι δισεκατομμυριούχες επιχειρήσεις των μεγάλων τραπεζών μπορούν να προωθούν προς τα μπρος και την τεχνική πρόοδο με μέσα που δεν επιδέχονται καμιά σύγκριση με τα προηγούμενα. Οι τράπεζες ιδρύουν λόγου χάρη ειδικές εταιρίες τεχνικών ερευνών, που από τα αποτελέσματά τους επωφελούνται φυσικά μόνο οι “φιλικές” βιομηχανικές επιχειρήσεις. Τέτοια είναι η “Εταιρία για τη μελέτη του ζητήματος των ηλεκτρικών σιδηροδρόμων”, το “Κεντρικό Γραφείο επιστημονικοτεχνικών ερευνών” κλπ.

Οι ίδιοι οι καθοδηγητές των μεγάλων τραπεζών δεν μπορούν να μη βλέπουν ότι διαμορφώνονται κάποιες καινούργιες συνθήκες στην εθνική οικονομία, μα είναι ανίσχυροι μπροστά σ' αυτές:

Όποιος παρακολούθησε – γράφει ο Γιάιντελς – τις αλλαγές των διευθυντών και των μελών των Εποπτικών συμβουλίων των μεγάλων τραπεζών, δεν μπορεί παρά να έχει παρατηρήσει ότι η εξουσία περνάει σιγά-σιγά σε πρόσωπα που θεωρούν απαραίτητο και όλο πιο επιτακτικό καθήκον των μεγάλων τραπεζών τη δραστήρια ανάμιξή τους στη γενική ανάπτυξη της βιομηχανίας, και μάλιστα ότι σ' αυτά τα πρόσωπα και στους παλιούς διευθυντές των τραπεζών αναπτύσσεται για το λόγο αυτό υπηρεσιακή και συχνά προσωπική αντίθεση. Στην ουσία πρόκειται για το αν ζημιώνουν οι τράπεζες σαν πιστωτικά ιδρύματα απ' αυτή την ανάμιξη των τραπεζών στη βιομηχανική διαδικασία παραγωγής, για το αν θυσιάζονται οι σοβαρές αρχές και το σίγουρο κέρδος γι' αυτή τη δράση, που δεν έχει τίποτε το κοινό με τη μεσολάβηση στη χορήγηση πίστωσης και που οδηγεί την τράπεζα να ανακατευτεί σ' έναν τομέα όπου είναι εκτεθειμένη πολύ περισσότερο από πριν στην τυφλή κυριαρχία της βιομηχανικής συγκυρίας. Και ενώ πολλοί από τους παλιούς διοικητές των τραπεζών μιλάνε μ' αυτό τον τρόπο, η πλειοψηφία των νέων βλέπει στη δραστήρια ανάμιξη στα ζητήματα της βιομηχανίας την ίδια αναγκαιότητα, που μαζί με τη σύγχρονη μεγάλη βιομηχανία δημιούργησε και τις μεγάλες τράπεζες και τη νεότερη βιομηχανική τραπεζική επιχείρηση. Μόνο σ' ένα πράγμα συμφωνούν και οι δυο πλευρές, στο ότι δεν υπάρχουν ακόμη ούτε στέρεες αρχές ούτε συγκεκριμένος σκοπός για τη νέα δράση των μεγάλων τραπεζών”.

Ο παλιός καπιταλισμός έφαγε τα ψωμιά του. Ο καινούργιος είναι πέρασμα σε κάτι άλλο. Το να προσπαθεί κανείς να βρει “στέρεες αρχές και συγκεκριμένο σκοπό” για να “συμφιλιώσει” το μονοπώλιο με τον ελεύθερο συναγωνισμό, είναι φυσικά χαμένος χρόνος. Η ομολογία των ανθρώπων της πρακτικής δεν αντηχεί καθόλου σαν επίσημη εξύμνηση των χαρισμάτων του “οργανωμένου” καπιταλισμού που κάνουν οι απολογητές του, σαν τους Σούλτσε-Γκέβερνιτς, Λίφμαν και λοιπούς “θεωρητικούς”.

Σε ποια ακριβώς εποχή τοποθετείται η οριστική καθιέρωση της “νέας δράσης” των μεγάλων τραπεζών, γι' αυτό το σπουδαίο ζήτημα βρίσκουμε ακριβολογημένη απάντηση στον Γιάιντελς:

Οι σχέσεις ανάμεσα στις βιομηχανικές επιχειρήσεις με το νέο τους περιεχόμενο, με τις νέες τους μορφές, με τα νέα τους όργανα, και συγκεκριμένα ανάμεσα στις μεγάλες τράπεζες, που είναι οργανωμένες ταυτόχρονα και συγκεντρωτικά και αποκεντρωτικά, είναι ζήτημα αν διαμορφώνονται σαν χαρακτηριστικό φαινόμενο της εθνικής οικονομίας πριν από τη δεκαετία 1890-1900. Με μια ορισμένη μάλιστα έννοια μπορεί να μετατοπιστεί αυτή η αφετηρία στα 1897, με τις μεγάλες “συγχωνεύσεις” επιχειρήσεων, που εφαρμόζουν για πρώτη φορά τη νέα μορφή της αποκεντρωτικής οργάνωσης για λόγους βιομηχανικής πολιτικής των τραπεζών. Η αφετηρία αυτή θα μπορούσε ίσως να μετατοπιστεί σε μια ακόμη νεότερη ημερομηνία, γιατί μόνο η κρίση του 1900 επιτάχυνε τεράστια τη διαδικασία της συγκέντρωσης τόσο στη βιομηχανία όσο και στις τράπεζες, εδραίωσε αυτή τη διαδικασία, μετάτρεψε για πρώτη φορά τις σχέσεις με τη βιομηχανία σε πραγματικό μονοπώλιο των μεγάλων τραπεζών και τις έκανε πολύ πιο στενές και εντατικές”.

Ο 20ός λοιπόν, αιώνας – να το σημείο ριζικής στροφής από τον παλιό στον καινούργιο καπιταλισμό, από την κυριαρχία του κεφαλαίου γενικά στην κυριαρχία του χρηματιστικού κεφαλαίου.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου