Κυριακή, 3 Μαρτίου 2013

V.I. Lenin-Ο Ιμπεριαλισμός: Ανώτατο στάδιο του καπιταλισμού. Κεφάλαιο ΙΙ (I)

2. ΟΙ ΤΡΑΠΕΖΕΣ ΚΑΙ Ο ΝΕΟΣ ΤΟΥΣ ΡΟΛΟΣ

Η βασική και πρωταρχική πράξη των τραπεζών είναι η μεσολάβηση στις πληρωμές. Σε σχέση μ' αυτό, οι τράπεζες μετατρέπουν το αδρανές χρηματικό κεφάλαιο σε ενεργό, δηλαδή σε κεφάλαιο που φέρνει κέρδος, συγκεντρώνουν τα χρηματικά έσοδα όλων των ειδών και τα θέτουν στην διάθεση της τάξης των καπιταλιστών.

Στο βαθμό που αναπτύσσεται η τραπεζική δραστηριότητα και συγκεντρώνεται σε λίγα ιδρύματα, οι τράπεζες μετεξελίσσονται από το μετριόφρονα ρόλο των μεσολαβητών σε πανίσχυρους μονοπωλητές, που διαθέτουν σχεδόν όλο το χρηματικό κεφάλαιο του συνόλου των καπιταλιστών και των μικρονοικοκυραίων, καθώς και το μεγαλύτερο μέρος των μέσων παραγωγής και των πηγών πρώτων υλών σε μια δοσμένη χώρα ή σε μια ολόκληρη σειρά χωρών. Αυτή η μετατροπή των πολυάριθμων μετριόφρονων μεσολαβητών σε μια χούφτα μονοπωλητές αποτελεί μια από τις βασικές διαδικασίες μετεξέλιξης του καπιταλισμού σε καπιταλιστικό ιμπεριαλισμό και γι' αυτό θα πρέπει να σταθούμε, πριν απ' όλα, στη συγκέντρωση των τραπεζών.

Στα 1907-8, οι καταθέσεις σ' όλες τις μετοχικές τράπεζες της Γερμανίας, που είχαν πάνω από εκατομμύριο μάρκα κεφάλαιο, έφταναν τα 7 δισεκατομμύρια μάρκα. Στα 1912-3 είχαν φτάσει κιόλας τα 9,8 δισεκατομμύρια. Μέσα σε πέντε χρόνια έχουμε αύξηση κατά 40%. Παράλληλα, απ' αυτά τα τα 2,8 δισεκατομμύρια αύξηση, τα 2,75 αναλογούν σε 57 τράπεζες, με κεφάλαιο πάνω από 10 εκατομμύρια μάρκα. Η κατανομή των καταθέσεων ανάμεσα στις μεγάλες και τις μικρές τράπεζες ήταν η παρακάτω:

Ποσοστό όλων των καταθέσεων

Οι μικρές τράπεζες έχουν εκτοπιστεί από τις μεγάλες, από τις οποίες μόνο εννιά συγκεντρώνουν σχεδόν τις μισές απ' όλες τις καταθέσεις. Εδώ όμως δεν πάρθηκαν υπόψη πάρα πολλά πράγματα, όπως λόγου χάρη η μετατροπή ολόκληρης σειράς μικρών τραπεζών σε πραγματικά παραρτήματα των μεγάλων τραπεζών κλπ., που γι' αυτό θα μιλήσουμε παρακάτω.

Στα τέλη του 1913, Ο Σούλτσε-Γκέβερνιτς υπολόγιζε τις καταθέσεις στις 9 μεγάλες τράπεζες του Βερολίνου σε 5,1 δισεκατομμύρια μάρκα μέσα σε σύνολο καταθέσεων 10 περίπου δισεκατομμυρίων. Παίρνοντας υπόψη όχι μόνο τις καταθέσεις, μα όλο το τραπεζικό κεφάλαιο, ο ίδιος συγγραφές έγραφε: “Στα τέλη του 1909, οι 9 μεγάλες τράπεζες του Βερολίνου, μαζί με τις υπαγόμενες σ' αυτές τράπεζες, διαχειρίζονταν 11,3 δισεκατομμύρια μάρκα, δηλαδή περίπου το 83% του συνολικού γερμανικού τραπεζικού κεφαλαίου. Η “Γερμανική Τράπεζα” (“Deutsche Bank”), που διαχειρίζεται μαζί με τις υπαγόμενες σ' αυτήν τράπεζες περίπου 3 δισεκατομμύρια μάρκα, αποτελεί, δίπλα στην πρωσική Διεύθυνση των κρατικών σιδηροδρόμων, τη μεγαλύτερη, και παράλληλα σε υψηλό βαθμό αποσυγκεντρωμένη συσσώρευση κεφαλαίου του παλιού κόσμου”.

Υπογραμμίσαμε την υπόδειξη σχετικά με τις “υπαγόμενες” τράπεζες, γιατί αυτή αφορά ένα από τα σπουδαιότερα διακριτικά χαρακτηριστικά της νεότατης καπιταλιστικής συγκέντρωσης. Οι μεγάλες επιχειρήσεις, κυρίως οι τράπεζες, δεν καταβροχθίζουν μόνο κατευθείαν τις μικρές, μα και τις “συνδέουν” μαζί τους, τις υποτάσσουν, τις συμπεριλαμβάνουν στη “δική τους” ομάδα, στο δικό τους “κοντσέρν” – όπως λέει η τεχνική ορολογία – με τη “συμμετοχή” στα κεφάλαιά τους, με την αγορά ή την ανταλλαγή μετοχών, με το σύστημα των χρεωστικών πιστώσεων κλπ., κλπ. Ο καθηγητής Λίφμαν αφιέρωσε μια ολόκληρη τεράστια “εργασία” από μισή χιλιάδα σελίδες για την περιγραφή των σύγχρονων “εταιριών συμμετοχής και χρηματοδότησης”, προσθέτοντας, δυστυχώς, πολύ κατώτερης ποιότητας “θεωρητικούς” συλλογισμούς στο συχνά κακοχωνεμένο ανεπεξέργαστο υλικό. Σε ποιο αποτέλεσμα με την έννοια της συγκέντρωσης οδηγεί αυτό το σύστημα της “συμμετοχής”, φαίνεται καλύτερα από καθετί άλλο στο έργο του τραπεζικού “παράγοντα” Ρίσερ για τις μεγάλες γερμανικές τράπεζες. Πριν περάσουμε όμως στα στοιχεία που δίνει, θα αναφέρουμε ένα συγκεκριμένο παράδειγμα για το σύστημα της “συμμετοχής”.

Η “ομάδα” της “Γερμανικής Τράπεζας” είναι μια από τις μεγαλύτερες, αν όχι η μεγαλύτερη απ' όλες τις ομάδες των μεγάλων τραπεζών. Για να πάρουμε υπόψη τα κύρια νήματα που συνδέουν μαζί όλες τις τράπεζες αυτής της ομάδας, πρέπει να ξεχωρίσουμε “συμμετοχή” πρώτου, δεύτερου και τρίτου βαθμού, ή, πράγμα που είναι το ίδιο, εξάρτηση (των πιο μικρών τραπεζών από τη “Γερμανική Τράπεζα”) πρώτου, δεύτερου και τρίτου βαθμού. Έτσι έχουμε την παρακάτω εικόνα:

Η “Γερμανική τράπεζα” συμμετέχει

Στον αριθμό των 8 τραπεζών “με εξάρτηση πρώτου βαθμού”, που υποτάσσονται στη “Γερμανική Τράπεζα” “από καιρό σε καιρό”, ανήκουν τρεις τράπεζες του εξωτερικού: μια αυστριακή (η “Τραπεζική Ένωση” της Βιέννης-”Bankverein”) και δυο ρωσικές (η Εμπορική Τράπεζα της Σιβηρίας και η Ρωσική Τράπεζα Εξωτερικού Εμπορίου). Συνολικά στην ομάδα της “Γερμανικής Τράπεζας” ανήκουν άμεσα ή έμμεσα, εξολοκλήρου ή μερικά, 87 τράπεζες, και το συνολικό ποσό του δικού της και του ξένου κεφαλαίου, που διαθέτει η ομάδα αυτή, υπολογίζεται σε 2-3 δισεκατομμύρια μάρκα.

Είναι φανερό ότι η τράπεζα που βρίσκεται επικεφαλής μιας τέτοιας ομάδας και έρχεται σε συμφωνίες με μισή δωδεκάδα άλλες τράπεζες λίγο κατώτερες απ' αυτήν, για εξαιρετικά μεγάλες και επωφελείς χρηματιστικές πράξεις, όπως τα κρατικά δάνεια, έχει ξεπεράσει πια το ρόλο του “μεσολαβητή” και μετατράπηκε σε ένωση μιας χούφτας μονοπωλητών.

Με πόση ταχύτητα γινόταν η συγκέντρωση των τραπεζών στη Γερμανία ακριβώς στα τέλη του 19ου και στις αρχές του 20ου αιώνα φαίνεται από τα παρακάτω στοιχεία του Ρίσερ, που τα παραθέτουμε συντομευμένα:

6 μεγάλες τράπεζες του Βερολίνου είχαν

Βλέπουμε πόσο γρήγορα αναπτύσσεται το πυκνό δίχτυ των καναλιών που αγκαλιάζουν όλη τη χώρα, συγκεντροποιούν όλα τα κεφάλαια και τα χρηματικά έσοδα, μετατρέπουν χιλιάδες και χιλιάδες σκόρπια νοικοκυριά σε μια ενιαία, πανεθνική καπιταλιστική και ύστερα σε παγκόσμια καπιταλιστική οικονομία. Η “αποκέντρωση”, για την οποία μιλάει, στην περικοπή που αναφέραμε πιο πάνω, ο Σούλτσε-Γκέβερνιτς εξ ονόματος της αστικής πολιτικής οικονομίας των ημερών μας, είναι στην πραγματικότητα υποταγή σ' ένα ενιαίο κέντρο όλο και περισσότερων οικονομικών μονάδων, που προηγούμενα ήταν σχετικά “αυτοτελείς”, ή, πιο σωστά, περιορισμένες σε τοπικά πλαίσια. Αυτό στην πραγματικότητα αποτελεί συγκεντροποίηση, δυνάμωμα του ρόλου, της σημασίας και της ισχύος των μονοπωλιακών γιγάντων.

Στις πιο παλιές καπιταλιστικές χώρες, αυτό το “τραπεζικό δίχτυ” είναι ακόμη πιο πυκνό. Στην Αγγλία μαζί με την Ιρλανδία ο αριθμός των υποκαταστημάτων όλων των τραπεζών στα 1910 έφτανε τα 7.151. Τέσσερις μεγάλες τράπεζες είχαν η καθεμιά τους πάνω από 400 υποκαταστήματα (από 447 ως 689), μετά άλλες 4 πάνω από 200 και 11 πάνω από 100.

Στη Γαλλία, οι τρεις μεγαλύτερες τράπεζες, η “Crédit Lyonais”, η “Comptoir National” και η “Société Générale”, ανάπτυξαν τις πράξεις τους και το δίχτυ των υποκαταστημάτων τους με τον παρακάτω τρόπο:

Για να χαρακτηρίσει τους “δεσμούς” μιας σύγχρονης μεγάλης τράπεζας, ο Ρίσερ παραθέτει στοιχεία για τον αριθμό των εισερχόμενων και εξερχόμενων επιστολών της “Εταιρίας Προεξοφλήσεων” (“Disconto-Gesellschaft”), που είναι μια από τις μεγαλύτερες τράπεζες της Γερμανίας και όλου του κόσμου (το 1914 τα κεφάλαιά της έφτασαν τα 300 εκατομμύρια μάρκα):

Στη μεγάλη τράπεζα του Παρισιού “Πιστωτική Τράπεζα της Λιόν”, ο αριθμός των λογαριασμών αυξήθηκε από 28.535 το 1875 σε 633.539 το 1912.

Αυτοί οι απλοί αριθμοί δείχνουν ίσως πιο παραστατικά, απ' ό,τι θα το' καναν μακροί συλλογισμοί, πως μαζί με τη συγκέντρωση του κεφαλαίου και την ανάπτυξη του κύκλου εργασιών των τραπεζών αλλάζει ριζικά και η σημασία τους. Από τους σκόρπιους καπιταλιστές διαμορφώνεται ένας συλλογικός καπιταλιστής. Η τράπεζα, όταν κρατά τον τρέχοντα λογαριασμό μερικών καπιταλιστών, φαίνεται σαν να εκπληρώνει μια καθαρά τεχνική, αποκλειστικά βοηθητική πράξη. Όταν όμως η πράξη αυτή αναπτύσσεται σε γιγάντιες διαστάσεις, τότε αποδείχνεται ότι μια χούφτα μονοπωλητές υποτάσσουν τις εμπορικές και βιομηχανικές πράξεις όλης της καπιταλιστικής κοινωνίας, αποκτώντας τη δυνατότητα – με τις τραπεζικές συνδέσεις, με τους τρέχοντες λογαριασμούς και τις άλλες χρηματικές πράξεις – στην αρχή να ξέρουν με ακρίβεια την κατάσταση των διάφορων καπιταλιστών, ύστερα να τους ελέγχουν, να τους επηρεάζουν με την επέκταση ή τον περιορισμό, τη διευκόλυνση ή το δυσκόλεμα της πίστωσης, και τέλος να καθορίζουν απόλυτα την τύχη τους, να καθορίζουν τα εισοδήματά τους, να τους στερούν το κεφάλαιο ή να τους δίνουν τη δυνατότητα ν' αυξάνουν το κεφάλαιό τους γρήγορα και σε τεράστιες διαστάσεις κλπ.

Μόλις πιο πάνω αναφέραμε το κεφάλαιο των 300 εκατομμυρίων μάρκων της “Εταιρίας Προεξοφλήσεων” του Βερολίνου. Η αύξηση αυτή των κεφαλαίων της “Εταιρίας Προεξοφλήσεων” ήταν ένα από τα επεισόδια της πάλης για την ηγεμονία ανάμεσα στις δυο μεγαλύτερες τράπεζες του Βερολίνου, τη “Γερμανική Τράπεζα” και την “Εταιρία Προεξοφλήσεων”. Το 1870, η πρώτη ήταν ακόμη νεοσύστατη και διέθετε κεφάλαιο όλο-όλο 15 εκατομμύρια και η δεύτερη 30 εκατομμύρια. Το 1908, η πρώτη είχε κεφάλαιο 200 εκατομμύρια, η δεύτερη 170 εκατομμύρια. Το 1914, η πρώτη ανέβασε το κεφάλαιό της σε 250 εκατομμύρια, η δεύτερη, ύστερα από τη συγχώνευσή της με μια άλλη πρώτης γραμμής μεγάλη τράπεζα, την “Ένωση Τραπεζών του Σαφχάουζεν”, σε 300 εκατομμύρια. Φυσικά, η πάλη αυτή για την ηγεμονία συμβαδίζει με τις όλο συχνότερες και σταθερότερες “συμφωνίες” και των δυο τραπεζών. Να τι συμπεράσματα επιβάλλει αυτή η πορεία της εξέλιξης στους ειδικούς του τραπεζικού ζητήματος που εξετάζουν τα οικονομικά προβλήματα από μια άποψη, που με κανένα τρόπο δε βγαίνει έξω από τα πλαίσια του πιο μετριοπαθούς και πιο προσεκτικού αστικού μεταρρυθμισμού:

“Άλλες τράπεζες ακολουθούν τον ίδιο επίσης δρόμο – έγραφε το γερμανικό περιοδικό Η Τράπεζα, παίρνοντας αφορμή από την αύξηση του κεφαλαίου της “Εταιρίας Προεξοφλήσεων” σε 300 εκατομμύρια – και από τα 300 άτομα που κυβερνούν σήμερα οικονομικά τη Γερμανία με την πάροδο του χρόνου να μείνουν 50, 25 ή ακόμη λιγότερα. Δεν πρέπει να περιμένει κανείς ότι η κίνηση που εμφανίστηκε τελευταία για συγκέντρωση κεφαλαίων θα περιοριστεί μόνο στις τράπεζες. Οι στενοί δεσμοί ανάμεσα στις διάφορες τράπεζες οδηγούν φυσιολογικά και στην προσέγγιση των συνδικάτων των βιομηχάνων που πατρονάρονται απ' αυτές τις τράπεζες... και ένα ωραίο πρωί θα ξυπνήσουμε και μπροστά στα έκπληκτα μάτια μας θα υπάρχουν μονάχα τραστ· θ' αντιμετωπίζουμε την ανάγκη ν' αντικαταστήσουμε τα ιδιωτικά μονοπώλια και κρατικά. Και όμως στην ουσία δεν έχουμε να κατηγορήσουμε τον εαυτό μας για τίποτε άλλο, παρά για το ότι αφήσαμε την εξέλιξη των πραγμάτων ν' ακολουθήσει ελεύθερα την πορεία της, που επιταχύνθηκε κάπως με τη μετοχή”.

Να ένα υπόδειγμα ανικανότητας της αστικής δημοσιολογίας, από την οποία η αστική επιστήμη διαφέρει μόνο με τη μικρότερη ειλικρίνειά της και με την τάση να συγκαλύπτει την ουσία του ζητήματος, να κρύβει το δάσος πίσω από τα δέντρα. “Όταν μένουμε έκθαμβοι” μπροστά στα επακόλουθα της συγκέντρωσης, “όταν κατηγορούμε” την κυβέρνηση της καπιταλιστικής Γερμανίας ή την καπιταλιστική “κοινωνία” (“εμείς”), όταν φοβόμαστε την “επιτάχυνση” της συγκέντρωσης με εισαγωγή μετοχών, όπως ένας Γερμανός ειδικός “για τα ζητήματα των καρτέλ”, ο Τσίρσκι, φοβάται τα αμερικάνικα τραστ και “προτιμά” τα γερμανικά καρτέλ, γιατί αυτά είναι τάχα σε θέση “να μην επιταχύνουν τόσο υπερβολικά την τεχνική και οικονομική πρόοδο, όπως τα τραστ” – μήπως αυτό δεν είναι ανικανότητα;

Τα γεγονότα όμως παραμένουν γεγονότα. Στη Γερμανία δεν υπάρχουν τραστ, αλλά “μόνο” καρτέλ, και όμως την κυβερνούν όχι περισσότεροι από 300 μεγιστάνες του κεφαλαίου. Και ο αριθμός τους ελαττώνεται σταθερά. Πάντως οι τράπεζες σ' όλες τις καπιταλιστικές χώρες, και παρ' όλες τις ποικιλομορφίες της τραπεζικής νομοθεσίας, δυναμώνουν και επιταχύνουν κατά πολύ τη διαδικασία συγκέντρωσης του κεφαλαίου και δημιουργίας μονοπωλίων.

“Οι τράπεζες δημιουργούν σε κοινωνική κλίμακα τη μορφή, αλλά ακριβώς μόνο τη μορφή μιας γενικής λογιστικής και γενικής κατανομής των μέσων παραγωγής”, – έγραφε ο Μαρξ πριν από μισό αιώνα στο Κεφάλαιο (ρωσ. έκδ., τόμ. 3ος, Μέρος ΙΙ, σελ. 144). Τα στοιχεία που αναφέραμε για την αύξηση του τραπεζικού κεφαλαίου, για την αύξηση του αριθμού των γραφείων ανταλλαγών και των υποκαταστημάτων των μεγαλύτερων τραπεζών, του αριθμού των λογαριασμών τους κλπ., μας δείχνουν συγκεκριμένα αυτή τη “γενική λογιστική” όλης της τάξης των καπιταλιστών, γιατί οι τράπεζες συγκεντρώνουν, έστω και προσωρινά, κάθε είδους χρηματικά έσοδα, και των μικρονοικοκυραίων, και των υπαλλήλων και ενός μηδαμινού ανώτερου στρώματος των εργατών. “Η γενική κατανομή των μέσων παραγωγής” – να τι αναπτύσσεται, όταν δούμε την τυπική πλευρά του ζητήματος, από τις σύγχρονες τράπεζες, από τις οποίες οι τρεις ως έξι μεγαλύτερες της Γαλλίας και έξι ως οκτώ της Γερμανίας διαθέτουν δισεκατομμύρια και δισεκατομμύρια. Όμως, ως προς το περιεχόμενό της, αυτή η κατανομή των μέσων παραγωγής δεν είναι καθόλου “γενική”, μα ιδιωτική, δηλαδή προσαρμοσμένη στα συμφέροντα του μεγάλου – και κατά πρώτο λόγο του μεγαλύτερου, του μονοπωλιακού – κεφαλαίου, που δρα σε συνθήκες κάτω από τις οποίες η μάζα του πληθυσμού φυτοζωεί η όλη ανάπτυξη της γεωργίας μένει σε απελπιστικό βαθμό πίσω από την ανάπτυξη της βιομηχανίας, ενώ στη βιομηχανία, η “βαριά βιομηχανία” εισπράττει ένα φόρο υποτελείας από όλους τους υπόλοιπους βιομηχανικούς κλάδους.

Στην κοινωνικοποίηση της καπιταλιστικής οικονομίας τις τράπεζες αρχίζουν να τις συναγωνίζονται τα ταμιευτήρια και τα ταχυδρομικά γραφεία, που είναι πιο “αποκεντρωμένα”, δηλαδή αγκαλιάζουν στον κύκλο της επιρροής τους περισσότερους τόπους, μεγαλύτερο αριθμό απομακρυσμένων από το κέντρο σημείων, πιο πλατιά στρώματα του πληθυσμού. Να τα στοιχεία που συγκέντρωσε μια αμερικανική επιτροπή σχετικά με το ζήτημα της συγκριτικής ανάπτυξης των καταθέσεων στις τράπεζες και στα ταμιευτήρια:

Τα ταμιευτήρια, που πληρώνουν 4 και 4,25% τόκο καταθέσεων, είναι αναγκασμένα να ζητούν “προσοδοφόρα” τοποθέτηση για τα κεφάλαιά τους, να καταπιάνονται με συναλλαγματικές, με υποθήκες και μ' άλλες δουλειές. “Όλο και περισσότερο σβήνουν” τα όρια ανάμεσα στις τράπεζες και τα ταμιευτήρια.

Καταθέσεις (σε δισεκατομμύρια μάρκα)

Τα εμπορικά επιμελητήρια, λ.χ. Του Μπόχουμ και της Ερφούρτης, ζητούν να “απαγορευτεί” στα ταμιευτήρια να κάνουν “καθαρά” τραπεζικές πράξεις, όπως είναι, λ.χ., η προεξόφληση συναλλαγματικών, ζητούν να περιοριστεί η “τραπεζική” δράση των ταχυδρομικών γραφείων. Οι μεγαλοκαρχαρίες των τραπεζών σαν να φοβούνται μήπως από καμιά αναπάντεχη μεριά τούς πλευρίσει το κρατικό μονοπώλιο. Φυσικά όμως αυτός ο φόβος δε βγαίνει έξω από τα πλαίσια του συναγωνισμού, ας πούμε, δυο τμηματαρχών μέσα στο ίδιο γραφείο. Γιατί, από τη μια μεριά, τα δισεκατομμύρια των κεφαλαίων των ταμιευτηρίων βρίσκονται στην πραγματικότητα και σε τελευταία ανάλυση στη διάθεση των ίδιων μεγιστάνων του τραπεζικού κεφαλαίου, και από την άλλη, το κρατικό μονοπώλιο στην καπιταλιστική κοινωνία είναι απλώς ένα μέσο για να μεγαλώνουν και να σταθεροποιούνται τα έσοδα των εκατομμυριούχων του ενός ή του άλλου κλάδου της βιομηχανίας, που βρίσκονται στα πρόθυρα της χρεωκοπίας.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου