Κυριακή, 24 Μαρτίου 2013

«Συγχρονική και άνιση ανάπτυξη»-Editorial Praxis, τεύχος Απριλίου

«Συγχρονική και άνιση ανάπτυξη»
Editorial, Μαρξιστική Επιθεώρηση Praxis, τεύχος Απριλίου

Στο έργο του γερμανού θεωρητικού Έρνστ Μπλοχ, η έννοια της «συγχρονικής και άνισης ανάπτυξης» [Ungleichzeitigkeit] αφορούσε τη συνύπαρξη, μέσα στην ίδια κοινωνική σφαίρα μιας χώρας, διαφορετικών «στιγμών» από την εξέλιξη του τρόπου παραγωγής, που με τη σειρά τους πυροδοτούν τόσο αντικειμενικές αντιφάσεις όσο και πολιτικο-ιδεολογικούς συνδυασμούς που έχουν ως στόχο την υποκειμενική διαχείρισή τους. Εν προκειμένω, η έννοια μπορεί να αναπροσαρμοστεί στα σημερινά δεδομένα για να σηματοδοτήσει κάτι διαφορετικό, δηλαδή τη συνύπαρξη, μέσα στην καπιταλιστική ολοκλήρωση της ευρωζώνης, διαφορετικών πολιτικο-οικονομικών συσχετισμών και διαφορετικών σταδίων ανάπτυξης της ταξικής πάλης, που όμως αναγκαστικά αλληλεπιδρούν κάτω από την κοινή πίεση της κρίσης και των μέσων διαχείρισής της, τόσο από τα θεσμικά όργανα της ευρωενωσιακής εξουσίας όσο και από το εγχώριο αστικό πολιτικό προσωπικό.

Η περίπτωση της Κύπρου, που πρόσφατα εισήλθε βίαια στο παγκόσμιο μάτι του κυκλώνα μέσω της εισήγησης του Γιούρογκρουπ για φορολογικό τέλος («κούρεμα») στις τραπεζικές καταθέσεις της χώρας, των σεναρίων για τις εθνικές και διεθνείς επιπτώσεις αυτής της εισήγησης, και, τελικά, της απόρριψής της από το κυπριακό κοινοβούλιο, προσφέρει ένα ενδιαφέρον υπόδειγμα των δυνατοτήτων που προσφέρει στη μαρξιστική σκέψη σήμερα η εκ νέου νοηματοδότηση αυτής της θεωρητικής έννοιας του Μπλοχ.

Η σύγκριση Ελλάδας και Κύπρου, πιο συγκεκριμένα, αποκαλύπτει μια σειρά από αντιφατικά, εκ πρώτης τουλάχιστον όψεως, δεδομένα: στην Κύπρο, η «κυβέρνηση της αριστεράς», η οποία προωθείται στην Ελλάδα ως λίγο-πολύ «ανατρεπτική» λύση στο καπιταλιστικό αδιέξοδο, αποτελούσε την τετριμμένη πραγματικότητα μέχρι πολύ πρόσφατα: στις προεδρικές εκλογές του 2008, o Δημήτρης Χριστόφιας, πρώην ΓΓ του Ανορθωτικού Κόμματος του Εργαζόμενου Λαού (ΑΚΕΛ) αναδείχθηκε στο ύπατο αξίωμα της προεδρίας της Κύπρου. Το κόμμα του έχει πρωταγωνιστικό ρόλο στα κυπριακά πολιτικά πράγματα και, ακόμα και μετά τις τελευταίες βουλευτικές εκλογές στη χώρα, παραμένει δεύτερο τη τάξει, με μία μόνο έδρα λιγότερη από αυτή του δεξιού ΔΗΣΥ.

Όμως η μελλοντολογική ουτοπία της ελληνικής αριστεράς αναδείχθηκε στην Κύπρο ήδη ως μια εμπειρία σταδιακής απογοήτευσης. H «αριστερή» κυβέρνηση ΑΚΕΛ έχασε τα στηρίγματά της στο κεντρώο ΔΗΚΟ και έμεινε μόνη της στην κυβερνητική εξουσία και ανίσχυρη να εκπληρώσει τις υποσχέσεις της για επίλυση του κυπριακού. Σαν να μην έφτανε αυτό, και ιδιαίτερα μετά και τις αστικές επιθέσεις εναντίον του υποτιθέμενου «σοβιετισμού» και «τριτοκοσμισμού» της μετά την έκρηξη στη στρατιωτική βάση στο Μαρί, εισήλθε ραγδαία σε μια φάση εντυπωσιακών υπαναχωρήσεων προς το ντόπιο και ευρωενωσιακό κεφάλαιο, καθώς και υιοθέτησης όλο και πιο ανοιχτά οπορτουνιστικής πολιτικής ρητορικής.[1] Κορυφαίες στιγμές της διαδικασίας αυτής υπήρξαν η συμφωνία για την ανακεφαλαίωση της Λαϊκής Τράπεζας με 1,8 δις που οδήγησε τα δημοσιονομικά της χώρας στον γκρεμό, η ανοιχτή σύμπλευση με τα οικονομικά και γεωπολιτικά συμφέροντα των αστικών τάξεων σε Ελλάδα και Ισραήλ, η υπερψήφιση, τον Δεκέμβριο του 2012, 24 συμφωνημένων με την τρόικα αντεργατικών νομοσχεδίων σε μια κοινοβουλευτική συνεδρία-παρωδία 29 λεπτών, και τέλος, η κομματική υιοθέτηση, μετά από μια σειρά παλινωδιών, της αναγκαιότητας της υπαγωγής της χώρας σε ένα δήθεν «προνομιακό» Μνημόνιο, και η κωμικοτραγική ανάδειξη του Μνημονίου σε προεκλογική «υπόσχεση» για τη «σωτηρία» της χώρας στις προεδρικές εκλογές του φετινού Φλεβάρη (δια στόματος του νέου υποψηφίου του ΑΚΕΛ για την προεδρία, του Σταύρου Μαλά). Στην κρίσιμη περίοδο που διανύσαμε από το 2011 και δώθε, από την άλλη, το εργατικό κίνημα στην Κύπρο, σε μεγάλο βαθμό ελεγχόμενο συνδικαλιστικά από το ίδιο κόμμα, ήταν στην ουσία απόν από το πεδίο της ταξικής πάλης και περίμενε, σε ρόλο εκ των υστέρων σχολιαστή, τα πορίσματα των διαπραγματεύσεων της κυβέρνησης με τις ευρωενωσιακές αρχές.

Έτσι, η «προωθημένη» θέση της Κύπρου έναντι της Ελλάδας σε ό,τι αφορούσε τους πολιτικούς συσχετισμούς αποτυπώθηκε ταυτόχρονα με μια σημαντική υστέρηση σε ό,τι αφορούσε τη μαχητικότητα και τη διεκδικητικότητα του εργατικού κινήματος, το οποίο διανύει μια παρατεταμένη κατάσταση συγκριτικής αδράνειας. Την ίδια στιγμή, ένα κομμάτι της λεγόμενης αριστεράς στην Ελλάδα κατακτούσε δυσθεώρητα για την ως τότε δυναμική του ποσοστά προβάλλοντας λίγο ως πολύ την ιδέα ότι η ανώτατη αποστολή του εργατικού κινήματος είναι η ανάδειξη στην κυβέρνηση ενός κόμματος που θα είχε τα χαρακτηριστικά που ενσάρκωνε ήδη –και με πολύ απογοητευτικά για τα λαϊκά στρώματα αποτελέσματα– το ΑΚΕΛ. Η υποταγή του εργατικού κινήματος της Κύπρου στον αριστερό κυβερνητισμό είχε ως αποτέλεσμα όχι μονάχα την αύξηση της ικανότητας των αντεργατικών μέτρων να εξασφαλίζουν «συναίνεση», αλλά και τον εκφυλισμό της όποιας «εναλλακτικής» αίγλης της αριστεράς, κι έτσι η ήττα του υποψηφίου του ΑΚΕΛ στις πρόσφατες εκλογές και η άνοδος του δεξιού Νίκου Αναστασιάδη στην προεδρία μετατράπηκε σε απλή εκπλήρωση μιας προδιαγεγραμμένης πορείας.

Δεν πρόλαβε όμως το πολιτικό εποικοδόμημα στην Κύπρο να «επιστρέψει» σε έναν «εναρμονισμό κορυφής» με αυτό της Ελλάδας (δεξιά κυβέρνηση, σοσιαλδημοκρατική αντιπολίτευση) και μια νέα εξέλιξη, η προαναφερθείσα πρόταση του Γιούρογκρουπ να ζητήσει κούρεμα των τραπεζικών καταθέσεων, εξανάγκασε τα ίδια τα αστικά κόμματα του κυπριακού κοινοβουλίου (κεντροδεξιά και κεντροαριστερά) να καταψηφίσουν, για πρώτη φορά σε ό,τι αφορά κράτος-μέλος της ΕΕ, εισήγηση του θεσμικού της οργάνου. Στην Ελλάδα, η τροπή αυτή οδήγησε τη σοσιαλδημοκρατική αριστερά σε μια εκ νέου φετιχοποίηση της «προωθημένης» σε σχέση με την Ελλάδα θέση της Κύπρου, της οποίας το αστικό πολιτικό προσωπικό αναπαραστάθηκε ως «ικανότερο στη διαπραγμάτευση» (δηλώσεις Αλ. Τσίπρα) και «πατριωτικότερο», και έφτασε ακόμα και να διαχωρίζεται από τις «αστικές πολιτικές δυνάμεις» της Ελλάδας ως κάτι ποιοτικά διαφορετικό (δηλώσεις Π. Λαφαζάνη).[2] Εν τω μεταξύ, καθώς η ελληνική σοσιαλδημοκρατία του ΣΥΡΙΖΑ συνεχίζει τις διερευνητικές επαφές της με την εγχώρια λαϊκή δεξιά των Ανεξάρτητων Ελλήνων[3], αντιπροσωπεία του κόμματος επισκέφθηκε εσπευσμένα τον κύπριο ιδεολογικό ομόλογο των ΑΝΕΛ Γιώργο Λιλλήκα, συντάχθηκε με την πρόταση του ΑΚΕΛ για «απεμπλοκή από την τρόικα με παραμονή στην ευρωζώνη»[4], και απηύθυνε υψηλόφρονα εγκώμια, δια στόματος του βουλευτή του Μανώλη Γλέζου, στον Αρχιεπίσκοπο Χρυσόστομο, έναν από τους ισχυρότερους, πολιτικά και οικονομικά, εκπροσώπους του κυπριακού μεγάλου κεφαλαίου.[5] Από τη σκοπιά αυτή, οι εξελίξεις στην Κύπρο, που γίνονται όλο και δραματικότερες καθώς γράφονται αυτές οι γραμμές, επιβεβαιώνουν πλήρως τις προβλέψεις των κομμουνιστών για συμπόρευση της νέας σοσιαλδημοκρατίας με τις αστικές πολιτικές και οικονομικές δυνάμεις, συμπόρευση η οποία προς το παρόν εκφράζεται με όρους ενός παιχνιδιού ισορροπίας, τόσο από πλευράς ΑΚΕΛ όσο και από πλευράς ΣΥΡΙΖΑ, ανάμεσα στις διαβεβαιώσεις στήριξης στο «εθνικό κεφάλαιο» και στην προσπάθεια να διατηρηθούν αλώβητα τα δεσμά με την ευρωζώνη και την ΕΕ σε Κύπρο και Ελλάδα.

Η τωρινή όμως σύμπλευση στην Κύπρο ανάμεσα στο αστικοκοινοβουλευτικό και στο λαϊκό «όχι» στις όλο και πιο εκβιαστικές και επιθετικές πιέσεις των οργάνων της ΕΕ δεν εγγυάται, ιδιαίτερα υπό το βάρος των ραγδαίων εξελίξεων, τη δυνατότητα μιας ειρηνευτικής παγίωσης της «συναίνεσης» μεταξύ λαϊκών στρωμάτων και της ντόπιας αστικής τάξης. Καθώς οι πιέσεις αυξάνονται, και καθώς το κλίμα στη Λευκωσία εξελίσσεται ταχέως σε έκρυθμο και ο χαρακτήρας των ευρωπαϊκών πιέσεων αποκτά διαστάσεις τελεσιγραφικών απειλών πολεμικού αποκλεισμού και στραγγαλισμού της οικονομίας[6], η επί μακρόν καλλιεργημένη ιδεολογία της αναγκαιότητας συναίνεσης ανάμεσα στην αστική τάξη και τα εργατικά-λαϊκά στρώματα θα δοκιμαστεί εντονότερα από ό,τι ποτέ στο σχετικά πρόσφατο παρελθόν, με απρόβλεπτες αυτή τη στιγμή συνέπειες για την Κύπρο και εξίσου απρόβλεπτες αντηχήσεις στο για καιρό στατικό ελλαδικό πολιτικό γίγνεσθαι.

Φυσικά, για να λειτουργήσει θετικά για την εργατική τάξη η εξαιρετικά δύσκολη συγκυρία που εκδιπλώνεται, ζωτική προϋπόθεση είναι η δική της μαζική είσοδος στο πολιτικό προσκήνιο, που αυτή τη στιγμή εξακολουθεί να κυριαρχείται, τόσο σε ό,τι αφορά το περιεχόμενό του όσο και σε ό,τι αφορά τη ρύθμιση της χρονικότητάς του με όρους «εκτάκτου ανάγκης», από τις αστικές τάξεις της Κύπρου, της Ελλάδας, της Ρωσίας, της Γερμανίας και των βασικών «εταίρων» της ΕΕ. Το καθήκον της οργάνωσης των λαϊκών μαζών στην Κύπρο –εξαιρετικά δύσκολο σε μια χώρα όπου οι λαϊκές μάζες εκπροσωπήθηκαν πολιτικά από το κόμμα που πρωταγωνίστησε στον αφοπλισμό του εργατικού κινήματος τα τελευταία χρόνια– είναι σήμερα επιτακτικότερο από ποτέ. Με δεδομένο πως οποιαδήποτε εξέλιξη προκύψει από τις πυρετώδεις διαπραγματεύσεις των εμπλεκομένων αστικών δυνάμεων θα είναι αναπόφευκτα επιθετική προς τα συμφέροντα του κυπριακού εργαζόμενου λαού, η απεμπλοκή, και στην Κύπρο, από το σοσιαλδημοκρατικό αδιέξοδο και η εργασία για τη θεωρητική και οργανωτική επανάκαμψη του κομμουνιστικού κινήματος ως αυτόνομης πολιτικής και συνδικαλιστικής δύναμης μετατρέπεται σε υπόθεση ύψιστης σημασίας. Είναι τέτοια όχι μόνο για την οικονομική υπεράσπιση των λαϊκών συμφερόντων, αλλά και για την αποφυγή των «έκτακτων λύσεων» που απεργάζεται όλο και πιο απροκάλυπτα η αστική τάξη – περιλαμβανομένων βέβαια των πάντα ενεργών ενδεχομένων πολέμου ή πραξικοπήματος.


Σημειώσεις

[1] Αν και το ΑΚΕΛ δεν μπορεί να περιγραφεί σαν μαρξιστικό-λενινιστικό κόμμα σε καμία περίοδο της ιστορίας του, ωστόσο θα πρέπει να σημειωθεί πως υπήρξε αρχικά αρνητικό απέναντι στην προοπτική ένταξης της χώρας στην ΕΕ, αρκετά πιο «ευρωσκεπτικιστικό» από τα περισσότερα κόμματα της ευρωπαϊκής «ανανεωτικής αριστεράς», περισσότερο δεκτικό σε μη ευρωπαϊκές πολιτικές συμμαχίες και θεσμικά αλληλέγγυο προς τα ευρωπαϊκά κομμουνιστικά κόμματα (περιλαμβανομένου του ελληνικού) και τις αντίστοιχες συνδικαλιστικές οργανώσεις. Στην ουσία, η πορεία του, ιδιαίτερα κατά το δεύτερο μισό της προεδρίας Χριστόφια, ανήκει στο παράδειγμα της φθοράς και του εκφυλισμού των αντι-ιμπεριαλιστικών αντανακλαστικών μιας σειράς αριστερών ευρωπαϊκών κομμάτων κάτω από την επίδραση της σταδιακής «συμμόρφωσης» με τις ιδεολογικοπολιτικές επιταγές της ένταξης στο ιμπεριαλιστικό μόρφωμα της ΕΕ.

[2] Βλ. http://tvxs.gr/news/ελλάδα/συριζα-έτσι-γίνεται-η-πραγματική-διαπραγμάτευση

[3] «Αύριο τελικά η συνάντηση Τσίπρα-Καμμένου», Ναυτεμπορική, 21 Μαρτίου 2013, http://www.naftemporiki.gr/story/629684

[4] Βλ. «Το ευρώ κινδυνεύει, αποστολή κομάντος διάσωσης Δραγασάκη-Δούρου», 20 Μαρτίου 2013, http://mao.gr/evr/, και «ΓΓ ΑΚΕΛ: Δημοψήφισμα για εντός ή εκτός τρόικας», 21 Μαρτίου 2013, http://www.24h.com.cy/oikonomia/22606-γγ-ακελ-δημοψήφισμα-για-εντός-ή-εκτός-τρόικας.html

[5] «Μανώλης Γλέζος: ‘Συγχαίρω τον Αρχιεπίσκοπο Χρυσόστομο’», Ημερησία, 20 Μαρτίου 2013, http://www.imerisia.gr/article.asp?catid=26509&subid=2&pubid=113012404. Βλ. ακόμα «Οι ιερές μπίζνες της εκκλησίας στην Κύπρο», Το Βήμα, 21 Ιουνίου 2009, http://www.tovima.gr/society/article/?aid=274600. Για την σφοδρά αντεργατική πολιτική της Εκκλησίας της Κύπρου ως κεφαλαιοκρατικού εργοδότη, βλ. τις δηλώσεις του Χρυσόστομου για την απεργία της εκκλησιαστικής ιδιοκτησίας κυπριακής ζυθοποιίας ΚΕΟ, «Αρχιεπίσκοπος: Προσγειωθείτε εκεί στην ΚΕΟ», 7 Ιουνίου 2011, http://www.inews.gr/147/archiepiskopos-prosgeiotheite-ekei-stin-keo.htm

[6] Βλ. Jacques Sapir, «ΕΕ: Κήρυξη πολέμου στην Κύπρο», http://russeurope.hypotheses.org/1065, μτφρ. http://waltendegewalt.wordpress.com/2013/03/21/εε-κήρυξη-πολέμου-στην-κύπρο/

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου