Τετάρτη, 27 Φεβρουαρίου 2013

V.I. Lenin-Ο Ιμπεριαλισμός: Ανώτατο στάδιο του καπιταλισμού. Κεφάλαιο Ι (ΙΙ)

Η έκθεση της αμερικανικής κυβερνητικής επιτροπής για τα τραστ λέει: “Η υπεροχή τους απέναντι στους ανταγωνιστές τους στηρίζεται στις μεγάλες διαστάσεις των επιχειρήσεών τους και στον υπέροχο τεχνικό εξοπλισμό τους. Το τραστ του καπνού, από την αρχή ακόμη της ίδρυσής του, κατέβαλε όλες του τις προσπάθειες για ν' αντικαταστήσει σε πλατιά έκταση τη χειρωνακτική εργασία με την εργασία των μηχανών. Για το σκοπό αυτό, αγόραζε όλα τα διπλώματα ευρεσιτεχνίας που είχαν κάποια σχέση με την επεξεργασία του καπνού και ξόδευε γι' αυτό τεράστια ποσά. Πολλά διπλώματα ευρεσιτεχνίας αποδείχνονταν στην αρχή άχρηστα και χρειαζόταν να τα επανεπεξεργαστούν οι μηχανικοί που βρίσκονταν στην υπηρεσία του τραστ. Στα τέλη του 1906, ιδρύθηκαν δυο θυγατρικές εταιρίες – με τον αποκλειστικό σκοπό ν' αγοράσουν διπλώματα ευρεσιτεχνίας. Για τον ίδιο σκοπό, το τραστ δημιούργησε δικά του χυτήρια, εργοστάσια για την κατασκευή μηχανών και εργαστήρια επισκευών. Μια απ' αυτές τις επιχειρήσεις, στο Μπρούκλιν, απασχολεί κατά μέσο όρο 300 εργάτες. Εδώ δοκιμάζονται οι εφευρέσεις για την παραγωγή τσιγάρων, μικρών πούρων, ταμπάκου, φύλλων κασσίτερου για τη συσκευασία των κουτιών κλπ. Εδώ τελειοποιούνται επίσης οι εφευρέσεις”. “Και άλλα τραστ έχουν στην υπηρεσία τους τούς λεγόμενους developing engineers (μηχανικούς για την ανάπτυξη της τεχνικής), που καθήκον τους είναι να εφευρίσκουν καινούργιες μεθόδους παραγωγής και να δοκιμάζουν τις τεχνικές βελτιώσεις. Το τραστ χαλυβουργίας πληρώνει στους μηχανικούς και τους εργάτες τους μεγάλα βραβεία για εφευρέσεις που μπορούν ν' ανεβάσουν την τεχνική ή να μειώσουν τα έξοδα παραγωγής”.


Με παρόμοιο τρόπο είναι οργανωμένη η δουλειά για τις τεχνικές τελειοποιήσεις στη γερμανική μεγάλη βιομηχανία, λ.χ., στη χημική, που είχε τόσο γιγάντια ανάπτυξη τις τελευταίες δεκαετίες. Ακόμη, από το 1908, η διαδικασία συγκέντρωσης της παραγωγής είχε δημιουργήσει σ' αυτή τη βιομηχανία δύο κύριες “ομάδες”, που με το δικό τους τρόπο πλησίαζαν επίσης στο μονοπώλιο. Στην αρχή, οι ομάδες αυτές ήταν “διμερείς ενώσεις” από δυο ζευγάρια μεγάλα εργοστάσια, που το καθένα τους είχε κεφάλαιο 20-21 εκατομμύρια μάρκα: από τη μια μεριά, το πρώην εργοστάσιο Μάιστερ στο Χεχστ και το εργοστάσιο Κασέλα στη Φραγκφούρτη του Μάιν, από την άλλη, το εργοστάσιο ανιλίνης και σόδας στο Λουντβιγκσχάφεν και το πρώην εργοστάσιο Μπάγερ στο Έλμπερφελντ. Οι ομάδες αυτές έκλεισαν αργότερα συμφωνία, η καθεμιά με ένα ακόμη μεγάλο εργοστάσιο, η πρώτη το 1905 και η δεύτερη το 1906. Έτσι δημιουργήθηκαν δυο “τριμερείς ενώσεις” με κεφάλαιο 40-50 εκατομμύρια μάρκα η καθεμιά και ανάμεσα σ' αυτές τις “ενώσεις” άρχισε ήδη η “προσέγγιση”, “οι συμφωνίες” για τις τιμές κλπ.

Ο συναγωνισμός μετατρέπεται σε μονοπώλιο. Το αποτέλεσμα είναι μια τεράστια πρόοδος στην κοινωνικοποίηση της παραγωγής. Ιδιαίτερα κοινωνικοποιείται και η διαδικασία των τεχνικών εφευρέσεων και τελειοποιήσεων.

Αυτό πια δεν είναι καθόλου ο παλιός ελεύθερος συναγωνισμός των σκόρπιων και άγνωστων μεταξύ τους εργοστασιαρχών, που παράγουν για την κατανάλωση σε μια άγνωστη αγορά. Η συγκέντρωση έφτασε στο σημείο που μπορεί να γίνει ένας κατά προσέγγιση υπολογισμός όλων των πηγών πρώτων υλών (λόγου χάρη των κοιτασμάτων σιδηρομεταλλεύματος) σε μια δοσμένη χώρα και ακόμη, όπως θα δούμε, σε μια σειρά χώρες και σ' όλο τον κόσμο. Και όχι μόνο γίνεται ένας τέτοιος υπολογισμός των διαστάσεων της αγοράς, αλλά αυτές τις πηγές τις αρπάζουν στα χέρια τους οι γιγάντιες μονοπωλιακές ενώσεις. Γίνεται ένας κατά προσέγγιση υπολογισμός των διαστάσεων της αγοράς, που, ύστερα από συμφωνία, τη “μοιράζονται” μεταξύ τους αυτές οι ενώσεις. Μονοπωλούνται οι ειδικευμένες εργατικές δυνάμεις, μισθώνονται οι καλύτεροι μηχανικοί, αρπάζονται οι δρόμοι και τα μέσα επικοινωνίας – οι σιδηρόδρομοι στην Αμερική, οι ατμοπλοϊκές εταιρίες στην Ευρώπη και την Αμερική. Ο καπιταλισμός στο ιμπεριαλιστικό του στάδιο οδηγεί άμεσα στην πιο ολόπλευρη κοινωνικοποίηση της παραγωγής, τραβάει, μπορούμε να πούμε, τους καπιταλιστές, παρά τη θέληση και τη συνείδησή τους, σε κάποια νέα κοινωνική κατάσταση πραγμάτων, που είναι μεταβατική από την πλήρη ελευθερία του συναγωνισμού προς την πλήρη κοινωνικοποίηση.

Η παραγωγή γίνεται κοινωνική, η ιδιοποίηση όμως μένει ατομική. Τα κοινωνικά μέσα παραγωγής παραμένουν ατομική ιδιοκτησία ενός μικρού αριθμού προσώπων. Τα γενικά πλαίσια του τυπικά αναγνωρισμένου ελεύθερου συναγωνισμού παραμένουν και η καταπίεση των λίγων μονοπωλητών πάνω στον υπόλοιπο πληθυσμό γίνεται εκατό φορές πιο βαριά, πιο αισθητή και πιο αβάσταχτη.

Ο Γερμανός οικονομολόγος Κέστνερ αφιέρωσε ειδικό έργο στην “πάλη ανάμεσα στα καρτέλ και στις έξω από τα καρτέλ εταιρίες”, δηλαδή στους επιχειρηματίες που δεν μπήκαν στα καρτέλ. Το έργο αυτό το ονόμασε Ο εξαναγκασμός για οργάνωση, ενώ θα έπρεπε να μιλάει, αν δε θέλει φυσικά να εξωραΐσει τον καπιταλισμό, για εξαναγκαστική υποταγή στις ενώσεις των μονοπωλίων. Θα είναι διδακτικό να ρίξουμε μια ματιά έστω και μόνο στην απαρίθμηση των μέσων της σύγχρονης, νεότατης, πολιτισμένης πάλης για “οργάνωση”, στην οποία καταφεύγουν οι ενώσεις των μονοπωλητών: 1) στέρηση των πρώτων υλών (“... είναι μια από τις σπουδαιότερες μεθόδους για την αναγκαστική προσχώρηση στο καρτέλ”)· 2) στέρηση των εργατικών χεριών με τις “συνεργασίες” (δηλαδή με συμφωνίες των καπιταλιστών με τις εργατικές ενώσεις, για να πιάνουν οι εργάτες δουλειά μόνο σε επιχειρήσεις που ανήκουν στο καρτέλ)· 3) στέρηση του εφοδιασμού· 4) αποκλεισμός από την αγορά κατανάλωσης· 5) συμφωνία με τον αγοραστή να έχει εμπορικές σχέσεις αποκλειστικά με τα καρτέλ· 6) σχεδιασμένη μείωση των τιμών (για την καταστροφή των “εξωκαρτελικών”, δηλαδή των επιχειρήσεων που δεν υποτάσσονται στους μονοπωλητές, ξοδεύονται εκατομμύρια για να πωλούνται επί ορισμένο χρονικό διάστημα εμπορεύματα σε τιμές κάτω του κόστους. Στη βιομηχανία της βενζίνης υπήρξαν παραδείγματα μείωσης των τιμών από 40 σε 22 μάρκα, δηλαδή σχεδόν στο μισό!)· 7) στέρηση της πίστωσης· 8) κήρυξη μποϊκοτάζ.

Δεν έχουμε πια μπροστά μας την πάλη του συναγωνισμού των μικρών και των μεγάλων, των τεχνικά καθυστερημένων και των τεχνικά προοδευμένων επιχειρήσεων. Έχουμε μπροστά μας το πνίξιμο από τους μονοπωλητές εκείνων που δεν υποτάσσονται στα μονοπώλια, στο ζυγό τους, στην αυθαιρεσία τους. Να πώς αντανακλάται η διαδικασία αυτή στη συνείδηση ενός αστού οικονομολόγου:

“Ακόμη και μέσα στη σφαίρα της καθαρά οικονομικής δραστηριότητας – γράφει ο Κέστνερ – γίνεται μια ορισμένη μετατόπιση από την εμπορική δραστηριότητα, με την προηγούμενή της έννοια, στην οργανωτικο-κερδοσκοπική. Τη μεγαλύτερη επιτυχία δεν την έχει ο έμπορος που, στηριζόμενος στην τεχνική και εμπορική του πείρα, ξέρει να υπολογίζει καλύτερα τις ανάγκες των πελατών και που είναι σε θέση να βρίσκει και, μπορεί να πει κανείς, να “θέτει σε ενεργεία” τη ζήτηση, αλλά η κερδοσκοπική μεγαλοφυΐα (;!), που είναι σε θέση να υπολογίζει από πριν ή έστω και να προαισθάνεται μόνο την οργανωτική ανάπτυξη και τη δυνατότητα ορισμένων σχέσεων ανάμεσα στις ξεχωριστές επιχειρήσεις και στις τράπεζες...”.

Αυτό, μεταφρασμένο σε ανθρώπινη γλώσσα, σημαίνει: η ανάπτυξη του καπιταλισμού έφτασε στο σημείο που, αν και η εμπορευματική παραγωγή “βασιλεύει” όπως και πριν και θεωρείται η βάση όλης της οικονομίας, στην πραγματικότητα όμως έχει πια υποσκαφτεί και τα κυριότερα κέρδη πάνε στις “μεγαλοφυΐες” των χρηματιστικών μηχανορραφιών. Αυτές οι μηχανορραφίες και κατεργαριές έχουν για βάση τους την κοινωνικοποίηση της παραγωγής, η τεράστια όμως πρόοδος της ανθρωπότητας, που με τη δουλειά της έφτασε ως αυτή την κοινωνικοποίηση, πάει προς όφελος... των κερδοσκόπων. Θα δούμε παρακάτω πώς “πάνω σ' αυτή τη βάση” η μικροαστική-αντιδραστική κριτική του καπιταλιστικού ιμπεριαλισμού ονειρεύεται την επιστροφή προς τα πίσω, προς τον “ελεύθερο”, “ειρηνικό”, “τίμιο” συναγωνισμό.

“Συνεχής άνοδος των τιμών σαν αποτέλεσμα της δημιουργίας των καρτέλ – λέει ο Κέστνερ – παρατηρήθηκε ως τώρα μόνο στα σπουδαιότερα μέσα παραγωγής, κυρίως στο πετροκάρβουνο, στο σίδερο, στο κάλιο, ενώ, αντίθετα, ποτέ δεν παρατηρήθηκε στα έτοιμα προϊόντα. Η αύξηση των κερδών, λόγω της ανόδου αυτής των τιμών περιοριζόταν επίσης στη βιομηχανία που παράγει μέσα παραγωγής. Αυτή η παρατήρηση πρέπει να συμπληρωθεί λέγοντας ακόμη με το ότι η βιομηχανία επεξεργασίας πρώτων υλών (και όχι ημικατεργασμένων προϊόντων) με τη δημιουργία καρτέλ δε βγάζει όφελος μόνο με τη μορφή υψηλών κερδών σε βάρος της βιομηχανίας που ασχολείται με την παραπέρα επεξεργασία των ημικατεργασμένων προϊόντων, μα και απόκτησε απέναντί της κάποια θέση κυριαρχίας, πράγμα που δεν υπήρχε στις συνθήκες του ελεύθερου συναγωνισμού.”

Οι λέξεις που υπογραμμίζουμε δείχνουν την ουσία του ζητήματος, που τόσο ανόρεκτα και σπάνια την παραδέχονται οι αστοί οικονομολόγοι και που με τόσο ζήλο προσπαθούν να την αποφύγουν και να μη της δώσουν προσοχή οι σημερινοί υπερασπιστές του οπορτουνισμού με τον Κ. Κάουτσκι επικεφαλής. Η σχέση κυριαρχίας και η βία που συνεπάγεται – αυτό είναι το χαρακτηριστικό της “νεότατης φάσης στην ανάπτυξη του καπιταλισμού”, αυτό έπρεπε αναπόφευκτα να προκύψει και προέκυψε από τη δημιουργία των παντοδύναμων οικονομικών μονοπωλίων.

Θα αναφέρουμε ακόμη ένα παράδειγμα που δείχνει πώς κυριαρχούν τα καρτέλ. Εκεί όπου μπορούν ν' αρπάξουν στα χέρια τους όλες ή τις κυριότερες πηγές πρώτων υλών, η εμφάνιση των καρτέλ και η δημιουργία μονοπωλίων είναι πολύ εύκολη. Θα ήταν όμως λάθος να νομίσουμε ότι τα μονοπώλια δεν παρουσιάζονται και σε άλλους κλάδους της βιομηχανίας, όπου δεν μπορούν να βάλουν στο χέρι τις πηγές των πρώτων υλών. Στη βιομηχανία τσιμέντου, η πρώτη ύλη βρίσκεται παντού. Κι αυτή όμως η βιομηχανία έχει καρτελοποιηθεί σε μεγάλο βαθμό στη Γερμανία. Τα εργοστάσια έχουν ενωθεί σε συνδικάτα κατά περιοχές: νοτιογερμανικό, του Ρήνου-Βεστφαλίας κλπ. Έχουν καθιερωθεί μονοπωλιακές τιμές: 230-280 μάρκα το βαγόνι, ενώ το κόστος είναι 180 μάρκα! Οι επιχειρήσεις δίνουν μερίσματα 12-16%. Παράλληλα όμως δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι οι “μεγαλοφυΐες” της σύγχρονης κερδοσκοπίας ξέρουν να τσεπώνουν μεγάλα ποσά από τα κέρδη, έξω από εκείνα που κατανέμονται στα μερίσματα. Οι μονοπωλητές για να εξαλείψουν τον ανταγωνισμό σε μια τόσο επικερδή βιομηχανία, καταφεύγουν ακόμη και στο δόλο: διαδίδουν ψεύτικες φήμες για την κακή κατάσταση της βιομηχανίας, δημοσιεύουν ανώνυμες αγγελίες στις εφημερίδες: “Κεφαλαιούχοι! Αποφεύγετε να τοποθετείτε κεφάλαια στη βιομηχανία τσιμέντου.” Τέλος, αγοράζουν τις επιχειρήσεις των “εξωμονοπωλιακών” (δηλαδή των επιχειρηματιών που δε συμμετέχουν στα συνδικάτα), τους πληρώνουν 60-80-150 χιλιάδες μάρκα “αέρα”. Το μονοπώλιο ανοίγει το δρόμο του παντού και με όλα τα μέσα, αρχίζοντας από τη “σεμνή” πληρωμή και τελειώνοντας στην αμερικανική “χρησιμοποίηση” του δυναμίτη ενάντια στον ανταγωνιστή.

Η εξάλειψη των κρίσεων με τα καρτέλ είναι παραμύθι των αστών οικονομολόγων που προσπαθούν να εξωραΐζουν με κάθε θυσία τον καπιταλισμό. Αντίθετα, το μονοπώλιο που δημιουργείται σε μερικούς κλάδους της βιομηχανίας δυναμώνει και οξύνει το χάος που χαρακτηρίζει όλη την καπιταλιστική παραγωγή στο σύνολό της. Η έλλειψη αντιστοιχίας στην ανάπτυξη της γεωργίας και της βιομηχανίας, που χαρακτηρίζει γενικά τον καπιταλισμό, γίνεται ακόμη μεγαλύτερη. Η προνομιούχος θέση της πιο καρτελοποιημένης, της λεγόμενης βαριάς βιομηχανίας και κυρίως του κάρβουνου και του σίδερου, οδηγεί όλους τους άλλους κλάδους της βιομηχανίας “σε ακόμη μεγαλύτερη έλλειψη προγραμματισμού”, όπως ομολογεί ο Γιάιντελς, που έχει γράψει ένα από τα καλύτερα έργα για τις “σχέσεις των μεγάλων γερμανικών τραπεζών με τη βιομηχανία”.

Όσο πιο αναπτυγμένη είναι μια εθνική οικονομία – γράφει ο Λίφμαν, ο ξετσίπωτος δικηγόρος του καπιταλισμού – τόσο περισσότερο στρέφεται σε πιο ριψοκίνδυνες επιχειρήσεις ή σε επιχειρήσεις στο εξωτερικό, σε τέτοιες που χρειάζεται πολύς καιρός για ν' αναπτυχθούν ή, τέλος, σε τέτοιες που έχουν μόνο τοπική σημασία”. Η αύξηση του κινδύνου συνδέεται σε τελευταία ανάλυση με το γιγάντιο μεγάλωμα του κεφαλαίου, που, μπορούμε να πούμε, ξεχειλίζει, ρέει στο εξωτερικό κλπ. Και ταυτόχρονα η εντατικά γοργή ανάπτυξη της τεχνικής φέρνει μαζί της ολοένα και περισσότερα στοιχεία αναντιστοιχίας ανάμεσα στις διάφορες πλευρές της εθνικής οικονομίας, στοιχεία χάους και κρίσεων. “Ίσως – αναγκάζεται να παραδεχτεί ο ίδιος ο Λίφμαν – στο κοντινό μέλλον να επιφυλάσσονται πάλι στην ανθρωπότητα νέες μεγάλες ανατροπές στον τομέα της τεχνικής, που θ' ασκήσουν την επίδρασή τους και στην οργάνωση της εθνικής οικονομίας”... ηλεκτρισμός, αεροπλοΐα... “Συνήθως και κατά γενικό κανόνα σε τέτοιες εποχές ριζικών οικονομικών αλλαγών αναπτύσσεται μεγάλη κερδοσκοπία...”

Και οι κρίσεις – κάθε είδους, πιο συχνά απ' όλες οι οικονομικές, όχι όμως μόνο οι οικονομικές – δυναμώνουν με τη σειρά τους σε τεράστιες διαστάσεις την τάση για συγκέντρωση και για μονοπώλιο. Να ένας εξαιρετικά διδακτικός συλλογισμός του Γιάιντελς για τη σημασία της κρίσης του 1900, της κρίσης που, όπως ξέρουμε, αποτέλεσε σημείο στροφή στην ιστορία των νεότερων μονοπωλίων:

“Η κρίση του 1900 βρήκε, παράλληλα με τις γιγάντιες επιχειρήσεις των κυριότερων κλάδων της βιομηχανίας, και πολλές επιχειρήσεις με απαρχαιωμένη, σύμφωνα με τις σημερινές αντιλήψεις, οργάνωση, “καθαρές επιχειρήσεις” (δηλαδή όχι συνδυασμένες”), που τις είχε ανεβάσει και αυτές προς τα πάνω το κύμα της βιομηχανικής ανόδου. Η πτώση των τιμών, η ελάττωση της ζήτησης, έφεραν αυτές τις “καθαρές” επιχειρήσεις σε τόσο δύσκολη θέση, που είτε δεν έθιξε καθόλου τις συνδυασμένες γιγάντιες επιχειρήσεις είτε τις έθιξε για πολύ λίγο διάστημα. Γι' αυτό το λόγο, η τελευταία κρίση του 1900 οδήγησε στη βιομηχανική συγκέντρωση σε ασύγκριτα μεγαλύτερο βαθμό παρά η κρίση τους 1873: η τελευταία αυτή κρίση είχε επίσης προκαλέσει μια ορισμένη επιλογή των καλύτερων επιχειρήσεων, με το επίπεδο όμως της τεχνικής εκείνης της εποχής, η επιλογή αυτή δεν μπόρεσε να οδηγήσει στο μονοπώλιο των επιχειρήσεων, που κατάφεραν να βγουν νικηφόρες από την κρίση. Τέτοιο ακριβώς μακρόχρονο μονοπώλιο, και μάλιστα σε υψηλό βαθμό, κατέχουν οι γιγάντιες επιχειρήσεις της σημερινής μεγάλης σιδεροβιομηχανίας και ηλεκτροβιομηχανίας χάρη στην εξαιρετικά σύνθετη τεχνική τους, και στη οργάνωσή τους σε πλατιά κλίμακα και στην ισχύ του κεφαλαίου τους, και μετά σε μικρότερο βαθμό και οι επιχειρήσεις μηχανοκατασκευών και μερικών κλάδων της βιομηχανίας μετάλλου, επικοινωνιών κλπ.”

Μονοπώλιο – να η τελευταία λέξη της “νεότατης φάσης του καπιταλισμού”. Οι παραστάσεις μας όμως για την πραγματική δύναμη και σημασία των μονοπωλίων θα ήταν πολύ ανεπαρκείς, ατελείς και μειωμένες, αν δεν παίρναμε υπόψη το ρόλο των τραπεζών.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου