Τρίτη, 26 Φεβρουαρίου 2013

V.I. Lenin-Ο Ιμπεριαλισμός: Ανώτατο στάδιο του καπιταλισμού. Κεφάλαιο Ι (Ι)

Στα τελευταία 15-20 χρόνια, και κυρίως ύστερα από τον ισπανοαμερικανικό πόλεμο (1898), η οικονομική, όπως επίσης και η πολιτική φιλολογία του παλιού και του νέου κόσμου σταματάει όλο και πιο συχνά στην έννοια “ιμπεριαλισμός”, για να χαρακτηρίσει την εποχή που ζούμε. Το 1902 κυκλοφόρησε στο Λονδίνο και στη Νέα Υόρκη το έργο του Άγγλου οικονομολόγου Τζ. Α. Χόμπσον: Ο ιμπεριαλισμός. Ο συγγραφέας που ακολουθεί την άποψη του αστικού σοσιαλρεφορμισμού και πασιφισμού --που στην ουσία είναι παρόμοια με την τωρινή θέση του πρώην μαρξιστή Κ. Κάουτσκι-- έδωσε μια πολύ καλή και λεπτομερειακή περιγραφή των βασικών οικονομικών και πολιτικών ιδιομορφιών του ιμπεριαλισμού. Το 1910 κυκλοφόρησε στη Βιέννη το έργο του Αυστριακού μαρξιστή Ρούντολφ Χίλφερντινγκ: Το χρηματιστικό κεφάλαιο (ρωσική μετάφραση: Μόσχα 1912). Παρά το λάθος του συγγραφέα στο ζήτημα της θεωρίας του χρήματος και μια ορισμένη τάση να συμφιλιώσει το μαρξισμό με τον οπορτουνισμό, το έργο αυτό αποτελεί εξαιρετικά πολύτιμη θεωρητική ανάλυση “της νεότατης φάσης στην ανάπτυξη του καπιταλισμού”, όπως λέει ο υπότιτλος του βιβλίου του Χίλφερντινγκ. Στην ουσία, όσα έχουν ειπωθεί τα τελευταία χρόνια για τον ιμπεριαλισμό --κυρίως σ' ένα τεράστιο αριθμό άρθρων περιοδικών και εφημερίδων πάνω σ' αυτό το θέμα, καθώς και στις αποφάσεις των συνεδρίων, λόγου χάρη του Χέμνιτς και της Βασιλείας, που έγιναν το φθινόπωρο του 1912-- ζήτημα είναι αν βγαίνουν έξω από τον κύκλο των ιδεών που εκθέτουν ή πιο σωστά που συνοψίζουν οι δυο συγγραφείς τους οποίους αναφέραμε...

Παρακάτω θα προσπαθήσουμε να εκθέσουμε σύντομα και με όσο το δυνατό πιο εκλαϊκευμένη μορφή τη συνάφεια και την αμοιβαία σχέση των βασικών οικονομικών ιδιομορφιών του ιμπεριαλισμού. Δε θα μπορέσουμε να σταθούμε, όσο κι αν αξίζει τον κόπο, στη μη οικονομική πλευρά του ζητήματος. Παραπομπές σε βιβλιογραφία και άλλες σημειώσεις, που δεν μπορούν να ενδιαφέρουν όλους τους αναγνώστες, θα τις δώσουμε στο τέλος του βιβλίου.


I. ΣΥΓΚΕΝΤΡΩΣΗ ΤΗΣ ΠΑΡΑΓΩΓΗΣ ΚΑΙ ΜΟΝΟΠΩΛΙΑ

Η τεράστια ανάπτυξη της βιομηχανίας και η εξαιρετικά γοργή διαδικασία συγκέντρωσης της παραγωγής σε όλο και πιο μεγάλες επιχειρήσεις είναι μια από τις πιο χαρακτηριστικές ιδιότητες του καπιταλισμού. Οι σύγχρονες βιομηχανικές απογραφές δίνουν τα πιο πλήρη και τα πιο ακριβή στοιχεία γι' αυτή τη διαδικασία.

Στη Γερμανία, λ.χ. σε κάθε χίλιες βιομηχανικές επιχειρήσεις υπήρχαν μεγάλες, δηλαδή με πάνω από 50 μισθωτούς εργάτες, 3 το 1882, 6 το 1895 και 9 το 1907. Στις επιχειρήσεις αυτές αναλογούσαν από κάθε εκατό εργάτες: 22, 30 και 37. Η συγκέντρωση όμως της παραγωγής είναι πολύ μεγαλύτερη από τη συγκέντρωση των εργατών, γιατί η εργασία είναι πολύ πιο παραγωγική στις μεγάλες επιχειρήσεις. Αυτό μας το δείχνουν τα στοιχεία για τις ατμοκίνητες μηχανές και τους ηλεκτρικούς κινητήρες. Αν πάρουμε αυτό που στη Γερμανία το λένε βιομηχανία με την πλατιά σημασία της λέξης, δηλαδή μαζί και το εμπόριο και τις συγκοινωνίες κλπ., θα έχουμε την παρακάτω εικόνα: Από 3.265.623 επιχειρήσεις της Γερμανίας οι 30.588, δηλαδή συνολικά 0,9%, είναι μεγάλες επιχειρήσεις. Αυτές έχουν 5,7 εκατομμύρια εργάτες από 14,4 εκατομμύρια εργάτες συνολικά, δηλαδή το 39,4%· 6,6 εκατομμύρια ατμόιππους από 8,8 εκατομμύρια συνολικά, δηλαδή το 75,3%· 1,2 εκατομμύρια κιλοβάτ ηλεκτρικής ενέργειας από 1,5 εκατομμύρια συνολικά, δηλαδή το 77,2%.

Λιγότερο από το ένα εκατοστό των επιχειρήσεων έχει πάνω από τα 3/4 της συνολικής κινητήριας δύναμης με ατμό και ηλεκτρισμό! Στα 2,97 εκατομμύρια μικρές (που έχουν ως πέντε μισθωτούς εργάτες) επιχειρήσεις, που αποτελούν το 91% του συνολικού αριθμού των επιχειρήσεων, αναλογούν μόνο το7% της κινητήριας δύναμης με ατμό και ηλεκτρισμό! Μερικές δεκάδες χιλιάδες επιχειρήσεις τα έχουν όλα. Εκατομμύρια μικρές επιχειρήσεις δεν έχουν τίποτε.

Το 1907, υπήρχαν στη Γερμανία 586 επιχειρήσεις με 1.000 και πάνω εργάτες. Οι επιχειρήσεις αυτές είχαν σχεδόν το ένα δέκατο (1,38 εκατομμύρια) του συνολικού αριθμού των εργατών και διέθεταν σχεδόν το ένα τρίτο της συνολικής κινητήριας δύναμης με ατμό και ηλεκτρισμό. Το χρηματιστικό κεφάλαιο και οι τράπεζες κάνουν, όπως θα δούμε, αυτή την υπεροχή της χούφτας των μεγαλύτερων επιχειρήσεων ακόμη πιο συντριπτική, και μάλιστα με την πιο κυριολεκτική σημασία της λέξης, δηλαδή εκατομμύρια μικροί, μεσαίοι, ακόμη και ένα μέρος των μεγάλων “νοικοκυραίων”, αποδείχνονται στην πραγματικότητα απόλυτα υποδουλωμένοι σε μερικές εκατοντάδες εκατομμυριούχους-χρηματιστές.

Σε μια άλλη προηγμένη χώρα του σύγχρονου καπιταλισμού, στις Ηνωμένες Πολιτείες της Βόρειας Αμερικής , η ανάπτυξη της συγκέντρωσης της παραγωγής είναι ακόμα πιο ισχυρή. Εδώ η στατιστική ξεχωρίζει τη βιομηχανία με τη στενή σημασία της λέξης και ταξινομεί τις επιχειρήσεις ανάλογα με το μέγεθος της αξίας της χρονιάτικης παραγωγής. Το 1904, ο αριθμός των μεγαλύτερων επιχειρήσεων, με παραγωγή αξίας 1 εκατομμυρίου δολαρίων και πάνω, ήταν 1.900 (από 216.180 συνολικά, δηλαδή το 0,9%). Οι επιχειρήσεις αυτές είχαν 1,4 εκατομμύρια εργάτες (από 5,5 εκατομμύρια συνολικά, δηλαδή το 25,6%) και 5,6 δισεκατομμύρια παραγωγή (από 14,8 δισεκατομμύρια συνολικά, δηλαδή το 38%). Ύστερα από 5 χρόνια, το 1909, οι αντίστοιχοι αριθμοί είναι: 3.600 επιχειρήσεις (από 268.491 συνολικά, δηλαδή το 1,1%), με 2 εκατομμύρια εργάτες (από 6,6 εκατομμύρια συνολικά, δηλαδή το 30,5%) και με 9 δισεκατομμύρια παραγωγή (από 20,7 δισεκατομμύρια, δηλαδή το 43,8%).

Η μισή σχεδόν παραγωγή όλων των επιχειρήσεων της χώρας βρίσκεται βασικά στα χέρια του ενός εκατοστού του συνολικού αριθμού των επιχειρήσεων! Κι αυτές οι τρεις χιλιάδες επιχειρήσεις-γίγαντες αγκαλιάζουν 258 κλάδους βιομηχανίας. Από δω φαίνεται ότι η συγκέντρωση σε ορισμένη βαθμίδα της ανάπτυξής της οδηγεί από μόνη της, μπορεί να πει κανείς, στο μονοπώλιο. Γιατί μερικές δεκάδες γιγάντιες επιχειρήσεις μπορούν εύκολα να έλθουν σε συνεννόηση μεταξύ τους, ενώ, από την άλλη μεριά, οι μεγάλες ακριβώς διαστάσεις των επιχειρήσεων δυσκολεύουν το συναγωνισμό και γεννούν την τάση προς το μονοπώλιο. Αυτή η μετατροπή του συναγωνισμού σε μονοπώλιο αποτελεί ένα από τα σπουδαιότερα φαινόμενα --αν όχι και το σπουδαιότερο-- της οικονομίας του νεότατου καπιταλισμού και είναι απαραίτητο να σταθούμε πιο λεπτομερειακά σ' αυτό. Στην αρχή όμως πρέπει να παραμερίσουμε μια ενδεχόμενη παρανόηση.

Η αμερικανική στατιστική λέει: 3.000 γιγάντιες επιχειρήσεις σε 250 κλάδους της βιομηχανίας. Σαν να υπάρχουν όλο-όλο από 12 μεγάλες επιχειρήσεις σε κάθε κλάδο.

Δεν είναι όμως έτσι. Δεν υπάρχουν σε κάθε κλάδο της βιομηχανίας μεγάλες επιχειρήσεις· και από την άλλη μεριά, μια εξαιρετικά σπουδαία ιδιότητα του καπιταλισμού, που έχει φτάσει στην ανώτατη βαθμίδα ανάπτυξης, είναι ο λεγόμενος συνδυασμός, δηλαδή η συνένωση σε μια επιχείρηση διαφόρων κλάδων της βιομηχανίας, που αποτελούν είτε διαδοχικές βαθμίδες στην επεξεργασία της πρώτης ύλης (λ.χ., η παραγωγή χυτοσίδηρου από το μετάλλευμα και η κατεργασία του χυτοσίδηρου σε ατσάλι και παραπέρα ίσως η παραγωγή του ενός ή του άλλου έτοιμου προϊόντος από ατσάλι), είτε επεξεργασίες που παίζουν βοηθητικό ρόλο η μια σε σχέση με την άλλη (λ.χ., η κατεργασία απορριμάτων ή δευτερευόντων προϊόντων, η παραγωγή ειδών συσκευασίας κλπ.).

Ο συνδυασμός -γράφει ο Χίλφερντινγκ- ισοφαρίζει τις διακυμάνσεις της οικονομικής συγκυρίας και γι' αυτό εξασφαλίζει στη συνδυασμένη επιχείρηση μεγαλύτερη σταθερότητα της νόρμας του κέρδους. Δεύτερο, ο συνδυασμός έχει σαν αποτέλεσμα τον παραμερισμό του εμπορίου. Τρίτο, ο συνδυασμός κάνει δυνατές τις τεχνικές τελειοποιήσεις και συνεπώς την αποκόμιση πρόσθετου κέρδους σε σύγκριση με τις “καθαρές” (δηλαδή τις μη συνδυασμένες) επιχειρήσεις. Τέταρτο, στεριώνει τη θέση της συνδυασμένης επιχείρησης σε σύγκριση με τις “καθαρές”, τη δυναμώνει στην πάλη του συναγωνισμού σε περίοδο ισχυρής ύφεσης (στασιμότητα στις δουλειές, κρίση) όταν η πτώση των τιμών των πρώτων υλών μένει πίσω από την πτώση των τιμών των έτοιμων εργοστασιακών προϊόντων”.

Ο Γερμανός αστός οικονομολόγος Χάιμαν, που αφιέρωσε ειδικό έργο για την περιγραφή των “μικτών” επιχειρήσεων στη γερμανική βιομηχανία σιδηροκατασκευών λέει: “Οι καθαρές επιχειρήσεις καταστρέφονται, συνθλίβονται από τις υψηλές τιμές των υλικών και τις χαμηλές τιμές των έτοιμων εργοστασιακών προϊόντων.” Έχουμε σαν αποτέλεσμα την παρακάτω εικόνα:

“Απόμειναν, από το ένα μέρος, οι μεγάλες εταιρίες κάρβουνου με παραγωγή που φτάνει σε αρκετά εκατομμύρια τόνους, που είναι γερά οργανωμένες στο συνδικάτο τους του κάρβουνου, και από το άλλο μέρος στα στενά συνδεμένα με αυτές τις εταιρίες μεγάλα χαλυβουργεία με το συνδικάτο τους του ατσαλιού. Οι γιγάντιες αυτές επιχειρήσεις με παραγωγή 400.000 τόνους ατσάλι το χρόνο (ο τόνος=60 πούτια), με αντίστοιχη τεράστια εξόρυξη μεταλλεύματος και κάρβουνου, και με παραγωγή έτοιμων ειδών από ατσάλι, με 10.000 εργάτες, στρατωνισμένους σε εργοστασιακούς συνοικισμούς και με δικούς τους κάποτε σιδηροδρόμους και λιμάνια, αυτές οι γιγάντιες επιχειρήσεις είναι σήμερα ο αντιπροσωπευτικός τύπος της γερμανικής βιομηχανίας. Και η συγκέντρωση τραβάει όλο και πιο μπροστά. Οι ξεχωριστές επιχειρήσεις γίνονται ολοένα και μεγαλύτερες. Όλο και μεγαλύτερος αριθμός επιχειρήσεων του ίδιου ή διαφορετικών κλάδων της βιομηχανίας ενώνονται σε γιγάντιες επιχειρήσεις, που έχουν στήριγμα και καθοδηγητή τη μισή δωδεκάδα μεγάλες τράπεζες του Βερολίνου. Στην περίπτωση της γερμανικής μεταλλευτικής βιομηχανίας έχει αποδειχτεί με ακρίβεια η ορθότητα της θεωρίας του Καρλ Μαρξ για τη συγκέντρωση· είναι αλήθεια ότι αυτό αφορά μια χώρα όπου η βιομηχανία υποστηρίζεται με προστατευτικούς δασμούς και με χαμηλά μεταφορικά. Η μεταλλευτική βιομηχανία της Γερμανίας είναι έτοιμη για απαλλοτρίωση”.

Σ' αυτό το συμπέρασμα όφειλε να καταλήξει, έστω και σαν εξαίρεση, ένας ευσυνείδητος αστός οικονομολόγος. Πρέπει να σημειώσουμε ότι ξεχωρίζει κάπως η Γερμανία, επειδή η βιομηχανία της προστατεύεται από υψηλούς προστατευτικούς δασμούς. Το περιστατικό όμως αυτό μπορούσε μονάχα να επιταχύνει τη συγκέντρωση και το σχηματισμό μονοπωλιακών ενώσεων των επιχειρηματιών, καρτέλ, συνδικάτων κλπ. Έχει εξαιρετική σπουδαιότητα το γεγονός ότι στη χώρα του ελεύθερου εμπορίου, στην Αγγλία, η συγκέντρωση οδηγεί επίσης στο μονοπώλιο, αν και κάπως αργότερα και με διαφορετική μορφή. Να τι γράφει ο καθηγητής Χέρμαν Λεβί σε μια ειδική μελέτη: Μονοπώλια, καρτέλ και τραστ, με βάση τα στοιχεία για την οικονομική ανάπτυξη της Μεγάλης Βρετανίας:

Στη Μεγάλη Βρετανία, οι μεγάλες ακριβώς διαστάσεις των επιχειρήσεων και το υψηλό τεχνικό τους επίπεδο κλείνουν μέσα τους την τάση προς το μονοπώλιο. Από τη μια μεριά, η συγκέντρωση είχε σαν αποτέλεσμα να χρειάζεται να ξοδευτούν τεράστια κεφάλαια για κάθε επιχείρηση· γι' αυτό οι νέες επιχειρήσεις αντιμετωπίζουν όλο και μεγαλύτερες απαιτήσεις από την άποψη των διαστάσεων των απαιτούμενων κεφαλαίων, πράγμα που δυσκολεύει την εμφάνισή τους. Από την άλλη όμως πλευρά (και αυτό το σημείο το θεωρούμε σπουδαιότερο) κάθε καινούργια επιχείρηση, που θέλει να συμβαδίζει με τις γιγάντιες επιχειρήσεις οι οποίες δημιουργήθηκαν με τη συγκέντρωση, πρέπει να παράγει τεράστια πλεονάσματα προϊόντων, που η επικερδής πώλησή τους θα είναι κατορθωτή μόνο αν αυξάνει ασυνήθιστα η ζήτηση, σε αντίθετη όμως περίπτωση θα έριχναν τις τιμές σε επίπεδα που δε συμφέρουν ούτε στο καινούργιο εργοστάσιο ούτε στις μονοπωλιακές ενώσεις.” Σε διάκριση από τις άλλες χώρες, όπου οι προστατευτικοί δασμοί διευκολύνουν τη συγκρότηση καρτέλ, στην Αγγλία οι μονοπωλιακές ενώσεις των επιχειρηματιών, τα καρτέλ και τα τραστ, τις περισσότερες φορές παρουσιάζονται τότε μόνο, όταν οι συναγωνιζόμενες επιχειρήσεις δεν είναι περισσότερες “από κάνα δυο δωδεκάδες”. “Η επίδραση της συγκέντρωσης στη γέννηση των μονοπωλίων στη μεγάλη βιομηχανία εκδηλώνεται εδώ με κρυστάλλινη καθαρότητα.”

Πριν από μισό αιώνα, όταν ο Μαρξ έγραφε το Κεφάλαιό του, η καταπληκτική πλειοψηφία των οικονομολόγων θεωρούσε τον ελεύθερο συναγωνισμό “φυσικό νόμο”. Η επίσημη επιστήμη προσπάθησε με τη συνωμοσία της σιωπής να σκοτώσει το έργο του Μαρξ, που απόδειχνε με τη θεωρητική και ιστορική ανάλυση του καπιταλισμού ότι ο ελεύθερος συναγωνισμός γεννάει τη συγκέντρωση της παραγωγής, και αυτή η συγκέντρωση σε μια ορισμένη βαθμίδα της ανάπτυξής της οδηγεί στο μονοπώλιο. Τώρα το μονοπώλιο είναι γεγονός. Οι οικονομολόγοι γράφουν βουνά από βιβλία, που περιγράφουν τις διάφορες εκδηλώσεις του μονοπωλίου και συνεχίζουν με μια φωνή να δηλώνουν ότι “ο μαρξισμός έχει αναιρεθεί”. Τα γεγονότα όμως είναι πεισματάρικα πράγματα, όπως λέει μια αγγλική παροιμία, και, θες δε θες, είσαι υποχρεωμένος να τα υπολογίζεις. Τα γεγονότα δείχνουν ότι οι διαφορές που υπάρχουν ανάμεσα στις διάφορες καπιταλιστικές χώρες στο ζήτημα λόγου χάρη του προστατευτισμού ή του ελεύθερου εμπορίου, προκαθορίζουν ασήμαντες μονάχα διαφορές στη μορφή των μονοπωλίων ή στο χρόνο εμφάνισής τους, ενώ η γέννηση του μονοπωλίου από τη συγκέντρωση γενικά τις παραγωγής αποτελεί γενικό και βασικό νόμο του σύγχρονου σταδίου ανάπτυξης του καπιταλισμού.

Για την Ευρώπη μπορεί να καθορίσει κανείς με αρκετή ακρίβεια το χρόνο της οριστικής αντικατάστασης του παλιού καπιταλισμού από τον καινούργιο: είναι ακριβώς οι αρχές του 20ού αιώνα. Σε μια από τις νεότατες συνοπτικές εργασίες διαβάζουμε:

“Μπορεί ν' αναφέρει κανείς ορισμένα παραδείγματα καπιταλιστικών μονοπωλίων της πριν από το 1860 περιόδου· μπορεί ν' ανακαλύψει σ' αυτά τα έμβρυα των μορφών εκείνων που μας είναι τόσο συνηθισμένες σήμερα· όμως όλα αυτά είναι αναμφίβολα προϊστορία των καρτέλ. Η πραγματική αρχή των σύγχρονων μονοπωλίων τοποθετείται το πολύ στη δεκαετία 1860-1870. Η πρώτη μεγάλη περίοδος ανάπτυξης των μονοπωλίων αρχίζει με τη διεθνή ύφεση της βιομηχανίας στα 1870-1880 και επεκτείνεται ως τις αρχές της δεκαετίας 1890-1900”. “Αν εξετάσει κανείς το ζήτημα σε ευρωπαϊκή κλίμακα, ο ελεύθερος συναγωνισμός φτάνει στο αποκορύφωμά του τις δεκαετίες 1860-1870 και 1870-1880. Τότε η Αγγλία αποπεράτωσε την οικοδόμηση της καπιταλιστικής της οργάνωσης παλιού τύπου. Στη Γερμανία, η οργάνωση αυτή έκανε αποφασιστική πάλη ενάντια στη βιοτεχνία και την οικοτεχνία και είχε αρχίσει να δημιουργεί τις δικές της μορφές ύπαρξης.”

Η μεγάλη στροφή αρχίζει με το κραχ του 1872 ή πιο σωστά με την ύφεση που το ακολούθησε και που -με ένα μόλις διακρινόμενο διάλειμμα στις αρχές της δεκαετίας 1880-1890 και μια ασυνήθιστα ισχυρή, μα σύντομη άνοδο γύρω στο 1890- γεμίζει 22 χρόνια της ευρωπαϊκής οικονομικής ιστορίας”. “Στη διάρκεια της σύντομης περιόδου της ανόδου του 1889-1890, τα καρτέλ χρησιμοποιήθηκαν σε μεγάλο βαθμό για την αξιοποίηση της συγκυρίας. Μια απερίσκεπτη πολιτική ύψωσε τις τιμές ακόμη πιο γρήγορα και ακόμη πιο απότομα απ' ό,τι θα συνέβαινε αυτό χωρίς τα καρτέλ, και σχεδόν όλα αυτά τα καρτέλ έπεσαν άδοξα “στον τάφο της χρεωκοπίας”. Πέρασε ακόμη μια πενταετία απραξίας και χαμηλών τιμών, όμως στη βιομηχανία δεν επικρατούσαν πια οι παλιές συνθήκες. Την ύφεση δεν τη θεωρούσαν πια σαν κάτι το αυτονόητο, αλλά την έβλεπαν απλώς σαν μια ανάπαυλα πριν από μια νέα ευνοϊκή συγκυρία.

Έτσι, λοιπόν, η κίνηση των καρτέλ μπήκε στη δεύτερή της εποχή. Από παροδικό φαινόμενο τα καρτέλ γίνονται μια από τις βάσεις όλης της οικονομικής ζωής. Κατακτούν τον ένα τομέα της βιομηχανίας ύστερα από τον άλλο και πριν απ' όλα την κατεργασία πρώτων υλών. Στις αρχές ήδη της δεκαετίας 1880-1890, τα καρτέλ επεξεργάστηκαν στην οργάνωση του οικονομικού συνδικάτου του κοκ --στο πρότυπό του δημιουργήθηκε αργότερα το συνδικάτο άνθρακος-- μια τέτοια τεχνική των καρτέλ, που στην ουσία το κίνημα των καρτέλ από τότε δεν προωθήθηκε παραπέρα. Η μεγάλη άνοδος στα τέλη του 19ου αιώνα και η κρίση του 1900-1903 έχουν --τουλάχιστον όσον αφορά την εξορυκτική βιομηχανία και τη βιομηχανία σιδήρου-- για πρώτη φορά εντελώς τη σφραγίδα των καρτέλ. Και αν τότε αυτό φαινόταν ακόμα σαν κάτι το καινούργιο, τώρα πια, για την πλατιά κοινωνική συνείδηση, έγινε μια αυτονόητη αλήθεια το ότι οι μεγάλοι τομείς της οικονομικής ζωής έχουν αφαιρεθεί από τον ελεύθερο συναγωνισμό.”

Έτσι, τα βασικά συμπεράσματα της ιστορίας των μονοπωλίων είναι: 1) 1860-1870 και 1870-1880 – ανώτερη βαθμίδα ανάπτυξης του ελεύθερου συναγωνισμού. Τα μονοπώλια δεν είναι παρά έμβρυα που μόλις διακρίνονται. 2) Ύστερα από την κρίση του 1873 – μακρόχρονη περίοδος ανάπτυξης των καρτέλ, που αποτελούν όμως ακόμη εξαίρεση. Δεν είναι ακόμη σταθερά. Αποτελούν ακόμη παροδικό φαινόμενο. 3) Η άνοδος των καρτέλ στα τέλη του 19ου αιώνα και η κρίση του 1900-1903: τα καρτέλ γίνονται μια από τις βάσεις της οικονομικής ζωής. Ο καπιταλισμός μετατράπηκε σε μονοπωλιακό.

Τα καρτέλ κλείνουν συμφωνίες για τους όρους πώλησης, για τις προθεσμίες πληρωμές κ.ά. Μοιράζονται μεταξύ τους τις περιοχές πώλησης. Κανονίζουν τις τιμές. Κατανέμουν τα κέρδη ανάμεσα στις διάφορες επιχειρήσεις κλπ.

Ο αριθμός των καρτέλ στη Γερμανία υπολογιζόταν σε 250 περίπου το 1896 και σε 385 το 1905, και συμμετείχαν σ' αυτά πάνω-κάτω 12.000 επιχειρήσεις, Όλοι όμως παραδέχονται ότι οι αριθμοί αυτοί παρουσιάζονται πολύ μειωμένοι. Από τα στοιχεία της γερμανικής βιομηχανικής στατιστικής για το 1907, που αναφέραμε πιο πάνω, φαίνεται ότι αυτές μόνο οι 12.000 μεγαλύτερες επιχειρήσεις συγκεντρώνουν σίγουρα πάνω από το μισό της συνολικής κινητήριας δύναμης σε ατμό και ηλεκτρισμό. Στις Ηνωμένες Πολιτείες της Βόρειας Αμερικής, ο αριθμός των τραστ υπολογιζόταν το 1900 σε 185 και το 1904 σε 250. Η αμερικανική στατιστική χωρίζει όλες τις βιομηχανικές επιχειρήσεις σε επιχειρήσεις που ανήκουν σε ξεχωριστά άτομα, σε εταιρίες και ενώσεις. Στις τελευταίες ανήκαν το 1904 τα 23,6% και το 1909 τα 25,9% δηλαδή πάνω από το ένα τέταρτο του συνολικού αριθμού των επιχειρήσεων. Στις επιχειρήσεις αυτές εργάζονταν το 1904 τα 70,6% των εργατών· οι διαστάσεις της παραγωγής ήταν 10,9 και 16,3 δισεκατομμύρια δολάρια, δηλαδή τα 73,7% και 79,0% της συνολικής παραγωγής.

Στα χέρια των καρτέλ και των τραστ συγκεντρώνονται συχνά τα επτά ως οκτώ δέκατα όλης της παραγωγής ενός δοσμένου κλάδου της βιομηχανίας. Όταν το 1893 ιδρύθηκε το συνδικάτο κάρβουνου Ρήνου-Βεστφαλίας συγκέντρωνε το 86,7% όλης της παραγωγής κάρβουνου της περιοχής, και το 1910 είχε φτάσει κιόλας το 95,4%. Το μονοπώλιο που δημιουργήθηκε με τον τρόπο αυτό εξασφαλίζει τεράστια έσοδα και οδηγεί στο σχηματισμό τεχνικοπαραγωγικών μονάδων πελώριων διαστάσεων. Το περίφημο τραστ του πετρελαίου στις Ηνωμένες Πολιτείες (Standard Oil Company) ιδρύθηκε το 1900. “Τα κεφάλαιά του έφταναν τα 150 εκατομμύρια δολάρια. Εκδόθηκαν κοινές μετοχές αξίας 100 εκατομμυρίων δολαρίων και προνομιούχες αξίας 106 εκατομμυρίων. Για τις τελευταίες πληρώθηκαν τα παρακάτω μερίσματα στην περίοδο 1900-1907: 48, 48, 45, 44, 36, 40, 40, 40, συνολικά 367 εκατομμύρια δολάρια. Από το 1882 ως το 1907 το καθαρό κέρδος έφτασε τα 889 εκατομμύρια δολάρια, απ' αυτά τα 606 εκατομμύρια πληρώθηκαν σαν μερίσματα και το υπόλοιπο πέρασε στο αποθεματικό κεφάλαιο”. “Σε όλες τις επιχειρήσεις του τραστ του ατσαλιού (United States Steel Corporation) απασχολούνταν το 1907 όχι λιγότεροι από 210.810 εργάτες και υπάλληλοι. Η πιο μεγάλη επιχείρηση της γερμανικής μεταλλευτικής βιομηχανίας, η εταιρία του Γκελζενκίρχεν (Gelsenkirchener Bergwerksgesellschaft) απασχολούσε το 1908 46.048 εργάτες και υπαλλήλους”. Το 1902, το τραστ του ατσαλιού παρήγαγε κιόλας 9 εκατομμύρια τόνους ατσάλι. Το ατσάλι που παρήγαγε αποτελούσε το 1901 τα 66,3% και το 1908 τα 56,1% όλης της παραγωγής ατσαλιού των Ηνωμένων Πολιτειών· η εξόρυξη μεταλλεύματος αποτελούσε το 43,9% και το 46,3% για τις ίδιες χρονιές.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου