Πέμπτη, 21 Φεβρουαρίου 2013

Τα ιστορικά όρια του καπιταλισμού (Για τη φύση της καπιταλιστικής κρίσης συσσώρευσης)

Τα ιστορικά όρια του καπιταλισμού

Η εκδήλωση της γενικευμένης και συγχρονισμένης οικονομικής καπιταλιστικής κρίσης έφερε στο προσκήνιο τον ιστορικά ξεπερασμένο και απάνθρωπο χαρακτήρα του σύγχρονου καπιταλιστικού συστήματος, την επικαιρότητα και αναγκαιότητα του σοσιαλισμού, την ανάγκη ανασύνταξης του διεθνούς κομμουνιστικού κινήματος, της χειραφέτησης του εργατικού και λαϊκού κινήματος. Συνέβαλε στην όξυνση των ανισομετριών και των ενδοϊμπεριαλιστικών αντιθέσεων, στη μεταβολή του συσχετισμού δυνάμεων στη διεθνή ιμπεριαλιστική πυραμίδα, στη ρευστότητα των συμμαχιών και στην ανάφλεξη παλαιών και νέων εστιών πολέμου.

Η καπιταλιστική κρίση έδωσε συντριπτικό χτύπημα στις αστικές θεωρίες, π.χ. περί αειφόρου ανάπτυξης. Ανέδειξε ολοκάθαρα την όξυνση των αντιφάσεων και δυσκολιών της αστικής διαχείρισης και γενικότερα τις δυσκολίες για το πέρασμα σε νέο κύκλο διευρυμένης αναπαραγωγής του κοινωνικού κεφαλαίου. Η όποια ανάκαμψη σημειώθηκε ήταν ανισόμετρη, αναιμική, ενώ στην Ευρωζώνη και στην Ιαπωνία τη διαδέχτηκε νέα υποχώρηση. Ο επόμενος κύκλος της κρίσης σε διεθνές επίπεδο θα είναι ακόμα πιο βαθύς. Αυτή η πραγματικότητα φέρνει στο προσκήνιο την αναγκαιότητα και τη δυνατότητα περάσματος στο σοσιαλισμό, αποκαλύπτοντας ότι τα ιστορικά όρια του καπιταλισμού είναι ξεπερασμένα.

Εξετάζοντας το ζήτημα της οικονομικής βάσης κάθε κοινωνικοοικονομικού σχηματισμού και στην προκειμένη περίπτωση του καπιταλισμού, εξετάζουμε όχι πράγματα, όχι αντικείμενα, αλλά σχέσεις. Τις σχέσεις μεταξύ των ανθρώπων κατά τη διαδικασία της κοινωνικής παραγωγής της ζωής τους. Σε τελευταία ανάλυση τις σχέσεις κοινωνικών τάξεων και στρωμάτων. Και ότι το «κεφάλαιο είναι η ενσάρκωση της εκμεταλλευτικής σχέσης της μισθωτής εργασίας και όχι απλά μια παραγωγική επένδυση που έχει την ιδιότητα να παράγει αξίες χρήσης, προϊόντα».Η ενσάρκωση της εκμεταλλευτικής σχέσης της μισθωτής εργασίας εκφράζεται με την ατομική καπιταλιστική ιδιοκτησία στα μέσα παραγωγής.


Για να πάψει να υπάρχει η εκμεταλλευτική σχέση της μισθωτής εργασίας, δηλαδή το κεφάλαιο, και να καταργηθεί η εκμετάλλευση, πρέπει να αντικατασταθεί η ατομική καπιταλιστική ιδιοκτησία στα μέσα παραγωγής και να γίνει κοινωνική ιδιοκτησία. Δηλαδή, να αντικατασταθεί ο καπιταλιστικός τρόπος παραγωγής από το σοσιαλιστικό.

Η ιστορικά ξεπερασμένη κοινωνία του καπιταλισμού εξελίσσεται σήμερα σύμφωνα με τις προβλέψεις και εκτιμήσεις του Μαρξ, σύμφωνα με τη θεωρία του, παρά την προσωρινή της νίκη με τις ανατροπές των σοσιαλιστικών καθεστώτων. Μια καθ' όλα πύρρειος νίκη, μιας κοινωνίας (καπιταλισμός) και μιας τάξης (αστική), που από την εποχή της Κομμούνας του Παρισιού, στα 1871, περνούσε στην αντίδραση ενάντια σε μια κοινωνία (σοσιαλισμός) και μια τάξη (εργατική), για την οποία στην ίδια εποχή ο Μαρξ έγραφε: «Κι όμως, ήταν η πρώτη επανάσταση με την οποία η εργατική τάξη αναγνωρίστηκε ανοιχτά σαν η μόνη τάξη που ήταν ακόμη ικανή για κοινωνική πρωτοβουλία. Αναγνωρίστηκε ακόμα και από τη μεγάλη μάζα της μεσαίας τάξης του Παρισιού -από τους μαγαζάτορες, τους βιοτέχνες, τους εμπόρους- εκτός μόνο από τους πλούσιους κεφαλαιοκράτες» («Εμφύλιος πόλεμος στη Γαλλία»).

Ο Μαρξ ανακάλυψε επίσης τους νόμους εξέλιξης της ανθρώπινης ιστορίας, των κοινωνιών και απέδειξε και απ' αυτή τη σκοπιά, επιστημονικά, το αναπόφευκτο του περάσματος από τον καπιταλισμό στον κομμουνισμό, αποκαλύπτοντας πως αυτοί οι αντικειμενικοί νόμοι δρουν διά μέσου της δράσης των ανθρώπων, με κινητήριο μοχλό την ταξική πάλη, αφού «όλη η ως τώρα ιστορία των κοινωνιών είναι ιστορία της ταξικής πάλης» («Μανιφέστο του Κομμουνιστικού Κόμματος»).

Ο ίδιος ο Μαρξ λέει γι' αυτό: «Ο,τι καινούριο έκανα εγώ ήταν για να αποδείξω:

1. ότι η ύπαρξη των τάξεων συνδέεται απλώς με ορισμένες φάσεις ανάπτυξης της παραγωγής,

2. ότι η ταξική πάλη οδηγεί αναγκαστικά στη δικτατορία του προλεταριάτου,

3. ότι η ίδια αυτή η δικτατορία αποτελεί μονάχα το πέρασμα στην κατάργηση όλων των τάξεων και σε μια αταξική κοινωνία». (Κ. Μαρξ - Φ. Ενγκελς, «Διαλεχτά Εργα», τ. 1, σελ. 530).

Ο Ενγκελς σε άρθρο του με τίτλο «Το Κεφάλαιο» του Μαρξ», γραμμένο την 1η και τη 13η του Μάρτη 1868 και δημοσιευμένο στην εφημερίδα «Ντεμοκράτισες Βόχενμπλατ» της 21 και της 28 του Μάρτη 1868, δηλαδή 140 χρόνια πιο πριν, γράφει τα εξής:

«Από τον καιρό που υπάρχουν στον κόσμο κεφαλαιοκράτες και εργάτες δεν εκδόθηκε ακόμα κανένα άλλο βιβλίο που να έχει τόση σπουδαιότητα για τους εργάτες, όση έχει το βιβλίο που έχουμε μπροστά μας. Η σχέση ανάμεσα στο κεφάλαιο και την εργασία, ο άξονας που γύρω του περιστρέφεται ολόκληρο το σημερινό μας κοινωνικό σύστημα, για πρώτη φορά αναπτύσσεται εδώ επιστημονικά κι αυτό με μια βαθύτητα και οξύνοια που μόνο ένας Γερμανός μπορούσε να το κάνει. Οσο πολύτιμα κι αν είναι και παραμένουν τα συγγράμματα ενός Οουεν, ενός Σεν - Σιμόν ή ενός Φουριέ - επιφυλάχτηκε σ' έναν Γερμανό να αναρριχηθεί ως την κορυφή απ' όπου μπορεί κανείς να δει καθαρά και επισκοπικά ολόκληρο το πεδίο των σύγχρονων κοινωνικών σχέσεων, ακριβώς όπως ένας παρατηρητής που στέκεται στην ψηλότερη κορφή βλέπει τα χαμηλότερα ορεινά τοπία...

Η κεφαλαιοκρατική παραγωγή είναι η πρώτη που δημιουργεί τον πλούτο και τις παραγωγικές δυνάμεις που χρειάζονται γι' αυτό, μα ταυτόχρονα δημιουργεί, επίσης, στο πρόσωπο των πολυάριθμων καταπιεζόμενων εργατών την κοινωνική εκείνη τάξη που ολοένα και περισσότερο υποχρεώνεται από τα πράγματα να πάρει στα χέρια της τη διαχείριση αυτού του πλούτου κι αυτών των παραγωγικών δυνάμεων, προς το συμφέρον ολόκληρης της κοινωνίας - κι όχι όπως γίνεται ως σήμερα, προς το συμφέρον μιας μονοπωλιακής τάξης».

Και απ' αυτό το απόσπασμα του άρθρου του Ενγκελς, αποκαλύπτεται η αναγκαιότητα και προοπτική της κομμουνιστικής κοινωνίας με την εκτίμηση «στο πρόσωπο των πολυάριθμων καταπιεζόμενων εργατών, την κοινωνική εκείνη τάξη που ολοένα και περισσότερο υποχρεώνεται από τα πράγματα να πάρει στα χέρια της τη διαχείριση αυτού του πλούτου κι αυτών των παραγωγικών δυνάμεων, προς το συμφέρον ολόκληρης της κοινωνίας - κι όχι όπως γίνεται ως σήμερα, προς το συμφέρον μιας μονοπωλιακής τάξης».


Τα όρια του καπιταλισμού δεν είναι απεριόριστα

Στο «Κεφάλαιο», ο Μαρξ απέδειξε ότι αντικειμενικά ο καπιταλισμός θα αντικατασταθεί από τον ανώτερο, κομμουνιστικό τρόπο παραγωγής. Οτι τα όρια του καπιταλισμού δεν είναι απεριόριστα. Και απέδειξε ότι αντικειμενικά και μέσω της δράσης των ίδιων των νόμων κίνησης του καπιταλισμού φτάνει στο τέλος του.

Το γεγονός ότι τα όρια του καπιταλισμού δεν είναι απεριόριστα διαπιστώνεται από την όξυνση της βασικής του αντίθεσης ανάμεσα στην κοινωνική παραγωγή και στην καπιταλιστική ιδιοποίηση των αποτελεσμάτων της, και από την εκδήλωση της οικονομικής κρίσης που η αιτία της βρίσκεται στη βασική αντίθεση του καπιταλισμού.

Οι καπιταλιστές αυξάνουν την παραγωγικότητα, αυξάνοντας τη μάζα των κερδών τους, αλλά αυτή η τάση οδηγεί στην πτώση του ποσοστού του κέρδους, που σημαίνει ότι αντικειμενικά δυσκολεύεται η αναπαραγωγή του κεφαλαίου. Εδώ βρίσκεται και η στενότητα των ορίων του, το αναπόφευκτο της ανατροπής του.

Ας δούμε πώς το παρουσιάζει ο Μαρξ. «Εξάλλου, μια και το ποσοστό της αξιοποίησης του συνολικού κεφαλαίου, το ποσοστό του κέρδους, αποτελεί το κίνητρο της κεφαλαιοκρατικής παραγωγής (ακριβώς όπως η αξιοποίηση του κεφαλαίου αποτελεί το μοναδικό της σκοπό), η πτώση του ποσοστού του κέρδους επιβραδύνει το σχηματισμό καινούργιων αυτοτελών κεφαλαίων και εμφανίζεται έτσι απειλητική για την ανάπτυξη του κεφαλαιοκρατικού προτσές παραγωγής, προάγει την υπερπαραγωγή, την κερδοσκοπία, τις κρίσεις, την εμφάνιση περίσσιου κεφαλαίου, παράλληλα με τον περίσσιο πληθυσμό. Οι οικονομολόγοι, λοιπόν, που, όπως ο Ρικάρντο, θεωρούν απόλυτο τον κεφαλαιοκρατικό τρόπο παραγωγής, νιώθουν εδώ ότι αυτός ο τρόπος παραγωγής δημιουργεί φραγμό στον ίδιο τον εαυτό του, και γι' αυτό αποδίδουν το φραγμό αυτό όχι στην παραγωγή, αλλά στη φύση (στη διδασκαλία για την γαιοπρόσοδο). Το κύριο, όμως, που τους κάνει να τρομάζουν μπρος στο μειωνόμενο ποσοστό του κέρδους, είναι η διαίσθηση ότι ο κεφαλαιοκρατικός τρόπος παραγωγής στην ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων σκοντάφτει σ' έναν φραγμό, που δεν έχει καμιά σχέση με την παραγωγή του πλούτου σαν τέτοιου. Και αυτός ο ιδιόμορφος φραγμός μαρτυράει τον περιορισμένο στο χρόνο και τον ιστορικό, παροδικό μόνο χαρακτήρα του κεφαλαιοκρατικού τρόπου παραγωγής. Μαρτυράει ότι δεν αποτελεί απόλυτο τρόπο παραγωγής για την παραγωγή του πλούτου, ότι μάλλον σε μια ορισμένη βαθμίδα έρχεται σε σύγκρουση με την παραπέρα ανάπτυξή του» («Το Κεφάλαιο» τρίτος τόμος, σελ. 306).

Πώς και γιατί προάγει την υπερπαραγωγή; Οι καπιταλιστές παράγοντας για το κέρδος είναι υποχρεωμένοι να αυξάνουν την παραγωγικότητα. Η ίδια η τάση του ποσοστού κέρδους να πέφτει τούς οδηγεί σ' αυτό που σημαίνει ανάπτυξη της παραγωγικής δύναμης της εργασίας, δηλαδή ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων, δηλαδή μέσα παραγωγής που αυξάνουν στον ίδιο χρόνο τη μάζα της παραγωγής εμπορευμάτων ακόμη και με λιγότερη χρησιμοποίηση εργατικής δύναμης, δηλαδή εργατών.

Ας δούμε πώς το δίνει ο Μαρξ. «Η σχετική μείωση του μεταβλητού κεφαλαίου έναντι του σταθερού, που συμβαδίζει με την ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων, ωθεί στην ανάπτυξη του εργατικού πληθυσμού, ενώ δημιουργεί διαρκώς τεχνητό υπερπληθυσμό. Η συσσώρευση του κεφαλαίου εξεταζόμενη από την πλευρά της αξίας, επιβραδύνεται από το μειωνόμενο ποσοστό του κέρδους, και επιταχύνει έτσι τη συσσώρευση των αξιών χρήσης, η οποία με τη σειρά της επιταχύνει την πορεία της συσσώρευσης από άποψη αξίας.

Η κεφαλαιοκρατική παραγωγή τείνει πάντα να ξεπεράσει αυτά τα εσωτερικά της όρια, τα ξεπερνάει, όμως, μόνο με μέσα, που της αντιτάσσουν εκ νέου και σε πιο τεράστια κλίμακα αυτά τα όρια.

Το αληθινό όριο της κεφαλαιοκρατικής παραγωγής είναι το ίδιο το κεφάλαιο, είναι το γεγονός ότι το κεφάλαιο και η αυτοαξιοποίησή του εμφανίζονται σαν αφετηρία και τέρμα, σαν κίνητρο και σκοπός της παραγωγής, ότι η παραγωγή είναι μόνο παραγωγή για το κεφάλαιο και όχι αντίστροφα, ότι δηλαδή τα μέσα παραγωγής είναι απλά μέσα για μια διαρκώς διευρυνόμενη διαμόρφωση του προτσές της ζωής για την κοινωνία των παραγωγών. Τα όρια, μέσα στα οποία μόνο μπορούν να κινηθούν η διατήρηση και η αξιοποίηση της κεφαλαιακής αξίας, οι οποίες βασίζονται στην απαλλοτρίωση και στην πτώχευση της μεγάλης μάζας των παραγωγών, τα όρια αυτά βρίσκονται γι' αυτό διαρκώς σε αντίφαση με τις μεθόδους παραγωγής, που είναι υποχρεωμένο να χρησιμοποιήσει το κεφάλαιο για το σκοπό του και που τείνουν προς απεριόριστη αύξηση της παραγωγής, προς την παραγωγή σαν αυτοσκοπό, προς την απεριόριστη ανάπτυξη των κοινωνικών παραγωγικών δυνάμεων της εργασίας. Το μέσο -απεριόριστη ανάπτυξη των κοινωνικών παραγωγικών δυνάμεων της εργασίας- έρχεται σε διαρκή σύγκρουση με τον περιορισμένο σκοπό της αξιοποίησης του υπάρχοντος κεφαλαίου. Αν λοιπόν ο κεφαλαιοκρατικός τρόπος παραγωγής είναι ένα μέσο ιστορικής σημασίας για την ανάπτυξη της υλικής παραγωγικής δύναμης και για τη δημιουργία της αντίστοιχης σ' αυτήν παγκόσμιας αγοράς, αποτελεί ταυτόχρονα τη μόνιμη αντίφαση ανάμεσα σ' αυτό το ιστορικό του καθήκον και στις αντίστοιχές του κοινωνικές σχέσεις παραγωγής» («Το Κεφάλαιο», τρίτος τόμος, σελ. 316).

Η διαρκής ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων σε σχέση με τον περιορισμένο σκοπό της αξιοποίησης του κεφαλαίου οδηγεί στην κρίση.


Η πτώση του ποσοστού κέρδους και η υπερπληθώρα κεφαλαίου

Η σχετική μείωση του μεταβλητού κεφαλαίου σημαίνει μείωση των εργατών, που συμβαδίζει με την ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων. Ο υπερπληθυσμός είναι οι άνεργοι. Η αναφορά στην αύξηση των αξιών χρήσης σημαίνει αύξηση της παραγωγής προϊόντων για πούληση στην αγορά που θα φέρει στους καπιταλιστές συσσώρευση κεφαλαίου. Εδώ δείχνει την τάση της απεριόριστης αύξησης της παραγωγής που απαιτεί την απεριόριστη ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων. Που έρχεται όμως σε αντίφαση με τον περιορισμένο σκοπό της παραγωγής, το κέρδος. Το ποσοστό του οποίου πέφτει. Ταυτόχρονα, η πτώση του ποσοστού κέρδους που δεν αναπληρώνεται από τη μάζα του κέρδους δημιουργεί κεφάλαια που δεν μπορούν να αξιοποιηθούν στην παραγωγή. Τα οποία καταλήγουν στις τράπεζες (Πίστη) και αξιοποιούνται απ' αυτές είτε στα κερδοσκοπικά παιχνίδια μέσω και Χρηματιστηρίου (μετοχές, αγυρτεία), είτε ως αναπασχόλητο κεφάλαιο, γιατί δεν μπορεί να επενδυθεί. Είναι συνέπεια του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής, της πτώσης του ποσοστού κέρδους που οδηγεί σε υπερσυσσώρευση κεφαλαίου με κομμάτι του που μένει αναξιοποίητο. Εχουμε επομένως υπερσσυσώρευση κεφαλαίου, που δεν μπορεί να μπει στην παραγωγή. Δηλαδή σημάδι κρίσης.

Σχετικά μ' αυτό ο Μαρξ αναφέρει: «Με την πτώση του ποσοστού του κέρδους αυξάνει το ελάχιστο μέγεθος του κεφαλαίου, που απαιτείται να διαθέτει ο ξεχωριστός κεφαλαιοκράτης για την παραγωγική χρησιμοποίηση της εργασίας, του κεφαλαίου που απαιτείται τόσο για την εκμετάλλευση της εργασίας γενικά, όσο και για να είναι ο ξοδεμένος εργάσιμος χρόνος, ο αναγκαίος για την παραγωγή των εμπορευμάτων χρόνος, και να μην ξεπερνάει ο χρόνος αυτός το μέσο κοινωνικά αναγκαίο χρόνο εργασίας που απαιτείται για την παραγωγή των εμπορευμάτων. Και ταυτόχρονα αυξάνει η συγκέντρωση του κεφαλαίου, γιατί, πέρα από ορισμένα όρια, ένα μεγάλο κεφάλαιο με μικρό ποσοστό κέρδους συσσωρεύεται πιο γρήγορα από ένα μικρό κεφάλαιο με μεγάλο ποσοστό κέρδους. Αυτή η αυξανόμενη συγκέντρωση οδηγεί από την πλευρά της, όταν φθάσει ένα ορισμένο επίπεδο, σε νέα πτώση του ποσοστού του κέρδους. Η μάζα των μικρών κατακερματισμένων κεφαλαίων ωθείται έτσι στο δρόμο των περιπετειών: κερδοσκοπία, πιστωτική αγυρτεία, απάτη με τις μετοχές, κρίσεις. Η λεγόμενη πληθώρα του κεφαλαίου αναφέρεται ουσιαστικά πάντα στην πληθώρα εκείνη κεφαλαίου, για το όποιο η πτώση του ποσοστού του κέρδους δεν ισοσταθμίζεται από τη μάζα του -και τέτοιες είναι πάντα οι νέες σχηματιζόμενες φρέσκες καταβολάδες του κεφαλαίου- ή αναφέρεται στην πληθώρα εκείνη που, με τη μορφή της Πίστης, θέτει στη διάθεση των επιχειρηματιών των μεγάλων κλάδων παραγωγής, τα κεφάλαια εκείνα που μόνα τους είναι ανίκανα για αυτοτελή δράση. Η πληθώρα αυτή του κεφαλαίου απορρέει από τις ίδιες συνθήκες, που γεννούν ένα σχετικό υπερπληθυσμό, και γι' αυτό αποτελεί ένα φαινόμενο που συμπληρώνει αυτόν τον τελευταίο, παρ' όλο που και οι δυο βρίσκονται σε αντιτιθέμενους πόλους, αναπασχόλητο κεφάλαιο στη μια πλευρά, και αναπασχόλητος εργατικός πληθυσμός στην άλλη.

Υπερπαραγωγή κεφαλαίου, και όχι ξεχωριστών εμπορευμάτων -αν και η υπερπαραγωγή κεφαλαίου περιλαβαίνει πάντα την υπερπαραγωγή εμπορευμάτων- δε σημαίνει λοιπόν τίποτα άλλο από υπερσυσσώρευση κεφαλαίου» («Το Κεφάλαιο», τρίτος τόμος, σελ. 317).


Οι δυσκολίες αναπαραγωγής και οι τράπεζες

Στην κρίση υπάρχει συσσωρευμένο κεφάλαιο, το οποίο δεν μπορούν να επενδύσουν, σε συνδυασμό με αναξιοποίητο βιομηχανικό κεφάλαιο, δηλαδή δυσκολία συνέχειας της διευρυμένης αναπαραγωγής, με δεδομένο ότι δεν μπορεί να πραγματοποιηθεί η παραγωγή, δηλαδή η πούληση εμπορευμάτων.

«Στη διάρκεια της ίδιας της κρίσης, όταν ο καθένας έχει κάτι να πουλήσει και δεν μπορεί να το πουλήσει, ενώ είναι υποχρεωμένος να πουλήσει για να μπορεί να πληρώσει, ακριβώς τότε είναι μεγαλύτερη από κάθε άλλη φορά η μάζα, όχι του αναπασχόλητου κεφαλαίου, του κεφαλαίου που ζητάει να επενδυθεί, αλλά η μάζα του κεφαλαίου που δυσκολεύεται στο προτσές της αναπαραγωγής του, όταν είναι μεγαλύτερη από κάθε άλλη φορά και η έλλειψη πιστώσεων (και γι' αυτό είναι μεγαλύτερο από κάθε άλλη φορά το προεξοφλητικό επιτόκιο των τραπεζιτών). Τότε μεγάλες μάζες του ήδη επενδυμένου κεφαλαίου είναι πράγματι αναπασχόλητες, γιατί σκαλώνει το προτσές αναπαραγωγής. Εργοστάσια παραμένουν κλειστά, πρώτες ύλες σωρεύονται, έτοιμα προϊόντα παραγεμίζουν την αγορά με τη μορφή εμπορευμάτων. Δεν υπάρχει επομένως μεγαλύτερο σφάλμα από το να αποδίδουν την κατάσταση αυτή σε έλλειψη παραγωγικού κεφαλαίου. Τότε ακριβώς υπάρχει υπερπληθώρα παραγωγικού κεφαλαίου, εν μέρει σε σχέση με την κανονική, για την ώρα όμως περιορισμένη, κλίμακα της αναπαραγωγής, εν μέρει σε σχέση με την ελαττωμένη κατανάλωση» («Το Κεφάλαιο», τρίτος τόμος, σελ. 609).

Αυτή η εκτίμηση αποκαλύπτει το γιατί οι κυβερνήσεις στηρίζουν οικονομικά τις τράπεζες. Ελλειψη πιστώσεων σημαίνει ότι λόγω κρίσης οι τράπεζες δε δανείζουν ή δε μεσολαβούν για τη συνέχιση του προτσές της παραγωγής και της κυκλοφορίας εμπορευμάτων, αφού υπάρχει υπερπαραγωγή, επομένως διακοπή της αναπαραγωγής, που σημαίνει κινδύνους αποπληρωμής δανείων, ενώ υπάρχει την ίδια ώρα αναξιοποίητο παραγωγικό κεφάλαιο. Υπάρχουν και οι κίνδυνοι να μην πραγματοποιηθούν πιστώσεις που έχουν ήδη δοθεί πριν το ξέσπασμα της κρίσης, τα λεγόμενα «κόκκινα δάνεια». Εδώ οι τράπεζες πρέπει να στηριχτούν όχι μόνο από τυχόν τέτοιες ζημιές, αλλά και από ζημιές λόγω κερδοσκοπικών δικών τους παιχνιδιών στα Χρηματιστήρια. Επίσης, από το «κούρεμα» των ομολόγων.


Ο ιστορικός χαρακτήρας του καπιταλισμού

Ο Μαρξ έβλεπε την κοινωνία ως ενιαίο όλο, με την έννοια του κοινωνικοοικονομικού σχηματισμού, κινούμενο από τις εσωτερικές αντιφάσεις, με βάση νόμους που διαμορφώνονται μέσω της δράσης των ανθρώπων. Χρησιμοποιεί ένα μοναδικό κριτήριο ωριμότητας για το πέρασμα της κοινωνίας σε ένα ανώτερο στάδιο, το σοσιαλιστικό, που είναι μεταβατική κοινωνία με ό,τι συνεπάγεται αυτό. Το κριτήριο είναι η όξυνση της βασικής αντίθεσης του καπιταλισμού.

Ορισμένες από τις βασικές θέσεις που επεξεργάστηκε ο Μαρξ σχετικά μ' αυτό περιέχονται στο «Κεφάλαιο», για τον ιστορικό χαρακτήρα του καπιταλιστικού συστήματος, την παγκόσμια αγορά.

Ας δούμε πώς αναπτύσσει αυτές τις θέσεις στον πρώτο τόμο του «Κεφαλαίου», σελ. 786 - 787, εξετάζοντας την «ιστορική τάση της κεφαλαιοκρατικής συσσώρευσης».

«...από τη στιγμή που ο κεφαλαιοκρατικός τρόπος παραγωγής στέκεται στα δικά του τα πόδια, από τη στιγμή αυτή αποχτούν μια νέα μορφή η παραπέρα κοινωνικοποίηση της εργασίας και η παραπέρα μετατροπή της γης και των άλλων μέσων παραγωγής σε μέσα παραγωγής που τα εκμεταλλεύονται κοινωνικά, δηλαδή σε κοινά μέσα παραγωγής, επομένως αποχτάει νέα μορφή και η παραπέρα απαλλοτρίωση, των ατομικών ιδιοκτητών. Αυτός που είναι τώρα ν' απαλλοτριωθεί δεν είναι πια ο εργάτης που διευθύνει μόνος το νοικοκυριό του, αλλά ο κεφαλαιοκράτης που εκμεταλλεύεται πολλούς εργάτες.

Η απαλλοτρίωση αυτή συντελείται με το παιχνίδι των εσωτερικών νόμων της ίδιας της κεφαλαιοκρατικής παραγωγής, με τη συγκεντροποίηση των κεφαλαίων. Κάθε κεφαλαιοκράτης σκοτώνει πολλούς άλλους κεφαλαιοκράτες. Χέρι - χέρι μ' αυτήν τη συγκεντροποίηση, δηλαδή με την απαλλοτρίωση πολλών κεφαλαιοκρατών από λίγους, αναπτύσσεται σε διαρκώς αυξανόμενη κλίμακα η συνεργατική μορφή του προτσές της εργασίας, η συνειδητή τεχνική εφαρμογή της επιστήμης, η σχεδιασμένη εκμετάλλευση της γης, η μετατροπή των μέσων εργασίας σε μέσα εργασίας που μπορούν να χρησιμοποιήσουν μονάχα από κοινού η οικονομία σ' όλα τα μέσα παραγωγής με τη χρησιμοποίησή τους σαν μέσων παραγωγής συνδυασμένης, κοινωνικής εργασίας, η περιπλοκή όλων των λαών στο δίχτυ της παγκόσμιας αγοράς και μαζί μ' αυτό ο διεθνής χαρακτήρας του κεφαλαιοκρατικού καθεστώτος. Μαζί με τη διαρκή ελάττωση του ορισμού των μεγιστάνων του κεφαλαίου, που σφετερίζονται και μονοπωλούν όλα τα οφέλη αυτού του προτσές μετατροπής, αυξάνει η μάζα της αθλιότητας, της καταπίεσης, της υποδούλωσης, του εκφυλισμού, της εκμετάλλευσης, αλλά αυξάνει μαζί και η αγανάχτηση της εργατικής τάξης, που διαρκώς πληθαίνει και που διαπαιδαγωγείται, συνενώνεται και οργανώνεται απ' αυτόν τον ίδιο το μηχανισμό του κεφαλαιοκρατικού προτσές παραγωγής. Το μονοπώλιο του κεφαλαίου μετατρέπεται σε δεσμά του τρόπου παραγωγής που άνθισε μαζί του και κάτω απ' αυτό. Η συγκεντροποίηση των μέσων παραγωγής και η κοινωνικοποίηση της εργασίας φτάνουν σε ένα σημείο, όπου δε συμβιβάζονται με το κεφαλαιοκρατικό τους περίβλημα. Το περίβλημα αυτό σπάει. Σημαίνει το τέλος της κεφαλαιοκρατικής ατομικής ιδιοκτησίας».

Από τα παραπάνω γίνεται φανερό ότι: Με τον κεφαλαιοκρατικό τρόπο παραγωγής, η ατομική εργασία για την παραγωγή ενός προϊόντος μετατρέπεται σε κοινωνική (ο Μαρξ μιλάει για την επίτευξη της «κοινωνικής οργάνωσης του προτσές της εργασίας»), αφού πολλοί εργάτες μαζί δουλεύουν συνδυασμένα για την παραγωγή του. Αυτό συντελείται στην περίοδο ακόμη της «μανιφακτούρας», όπου διάφορα επαγγέλματα, αναγκαία για την παραγωγή προϊόντων που συνθέτουν ένα τελικό προϊόν, συνενώνονται κάτω από έναν κεφαλαιοκράτη για την παραγωγή αυτού του προϊόντος (π.χ. κατασκευή της άμαξας), είτε διάφοροι εργάτες εκτελούν τις διαφορετικές φάσεις επεξεργασίας για την παραγωγή ενός προϊόντος (π.χ. παραγωγή χαρτιού). Το προϊόν που παράγεται στη «μανιφακτούρα», ο Μαρξ το ονομάζει «κοινωνικό προϊόν». Βεβαίως, στη μανιφακτούρα, συνενώνονται οι εργάτες από το κεφάλαιο, δημιουργείται ένας καταμερισμός της εργασίας, αλλά ο κάθε εργάτης δουλεύει με ξεχωριστά εργαλεία.

Με την ανάπτυξη του κεφαλαιοκρατικού τρόπου παραγωγής και το πέρασμα στη μεγάλη βιομηχανία, με τη χρήση των μηχανών, αναπτύσσονται τα μέσα παραγωγής, έτσι που κοινωνικοποιούν ολοένα και περισσότερο την παραγωγή και την εργασία. Η παραγωγή αναπτύσσεται σε ολοένα και μεγαλύτερη κλίμακα. Η ανάπτυξη των μέσων παραγωγής αυξάνει την παραγωγικότητα της εργασίας, επομένως και την υπεραξία που αποσπά ο κεφαλαιοκράτης. Αυτό οδηγεί το κεφάλαιο στην ολοένα και μεγαλύτερη ανάπτυξη των μέσων παραγωγής με τη χρήση των μηχανών και την εξέλιξή τους, τις οποίες κινούν ολοένα και περισσότεροι εργάτες σε σχέση με πριν, αφού επίσης συνενώνονται ολοένα και περισσότερες διαδικασίες της κοινωνικής παραγωγής στο εργοστάσιο (μεγαλώνει η κοινωνικοποίηση). Αυτή η διαδικασία συγκεντρώνει την παραγωγή στη μεγάλη βιομηχανία, εξαρτά άλλες μικρότερες επιχειρήσεις απ' αυτήν και σε μια πορεία τις εκτοπίζει από την παραγωγική διαδικασία (παραπέρα απαλλοτρίωση των ατομικών ιδιοκτητών, αυτός που είναι τώρα ν' απαλλοτριωθεί είναι ο κεφαλαιοκράτης που εκμεταλλεύεται πολλούς εργάτες).
Γι' αυτό ο Μαρξ κάνει λόγο για μέσα παραγωγής, που «τα εκμεταλλεύονται κοινωνικά» και ότι «με την απαλλοτρίωση πολλών κεφαλαιοκρατών από λίγους, αναπτύσσεται σε διαρκώς αυξανόμενη κλίμακα η συνεργατική μορφή του προτσές της εργασίας, η συνειδητή τεχνική εφαρμογή της επιστήμης, η σχεδιασμένη εκμετάλλευση της γης, η μετατροπή των μέσων εργασίας σε μέσα εργασίας που μπορούν να χρησιμοποιήσουν μονάχα από κοινού, η οικονομία σ' όλα τα μέσα παραγωγής με τη χρησιμοποίησή τους σαν μέσων παραγωγής συνδυασμένης, κοινωνικής εργασίας». Δηλαδή, αυτή η διαδικασία της ολοένα και μεγαλύτερης συνένωσης (κοινωνικοποίηση) της παραγωγής και της εργασίας, συμβαδίζει με τη συγκεντροποίηση του κεφαλαίου. Που σημαίνει ότι τα μεγαλύτερα σε διαστάσεις κεφάλαια απορροφούν τα μικρότερα, και έτσι το κεφάλαιο συγκεντρώνεται σε ολοένα και λιγότερους μεγιστάνες. Σ' αυτό το αποτέλεσμα, οδηγεί επίσης ο ανταγωνισμός ανάμεσα στους ξεχωριστούς ατομικούς καπιταλιστές.

Ολη αυτή η διαδικασία οδηγεί επίσης στην αύξηση της εκμετάλλευσης, αφού αποσπάται ολοένα και μεγαλύτερη υπεραξία, στο φτήνεμα της εργατικής δύναμης, στην ανεργία, έτσι που όσο μεγαλώνουν οι διαστάσεις του κεφαλαίου και συγκεντρώνεται σε λιγότερα χέρια να αυξάνονται και η φτώχεια και η ανεργία.

Από τη μια, λοιπόν, μεγαλώνει ολοένα και περισσότερο η κοινωνικοποίηση, από την άλλη, κάθε μεγιστάνας καπιταλιστής παράγει για δικό του όφελος, για την αύξηση των κερδών του, για την αύξηση των διαστάσεων του δικού του κεφαλαίου. Αυτό στέκεται εμπόδιο στην παραπέρα ανάπτυξη της κοινωνικής παραγωγής. Γι' αυτό ο Μαρξ αναφέρει ότι «Το μονοπώλιο του κεφαλαίου μετατρέπεται σε δεσμά του τρόπου παραγωγής που άνθισε μαζί του και κάτω απ' αυτό. Η συγκεντροποίηση των μέσων παραγωγής και η κοινωνικοποίηση της εργασίας φτάνουν σε ένα σημείο, όπου δε συμβιβάζονται με το κεφαλαιοκρατικό τους περίβλημα. Το περίβλημα αυτό σπάει. Σημαίνει το τέλος της κεφαλαιοκρατικής ατομικής ιδιοκτησίας».


Το αντικειμενικό της εμφάνισης της μετοχικής εταιρείας

Αυτό, δηλαδή «το τέλος της κεφαλαιοκρατικής ατομικής ιδιοκτησίας», που μετατρέπεται στον καπιταλισμό σε κοινωνικό κεφάλαιο, κοινωνική καπιταλιστική ιδιοκτησία, εμφανίζεται μέσα στον ίδιο τον καπιταλισμό με την ίδρυση της μετοχικής εταιρείας. Σχετικά μ' αυτό, ο Μαρξ, στον τρίτο τόμο του «Κεφαλαίου», σελ. 550, αναφέρει τα εξής:

«Σχηματισμός μετοχικών εταιρειών. Επομένως:

1) Τεράστια επέκταση της κλίμακας της παραγωγής και των επιχειρήσεων, που ήταν αδύνατο να γίνουν από τα ξεχωριστά κεφάλαια. Ταυτόχρονα, τέτοιες επιχειρήσεις, που ήταν προηγούμενα κυβερνητικές, γίνονται εταιρικές.

2) Το κεφάλαιο, που αυτό καθ' αυτό βασίζεται σε κοινωνικό τρόπο παραγωγής και που προϋποθέτει κοινωνική συγκέντρωση μέσων παραγωγής και εργατικών δυνάμεων, παίρνει εδώ άμεσα τη μορφή κοινωνικού κεφαλαίου (κεφαλαίου άμεσα συνεταιρισμένων ατόμων), σε αντίθεση προς το ατομικό κεφάλαιο, και οι επιχειρήσεις του εμφανίζονται σαν εταιρικές επιχειρήσεις, σε αντίθεση προς τις ατομικές επιχειρήσεις. Πρόκειται για την κατάργηση του κεφαλαίου σαν ατομικής ιδιοκτησίας μέσα στα πλαίσια του ίδιου του κεφαλαιοκρατικού τρόπου παραγωγής».

Αυτή η εξέλιξη φανερώνει και το γεγονός ότι αντικειμενικά υπάρχουν οι συνθήκες για μετατροπή της καπιταλιστικής ιδιοκτησίας στα μέσα παραγωγής σε κοινωνική, δηλαδή είναι ώριμοι οι υλικοί όροι για το πέρασμα στο σοσιαλισμό.

Απ' αυτήν την αντικειμενική εξέλιξη του ίδιου του κεφαλαιοκρατικού τρόπου παραγωγής, με την εμφάνιση της μετοχικής εταιρείας, διαπιστώνεται και η δυνατότητα κατάργησής του, η δυνατότητα αντικατάστασης των καπιταλιστικών σχέσεων παραγωγής με τις σοσιαλιστικές, η δυνατότητα μετατροπής της καπιταλιστικής ιδιοκτησίας στα μέσα παραγωγής σε κοινωνική ιδιοκτησία.

Για την προλεταριακή Πολιτική Οικονομία, οι κλασικοί έθεταν το καθήκον να βρει μέσα στις μορφές της οικονομικής εξέλιξης (σ.σ. του καπιταλισμού), που πηγαίνει προς το τέρμα, τα στοιχεία της μελλοντικής οργάνωσης της παραγωγής και της ανταλλαγής, που θα βοηθήσουν στον παραμερισμό αυτών των δεινών.

Στο «Κεφάλαιο» διερευνώνται οι οικονομικές μορφές, η μετοχική επιχείρηση, το συνεταιριστικό εργοστάσιο, που πιστοποιούν ότι η εξέλιξη των σχέσεων παραγωγής έφτασε σε ένα ανώτατο στάδιο, επομένως δεν υπάρχει άλλο περιθώριο αλλαγής μορφής για να «χωρέσουν» τις αναπτυσσόμενες παραγωγικές δυνάμεις. Πρόκειται για την έναρξη του ανώτατου σταδίου του καπιταλισμού, του ιμπεριαλισμού ή της εποχής του χρηματιστικού κεφαλαίου.

Η συμβολή του Μαρξ είναι καθοριστική, γιατί αναφέρεται στην εξέλιξη του κοινωνικού πυρήνα, της σχέσης παραγωγής.

Στη μετοχική επιχείρηση παύει να υφίσταται ο ατομικός κεφαλαιοκράτης ως ιδιοκτήτης και διευθύνων της παραγωγής και εμφανίζεται η συλλογική ιδιοκτησία των μετόχων, που παραμένει όμως καπιταλιστική. Τη διεύθυνση ασκεί προσωπικό που μπορεί να βρίσκεται σε μισθωτή σχέση ή και να έχει πακέτο μετοχών.

Ας το δούμε πολύ συγκεκριμένα, όπως αναφέρεται στον τρίτο τόμο του «Κεφαλαίου» (σελ. 551):

«Μετατροπή του πραγματικά ενεργού κεφαλαιοκράτη σε απλό διευθυντή, διαχειριστή ξένου κεφαλαίου, και των ιδιοκτητών κεφαλαίου σε απλούς ιδιοκτήτες, απλούς κεφαλαιοκράτες του χρήματος (...) Στις μετοχικές εταιρείες η λειτουργία είναι χωρισμένη από την ιδιοκτησία του κεφαλαίου, επομένως και η εργασία είναι εντελώς χωρισμένη από την ιδιοκτησία στα μέσα παραγωγής και την υπερεργασία. Αυτό είναι αποτέλεσμα της ανώτατης ανάπτυξης της κεφαλαιοκρατικής παραγωγής, αναγκαίο σημείο περάσματος για την ξαναμετατροπή του κεφαλαίου σε ιδιοκτησία των παραγωγών, όχι όμως πια σαν ατομική ιδιοκτησία ξεχωριστών παραγωγών, αλλά σαν ιδιοκτησία συνεταιρισμένων παραγωγών, σαν άμεσα κοινωνική ιδιοκτησία. Είναι, από την άλλη, σημείο περάσματος για τη μετατροπή όλων των λειτουργιών στο προτσές αναπαραγωγής, που συνδέονται ακόμα ως τώρα με την ιδιοκτησία του κεφαλαίου, σε απλές λειτουργίες των συνεταιρισμένων παραγωγών, σε κοινωνικές λειτουργίες».

Οι ιδιοκτήτες των μετοχικών εταιρειών είναι αυτοί που έχουν στην ιδιοκτησία τους τις μετοχές των εταιρειών, γι' αυτό ο Μαρξ κάνει λόγο για απλούς ιδιοκτήτες κεφαλαίου, αλλά δεν έχουν άμεση σχέση με τη λειτουργία της παραγωγής. Η λειτουργία της παραγωγής διευθύνεται από τους διευθυντές. Το ρόλο του κεφαλαιοκράτη που οργάνωνε και διηύθυνε την παραγωγή άμεσα ο ίδιος, αντικαθιστά τώρα ο διευθυντής. Ετσι η λειτουργία των επιχειρήσεων είναι χωρισμένη από την ιδιοκτησία. Με την εμφάνιση της μετοχικής εταιρείας, ο Μαρξ κάνει λόγο για «αναγκαίο σημείο περάσματος για την ξαναμετατροπή του κεφαλαίου σε ιδιοκτησία των παραγωγών, όχι όμως πια σαν ατομική ιδιοκτησία ξεχωριστών παραγωγών, αλλά σαν ιδιοκτησία συνεταιρισμένων παραγωγών, σαν άμεσα κοινωνική ιδιοκτησία». Δηλαδή η μετοχική εταιρεία, ως έκφραση συλλογικής μορφής ιδιοκτησίας του κεφαλαίου στα πλαίσια του καπιταλισμού, αποδεικνύει τις δυνατότητες περάσματος από την καπιταλιστική ιδιοκτησία στην κοινωνική ιδιοκτησία. Επίσης το γεγονός ότι οι ιδιοκτήτες του κεφαλαίου δεν έχουν πλέον σχέση με την οργάνωση και τη λειτουργία της παραγωγής, σημαίνει ότι οι ιδιοκτήτες του κεφαλαίου είναι πλέον περιττοί, δε χρειάζονται για την ανάπτυξη της παραγωγής, των παραγωγικών δυνάμεων, αφού αυτή μπορεί να αναπτύσσεται και χωρίς τους ιδιοκτήτες κεφαλαίου. Ολες οι λειτουργίες της παραγωγής μπορούν να διεκπεραιωθούν από τους ίδιους τους άμεσους παραγωγούς, δηλαδή την εργατική τάξη, στο επίπεδο ολόκληρης της κοινωνίας (απλές λειτουργίες των συνεταιρισμένων παραγωγών, κοινωνικές λειτουργίες).


Μετοχική εταιρεία και μονοπώλιο

Η μετοχική επιχείρηση, όπως και το συνεταιριστικό εργοστάσιο είναι αποτέλεσμα της κοινωνικοποίησης της παραγωγής και σημείο περάσματος σε ανώτερο τρόπο παραγωγής, τον κομμουνιστικό, που χαρακτηρίζεται από την κοινωνική ιδιοκτησία. Στη βάση αυτή αναπτύσσονται τα μονοπώλια, η κρατική ανάμειξη, ο παρασιτισμός στο χρηματιστήριο, ο ρόλος του πιστωτικού συστήματος. Με άλλα λόγια, όλα εκείνα τα στοιχεία που εμφανίζονται αργότερα στην οικονομική ανάλυση του ιμπεριαλισμού από τον Λένιν και άλλους μαρξιστές. Τα μονοπώλια εκφράζουν μεγάλη κεφαλαιακή συσσώρευση μετοχικών επιχειρήσεων ή ομίλων επιχειρήσεων με συγκέντρωση μεγάλου μεριδίου αγοράς.

Ας δούμε πώς το αναφέρει ο Μαρξ στο «Κεφάλαιο» (τ. 3ος, σελ. 553):

«Είναι η κατάργηση του κεφαλαιοκρατικού τρόπου παραγωγής μέσα στα πλαίσια του ίδιου του κεφαλαιοκρατικού τρόπου παραγωγής, και γι' αυτό είναι μια αυτοαναιρούμενη αντίφαση, που πριν απ' όλα παρουσιάζεται σαν απλό μεταβατικό σημείο προς μια νέα μορφή παραγωγής. Σαν τέτοια αντίφαση παρουσιάζεται επίσης στην εμφάνιση. Αποκαθιστά σε ορισμένες σφαίρες το μονοπώλιο και προκαλεί γι' αυτό την ανάμειξη του κράτους. Αναπαράγει μια νέα οικονομική αριστοκρατία, παράσιτα νέου είδους, με τη μορφή σχεδιαστών, ιδρυτών και απλώς ονομαστικών διευθυντών. Ενα ολόκληρο σύστημα αγυρτείας και απάτης σχετικά με τις ιδρύσεις, την έκδοση μετοχών και το εμπόριο μετοχών. Πρόκειται για ατομική παραγωγή χωρίς τον έλεγχο της ατομικής ιδιοκτησίας».

Εδώ κάνει λόγο για κατάργηση του κεφαλαιοκρατικού τρόπου παραγωγής μέσα στον καπιταλισμό, με την έννοια ότι η ιδιοκτησία παίρνει συλλογική μορφή. Ταυτόχρονα, εδώ ο Μαρξ αναφέρεται και στη δημιουργία του μονοπωλίου, μαζί με τη μετοχική εταιρεία, ως «αποτέλεσμα της ανώτατης ανάπτυξης της κεφαλαιοκρατικής παραγωγής». Και όχι μόνο αυτό, αλλά και για την ανάμειξη του κράτους, μαζί με την εμφάνιση του μονοπωλίου. Οπως κάνει λόγο και για τη σύμφυση του βιομηχανικού κεφαλαίου με το τραπεζικό, δηλαδή τη δημιουργία του χρηματιστικού κεφαλαίου, όπως το χαρακτήρισε αργότερα ο Λένιν, ως εξής: «Η πίστη θέτει απόλυτα μέσα σε ορισμένα όρια στη διάθεση του ξεχωριστού κεφαλαιοκράτη, ή αυτού που περνάει για κεφαλαιοκράτης, ξένο κεφάλαιο...».

Για το μονοπώλιο, ο Ενγκελς αναφέρει συμπληρωματικά στον 3ο τόμο του «Κεφαλαίου» (σελ. 552): «Σε κάθε χώρα οι μεγαλοβιομήχανοι ενός ορισμένου κλάδου συνενώνονται σε ένα καρτέλ για τη ρύθμιση της παραγωγής. Μια επιτροπή του καρτέλ καθορίζει την ποσότητα των προϊόντων που θα παράγει κάθε επιχείρηση και κατανέμει τελεσίδικα τις παραγγελίες που γίνονται. Σε μεμονωμένες περιπτώσεις συγκροτήθηκαν μάλιστα από καιρό σε καιρό και διεθνή καρτέλ, όπως, λ.χ., ανάμεσα στην αγγλική και γερμανική σιδηροπαραγωγή». Εδώ ο Ενγκελς αναφέρεται και στη συγκρότηση διεθνικών μονοπωλίων.


Για το συνεταιριστικό εργοστάσιο

Σχετικά με το συνεταιριστικό εργοστάσιο ο Μαρξ («Κεφάλαιο», τ. 3ος, σελ. 555 - 556) αναφέρει τα εξής:

«Τα εργοστάσια των συνεταιρισμών των ίδιων των εργατών είναι, μέσα στα πλαίσια της παλιάς μορφής, το πρώτο ρήγμα στην παλιά μορφή, παρόλο που φυσικά παντού, στην πραγματική τους οργάνωση, αναπαράγουν και είναι υποχρεωμένα ν' αναπαράγουν όλες τις ελλείψεις του υπάρχοντος συστήματος. Μέσα στα πλαίσιά τους όμως έχει αρθεί η αντίθεση ανάμεσα στο κεφάλαιο και στην εργασία, αν και στην αρχή μόνο στη μορφή, γιατί οι εργάτες σαν συνεταιρισμός είναι οι ίδιοι ο κεφαλαιοκράτης του εαυτού τους, δηλαδή χρησιμοποιούν τα μέσα παραγωγής για την αξιοποίηση της δικής τους εργασίας. Τα εργοστάσια των συνεταιρισμών δείχνουν πως σε μια ορισμένη βαθμίδα ανάπτυξης των υλικών παραγωγικών δυνάμεων και στις ανταποκρινόμενες σ' αυτές κοινωνικές μορφές παραγωγής, αναπτύσσεται και διαμορφώνεται με φυσική αναγκαιότητα από τον έναν τρόπο παραγωγής ένας καινούριος τρόπος παραγωγής. Χωρίς το εργοστασιακό σύστημα, που ξεπηδάει από τον κεφαλαιοκρατικό τρόπο παραγωγής, δε θα μπορούσε να αναπτυχθεί το εργοστάσιο του συνεταιρισμού και, ακόμα λιγότερο, χωρίς το πιστωτικό σύστημα, καθώς αποτελεί την κύρια βάση για τη βαθμιαία μετατροπή των κεφαλαιοκρατικών ιδιωτικών επιχειρήσεων σε κεφαλαιοκρατικές μετοχικές εταιρείες, προσφέρει εξίσου τα μέσα για τη βαθμιαία επέκταση των επιχειρήσεων των συνεταιρισμών πάνω σε περισσότερο ή λιγότερο εθνική κλίμακα. Τις κεφαλαιοκρατικές μετοχικές επιχειρήσεις πρέπει να τις βλέπουμε εξίσου, όπως και τα εργοστάσια των συνεταιρισμών, σαν μεταβατικές μορφές από τον κεφαλαιοκρατικό τρόπο παραγωγής στο συνεταιριστικό τρόπο...».

Επομένως, έχουμε την εμφάνιση των μεταβατικών μορφών από τον κεφαλαιοκρατικό, τον παλιό τρόπο παραγωγής, στο συνεταιριστικό, στο νέο τρόπο παραγωγής, που μπορεί, σύμφωνα με τον Μαρξ, να οργανωθεί «πάνω σε περισσότερο ή λιγότερο εθνική κλίμακα». Αυτό αποδεικνύει ότι αντικειμενικά η κοινωνία βρίσκεται στο σημείο περάσματος στον κομμουνιστικό τρόπο παραγωγής.

Ο Μαρξ διερεύνησε, και διείδε στο «Κεφάλαιο», τις οικονομικές μορφές, που «πιστοποιούν ότι η εξέλιξη των σχέσεων παραγωγής έφτασε σε ένα ανώτατο στάδιο, επομένως δεν υπάρχει άλλο περιθώριο αλλαγής μορφής για να "χωρέσουν" τις αναπτυσσόμενες παραγωγικές δυνάμεις. Πρόκειται για την έναρξη του ανώτατου σταδίου του καπιταλισμού, του ιμπεριαλισμού ή της εποχής του χρηματιστικού κεφαλαίου».


Ο Ενγκελς για το μονοπώλιο

Ο Ενγκελς στον 3ο τόμο του «Κεφαλαίου» (σελ. 552 - 553), αναφέρει διευκρινιστικά, σχετικά με τη διερεύνηση από τον Μαρξ της μορφής της μετοχικής εταιρείας στον καπιταλισμό και το γεγονός ότι οδηγεί στο μονοπώλιο, τα εξής:

«Από τότε που ο Μαρξ έγραψε τα παραπάνω (σ.σ. για τη μετοχική εταιρεία), έχουν, όπως είναι γνωστό, αναπτυχθεί νέες μορφές της βιομηχανικής επιχείρησης, που εκπροσωπούν το δεύτερο και τον τρίτο βαθμό της μετοχικής εταιρείας. Στην καθημερινά αυξανόμενη ταχύτητα, με την οποία μπορεί να αυξηθεί σήμερα η παραγωγή σε όλους τους τομείς της μεγάλης βιομηχανίας αντιτάσσεται η διαρκώς αυξανόμενη βραδύτητα της επέκτασης της αγοράς γι' αυτά τα αυξημένα προϊόντα. Αυτά που παράγει η βιομηχανία μέσα σε λίγους μήνες είναι ζήτημα αν η αγορά μπορεί να τα απορροφήσει μέσα σε λίγα χρόνια... Οι συνέπειες είναι γενική χρόνια υπερπαραγωγή, χαμηλές τιμές, κέρδη που πέφτουν ή ακόμα και κέρδη που εξαφανίζονται ολότελα. Κοντολογίς, η ανέκαθεν περιβόητη ελευθερία του συναγωνισμού βρίσκεται στα τελευταία της και υποχρεώνεται να αναγγείλει η ίδια την ολοφάνερη σκανδαλώδη χρεοκοπία της. Και γίνεται αυτό μάλιστα με το ότι σε κάθε χώρα οι μεγαλοβιομήχανοι ενός ορισμένου κλάδου συνενώνονται σε ένα καρτέλ για τη ρύθμιση της παραγωγής... Σε μεμονωμένες περιπτώσεις συγκροτήθηκαν, μάλιστα, από καιρό σε καιρό και διεθνή καρτέλ, όπως, λ.χ., ανάμεσα στην αγγλική και γερμανική σιδηροπαραγωγή. Αλλά ακόμα και αυτή η μορφή της κοινωνικοποίησης της παραγωγής δεν επαρκούσε. Η αντίθεση συμφερόντων ανάμεσα στις διάφορες φίρμες διασπούσε πολύ συχνά τη συνένωσή τους και αποκαθιστούσε πάλι το συναγωνισμό. Ετσι, σε μερικούς κλάδους, στους οποίους το επέτρεπε η βαθμίδα της παραγωγής, έφθασαν ως το σημείο να συγκεντρώσουν σε μια μεγάλη μετοχική εταιρεία με ενιαία διεύθυνση όλη την παραγωγή αυτού του κλάδου. Στην Αμερική αυτό έγινε ήδη πολλές φορές, στην Ευρώπη το μεγαλύτερο παράδειγμα αυτού του είδους ως τώρα είναι το παράδειγμα του "United Alcali Trust", που συνένωσε στα χέρια μιας μόνο φίρμας όλη τη βρετανική παραγωγή αλκαλικών. Οι πρώην ιδιοκτήτες των - πάνω από τριάντα - ξεχωριστών εργοστασίων πήραν για όλες τους τις εγκαταστάσεις σε μετοχές την αξία τους, όπως εκτιμήθηκε, συνολικά κάπου 5 εκατομμύρια λίρες, που αποτελούν το πάγιο κεφάλαιο του τραστ. Η τεχνική διεύθυνση βρίσκεται στα ίδια ως τώρα χέρια, η διαχειριστική διεύθυνση όμως είναι συγκεντρωμένη στα χέρια της Γενικής Διεύθυνσης. Το κυκλοφοριακό κεφάλαιο (floating capital) ύψους κάπου ενός εκατομμυρίου λιρών διατέθηκε για πούληση στο κοινό. Ετσι, το συνολικό κεφάλαιο του τραστ έφτασε τα 6 εκατομμύρια λίρες. Ετσι στον κλάδο αυτό, που αποτελεί τη βάση όλης της χημικής βιομηχανίας, ο συναγωνισμός στην Αγγλία αντικαταστάθηκε από το μονοπώλιο, που προπαρασκεύασε με τον πιο ευχάριστο τρόπο τη μελλοντική απαλλοτρίωση από μέρους της συνολικής κοινωνίας, του έθνους».

Η εμφάνιση της μετοχικής επιχείρησης, ως αποτελέσματος της κοινωνικοποίησης της παραγωγής, είναι η βάση εμφάνισης και ανάπτυξης των μονοπωλίων, που αναπτύσσονται και σε διεθνικό επίπεδο, όπως παραστατικά το περιγράφει ο Ενγκελς και όπως αργότερα ανέπτυξε και ο Λένιν.

Σ' αυτή την παραστατική περιγραφή του Ενγκελς, αναδεικνύονται μια σειρά ζητήματα, όπως αυτό της κρίσης. Η υπερπαραγωγή και η αδυναμία της αγοράς να την απορροφήσει, η πτώση των κερδών, ακόμη και η εξαφάνιση κερδών. Αυτή η κατάσταση αποτυπώνει τα σημάδια της οικονομικής κρίσης στον καπιταλισμό. Η αδυναμία της αγοράς να απορροφήσει την παραγωγή και μέσων παραγωγής και ειδών κατανάλωσης οφείλεται στο γεγονός ότι κάθε καπιταλιστική επιχείρηση, επιδιώκοντας να αυξήσει τα κέρδη της (οι καπιταλιστές παράγουν για το κέρδος, αυτός ο νόμος κινεί τον καπιταλισμό), αυξάνει την παραγωγή, χωρίς να γνωρίζει εκ των προτέρων αν τα εμπορεύματα θα πουληθούν στην αγορά, χωρίς να γνωρίζει τις ανάγκες της κοινωνικής παραγωγής στο σύνολό τους. Απ' αυτήν την άποψη, η παραγωγή είναι άναρχη. Ταυτόχρονα, η κατανάλωση από την εργατική τάξη έχει ένα όριο, το οποίο δημιουργείται από τις σχέσεις εκμετάλλευσης της μισθωτής εργασίας και όχι από την αναγκαιότητα κάλυψης όλων των αναγκών της. Για παράδειγμα, η άνοδος της ανεργίας, αντικειμενική τάση στον καπιταλισμό, η μείωση των μισθών, η αύξηση των τιμών μειώνουν την αγοραστική δύναμη. Ετσι εμφανίζεται η υπερπαραγωγή, που δεν μπορεί να πουληθεί στην αγορά.

Αυτή η εξέλιξη είναι αποτέλεσμα της όξυνσης της βασικής αντίθεσης του καπιταλισμού, ανάμεσα στην κοινωνικοποίηση της παραγωγής και στην καπιταλιστική ιδιοποίηση των αποτελεσμάτων της. Η παραγωγή είναι κοινωνική, αλλά τα αποτελέσματά της, τα κέρδη, τα ιδιοποιείται η κάθε καπιταλιστική επιχείρηση, το κάθε μονοπώλιο. Εχει την τάση να αυξάνει την παραγωγή για περισσότερα κέρδη, αλλά η αγορά δεν μπορεί να απορροφήσει όλη την παραγωγή. Ετσι, επέρχεται η οικονομική κρίση, με την τεράστια καταστροφή παραγωγικών δυνάμεων και πρώτ' απ' όλα της εργατικής δύναμης.

Για παράδειγμα, στις σύγχρονες συνθήκες, εμφανίζονται κλάδοι ολόκληροι με ζημιές στις μεγάλες καπιταλιστικές χώρες (κατασκευές, χάλυβας, μέταλλο, αερομεταφορές, τράπεζες, κ.λπ.). Εχουμε συνεχώς αύξηση της ανεργίας. Επομένως και καταστροφή παραγωγικών δυνάμεων.

Το καπιταλιστικό κράτος με την όποια παρέμβασή του, που υπάρχει και συνεχίζει, δεν μπορεί να αναιρέσει το αυθόρμητο στην καπιταλιστική παραγωγή, επομένως να βάλει τέρμα καταργώντας τον κύκλο της κρίσης. Την καπιταλιστική παραγωγή τη χαρακτηρίζει η αναρχία. Δεν μπορεί να υπάρξει γενικευμένη ρύθμιση και προγραμματισμός που να καταργήσουν τις αντιθέσεις και τις αντιφάσεις του συστήματος.

Ο καπιταλισμός, εκτός από την καταστροφή παραγωγικών δυνάμεων, εμποδίζει την ανάπτυξή τους, αν δεν του αποφέρουν κέρδη. Παράδειγμα, τα ιατρικά μηχανήματα και εξοπλισμοί, που η πλατιά αξιοποίησή τους θα βελτίωνε αποφασιστικά την υγεία του λαού, υπάρχουν και χρησιμοποιούνται μόνο στο βαθμό που η Υγεία εμπορευματοποιείται αποφέροντας κέρδη (ιδιωτικά νοσοκομεία, εργαστήρια κ.λπ.).

Αλλο ζήτημα που περιγράφει ο Ενγκελς είναι η εμφάνιση του μονοπωλίου, που σημαίνει κατάργηση του ελεύθερου συναγωνισμού, ανάμεσα στους ατομικούς καπιταλιστές, αφού μετοχική εταιρεία και μονοπώλιο σημαίνει συλλογική ιδιοκτησία κεφαλαίου. Ετσι, μερικές καπιταλιστικές επιχειρήσεις, αντί να επιδιώκουν, καθεμιά ξεχωριστά, μέσω του ανταγωνισμού να απαλλοτριώσει η μία την άλλη, συνενώνουν τις δυνάμεις τους. Αυτό απαιτεί η αυξανόμενη κοινωνικοποίηση της παραγωγής. Μ' αυτόν τον τρόπο απαλλοτριώνουν μικρότερους καπιταλιστές. Ετσι το μονοπώλιο κυριαρχεί. Αλλά δεν καταργεί τον ανταγωνισμόκαι αυτή η μορφή της κοινωνικοποίησης της παραγωγής δεν επαρκούσε. Η αντίθεση συμφερόντων ανάμεσα στις διάφορες φίρμες διασπούσε πολύ συχνά τη συνένωσή τους», λέει ο Ενγκελς).

Ολα αυτά τα στοιχεία αποδεικνύουν ότι δεν υπάρχει αντιστοιχία παραγωγικών δυνάμεων και σχέσεων παραγωγής. Αποδεικνύουν ότι η βασική αντίθεση του καπιταλισμού έχει οξυνθεί στο έπακρο. Αυτή η πραγματικότητα αποκαλύπτει την αναγκαιότητα της αλλαγής των σχέσεων παραγωγής.

Ταυτόχρονα, όμως, αυτή η εξέλιξη, δηλαδή η μετοχική εταιρεία, το μονοπώλιο, «προπαρασκεύασε με τον πιο ευχάριστο τρόπο τη μελλοντική απαλλοτρίωση από μέρους της συνολικής κοινωνίας, του έθνους». Είναι η μορφή που αποκαλύπτει τις δυνατότητες οργάνωσης της κοινωνικής παραγωγής στο επίπεδο ολόκληρης της χώρας («της συνολικής κοινωνίας, του έθνους», ή, όπως έλεγε ο Μαρξ, «σε περισσότερο ή λιγότερο εθνική κλίμακα»). Απ' αυτή τη σκοπιά είναι μεταβατική μορφή για το πέρασμα από τον καπιταλισμό στον κομμουνισμό.


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου