Τρίτη, 29 Ιανουαρίου 2013

Απ. Χαρίσης-"Ολοκληρωτισμός": Η επιστροφή της μυθολογίας του Ψυχρού Πολέμου (II)

ΝΕΩΤΕΡΕΣ ΜΕΤΑΜΟΡΦΩΣΕΙΣ ΚΑΙ ΠΑΡΑΚΜΗ ΤΗΣ ΘΕΩΡΙΑΣ ΤΟΥ ΟΛΟΚΛΗΡΩΤΙΣΜΟΥ

Με τη σταθεροποίηση του μεταπολεμικού διεθνούς σκηνικού επήλθε μια ορισμένη σχετική ισορροπία μεταξύ καπιταλισμού και υπαρκτού σοσιαλισμού και επιβλήθηκε εκ των πραγμάτων μια φάση συνύπαρξης. Οι πληγές του πολέμου επουλώνονταν βαθμιαία και οι ανεπτυγμένες καπιταλιστικές χώρες διήγαν μια περίοδο μερικής σταθεροποίησης και έντονης οικονομικής ανάπτυξης. Σε αυτή τη φάση στις καπιταλιστικές χώρες άρχισαν να αποκτούν μεγάλη διάδοση οι ρεφορμιστικές αντιλήψεις, ενώ οι ακραίοι αντικομμουνιστικοί τόνοι έδειξαν να υποχωρούν. Σε ένα περίπλοκο κοινωνικό και ιδεολογικό περιβάλλον, όπου σταδιακά ενισχύονταν οι φιλελεύθερες δημοκρατικές και σοσιαλδημοκρατικές ιδεολογικές τάσεις, η αστική ιδεολογία και προπαγάνδα ενάντια στην κομμουνιστική ιδεολογία και τον υπαρκτό σοσιαλισμό εμπλουτίστηκε και με άλλες αποχρώσεις. Η θεώρηση περί ολοκληρωτισμού άλλαξε, έγινε πιο προσεκτική και με χαμηλότερους τόνους. Ενας από τους εκπροσώπους της πιο εκσυγχρονισμένης φιλολογίας περί σοσιαλισμού-ολοκληρωτισμού είναι ο Ραϊμόν Αρόν. Ο Αρόν είναι και ένας από τους εκπροσώπους της περίφημης «θεωρίας της σύγκλισης των δύο συστημάτων» (για την εγκυρότητα ή τη δυνατότητα επαλήθευσης της οποίας, τα γεγονότα από το 1985-'89 και μετά είναι αρκετά κατατοπιστικά), σύμφωνα με την οποία το μέλλον ανήκει στο συνδυασμό των δυνατοτήτων οικονομικής ανάπτυξης του καπιταλισμού με το στοιχείο της κοινωνικοποίησης του σοσιαλισμού, στο πλαίσιο της «βιομηχανικής κοινωνίας» που αποτελεί το υπόβαθρο και των δύο.


Στην πιο εκσυγχρονισμένη και ηπιότερη αντίληψη του Αρόν για τον ολοκληρωτισμό, το κύριο βάρος της αντίθεσης μεταξύ δημοκρατίας και ολοκληρωτισμού (η αντίθεση σαν τέτοια παραμένει σταθερή) μετατίθεται σε πιο τυπικά κριτήρια και θεμελιώνεται κυρίως στο καθεστώς των κομμάτων, ενώ εντοπίζεται και μια «πρόοδος» του σοβιετικού καθεστώτος σε «μη ολοκληρωτική» κατεύθυνση (κάτι που εξάλλου ήταν απαραίτητο για να θεμελιωθεί και η προοπτική της «σύγκλισης»…). Ο προσδιορισμός του ολοκληρωτικού φαινομένου ανάγεται σε πέντε στοιχεία και συγκεκριμένα:

1. Το ολοκληρωτικό φαινόμενο παρεμβαίνει σε ένα καθεστώς που παραχωρεί σε ένα κόμμα το μονοπώλιο της πολιτικής δραστηριότητας.

2. Το μονοπωλιακό κόμμα κινείται από (ή είναι οπλισμένο με) μια ιδεολογία στην οποία παρέχει ένα απόλυτο κύρος και η οποία κατά συνέπεια γίνεται επίσημη αλήθεια του κράτους.

3. Για τη διάδοση αυτής της επίσημης αλήθειας, το κράτος κρατάει με τη σειρά του για τον εαυτό του ένα διπλό μονοπώλιο, το μονοπώλιο των μέσων της βίας και το μονοπώλιο των μέσων του πειθαναγκασμού. Το σύνολο των μέσων επικοινωνίας, ραδιόφωνο, τηλεόραση, Τύπος, κατευθύνεται και διοικείται από το κράτος και από εκείνους που το αντιπροσωπεύουν.

4. Οι περισσότερες οικονομικές και επαγγελματικές δραστηριότητες υπάγονται στο κράτος και γίνονται, κατά κάποιο τρόπο, μέρος του ίδιου του κράτους. Καθώς το κράτος είναι αξεχώριστο από την ιδεολογία του, οι περισσότερες οικονομικές και επαγγελματικές δραστηριότητες χρωματίζονται από την επίσημη αλήθεια.

5. Και αφού τα πάντα είναι τώρα κρατική δραστηριότητα και αφού κάθε δραστηριότητα υποτάσσεται στην ιδεολογία, ένα λάθος που διαπράττεται σε κάποια οικονομική ή επαγγελματική δραστηριότητα είναι ταυτόχρονα και λάθος ιδεολογικό. Για το λόγο αυτό, τελικά, παρουσιάζεται μια πολιτικοποίηση, μια ιδεολογική μεταμόρφωση όλων των δυνατών σφαλμάτων των ατόμων και, συμπερασματικά, μια τρομοκρατία αστυνομική και ιδεολογική».

Οπως εύκολα μπορεί να διακρίνει κανείς, οι παλιότεροι υψηλοί τόνοι ενάντια στην τυραννία του ολοκληρωτισμού (Αρεντ κ.ά.) έχουν πλέον χαμηλώσει. Απλώς επιχειρείται να διασωθεί η έννοια του ολοκληρωτισμού ώστε να συνεχίσει να χρησιμοποιείται στην πολεμική της αστικής ιδεολογίας στη βάση του δίπολου φιλελεύθερη δημοκρατία – αυταρχικές και ολοκληρωτικές παρεκβάσεις της (με τις οποίες ταυτίζεται το σοσιαλιστικό κράτος και κοινωνία). Ωστόσο, οι προσπάθειες που καταβλήθηκαν για να διασωθεί ο όρος ως εργαλείο επιστημονικής προσέγγισης της πολιτικής επιστήμης κατέληξαν σε αποτυχία. Το ιστορικό περιεχόμενο του όρου ολοκληρωτισμός παραπέμπει ουσιαστικά στην αντιπαράθεση ανεπτυγμένου καπιταλισμού – πρώην υπαρκτού σοσιαλισμού. Αν εξετάσουμε όμως πιο προσεκτικά τα γνωρίσματα του ολοκληρωτισμού που παραθέτει ο Ρ. Αρόν, ακόμα και αν δεχτούμε ως υπόθεση εργασίας το σκεπτικό και τη στόχευσή του (κάνοντας δηλαδή στην άκρη κάθε συγκεκριμένη ιστορική ανάλυση και αποδεχόμενοι την ανακριβή και φορμαλιστική αυτή διατύπωση), θα διαπιστώσουμε ότι πολλά από αυτά τα γνωρίσματα ή και όλα μαζί μπορούν να αντιστοιχούν και σε μορφές κράτους ριζικά διαφορετικές από την ΕΣΣΔ ή τις παλιές φασιστικές καπιταλιστικές χώρες. Σε μια σειρά από αναπτυσσόμενες χώρες μπορούν να παρατηρηθούν παρόμοια ακόμα και από τυπική άποψη χαρακτηριστικά, για να μην αναφέρουμε και τις ανεπτυγμένες καπιταλιστικές χώρες, ιδιαίτερα σε οποιεσδήποτε συνθήκες έκτακτης ανάγκης. Κανείς ωστόσο δεν χαρακτηρίζει αυτά τα κράτη ως ολοκληρωτικά (ούτε καν το σύγχρονο Ιράκ ή τη Λιβύη που δεν τυγχάνουν και ιδιαίτερης συμπάθειας από την αστική ιδεολογία). Και αυτό γιατί ένας από τους όρους του ολοκληρωτισμού είναι η ανεπτυγμένη βιομηχανική κοινωνία με το αντίστοιχο κοινωνικοταξικό και πολιτιστικό υπόβαθρό της. Μόνο μια τέτοια κοινωνία δημιουργεί τους όρους αυτούς της «μαζικοποίησης» ώστε να γεννηθούν τα ολοκληρωτικά κινήματα και κράτη. Ετσι το θέμα τελικά καταλήγει να αφορά τις επιλογές μιας ανεπτυγμένης βιομηχανικής κοινωνίας: θα επιλέξει άραγε αυτή τη «δημοκρατία» ή τον «ολοκληρωτισμό»;

Οπως γίνεται σαφές, η θεώρηση περί ολοκληρωτισμού αποδεικνύεται τελικά άγονη για πραγματική επιστημονική διερεύνηση των κοινωνικών και πολιτικών φαινομένων και κατάλληλη, λόγω κεκτημένης ταχύτητας και ρεβανσιστικής-συκοφαντικής διάθεσης, μόνο για τις επιφυλλίδες των εφημερίδων. Γι' αυτό και σταδιακά εγκαταλείφθηκε σαν επιστημονικός όρος και επανήλθαν πάλι οι αναλύσεις που χρησιμοποιούν τους κλασσικούς όρους της αστικής πολιτικής επιστήμης (δικτατορία στρατιωτική ή μονοκομματική κλπ., αυταρχικό κράτος κ.ά.). Η θεωρία του ολοκληρωτικού φαινομένου αποδείχθηκε ανίσχυρη να διερευνήσει όχι μόνο το φαινόμενο του υπαρκτού σοσιαλισμού, αλλά και το ίδιο το φασιστικό κράτος από το οποίο έλκει την καταγωγή της ως έννοια.

Η μεγάλη διάδοση αυτής της θεωρίας και η φήμη που κατά καιρούς απολαμβάνει, ιδιαίτερα ανάμεσα σε κάποιου ιδιαίτερου τύπου «διανοούμενους», οφείλεται σε σημαντικό βαθμό στο ότι δεν ορίζει τον ολοκληρωτισμό σαν ένα αυστηρά κοινωνικοπολιτικό φαινόμενο (σε αυτή την περίπτωση θα αναγκαζόταν να το διερευνήσει με όλους αυτούς τους δύσκολους αναλυτικούς τρόπους και μεθόδους που η επιστήμη προσεγγίζει τα αντικείμενά της και που συνήθως δεν είναι και πολύ ελκυστικοί για το ευρύ κοινό). Το κύριο βάρος της ανάλυσης λ.χ. της Χάνα Αρεντ (η οποία έκανε και την πιο βαθιά και εκτεταμένη ανάλυση του θέματος αυτού), μετατοπίζεται στην παρουσίαση μιας ορισμένης ανθρωπολογικής κατάστασης δραματοποιημένης μάλιστα στο έπακρο. Τα αδύνατα σημεία της ανάλυσής της, όπως και όλων των θεωρητικών του ολοκληρωτισμού, είναι αυτά που συνήθως πολλοί δεν προσέχουν, αλλά που είναι τα μόνα σημεία τα οποία συνιστούν πραγματική κοινωνική ανάλυση. Για παράδειγμα, ένα από τα χαρακτηριστικά της γένεσης και της περαιτέρω ανάπτυξης του ολοκληρωτικού φαινομένου, κινήματος και κράτους, μια από τις βασικές προϋποθέσεις του, σύμφωνα με την Αρεντ, είναι η υποχώρηση της ταξικής πάλης στη σύγχρονη εποχή. Για την Αρεντ, σαν ταξική πάλη ορίζεται ουσιαστικά ο αγώνας μεταξύ των παλιών τάξεων της προκαπιταλιστικής και της προϊμπεριαλιστικής εποχής. Διατηρεί στη σκέψη της την παράσταση των νομοκατεστημένων τάξεων του Μεσαίωνα ή, στην καλύτερη περίπτωση, των σχετικά ολιγάριθμων συντεχνιακά οργανωμένων επίσημων ταξικών οργανώσεων της εποχής του προμονοπωλιακού καπιταλισμού. Στο βαθμό που όταν λέμε τάξεις και ταξική πάλη, έχουμε παράλληλα και την εικόνα της ταξικής οργάνωσης (οργάνωσης της τάξης), γίνεται φανερό ότι μια αντίληψη της σύγχρονης κοινωνικής δομής με βάση το σκεπτικό της Αρεντ οδηγεί στο συμπέρασμα ότι οι τάξεις και το ταξικό σύστημα (με την έννοια του Μεσαίωνα και του απολυταρχικού κράτους – συνέλευση των τάξεων, εκπρόσωποι των τάξεων, οι τρεις τάξεις κοκ.) έχουν καταρρεύσει (ακριβώς αυτό τον όρο χρησιμοποιεί). Μόνο η κατάρρευση των τάξεων δημιουργεί τη γένεση αυτής της τεράστιας υπο-τάξης, δηλαδή της «μάζας» που αποτελεί την κύρια προϋπόθεση του ολοκληρωτισμού. Γι' αυτό άλλωστε και καταγγέλλει τον καπιταλισμό για το ότι με τη γενίκευση της εκβιομηχάνισης και της μισθωτής εργασίας κατάργησε και την ταξική ένταξη των ανθρώπων αποστερώντας τους από κάθε είδους κοινότητα (δηλαδή, υποστηρίζεται περίπου ότι όταν η εργατική τάξη γίνεται πολύ μεγάλη σταματάει να είναι τάξη ή να μπορεί να οργανωθεί σαν τάξηεδώ κρύβεται η πραγματική κριτική του καπιταλισμού από την Αρεντ, που συνίσταται στην κριτική της κατάρρευσης του συστήματος των παλιών μεσαίων τάξεων, δηλαδή των παραδοσιακών μικροαστικών στρωμάτων, που αποτελούσαν το θεμέλιο του πολιτικού συστήματος στον προηγούμενο αιώνα. Η κριτική αυτή είναι εκ των πραγμάτων αντιδραστική, καλεί σε επιστροφή στον προμονοπωλιακό καπιταλισμό). Είναι όμως έτσι τα πράγματα;

ΟΙ ΜΑΡΞΙΣΤΙΚΕΣ ΘΕΣΕΙΣ ΓΙΑ ΤΟ ΘΕΜΑ ΤΟΥ ΟΛΟΚΛΗΡΩΤΙΣΜΟΥ

Στη μαρξιστική θεωρητική βιβλιογραφία των πρώην σοσιαλιστικών χωρών η έννοια και η προβληματική του ολοκληρωτισμού δεν χρησιμοποιείται καθόλου. Παρότι στις τελευταίες εκδόσεις φιλοσοφικών μονογραφιών και λεξικών της σοβιετικής εποχής γίνονται κάποιες σύντομες αναφορές στον όρο αυτό (όπου ο ολοκληρωτισμός ορίζεται ως ένας τύπος αντιδραστικών αστικών καθεστώτων του ιμπεριαλιστικού σταδίου του καπιταλισμού – βλ. φασισμός), εντούτοις, όπως είναι φυσικό (αφού όλη η φιλολογία περί ολοκληρωτισμού όχι μόνο είναι άγονη επιστημονικά αλλά και συνιστά ουσιαστικά μια ανοιχτή αντισοβιετική πολεμική), δεν απέκτησε ποτέ κάποια εφαρμογή σε θεωρητικές επεξεργασίες. Η χρησιμοποίηση λοιπόν αυτού του όρου από τους μαρξιστές αφορά κυρίως τις ίδιες τις αστικές αντιδραστικές και φασιστικές θεωρητικές αντιλήψεις που αυτοορίζονταν ως «ολοκληρωτισμός».

Για τη διερεύνηση και ανάλυση του φασιστικού κινήματος και κράτους η όλη θεωρία του ολοκληρωτισμού αποδεικνύεται ανεπαρκής. Για τους μαρξιστές, το φασιστικό κράτος ορίζεται καταρχήν σαν η πιο αντιδραστική, τρομοκρατική μορφή της δικτατορίας του μονοπωλιακού κεφαλαίου στο τελευταίο στάδιο του καπιταλισμού, αποτελεί μάλιστα και ένα σοβαρό δείκτη σήψης και κρίσης του όλου καπιταλιστικού σχηματισμού, καθώς και δείκτη κρίσης της νομιμοποίησής του στη συνείδηση των εργαζομένων και των άλλων καταπιεζόμενων στρωμάτων του πληθυσμού. Κατά δεύτερο λόγο, το φασιστικό φαινόμενο και κράτος εξετάζεται και ως συγκεκριμένο ιστορικό φαινόμενο, σχετίζεται δηλαδή και με μια ορισμένη ιστορική συγκυρία, αυτήν της κρίσης του καπιταλισμού στο μεσοπόλεμο (φυσικά δεν αποκλείεται καθόλου μια ανάλογη επανάληψη της ιστορίας και στις σύγχρονες συνθήκες). Είναι αποτέλεσμα της συγκεκριμένης συγκυρίας ανάπτυξης της ταξικής πάλης (σε εθνικό και διακρατικό επίπεδο – βλ. ύπαρξη της ΕΣΣΔ) και ιδιαίτερα στην Ευρώπη μετά από τον Α΄ παγκόσμιο πόλεμο, καθώς και της όξυνσης των ενδοϊμπεριαλιστικών αντιθέσεων εκείνη την εποχή. Στην πολιτική ιστορία της καπιταλιστικής κοινωνίας και κράτους έχουν εμφανιστεί –και εμφανίζονται συνεχώς– αρκετές «ειδικές» μορφές κράτους ή μορφές «αστικού κράτους εκτάκτου ανάγκης», όταν η αστική τάξη ή, στον αιώνα μας, το μονοπωλιακό κεφάλαιο, δεν έχει τη δυνατότητα να επιτύχει τους στόχους του με τους πιο δοκιμασμένους τρόπους της «κανονικής» κοινοβουλευτικής δημοκρατίας. Οι αναλύσεις του Μαρξ για τη γαλλική κοινωνία και κράτος στην «18η Μπρυμαίρ του Λουδοβίκου Βοναπάρτη» αποτελούν μια πρώτης τάξης μεθοδολογική αφετηρία για τη συγκεκριμένη ανάλυση και του φασισμού. Σε αυτό το έργο τονίζεται το στοιχείο της «σχετικής αυτοτέλειας» του κρατικού μηχανισμού απέναντι στην αστική τάξη, δηλαδή το ότι το κράτος μπορεί ενίοτε να αντιταχθεί σε μερίδες της άρχουσας τάξης ή ακόμα και στο σύνολο των μερίδων της, καθώς και στο σύνολο σχεδόν των πολιτικών εκπροσώπων της τάξης αυτής, εξυπηρετώντας τα μακροπρόθεσμα, όχι τόσο άμεσα οικονομικά, αλλά κυρίως πολιτικά της συμφέροντα. Τα φαινόμενα όπου το κράτος, σύμφωνα με το Μαρξ, φαίνεται «σαν να υψώνεται πάνω από την κοινωνία», δηλαδή τα φαινόμενα του «βοναπαρτισμού», του «καισαρισμού», κάποιων τύπων στρατιωτικής δικτατορίας ή ακόμα και του φασισμού (ιδιαίτερα όταν ο τελευταίος δεν έχει πάρει ακόμα την εξουσία) αποτελούν ακριβώς μια έκφραση αυτής της σχετικής αυτοτέλειας του αστικού κράτους και πολιτικού συστήματος απέναντι στην άρχουσα τάξη. Το θέμα είναι ότι η ίδια η άρχουσα τάξη αποκτά συνείδηση των συμφερόντων της και μέσα από την πολιτική πάλη, κάποιες φορές οι πολιτικοί εκπρόσωποι-ηγέτες της άρχουσας τάξης χρειάζεται να επιβληθούν στις διάφορες –συχνά αντιμαχόμενες– μερίδες της, καθορίζοντας τα άμεσα καθήκοντα αυτής της τάξης και του κράτους της, συνενώνοντας τα βιώσιμα στοιχεία της τάξης και εξασφαλίζοντας τη συνέχιση της κυριαρχίας της. Η αντίθεση αστικής δημοκρατίας και φασισμού –μια πραγματική αντίθεση που έχει έδαφος στο ειδικό πολιτικό πεδίο και όχι στο γενικότερο κοινωνικοϊστορικό- συνιστά έκφραση αυτής της δυνατότητας της πολιτικής οργάνωσης της αστικής μονοπωλιακής τάξης να αλλάζει μορφές και να προσαρμόζεται στις ανάγκες συνέχισης της κυριαρχίας της. Ενα σημείο που οι παλιότεροι θεωρητικοί του ολοκληρωτισμού, όπως η Χ. Αρεντ, εντόπιζαν σωστά είναι το ότι η πηγή του φασισμού βρίσκεται όχι μόνο μέσα στις δομές της σύγχρονης κοινωνίας, αλλά και στο ίδιο το αστικό πολιτικό σύστημα. Σε αντίθεση με παλιότερες εποχές όπου το κράτος παρουσιαζόταν σαν έκφραση της θείας θέλησης ή απροκάλυπτα της κυρίαρχης τάξης (επειδή η τελευταία διέθετε ντε φάκτο το μονοπώλιο της πολιτικής και στρατιωτικής ικανότητας, των ένοπλων μέσων, της βίας και του καταναγκασμού), το σύγχρονο αστικό κράτος εμφανίζεται σαν έκφραση της γενικής βούλησης του έθνους (εθνικό κράτος). Αυτή η συνθήκη νομιμοποίησης της κρατικής εξουσίας συνιστά στην ουσία μια παραπλάνηση με σκοπό οι καταπιεζόμενες τάξεις να ετεροκαθορίζονται ιδεολογικά. Η ανώτερη πολιτική οργάνωση δηλαδή της κοινωνίας, το κράτος, παρουσιάζεται σαν η πολιτική οργάνωση όλων των πολιτών, άρα και όλων των τάξεων, τη στιγμή που δεν αποτελεί παρά «ταξική οργάνωση» και εργαλείο της άρχουσας τάξης, μέσα από το οποίο η τελευταία όχι μόνο οργανώνει και προωθεί αλλά συχνά και συνειδητοποιεί τα πολιτικά της συμφέροντα. Η αντίληψη της θεωρίας του ολοκληρωτισμού, ότι η πηγή όλων των κακών στη σύγχρονη κοινωνία είναι η διαδικασία «μαζοποίησης» των ανθρώπων, αποτελεί ψευδή αντανάκλαση του ιδεολογικού ετεροκαθορισμού των εκμεταλλευόμενων και καταπιεζόμενων τάξεων που είναι αποτέλεσμα της απομόνωσης των κοινωνικο-οικονομικών σχέσεων της καπιταλιστικής κοινωνίας από τα άλλα επίπεδα της ταξικής πάλης. Η αληθινή εικόνα της κοινωνίας που είναι διασπασμένη σε ανταγωνιστικές τάξεις δεν αποτυπώνεται στη μορφή και στην οργάνωση του κράτους που εμφανίζεται ενιαίο. Το στοιχείο της ταξικής πάλης επίσης δεν αποτυπώνεται μέσα στο σύγχρονο κράτος αφού αυτό παρουσιάζεται σαν η ενότητα του λαού και του έθνους. Ετσι η αφηρημένη και νεφελώδης έννοια «λαός» (όπως αυτή νοείται στην αστική ιδεολογία) συνιστά στην ουσία μια αφαίρεση από τον υπαρκτό πληθυσμό του κράτους που είναι διασπασμένος σε ανταγωνιστικές τάξεις και στρώματα. Η όποια έλλειψη λοιπόν των ταξικών οργανώσεων των εξαρτημένων τάξεων στη σύγχρονη κοινωνία, που ορίζεται από τους θεωρητικούς του ολοκληρωτισμού ως μια από τις αιτίες γένεσης του ολοκληρωτισμού, αποτελεί μια μόνιμη επιδίωξη του αστικού κράτους, αφού το ίδιο φαίνεται να υποκαθιστά – και σε κάθε περίπτωση τείνει να περιορίζει - τις ειδικές ταξικές οργανώσεις ισχυριζόμενο ότι εκφράζει τη «γενική βούληση» του έθνους. Ακόμα περισσότερο, το να παρουσιάζεται έτσι το κράτος είναι αναγκαίος όρος για να παίξει το ρόλο του ακριβώς ως ταξικό κράτος, ως κράτος που υπηρετεί τα συμφέροντα της άρχουσας τάξης. Επομένως, προκύπτει το ερώτημα: δεν είναι άραγε ολοκληρωτικό το υπάρχον πολιτικό σύστημα και κράτος της φιλελεύθερης δημοκρατίας που υπερασπίζονται οι «αντι-ολοκληρωτικοί»; Αν όμως έτσι έχουν τα πράγματα, γιατί να χρησιμοποιήσουμε τον όρο «ολοκληρωτισμός» και να μην εμμείνουμε σε γενικά παραδεκτούς και αποδεδειγμένα λειτουργικούς όρους, γόνιμους για την έρευνα και για το διαφωτισμό της κοινωνικής συνείδησης, όρους όπως καπιταλισμός, φασισμός, αστικό κράτος κοκ.;

Σε ότι αφορά το σοσιαλιστικό κράτος και ιδιαίτερα το σοβιετικό κράτος της περιόδου που ορίζεται ως «ολοκληρωτική», τα πράγματα είναι ακόμη πιο άσχημα για τους εν λόγω θεωρητικούς. Δεν προκύπτει πραγματικά καμιά γνώση των ιδιοτήτων και υπαρκτών προβλημάτων του κρατικού αυτού σχηματισμού κατά την ανάλυσή του ως ολοκληρωτικού. Ο πιο γόνιμος τρόπος για να μελετηθεί το σοβιετικό κράτος και κοινωνία είναι η πρωτότυπη και δημιουργική χρήση της μαρξιστικής θεωρίας, με βάση το σκεπτικό του Μαρξ ότι «όπως δεν κρίνουμε έναν άνθρωπο με βάση αποκλειστικά τη γνώμη που έχει ο ίδιος για τον εαυτό του, με τον ίδιο τρόπο δεν πρέπει να κρίνουμε και μια εποχή με βάση αποκλειστικά την κοινωνική (αυτό)συνείδησή της», στο φως της σημερινής εμπειρίας της ανατροπής των καθεστώτων του υπαρκτού σοσιαλισμού, καθώς και με την ουσιαστικότερη αξιοποίηση των ήδη κεκτημένων μεθόδων και εργαλείων μαρξιστικής έρευνας και την περαιτέρω ανάπτυξή τους, πράγμα που προϋποθέτει αλλά και προκαλεί την σε βάθος ανάπτυξη της ίδιας της μαρξιστικής θεωρίας (στο βαθμό που το ίδιο το αντικείμενο - η σοβιετική κοινωνία, η κοινωνική της δομή και το κράτος της - συνιστά την ανώτερη μέχρι στιγμής και την πιο σύνθετη βαθμίδα κοινωνικών σχέσεων στην ιστορία, αντίστοιχα πρέπει να αναπτυχθεί και η γνωστική προσέγγισή της αφού, όπως είναι γνωστό, το αντικείμενο, δηλαδή η αντικειμενική διαλεκτική πραγματικότητα θέτει τις προϋποθέσεις, προσδιορίζει τον τρόπο προσέγγισής της από τη νόηση, δηλαδή από τη συνειδητή και ενεργητική «υποκειμενική διαλεκτική» αντανάκλασή της. Βλ. λ.χ. Τη σχέση μεταξύ του αντικειμένου «κεφάλαιο» και «καπιταλιστικός τρόπος παραγωγής» ως αντικειμενικής διαλεκτικής πραγματικότητας και του «Κεφαλαίου» του Μαρξ ως υποκειμενικής διαλεκτικής αναπαράστασης-κατανόησής της από την ανθρώπινη συνείδηση). Το καθήκον αυτό, παρ' όλη τη σπουδαιότητά του, είναι αλήθεια ότι δεν έχει απασχολήσει όσο θα έπρεπε πολλούς κομμουνιστές και μαρξιστές (σίγουρα και εξαιτίας των δυσκολιών και των μεγάλων απαιτήσεων που συνεπάγεται μια τέτια προσπάθεια. Η παραπέρα ανάπτυξη του κομμουνιστικού κινήματος προϋποθέτει τη συστηματική μελέτη και ανάλυση των κοινωνιών του υπαρκτού σοσιαλισμού, την ανάδειξη των πραγματικών διαλεκτικών αντιφάσεων που χαρακτηρίζουν τη γένεση και την ανάπτυξή τους, την υπεράσπιση των κατακτήσεων και των δυνατοτήτων που άνοιξε για την ανθρωπότητα η εμφάνιση και η ύπαρξή τους.

Ενα τελευταίο σημείο που πρέπει να αναφερθεί εδώ, είναι η ριζικά διαφορετική οπτική μεταξύ του μαρξισμού και της αστικής ιδεολογίας σχετικά με το ζήτημα του «νέου ανθρώπου». Οι θεωρητικοί του «ολοκληρωτισμού», αντιλαμβανόμενοι στατικά και μεταφυσικά τον άνθρωπο και την «ανθρώπινη φύση», δε μπορούν να δουν τη δυνατότητα της αλλαγής των κοινωνικών σχέσεων παρά σαν καταστροφή της ανθρωπιάς και σαν κατάργηση της ελευθερίας. Ο σοσιαλισμός δεν επιδιώκει να μετατρέψει τους ανθρώπους σε «υπηρέτες του κράτους» και σε άβουλα όντα, όπως διατείνονται οι εν λόγω θεωρητικοί. Αυτό το καθήκον ανήκει στις καθημερινές αρμοδιότητες του καπιταλιστικού συστήματος (είτε φασιστικού, είτε «φιλελεύθερου»), τις οποίες βιώνουμε και σήμερα με ιδιαίτερα έντονο τρόπο. Ο σοσιαλισμός στοχεύει στην οικοδόμηση ενός νέου πολιτισμού, ενός νέου τύπου κοινωνικών σχέσεων (αυτό σημαίνει «νέος τύπος ανθρώπου» και όχι το ξερίζωμα όλων των ανθρώπινων ιδιοτήτων, όπως ισχυρίζονται οι θεωρητικοί του ολοκληρωτισμού!), που θ' απελευθερώσει τις δημιουργικές ικανότητες των ανθρώπων ώστε να μπορέσουν συλλογικά να χειριστούν και να αναπτύξουν παραπέρα τις τεράστιες δυνάμεις και δυνατότητες που έχει συσσωρεύσει η σημερινή φάση ανάπτυξης της ανθρωπότητας. Σήμερα, περισσότερο από ποτέ άλλοτε, το δίλημμα «σοσιαλισμός ή βαρβαρότητα» γίνεται κρίσιμο και επιτακτικό. Για τους αστούς διανοητές όμως, τις περισσότερες φορές, ο άνθρωπος νοείται μονόπλευρα, μονοδιάστατα. Με τη λέξη «άνθρωπος» εννοούν στην ουσία όχι την κοινωνική κατηγορία «άνθρωπος» (δηλαδή το σύνολο των κοινωνικών σχέσεων) ούτε καν γενικώς τον ατομικό άνθρωπο, αλλά τον ατομικισμό και μάλιστα τον ατομικισμό του αστού και του μικροαστού. Και αυτόν το στείρο, ωφελιμιστικό και παρωχημένο πλέον ατομικισμό και εγωισμό που ευδοκιμεί μέσα στο στενόχωρο συμφεροντολογικό περιβάλλον των κοινωνικών σχέσεων του καπιταλισμού, τον ταυτίζουν με την «ανθρώπινη φύση» γενικά, με την ανθρώπινη φύση που δεν αλλάζει ποτέ και αν αλλάξει θα είναι μόνο προς το χειρότερο. Η απάντηση σε αυτή την αντιεπιστημονική, αντιιστορική και πεσιμιστική τελικά αντίληψη περί του ανθρώπου έχει ήδη δοθεί στον περασμένο αιώνα από τον ίδιο το Μαρξ και μάλιστα με αρκετή δόση σαρκασμού…

Τα πρακτικά πολιτικά συμπεράσματα αυτής της σύντομης κριτικής παρουσίασης για τη φιλολογία περί του ολοκληρωτισμού και της ταύτισής του με τον υπαρκτό σοσιαλισμό μπορούν να συνοψιστούν επιγραμματικά ως εξής:

α) Η θεωρία του λεγόμενου ολοκληρωτισμού είναι επιστημονικά άγονη, δηλαδή δε συντελεί στην κατανόηση ούτε της ιστορίας και του περιεχομένου του υπαρκτού σοσιαλισμού ούτε και στην κατανόηση του φαινομένου του φασισμού ως συγκεκριμένης αντιδραστικής εκδοχής του καπιταλιστικού κράτους και ιδεολογίας.

β) Σαν σύγχρονη αντιδραστική έκφραση της αστικής ιδεολογίας και προπαγάνδας κατευθύνεται – σχεδόν αποκλειστικά - ενάντια στο κομμουνιστικό και το εργατικό κίνημα και σαν τέτοια πρέπει να γίνεται αντικείμενο πολεμικής από τους κομμουνιστές σε όποια μορφή και αν συναντιέται (είτε αυτή της επιστημονικοφανούς μυθολογίας στα ΑΕΙ, στις επιστημονικές συζητήσεις και τη βιβλιογραφία, είτε στην αγοραία μορφή των άρθρων στον αστικό τύπο και στις δημόσιες τοποθετήσεις στελεχών των αστικών κομμάτων).

γ) Η αποκάλυψη του χαρακτήρα των αντιλήψεων περί ολοκληρωτισμού και η ουσιαστική αντίκρουσή τους είναι δυνατή μόνο με την παράλληλη εμβάθυνση, μελέτη, ανάπτυξη και διάδοση της μαρξιστικής θεωρίας. Ιδιαίτερα σε ό,τι αφορά την ιστορία και τη λογική της σοσιαλιστικής οικοδόμησης, απαιτείται η περαιτέρω ανάπτυξη της μαρξιστικής θεωρίας και μεθοδολογίας, στο πλαίσιο της γενικότερης ανάπτυξης του κομμουνιστικού και εργατικού κινήματος στη χώρα μας και διεθνώς.

8 σχόλια:

  1. Κάπου έμεινε πίσω η επιμόρφωση στο ΝΑΡ...http://www.narnet.gr/articles/εκδήλωση-στη-λέσχη-ο-σύγχρονος-ολοκληρωτισμός

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Εξαιρετικό άρθρο, δείγμα κι αυτό κατά τη γνώμη μου ότι το ΚΚΕ μπορεί πλέον και ξεπερνά αδυναμίες δεκαετιών και προχωρά παράγοντας πραγματική θεωρία και όχι "απολογητική" και μικροαστικά πασαλείμματα.

    Μια παρατήρηση: σωστά επισημαίνεται ότι η έννοια του "ολοκληρωτισμού" κατά Άρεντ προήλθε από μια αρκετά "γερμανική συζήτηση" με βάση τον ναζισμό ο οποίος διεκδικούσε την έννοια του ολοκληρωτικού κράτους. Την ίδια εποχή αναπτύχθηκε και η Κριτική Θεωρία, γνωστότερη και ως Σχολή της Φραγκφούρτης. Η δική τους ανάλυση περί "ολοκληρωτισμού" αναφέρεται κυρίως στον μονοπωλιακό καπιταλισμό ο οποίος απορροφά σταδιακά την "κοινωνία των ιδιωτών", αναφέρεται επίσης στη σχέση του πολιτικού υπαρξισμού με τον φασισμό ή ακόμη στη σύνδεση και άλλων ρευμάτων όπως ορισμένων πλευρών της ψυχανάλυσης, ή φαινομένων όπως ο καταναλωτισμός με τον φασισμό. Οι Φραγκφουρτιανοί πίστευαν ότι ο καπιταλισμός όσο αναπτυσσεται τόσο πιο ολοκληρωτικός θα γίνεται, αλλά αυτό σε καμιά περίπτωση δεν έχει σχέση με το ναρίτικο εφεύρημα του "ολοκληρωτικού καπιταλισμού", ούτε φυσικά με τον γερμανικό "πολιτισμικό πεσιμισμό" όπως πιστεύουν αρκετοί επίδοξοι "ερμηνευτές" του έργου τους. Θεωρώ γενικότερα ότι ειδικά στην Ελλάδα, λόγω του τρόπου με τον οποίο κάποιοι αναθεωρητές χρησιμοποίησαν ορισμένες οπορτουνιστικές θέσεις του Μαρκούζε, έχει παρεξηγηθεί αρκετά η Σχολή της Φραγκφούρτης από το εργατικό κίνημα. Αν και σε ορισμένες περιπτώσεις οι εκπρόσωποί της υιοθέτησαν πράγματι κάποιους αντισοβιετικούς τόνους, η ανάλυσή τους για τον ολοκληρωτισμό είναι κατά βάση ταξική και μαρξιστική, όπως και το μεγαλύτερο μέρος του έργου τους. Ο μαρξισμός τους είναι βέβαια ιδιότυπος, έτσι καθώς αναπτύχθηκε σε απόσταση από το κομμουνιστικό εργατικό κίνημα, έχει όμως αυθεντικά μαρξιστικές επεξεργασίες που αξίζει να μελετηθούν.

    για την περίσταση θα είχα να προτείνω ένα άρθρο του Μαρκούζε γραμμένο το 1934. Αφορά τη μεταξέλιξη του πολιτικού υπαρξισμού στη θεωρία του ολοκληρωτικού κράτους, και το βρίσκω εξαιρετικά ενδιαφέρον, όχι πολύ μακριά επί της ουσίας από την ανάλυση που γίνεται στο άρθρο. Εξετάζει τον ναζισμό ξεκινώντας από τον τρόπο με τον οποίο αυτός επιτίθεται στον φιλελευθερισμό.

    τις καλησπέρες μου Αντώνη και ομήγυρις...

    Νίκος Ζ.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  3. ουπς ξέχασα να βάλω το λινκ για το άρθρο:

    http://www.scribd.com/doc/100815746/marcuse-%CE%9F-%CE%B1%CE%B3%CF%8E%CE%BD%CE%B1%CF%82-%CE%BA%CE%B1%CF%84%CE%AC-%CF%84%CE%BF%CF%85-%CF%86%CE%B9%CE%BB%CE%B5%CE%BB%CE%B5%CF%85%CE%B8%CE%B5%CF%81%CE%B9%CF%83%CE%BC%CE%BF%CF%8D-%CF%83%CF%84%CE%B7%CE%BD-%CE%BF%CE%BB%CE%BF%CE%BA%CE%BB%CE%B7%CF%81%CF%89%CF%84%CE%B9%CE%BA%CE%AE-%CE%B1%CE%BD%CF%84%CE%AF%CE%BB%CE%B7%CF%88%CE%B7-%CF%84%CE%BF%CF%85-%CE%BA%CF%81%CE%AC%CF%84%CE%BF%CF%85%CF%82

    Νίκος Ζ.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Πράγματι εξαιρετικό άρθρο. Πολύ λεπτή σκέψη, πολύ καλή αντίληψη της γενεαλογίας των ιδεών, οξύ κριτικό πνεύμα. Ευχαριστώ για το λινκ.

      Διαγραφή
  4. εξίσου ενδιαφέρον κείμενο και πολύ συνοπτικό είναι το Τέλος του Λόγου, του Μαξ Χορκχάιμερ, κυκλοφορεί σε εκδόσεις Έρασμος. Είναι πολύ ενδιαφέρουσα η οπτική της "διπλής μύθευσης" που επιτελεί ο φασισμός. Δηλαδή διακηρύσσει την υλοποίηση ενός μύθου (π.χ. των Ελλήνων τις κοινότητες...) αλλά σε κοινωνικές συνθήκες που τον αναιρούν και τον καθιστούν αυταπάτη. Οι αστοί "ορθολογιστές" μπορούν μόνο να καταδικάζουν τον μύθο ως εν γένει ανορθολογικό, η διαλεκτική που εντοπίζει τον κοινωνικοϊστορικό πυρήνα του μύθου δεν καταγγέλλει ως ανορθολογικό τον ίδιο τον μύθο αλλά τη φενάκη της υλοποίησής του από το φασιστικό κράτος. Πολύ βασική διάκριση για να μην πολεμάμε τον φασισμό κατά τον τρόπο των αστών...


    Επίσης θα έλεγα ότι από τη μελέτη του ολοκληρωτισμού μέσα στην αστική ιδεολογία δεν θα έπρεπε να απουσιάζει ο Πόππερ (και η αναγωγή που επιχειρεί κάθε ολοκληρωτικής ιδεολογίας στον ...Πλάτωνα) καθώς και οι πιο αγοραίες μορφές αντιολοκληρωτισμού που γνωρίσαμε τις τελευταίες δεκαετίες: ο Φρανσουά Φυρέ, οι Νέοι Φιλόσοφοι της πλάκας, ο μεταστρουκτουραλιστής ηθικολόγος Τοντόροφ

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Ψευδώνυμο παρακαλώ. Πολιτική ιστολογίου.

      Ο Πόππερ είναι πράγματι πολύ σημαντικός, αλλά νομίζω πως το κείμενο τον παρακάμπτει για έναν αρκετά απλό λόγο: δεν επεξεργάζεται θεωρία του "ολοκληρωτικού κράτους" αλλά της "ολοκληρωτικής ιδεολογίας" στο Η ανοιχτή κοινωνία και οι εχθροί της.

      Η αδυναμία των της Φρανκφούρτης είναι ότι τείνουν να απο-ιστορικοποιούν το φασιστικό φαινόμενο γενικεύοντάς το. Υποτιμούν, κατά την άποψή μου, πάρα πολύ την σύνδεσή του με την αντεπανάσταση του 1918 στη Γερμανία και τον ρόλο της σοσιαλδημοκρατίας. Και πριμοδοτούν πολιτισμικές και ψυχολογικές εκφάνσεις, που αν και σημαντικές, δεν είναι πηγές του φασιστικού φαινομένου πολιτικά, αλλά το ιδεολογικό του εποικοδόμημα.

      Διαγραφή
  5. το ξέχασα αγαπητέ Αντώνη...

    κατά τα λοιπά συμφωνώ με τις παρατηρήσεις σου

    Νίκος Ζ.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Α, δεν κατάλαβα ότι ήταν δικό σου Νίκο. Περιμένουμε και κανένα δικό σου κείμενο;-)

      Διαγραφή