Τρίτη, 29 Ιανουαρίου 2013

Απ. Χαρίσης-"Ολοκληρωτισμός": Η επιστροφή της μυθολογίας του Ψυχρού Πολέμου (I)

Αφίσα από το θεατρικό έργο της Kate Fodor "H Χάνα [Άρεντ] και ο Μάρτιν [Χάιντεγκερ]". Ο Χάιντεγκερ ήταν μέντορας και εραστής της Άρεντ.

Ο Χάιντεγκερ σε συγκέντρωση του NSDAP, 1933

«Ολοκληρωτισμός»: Η επιστροφή της μυθολογίας του ψυχρού πολέμου
του Απόστολου Χαρίση
ΚΟΜΕΠ, τ. 2, 2000


Ενα από τα χαρακτηριστικά γνωρίσματα της ιδεολογικής πάλης της περιόδου που διανύουμε, μετά τις ανατροπές των σοσιαλιστικών καθεστώτων και κοινωνιών του τέλους της δεκαετίας του 1980 και των αρχών της δεκαετίας του 1990, είναι και η ισχυροποίηση και επαναφορά στο προσκήνιο πολλών ιδεολογημάτων και θεωριών της πρώτης φάσης του ψυχρού πολέμου που χαρακτηρίζονται από τον πιο ωμό και επιθετικό αντικομμουνισμό. Το γεγονός αυτό απηχεί το νέο συσχετισμό των δυνάμεων στον κόσμο, καθώς και τη συνακόλουθη ενδυνάμωση των ρεβανσιστικών διαθέσεων του μονοπωλιακού κεφαλαίου και των πολιτικών του εκπροσώπων. Ενα από τα καινούργια-παλιά ιδεολογήματα που επιστρέφουν στις πολιτικές αναλύσεις του αστικού τύπου, στις δημόσιες τοποθετήσεις πολιτικών στελεχών της κυβέρνησης και των αστικών πολιτικών κομμάτων, αλλά και στα προγράμματα σπουδών των ανώτατων εκπαιδευτικών ιδρυμάτων είναι αυτό της ταύτισης των πρώην σοσιαλιστικών κοινωνιών αλλά και του σοσιαλισμού γενικά με το λεγόμενο ολοκληρωτισμό. Τις περισσότερες φορές, η έννοια του ολοκληρωτισμού, του ολοκληρωτικού φαινομένου, των ολοκληρωτικών ιδεολογιών, της ολοκληρωτικής νοοτροπίας και πρακτικής κ.ο.κ., διαχέεται στις στήλες των εφημερίδων και των περιοδικών ανεπαίσθητα και με μη κριτικό τρόπο. Σχεδόν ποτέ δε δίνεται ορισμός του φαινομένου αυτού, παρουσιάζεται σαν τόσο γνωστό που θεωρείται αυταπόδεικτο (συχνά, αν και όχι πάντα, δίνονται κάποιες ελάχιστες θεωρητικές πηγές, συνήθως αμερικανικές). Πολύ συχνά ο όρος ολοκληρωτισμός αναφέρεται μαζί με δυο ή τρία ονόματα, συνήθως του Χίτλερ, του Στάλιν και σπανιότερα του Μουσολίνι (η φασιστική Ιταλία συχνά θεωρείται λιγότερο «ολοκληρωτική» από τη ναζιστική Γερμανία, ακόμη και από την ΕΣΣΔ!). Η ουσιαστική έμφαση δηλαδή δίνεται στην ταύτιση του φασισμού και ιδιαίτερα του ναζισμού με τον υπαρκτό σοσιαλισμό και της φασιστικής ιδεολογίας με την κομμουνιστική. Οσο ο όρος παγιώνεται περισσότερο, οι συγκεκριμένοι αρθρογράφοι δεν περιορίζονται να χαρακτηρίζουν ως ολοκληρωτική μια ορισμένη περίοδο σοσιαλιστικής οικοδόμησης στην ΕΣΣΔ (συγκεκριμένα κατά τα χρονικά διαστήματα 1934–'38 και 1949–'51, όπως δέχονται αρκετοί από τους θεωρητικούς του ολοκληρωτισμού, όπως η Χάνα Αρεντ και ο Ραϊμόν Αρόν), αλλά περνούν πια στην κατευθείαν ταύτιση ολόκληρης της ιστορίας του υπαρκτού σοσιαλισμού με τον ολοκληρωτισμό και συνεπώς με το φασισμό.

Το πράγμα δεν περιορίζεται στον ημερήσιο και περιοδικό τύπο. Η ενασχόληση με τη θεωρία και τους θεωρητικούς του ολοκληρωτισμού ενισχύεται και στο πλαίσιο των προγραμμάτων σπουδών των πανεπιστημίων στις σχολές που έχουν ως αντικείμενο την πολιτική επιστήμη, τη δημόσια διοίκηση, το δίκαιο και την κοινωνική και πολιτική φιλοσοφία. Εννοείται ότι η μελέτη του ολοκληρωτισμού τείνει να εντάσσει αυτόματα το μελετητή στις θέσεις της «φιλελεύθερης κοινοβουλευτικής δημοκρατίας», ως της πλέον ορθής και έγκυρης μορφής πολιτικού καθεστώτος στο πλαίσιο της σύγχρονης «κοινωνίας της αγοράς», παρεκβατική, αρνητική μορφή της οποίας υποτίθεται πως αποτελούν οι «ολοκληρωτικές» πολιτικές μορφές και συστήματα. Η αναγωγή της σύγχρονης αστικής δημοκρατίας στο τελειότερο πολιτικό σύστημα που έχει υπάρξει ποτέ αλλά και που είναι δυνατό να υπάρξει, καθώς και η ταύτιση οποιασδήποτε σύγχρονης αντίληψης της δημοκρατίας με τον καπιταλισμό («κοινωνία της αγοράς») είναι μια ιερή και απαραβίαστη αρχή σε αυτές τις αναλύσεις, τόσο ιερή και απαραβίαστη μάλιστα, που δεν τίθεται καν σε συζήτηση.

Ο ταξικός ιδεολογικός χαρακτήρας των συγκεκριμένων αντιλήψεων περί ολοκληρωτισμού είναι προφανής, όπως προφανής είναι και η πολιτική στόχευσή τους. Από αυτήν την άποψη, το αντικείμενο του παρόντος άρθρου που συνίσταται στην κριτική των πιο πάνω αντιλήψεων ούτε πρωτότυπο είναι, ούτε περιέχει καινοτομίες. Ωστόσο η ανασκευή, έστω και επαναλαμβανόμενη, αυτών των αντιλήψεων είναι επίκαιρη, στο βαθμό που: α) το πέρασμα των αντιλήψεων περί σοσιαλισμού-ολοκληρωτισμού επιδιώκεται να επιβληθεί εκ των άνω, διαμέσου της χρήσης της ισχύος των σύγχρονων ΜΜΕ και ελλείψει, πολλές φορές, αντιλόγου (η λεγόμενη και τρομοκρατία της «μοναδικής σκέψης»), β) αυτές οι απόψεις αποτελούν μια, ιδιαιτέρως αντιδραστική, εκδοχή της αστικής ιδεολογίας, γ) λόγω της υποχώρησης, για τους γνωστούς λόγους, της ιδεολογικής δουλειάς των κομμουνιστών κατά την τελευταία δεκαετία και της κομφορμιστικής στάσης πολλών «αριστερών» και πάσης φύσεως «δημοκρατικών» και «προοδευτικών» διανοουμένων απέναντι σε αυτές τις απόψεις, οι τελευταίες τείνουν να γίνονται παθητικά ασυνείδητα αποδεκτές, με αποτέλεσμα ακόμα και αριστεροί και κομμουνιστές να εκφράζονται με όρους όπως «μα αυτή είναι ολοκληρωτική νοοτροπία!» ή «ο καπιταλισμός βαδίζει προς μια ολοκληρωτική κοινωνία» κλπ. Με αυτόν τον τρόπο όμως, οι έννοιες και η μεθοδολογία του μαρξισμού για την ερμηνεία των κοινωνικών φαινομένων εγκαταλείπονται προς όφελος των αστικών ιδεολογημάτων. Και στο βαθμό που η γλώσσα και ακόμη περισσότερο η θεωρητική έκφραση είναι και πρακτική σκέψη (σκεπτόμαστε με βάση τη λογική, τις λέξεις και τις έννοιες της γλώσσας), η μαρξιστική αντίληψη των κοινωνικών φαινομένων εξασθενεί προς όφελος της αστικής ιδεολογίας.

Γι' αυτούς τους λόγους, στο παρακάτω κείμενο επιχειρείται μια σύντομη παρουσίαση και κριτική της έννοιας και της θεωρίας του ολοκληρωτισμού και του ολοκληρωτικού φαινομένου, όπως αυτή αναπτύχθηκε στον 20ό αιώνα. Η παρουσίαση δε θα συμπεριλάβει το σύνολο των αποχρώσεων της σύγχρονης αυτής μυθολογίας. Για πρακτικούς λόγους -περιορισμένου χώρου, άμεσου πολιτικού χαρακτήρα του κειμένου, αλλά και για τη διευκόλυνση του αναγνώστη της ΚΟΜΕΠ- το άρθρο θα επικεντρωθεί γύρω από τα κεντρικά θεμελιακά σημεία των θεωρήσεων περί ολοκληρωτισμού και επίσης θα αναφερθεί κυρίως σε δύο μόνο στοχαστές που εκπροσωπούν δύο διαφορετικές διαδοχικές φάσεις στην ανάπτυξη και χρήση της έννοιας του «ολοκληρωτισμού», που παραμένουν πάντως «κλασικοί» αυτού του ρεύματος, την Χάννα Αρεντ και τον Ραϊμόν Αρόν.

Η ΕΜΦΑΝΙΣΗ ΚΑΙ ΟΙ ΠΡΩΤΕΣ ΧΡΗΣΕΙΣ ΤΗΣ ΕΝΝΟΙΑΣ ΚΑΙ ΤΗΣ ΘΕΩΡΙΑΣ ΤΟΥ ΟΛΟΚΛΗΡΩΤΙΣΜΟΥ

Ο όρος «ολοκληρωτισμός» (totalitarianism) προέρχεται από την υστερολατινική λέξη totalitas που δηλώνει ολότητα, ολικότητα, πληρότητα (επίθ. - totalis) και παραπέμπει στο κοινωνικοπολιτικό πεδίο στην απόλυτη ισχύ μιας ορισμένης εξουσίας (ομάδας, κόμματος ή μονάρχη) επί του συνόλου της κοινωνίας. Οι πηγές του νοήματος αυτής της έννοιας οδηγούν στην εποχή του απολυταρχικού κράτους στην Ευρώπη και στις σκέψεις ορισμένων φιλοσόφων όπως του Τόμας Χομπς (ιδιαίτερα στο έργο του «Λεβιάθαν»), καθώς και του Χέγκελ που διακήρυσσε ότι το ανώτατο σημείο ανάπτυξης του ανθρώπινου πνεύματος (και συνακόλουθα της οργάνωσης της κοινωνίας) είχε ήδη βρει το ιδανικό του μέσα στο απολυταρχικό πρωσσικό κράτος της εποχής του. Αναπτύσσοντας, προς άλλη, είναι αλήθεια, κατεύθυνση, αυτές και άλλες πηγές, νεότεροι συντηρητικοί φιλόσοφοι, πολιτικοί και νομικοί επιστήμονες του 19ου και 20ού αιώνα, επιφανέστερος μεταξύ των οποίων ήταν ο Γερμανός Καρλ Σμιτ, οδήγησαν τη θεωρία της ισχύος και του κεντρικού ρόλου του κράτους στη ζωή της κοινωνίας έως την ιδέα του «απόλυτου κράτους», δηλαδή στην αντίληψη του κράτους ως κεντρικού σκοπού της δραστηριότητας της κοινωνίας, αλλά και ως αφετηρίας για κάθε κοινωνική δυναμική και εξέλιξη. Σύμφωνα με αυτήν την αντίληψη, την οποία οικειοποιήθηκε τόσο ο γερμανικός όσο και ο ιταλικός φασισμός, το απόλυτο ή ολοκληρωτικό κράτος (stato totalitario σύμφωνα με τους αντιδραστικούς Ιταλούς θεωρητικούς) είναι η ενσάρκωση της κοινωνίας, η ισχύς και η νομιμότητά του πηγάζει από τον ίδιο τον εαυτό του, δεν έχει ανάγκη από καμία έξωθεν κοινωνική νομιμοποιητική βάση (όπως λ.χ. αυτή του κοινωνικού συμβολαίου στις φιλελεύθερες πολιτικο-νομικές θεωρίες), παρά μόνο αυτής: της ενσάρκωσης ή κατευθείαν έκφρασης του πνεύματος του «λαού» (με την εθνικιστική-σοβινιστική ή και ρατσιστική έννοια) και της φυλής. Είναι φανερό ότι σε ένα τέτοιο κράτος καμιά αντίληψη περί λαϊκής αντιπροσώπευσης, λαϊκής κυριαρχίας ή ελέγχου και απονομής της εξουσίας από το λαό δε μπορεί να υπάρξει, εφ' όσον αγνοείται στην πράξη το γεγονός ότι ο «λαός» συμβαίνει να χαρακτηρίζεται από συγκεκριμένη κοινωνικοταξική δομή και κατακερματισμό συμφερόντων. Η κορυφή της κρατικής ηγεσίας, ο «απόλυτος ηγέτης», δεν αποτελεί κάποιου είδους αντιπρόσωπο του λαού ή, έστω του θεού (όπως στα παλιά απολυταρχικά κράτη – «ελέω θεού μοναρχία»), αλλά την ίδια την «ενσάρκωση» του «πνεύματος του λαού» ή της «φυλής» στο σύνολό της (στην περίπτωση της Γερμανίας), χωρίς να αναγνωρίζεται η εσωτερική διαφοροποίηση του λαού σε κοινωνικές τάξεις και ομάδες. Ετσι, ο γερμανικός λαός, για παράδειγμα, δε μπορεί να έχει το δικαίωμα να εκλέγει και να ελέγχει ο ίδιος την ηγεσία του. Η μοναδική ελευθερία που του αναγνωρίζεται από το ναζιστικό κράτος είναι το να εκτελεί τις εντολές του «φύρερ» του, ο οποίος αποτελεί την ολική έκφραση του λαού, τη «ψυχή» του. Με αυτά τα λόγια ο ίδιος ο Χίτλερ και η ναζιστική προπαγάνδα όριζαν την πηγή και τη βάση της εξουσίας τους. Το ξεκαθάρισμα και η αποκάλυψη των κοινωνικών προϋποθέσεων και αιτίων αυτής της αντίληψης θα γίνουν πιο κάτω στο κείμενο.

Είναι φανερό ότι η φασιστική αντίληψη περί του κράτους αντιπαρατίθεται έντονα στις αστικές φιλελεύθερες θεωρίες και πρακτικές του φυσικού δικαίου, του κοινωνικού συμβολαίου και του κοινοβουλευτικού συστήματος, με βάση τις οποίες είχαν πλέον δομηθεί τα περισσότερα ανεπτυγμένα καπιταλιστικά κράτη της Δυτικής Ευρώπης και της Βόρειας Αμερικής (αν και ο πειρασμός του φασισμού ήταν πάντα υπαρκτός και σε αυτές τις χώρες, καθώς και τα αντίστοιχα πολιτικά ρεύματα).

Η ανάπτυξη του φασισμού προερχόταν από τα σπλάχνα των ίδιων των καπιταλιστικών χωρών και ιδιαίτερα εκείνων, το μονοπωλιακό κεφάλαιο των οποίων, από τη μια μεριά είχε να αντιμετωπίσει ένα διαρκώς διογκούμενο και πολιτικοποιημένο εργατικό κίνημα σε συνθήκες έντονης οικονομικής κρίσης, ενώ από την άλλη η υπερσυσσώρευσή του δεν εύρισκε διέξοδο στις κατειλημμένες από τους νικητές διεθνείς αγορές και αποικίες. Ετσι βρέθηκε ιστορικά αναγκασμένο να αποδεχθεί και να ενισχύσει τη δημιουργία και την εδραίωση αστικών ιδεολογιών (κυρίως παραλλαγές του ακραίου εθνικισμού) και καθεστώτων «έκτακτης ανάγκης», όπως τα κάθε λογής φασιστικά κράτη και οι στρατιωτικές δικτατορίες. Ωστόσο αυτή δεν ήταν η μόνη, ούτε καν η κύρια, πρόκληση προς τα καπιταλιστικά κράτη-νικητές του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου. Η σοσιαλιστική επανάσταση και η κατοπινή οικοδόμηση του σοσιαλισμού στη Ρωσία συνιστούσε έναν ακόμη πιο σοβαρό και μακροπρόθεσμο κίνδυνο ενάντια στο ίδιο το καπιταλιστικό σύστημα στο σύνολό του. Η δυναμική του σοσιαλισμού κατευθυνόταν αντικειμενικά ενάντια τόσο στον καπιταλιστικό φιλελεύθερο - δημοκρατικό, όσο και στον καπιταλιστικό φασιστικό κόσμο. Γι' αυτό άλλωστε και το κεντρικό σημείο αναφοράς στη συμμαχία του «Αξονα» μεταξύ Γερμανίας, Ιταλίας και Ιαπωνίας ήταν το «Σύμφωνο Αντικομιντέρν».

Οι κυρίαρχες λοιπόν ιμπεριαλιστικές δυνάμεις του μεσοπολέμου είχαν να αντιμετωπίσουν τόσο τη συνολική απειλή που αντιπροσώπευε η προώθηση του σοσιαλισμού και του κομμουνιστικού κινήματος, όσο και τη μερικότερη μακροπρόθεσμα, αλλά σημαντική – για τη θέση τους στο διεθνές ιμπεριαλιστικό σύστημα - απειλή εκείνων των ιμπεριαλιστικών χωρών που επιδίωκαν τη ριζική αλλαγή του συστήματος των ενδοϊμπεριαλιστικών σχέσεων, μερικά από τα οποία είχαν αποκτήσει πλέον φασιστικό καθεστώς. Ο ασυνεπής και σε μεγάλο βαθμό μονόπλευρος, «διμέτωπος» αυτός αγώνας, άρχισε να αντανακλάται στην αστική ιδεολογία των «φιλελεύθερων» ιμπεριαλιστικών χωρών. Ετσι, εμφανίζεται ο όρος ολοκληρωτικός και ολοκληρωτισμός, στον οποίον εντάσσονται τόσο ο φασισμός (που στο κάτω-κάτω αυτοπροσδιοριζόταν ο ίδιος σαν τέτοιος), όσο και ο κομμουνισμός, τόσο το φασιστικό κράτος της Ιταλίας του Μουσολίνι, όσο και η δικτατορία του προλεταριάτου στην ΕΣΣΔ. Η έννοια του ολοκληρωτισμού πρωτοεμφανίζεται στους «Times» το 1929 και υποδηλώνει ως ολοκληρωτικό ένα τύπο κράτους που είναι «ενιαίο», μονοκομματικό, φασιστικό ή κομμουνιστικό και αποτελεί αντίδραση στο κράτος της κοινοβουλευτικής δημοκρατίας. Η ταύτιση αυτή δύο φαινομένων τόσο ασύμβατων μεταξύ τους όπως το φασιστικό και το σοσιαλιστικό κράτος και κοινωνία γίνεται στη βάση της τοποθέτησης ως κύριου κριτηρίου των πολιτικών μορφών του κράτους, δίχως να αναλύεται (αντίθετα μάλιστα συσκοτίζεται) το περιεχόμενο της κρατικής εξουσίας και οι σχέσεις του με τη δομή της κοινωνίας, δηλαδή με τις κοινωνικές τάξεις και την πάλη που διεξάγεται μεταξύ τους. Η αστική ιδεολογία, από τότε που περιορίστηκε στην απολογητική του καπιταλιστικού συστήματος, έτσι προτιμά γενικά να βλέπει τον κόσμο, δηλαδή ως ενσάρκωση και διαπάλη κάποιων ιδεών και ιδανικών, το σημαντικότερο εκ των οποίων είναι η (αστική) «δημοκρατία».

Η ΑΝΑΛΥΣΗ ΤΟΥ ΟΛΟΚΛΗΡΩΤΙΚΟΥ ΦΑΙΝΟΜΕΝΟΥ ΑΠΟ ΤΗΝ H. ARENDT

Μια από τους πιο επιφανείς εκπροσώπους της θεωρίας του ολοκληρωτισμού είναι η Hannah Arendt, που είναι αρκετά γνωστή και στην Ελλάδα. Το κυριότερο έργο της πάνω στο εν λόγω θέμα είναι οι «Πηγές του ολοκληρωτισμού» (1951), το τρίτο μέρος του οποίου («Το ολοκληρωτικό σύστημα», 1951) έχει εκδοθεί και στην Ελλάδα και που αποτελεί το πιο σημαντικό και διαδεδομένο έργο πάνω στον ολοκληρωτισμό. Σε αυτό το έργο, η Αρεντ εξομοιώνει απόλυτα το σοσιαλιστικό (σοβιετικό) και το ναζιστικό κράτος και τα ανάγει σε μια νέα κατηγορία κράτους, το «ολοκληρωτικό» κράτος και σύστημα. Σαν κυρίαρχο ίσως χαρακτηριστικό του ολοκληρωτικού συστήματος ορίζεται η πρόθεση και η συνειδητά οργανωμένη προσπάθεια για την εξαφάνιση των πολλών ενδιάμεσων ιστορικά διαμορφωμένων θεσμικών και διομαδικών σχέσεων μεταξύ των ανθρώπων (σχέσεων ιδιωτικών, προσωπικών, οικογενειακών, επαγγελματικών, κοινωνικοταξικών κ.ο.κ.), την απορρόφηση όλων αυτών των σχέσεων από το κράτος και τη μοναδική ιδεολογία του (με τρόπο ώστε το κάθε ξεχωριστό, σημαντικό ή ασήμαντο ζήτημα να μετατρέπεται σε ιδεολογικό ζήτημα που αγγίζει τον πυρήνα των κρατικών συμφερόντων) και τελικά τη μετατροπή των ανθρώπων-πολιτών σε μια αδιαφοροποίητη μάζα υπο-υπηκόων χωρίς άλλα πολιτικά χαρακτηριστικά έξω από αυτά του υπηρέτη του κράτους. Η εφιαλτική αυτή ανθρώπινη κατάσταση επιβάλλεται, σύμφωνα με την Αρεντ, από το τυραννικό ολοκληρωτικό καθεστώς στο όνομα της ανάπλασης της ανθρωπότητας, της δημιουργίας ενός τύπου «νέου ανθρώπου» και μιας νέας ανώτερης ανθρωπότητας, η εμφάνιση της οποίας προϋποθέτει την πλήρη καταστροφή όλων των παλιών κοινωνικών θεμελίων και σχέσεων. Για την Χ. Αρεντ, μεταξύ του σοβιετικού και του ναζιστικού συστήματος δεν υπάρχει διαφορά ουσίας. Η διαφορά βρίσκεται μόνο στο όνομα της ιδέας που το κάθε σύστημα επικαλείται για να δικαιολογήσει την ύπαρξή του. Για τους μεν κομμουνιστές αυτή η ιδέα ακούει στο όνομα της χειραφέτησης της εργατικής τάξης (αποστερημένης όμως από την ουσία της παλιάς μαρξιστικής θεωρίας), ενώ στους ναζιστές την ίδια θέση κατέχει η ιδέα της επιβολής της ανώτερης «αρίας» φυλής. Στην πραγματικότητα, υποστηρίζει η Αρεντ, η ουσία και των δύο αυτών καθεστώτων συνίσταται στις ίδιες τους τις εσωτερικές λειτουργίες και ανάγκες και αντανακλά την εξέλιξη των σύγχρονων κοινωνιών σε «μαζικές κοινωνίες» («κοινωνίες της μάζας»), μια εξέλιξη που προετοίμασε η ανάπτυξη του καπιταλισμού και της σύγχρονης βιομηχανικής κοινωνίας. Σύμφωνα με την Χ. Αρεντ, ο καπιταλισμός, με την εμφάνιση και γενίκευση της εκμηχανισμένης μαζικής παραγωγής, την προλεταριοποίηση του πληθυσμού και τη συγκέντρωσή του σε απρόσωπα αστικά βιομηχανικά κέντρα, την κατάργηση των παλιών διαπροσωπικών, κοινοτικών και προσδιορισμένων ταξικών σχέσεων, την καταστροφή των θρησκευτικών και ηθικών πεποιθήσεων που χαρακτήριζαν τις πιο στατικές παλιότερες κοινωνίες, ουσιαστικά έβαλε τα θεμέλια για την εμφάνιση του εργάτη-μάζα, του «εργαζόμενου ζώου» («animal laborans», σύμφωνα με τη δική της έκφραση), που στερείται ελεύθερης δημιουργικής ικανότητας και ομαλής κοινωνικής-κοινοτικής ζωής. Ετσι, τα θεμέλια του ολοκληρωτισμού, φασιστικού ή κομμουνιστικού, οι κοινωνικές του πηγές και προϋποθέσεις, βρίσκονται μέσα στον ίδιο τον καπιταλισμό των δυτικών κοινωνιών.

Οι αντιλήψεις αυτές της Χάνα Αρεντ για τις πηγές του «κακού» στη σύγχρονη κοινωνία εκτίθενται με πιο ολοκληρωμένο τρόπο στο μεταγενέστερο (1958) έργο της «Η ανθρώπινη κατάσταση (Vita activa)». Η θεώρηση περί της «μαζικής κοινωνίας», απ' όπου αντλεί τις βασικές της ιδέες η Αρεντ, έχει αρκετά μακρά ιστορία και συνιστά την πνευματική αντίδραση πολλών συντηρητικών διανοουμένων στη ραγδαία ανάπτυξη του καπιταλισμού και την καταστροφή των συνεκτικών «οργανικών» κοινωνικών προτύπων, ιεραρχιών και ταξικών δομών της μεταβατικού τύπου κοινωνίας του απολυταρχικού κράτους στην Ευρώπη (δηλαδή της «συμβιβαστικής» μορφής πολιτικής οργάνωσης της κοινωνίας που αντιστοιχούσε στην ανάπτυξη των αστικών σχέσεων μέσα στο φεουδαρχισμό, στην οποία την εξουσία είχαν οι ευγενείς, μέσω της απόλυτης μοναρχίας και του συστήματος των «κλειστών» ή «νομοκατεστημένων» τάξεων, ενώ την οικονομική δύναμη τη συγκέντρωναν βαθμιαία οι αστοί, βοηθούμενοι ουσιαστικά από τους νέους μεγάλους εθνικούς οικονομικούς χώρους-αγορές που τους εξασφάλιζε το απολυταρχικό κράτος). Επρόκειτο για μια ορισμένη ιστορική φάση ανάπτυξης των δυτικοευρωπαϊκών κοινωνιών όπου οι σχέσεις εξουσίας ήταν δεδομένες, τα πολιτιστικά πρότυπα και οι θρησκευτικές και ηθικές πεποιθήσεις σχετικά σταθερές και φαινομενικά αμετακίνητες ή έστω αναπτυσσόμενες με τρόπο που δινόταν δυνατότητα στους ανθρώπους να προσαρμοστούν σε αυτές, όπου τα πράγματα και οι καταστάσεις κυλούσαν πιο αργά και όπου ο καθένας κατείχε μια σταθερή θέση στην κοινωνία που σπάνια άλλαζε. Ο καπιταλισμός τα έκανε κομμάτια όλα αυτά, μεταβάλλοντας ριζικά το σύνολο της ανθρώπινης δραστηριότητας, κινητοποιώντας άναρχα το σύνολο των ανθρώπων και αποκόβοντάς τους από κάθε σχέση με σταθερές κοινότητες, θεσμούς, συμμετοχή σε ενδιάμεσες πρωτογενείς και δευτερογενείς ομάδες και συσσωματώσεις, συνεκτικά συστήματα πεποιθήσεων και συμπεριφορών, μετατρέποντας τελικά τους περισσότερους από αυτούς σε άτομα «χωρίς ιδιότητες», σε «μαζάνθρωπους». Και οι άνθρωποι της μάζας, ιδιαίτερα σε κρίσιμες περιόδους, μη διαθέτοντας κάποιο συνεκτικό σύστημα αντιλήψεων, πρακτικές και χώρους ουσιαστικής συνδιαλλαγής, συζήτησης και ανταλλαγής γνωμών και συνεπώς ορθολογικής συλλογικής κρίσης (αφού το καπιταλιστικό σύστημα δεν τους χρειάζεται γι' αυτό και συνεπώς δεν τους εκπαιδεύει γι' αυτό), ταυτίζονται τελικά με τη λειτουργία που κατέχουν στο σύστημα, δηλαδή με τη λειτουργία του εξαρτήματος, του μη ολοκληρωμένου ανθρώπου. Σε αυτήν την περίπτωση, είναι απλά θέμα χρόνου το πότε η τεράστια αυτή κοινωνική τάση θα εκφραστεί και στην πολιτική δια της εμφάνισης κινημάτων που απευθύνονται ειδικά στη μάζα και, ακόμα περισσότερο, στοχεύουν – συνειδητά ή ασυνείδητα – στη δημιουργία κοινωνικών συστημάτων που επιδιώκουν ακριβώς να απογυμνώσουν τον άνθρωπο από κάθε ιδιαίτερο ή πρωτότυπο χαρακτηριστικό, να τον μετατρέψουν σε ένα νέο ζωικό είδος στερημένο από κάθε δημιουργική ικανότητα, ανεξάρτητη σκέψη και συνεπώς ελευθερία. Αυτά τα κινήματα που ξεπηδούν από - και εκφράζουν - τον άνθρωπο-μάζα, είναι ακριβώς τα ολοκληρωτικά κινήματα. Τα κινήματα αυτά, χρησιμοποιώντας μια απλή μανιχαϊστική ιδεολογία (αντίστοιχη προφανώς στην κοινωνική ανωριμότητα και πολιτική ηλιθιότητα του όχλου των «μαζανθρώπων») που βασίζεται στη μαζική κατασκευή και υποβολή απλών διχοτομιών του στυλ «εμείς, ο λαός, η εργατική τάξη, οι Γερμανοί» - «αυτοί, το κεφάλαιο, οι Εβραίοι» και κολακεύοντας τον ίδιο τον άνθρωπο της μάζας, εξυμνώντας τη δύναμη της μάζας και τονίζοντας την αριθμητική της υπεροχή, καταφέρνουν τελικά να πάρουν την εξουσία. Οταν γίνει αυτό, συντελείται μια ακόμα εσωτερική μεταβολή σε αυτά τα κινήματα. Κάθε σύνδεσμος με το παρελθόν κόβεται, κάθε σχέση μεταξύ των ανθρώπων ελέγχεται, απαγορεύεται όχι μόνο η δράση αλλά και η σκέψη ενάντια στο καθεστώς, καταργείται κάθε σταθερή και διασφαλισμένη θέση του ανθρώπου στην κοινωνία (αντίθετα το ίδιο το σύστημα παραμένει πάντα αδιατάρακτο), η ιστορία γράφεται και ξαναγράφεται κατά βούληση, ο άνθρωπος σταματά να εμπιστεύεται το διπλανό του, οι γονείς τα παιδιά τους κ.ο.κ. Τελικά, ο άνθρωπος σε αυτή την κοινωνία χάνει κάθε ανθρωπιά, η υποκρισία και ο καιροσκοπισμός γίνονται κανόνας επιβίωσης. Οι τρόποι που επιτυγχάνονται όλα αυτά είναι πολλοί. Μυστική αστυνομία, ιεραρχίες μέσα σε ιεραρχίες και συνωμοσίες μέσα σε συνωμοσίες, συνεχής επίδειξη της ισχύος του κράτους και αναζήτηση εχθρών, απόλυτη ισχύς της ιδεολογίας και απόρριψη κάθε έννοιας προσωπικών, ιδιωτικών υποθέσεων. Ολα γίνονται κρατικές υποθέσεις και κρίσιμα ιδεολογικά ζητήματα. Ως σκοπός αυτού του συστήματος τίθεται πάντοτε η πλήρης αναμόρφωση του συνόλου της ανθρωπότητας, η δημιουργία του «νέου ανθρώπου» διαμέσου της νίκης της εργατικής τάξης ή της ανώτερης φυλής.

Αυτά υποστηρίζει σε γενικές γραμμές η Χάνα Αρεντ στο βιβλίο της για τον ολοκληρωτισμό. Οι θεωρητικές προσεγγίσεις είναι λίγες σε αυτό το έργο. Το βασικό μέλημα της συγγραφέως είναι να αποδείξει τη συνάφεια ναζισμού και σοσιαλισμού. Και παρότι και η ίδια παραδέχεται αρκετές φορές στο βιβλίο της ότι δε διαθέτει αξιόπιστα στοιχεία από την ΕΣΣΔ για σφαγές, τρομοκρατία κλπ. – τουλάχιστον στην έκταση και με το περιεχόμενο που θα δικαιολογούσαν μια τόσο σοβαρή καταγγελία όπως την ταύτιση με τη ναζιστική Γερμανία – εντούτοις παραθέτει πλήθος από τέτοια μη διασταυρωμένα και μη αξιόπιστα στοιχεία που παρουσιάζουν την ΕΣΣΔ πραγματικά σαν την «αυτοκρατορία του κακού», σύμφωνα με τη μεταγενέστερη έκφραση του Ρ. Ρήγκαν. Διαβάζοντας το βιβλίο αυτό, σχηματίζει κανείς (μάλιστα περισσότερο για την ΕΣΣΔ παρά για τη ναζιστική Γερμανία) μια εντύπωση εφιάλτη: συνεχής καταπίεση, απίστευτη τρομοκρατία, απύθμενο ψέμα, υποκρισία στον υπέρτατο βαθμό, δεσποτισμός χωρίς κανένα σκοπό έξω από την τρομοκράτηση και την πλήρη υποταγή των ανθρώπων μέσα σε ένα σύστημα υποταγής χωρίς τέλος, εκτός από τον ανώτατο ηγέτη-ενσάρκωση του κινήματος, του κράτους, του κόμματος, της «ψυχής» του λαού. Μοιάζει με λογοτεχνία πολιτικής φαντασίας του είδους αυτού που ονομάστηκε «αντιουτοπία» (Οργουελ, Χάξλεϊ, Καίστλερ κ.ά.) και σε σημαντικό βαθμό αυτό είναι και πολύ αποτελεσματική λογοτεχνία μάλιστα (άλλωστε, ολόκληρο το ρεύμα της «αντιουτοπικής» ή «δυστοπικής» πολιτικής λογοτεχνίας αυτού του αιώνα εκπροσωπείται από τον ίδιο τύπο «αριστοκρατικού» διανοουμένου που είτε είναι εξαρχής συντηρητικός, είτε μερικές φορές εμφανίζεται ως «ανανήψας υπεραριστερός», ενώ σχεδόν πάντα προέρχεται από ένα συγκεκριμένο κοινωνικό στρώμα: το ανώτερο, εύπορο και πιο μορφωμένο τμήμα των μεσαίων στρωμάτων της πόλης, το λίκνο της «πνευματικής ελίτ» της αστικής κοινωνίας).

Ωστόσο, μια πιο ψύχραιμη και αποστασιοποιημένη εξέταση του έργου της Αρεντ για τον ολοκληρωτισμό οδηγεί στη διαπίστωση ότι τελικά ελάχιστα πράγματα μαθαίνει κανείς για τα φαινόμενα που εξετάζονται στο βιβλίο. Το κρίσιμο στοιχείο που υπερκαθορίζει όλο το έργο είναι ο κυρίαρχος χαρακτήρας που αποδίδεται σε ορισμένες ανθρώπινες ψυχικές καταστάσεις όπως ο φόβος και το πάθος του θανάτου, το τραγικό περιεχόμενο και η ουσία της «ύπαρξης» του ανθρώπου. Γενικά, η προσέγγιση του ολοκληρωτικού φαινομένου από την Αρεντ γίνεται από τη σκοπιά ενός συντηρητικού «αριστοκρατικού» υπαρξισμού που αναζητά το «νόημα της ιστορίας» του σύγχρονου κόσμου και τις ρίζες του ενδημικού «κακού» που τον στοιχειώνει.

Οπως έγινε κατανοητό από τα προηγούμενα, η θεώρηση του ολοκληρωτισμού από την Χ. Αρεντ βασίζεται στην έννοια και θεώρηση της «μαζικής κοινωνίας». Από πολύ παλιότερα, κατά τον 18ο και 19ο αιώνα, στοχαστές όπως ο Μπερκ, ο Ντε Μέστρ και ο Μπονάλ είχαν αντιταχθεί στην ανάπτυξη του καπιταλισμού στην Δ. Ευρώπη και τη Β. Αμερική και στην καταστροφή από τον τελευταίο των μεσαιωνικών ομάδων και σχέσεων που, κατά τη γνώμη τους, μετατρέπει την κοινωνία σε μια μάζα απομονωμένων ατόμων χωρίς ταυτότητα. Με διαφορετικό τρόπο χρησιμοποίησε την έννοια αυτή και ο Τοκβίλ, δείχνοντας ότι η γραφειοκρατικοποίηση και ο συγκεντρωτισμός που εφαρμόζει το αστικό κράτος στην πάλη του ενάντια στη φεουδαρχική αριστοκρατία, οδηγεί στον έλεγχο από το αστικό κράτος όλων των σφαιρών της κοινωνικής ζωής και με αυτό τον τρόπο, στην κατάπνιξη της ελευθερίας.

Στα τέλη του 19ου και τις αρχές του 20ού αιώνα αναπτύσσεται μια νεώτερη, καθαρά αριστοκρατική (ελιτιστική) αντίληψη της μαζικής κοινωνίας που επικεντρώνεται στην έννοια της «μαζοποίησης» και του «δεσποτισμού των μαζών». Πρόκειται για μια βαθιά αντιδραστική θεώρηση που στρέφεται ενάντια και στο εργατικό και σοσιαλιστικό κίνημα (ενδεικτική είναι η πνευματική και πολιτική στάση των κυριότερων εκπροσώπων αυτής της τάσης. Αρκεί να αναφέρουμε μερικά ονόματα: Νίτσε, Σπένγκλερ, Ορτέγκα υ Γκασέτ, Μπερντιάγεφ). Με την εμφάνιση του φασισμού στις δεκαετίες του 1920–'30, επέρχονται σημαντικές αλλαγές σε αυτές τις ελιτίστικες φιλοσοφικές αντιλήψεις της «μαζικής κοινωνίας». Συγκεκριμένα, η υπεράσπιση των αριστοκρατικών αξιών της ελίτ από τον κίνδυνο της «υπερ-δημοκρατίας» των μαζών («τυραννία της μάζας», «τυραννία της πλειοψηφίας» επί των λίγων «εκλεκτών»), αντικαθίσταται στους θεωρητικούς της μαζικής κοινωνίας με την υπεράσπιση των αστικών δημοκρατικών δικαιωμάτων από την απειλή μιας χωρίς όρια εξουσίας της κυρίαρχης ελίτ (δηλαδή μιας νέας ελίτ που ελέγχει τις μάζες). Οι όροι αντιστρέφονται λοιπόν. Εδώ είναι που κάνει την εμφάνισή της η Χάννα Αρεντ ως θεωρητικός της «μαζικής κοινωνίας», όπως και ο Καρλ Μανχάιμ κ.ά. Αυτή η γενιά των θεωρητικών της «μαζικής κοινωνίας» δηλώνει ουσιαστικά και την πλήρη ενσωμάτωση του όλου ρεύματος στη σύγχρονη αστική φιλοσοφία και ιδεολογία, στο βαθμό που δεν εκφράζει πια τον απόηχο των διαθέσεων κάποιων προκαπιταλιστικών αριστοκρατικών φεουδαρχικών υπολειμμάτων, αλλά την ίδια την αστική, «δημοκρατική» πλέον, κοινωνία και πολιτική.

Η ίδια η Χ. Αρεντ κατανοεί τις αντιφάσεις και τα αδιέξοδα της προσέγγισής της πάνω στη σύγχρονη κοινωνία τόσο από φιλοσοφικής όσο και από ιδεολογικής πλευράς. Πραγματικά, εφ' όσον το σύνολο της κοινωνικής ανάπτυξης μέσα στην ίδια την αστική «δημοκρατική» κοινωνία προετοιμάζει τον ολοκληρωτισμό, αποτελεί το υπόβαθρό του, ποιός είναι ο τρόπος ώστε να αποφύγει η ανθρωπότητα αυτή την τρομερή μοίρα; Η ίδια, σε μεταγενέστερα έργα της, δείχνει έντονο ενδιαφέρον για τα εργατικά και λαϊκά συμβούλια σαν το πιθανό κύτταρο μιας ουσιαστικής αναμόρφωσης της κοινωνίας διαμέσου της εγκαθίδρυσης μιας μορφής άμεσης δημοκρατίας εμπνευσμένης από τα πρότυπα των αρχαίων δημοκρατιών. Ακόμα και τότε, όμως, αναζητεί αυτή τη διέξοδο στα «εργατικά συμβούλια» της Ουγγαρίας του 1956, στα «σοβιέτ χωρίς τους κομμουνιστές» κ.ο.κ., στην ουσία δηλαδή παραμένει στο πνεύμα της αντίληψης περί σοσιαλισμού-ολοκληρωτισμού του βιβλίου της του 1951.

Η αντίληψη της Χάννα Αρεντ για τον ολοκληρωτισμό ως σύστημα και ως φαινόμενο είναι τελικά αντιιστορική και αντιεπιστημονική. Αιχμάλωτη των θεωρητικών της καταβολών περί της «μαζικής κοινωνίας», δεν εμβαθύνει στην ουσία του τρόπου που συντελούνται οι κοινωνικές μεταβολές, δεν παίρνει υπ' όψη της τα διάφορα επίπεδα της ταξικής πάλης και της κοινωνικοπολιτικής διαμεσολάβησης των ταξικών συμφερόντων. Κατανοώντας το άτομο από την υπαρξιστική οπτική, μόνο ως άτομο δηλαδή, δίχως το πλήθος των κοινωνικών προσδιορισμών του, το βλέπει τελικά μονοδιάστατα (ενδεικτική είναι η αντιπαράθεση που προβάλλει ανάμεσα στη «μαζικοποίηση» της κοινωνίας και στην απόλυτη ερημιά του ατομικού ανθρώπου που προκύπτει από αυτή – μια αντίληψη που αν νοηθεί απόλυτα παραβλέπει το πλήθος εκείνο των πρωτογενών και των ενδιάμεσων κοινωνικών ομάδων στις οποίες συμμετέχει το άτομο, ακόμα και στο πλαίσιο της σύγχρονης «μαζικοποιημένης» κοινωνικής ζωής). Ολες οι κοινωνικές αιτίες και οι πηγές του φασισμού ή του σοσιαλισμού ανάγονται τελικά στη «μαζοποίηση» και ως εκ τούτου τα δύο φαινόμενα ταυτίζονται στην ανάλυσή της. Οι ακολουθίες των γεγονότων που οδηγούν στο φασιστικό ή στο σοσιαλιστικό κράτος δεν εξετάζονται ως πολύ συγκεκριμένες ιστορικές διαδικασίες πάλης ορισμένων τάξεων ενάντια σε άλλες τάξεις, μέσα σε ένα συγκεκριμένο ιστορικό περιβάλλον και με συγκεκριμένη κάθε φορά έκβαση, αλλά σαν ιστορία του θριάμβου κάποιων ανορθόλογων φανατικών ηγετών επί της ανθρωπότητας, σαν ιστορία δημιουργίας ενός απίθανα απάνθρωπου συστήματος που συνιστά το τέλος του πολιτισμού, σαν ιστορία της νίκης της ανθρώπινης μάζας επί της ανθρωπότητας και της ανθρωπιάς. Οπως είναι γνωστό, σε πολλές περιπτώσεις συγγραφής κειμένων, ιδιαίτερα δε όταν αυτά είναι και πρακτικού ιδεολογικού χαρακτήρα, το συμπέρασμα προηγείται της ανάλυσης (το παρόν άρθρο δεν αποτελεί φυσικά εξαίρεση). Η Χ. Αρεντ είχε βγάλει το συμπέρασμά της. Το πρόβλημα ήταν μόνο τα εμπειρικά στοιχεία όσον αφορά την ΕΣΣΔ. Τα στοιχεία δεν είναι αξιόπιστα, όπως δηλώνει και η ίδια (αυτό δεν την εμποδίζει βέβαια να παραθέτει εκατομμύρια νεκρών και καταπιεσμένων από τον Στάλιν, καθώς και λεπτομερειακές αναφορές για τα στρατόπεδα πολιτικών κρατουμένων μην αναφέροντας ούτε μια φορά και τη σοβιετική άποψη για οποιοδήποτε συγκεκριμένο θέμα). Η πιθανότερη ίσως εξήγηση είναι η χρονολογία και ο τόπος έκδοσης του βιβλίου. ΗΠΑ, 1951 – εποχή κορύφωσης του ψυχρού πολέμου και σεναρίων πυρηνικής επίθεσης ενάντια στην ΕΣΣΔ, εποχή πολέμου της Κορέας και μακαρθικών διώξεων στις ΗΠΑ. Ποτέ ο υπαρκτός σοσιαλισμός δεν ήταν πιο επικίνδυνος για τον ιμπεριαλισμό απ' ό,τι εκείνη την περίοδο που διαμορφωνόταν όλο το μεταπολεμικό πεδίο της ταξικής αντιπαράθεσης σε παγκόσμια κλίμακα, όταν τα ΚΚ των καπιταλιστικών χωρών είχαν βγει δυναμωμένα από τον αντιφασιστικό αγώνα, είχε ήδη δημιουργηθεί μια ομάδα λαϊκών δημοκρατιών στην Ανατολική Ευρώπη, όταν μια σειρά από αντιιμπεριαλιστικούς αγώνες στις αναπτυσσόμενες χώρες σηματοδοτούσαν την αρχή του τέλους του αποικιοκρατικού συστήματος, όταν τέλος η ίδια η Σοβιετική Ενωση, χωρίς καμιά έξωθεν βοήθεια, έδειχνε να ξεπερνά τις τρομερές πληγές του πολέμου και να εμφανίζεται σαν αδιαμφισβήτητη παγκόσμια δύναμη σημειώνοντας μια εκπληκτική εσωτερική οικονομική ανάκαμψη και σημαντική πολιτική και ιδεολογική συνοχή. Σε μια τέτοια περίοδο που χαρακτηριζόταν από πολύ έντονη πόλωση, δεν υπήρχε έδαφος για ενδιάμεσες και συναινετικές ιδεολογικές θέσεις και τοποθετήσεις. Και εφ' όσον το «κόκκινο πανί» για όλο τον κόσμο ήταν ο φασισμός, ο εχθρός του καπιταλισμού έπρεπε να βαφτιστεί εχθρός της δημοκρατίας και συγγενής με το (αμιγές καπιταλιστικό) φασιστικό κράτος και ιδεολογία. Δεν ισχυριζόμαστε ότι η θεώρηση της Αρεντ ήταν ευκαιριακή ή κατά παραγγελία, οφείλουμε όμως να παρατηρήσουμε ότι ανταποκρινόταν σε μια ζωτική «κοινωνική παραγγελία» της αστικής ιδεολογίας την εποχή εκείνη.

5 σχόλια:

  1. Ευχαριστώ τον waltendegewalt για την βοήθεια με τα font του κειμένου. Το κείμενο συστήνεται σε όλους όσους έχουν βρεθεί απέναντι από "μορφωμένους αριστερούς", συνήθως αναγνώστες της Άρεντ, που επαναλαμβάνουν τις σαχλαμάρες περί "Ολοκληρωτισμού."

    Η ιστορική επίγνωση της γενεαλογίας και των σκοπιμοτήτων των εννοιών είναι η απάντηση στην διαρκή επίθεση της αστικής τάξης στην ταξική μνήμη, αποτέλεσμα της οποίας είναι ο σαπισμένος εγκέφαλος του σύγχρονου "αριστερού."

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Ευχαριστώ επίσης τους άλλους τρεις (!) που ήδη έστειλαν το κείμενο μετά τον waltende. Το δίκτυο υποστήριξης αυτού του ιστολογίου δεν παίζεται, και χωρίς εσάς δεν θα ήταν το ίδιο ιστολόγιο:-)

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  3. Η μήτρα από την προέκυψε το βιβλίο είναι προπολεμική, όπως και η «μαύρη βίβλος», πιο συγκεκριμένα οι «επιτροπές» (διανοούμενων/επαγγελματιών) τού Κουτρό, όπως επίσης και ο «αριστερός» τύπος/περιοδικά χρηματοδοτούμενα από τη γαλλο[γερμανική] μεγαλο-εργοδοσία με σκοπό την προώθηση τής σύγκλισης με τον άξονα (τρανταχτά ονόματα Bertrand de Jouvenel,* Aldous Huxley, Souvarin, Rueff).** Οι «επιτροπές» ανήκαν στο δίκτυο τής Cagoule. Το «προσωπικό»/δίκτυα ανακυκλώθηκαν μεταπολεμικά.

    * «In 1947, along with Friedrich Hayek, Jacques Rueff, and Milton Friedman, he founded the Mont Pelerin Society.» wiki
    ** Τίποτε εντυπωσιακό, η συντριπτική πλειοψηφία των γάλλων αστών διανοούμενων έτειναν προς τον φασισμό (Κλοντέλ, Βαλερί, Ρ.Σουμάν)

    ΥΓ Τα άνω από μνήμης

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  4. Λεζάντα

    Και ακριβής μετάφραση της λεζάντας της φωτογραφίας:

    Ο πρύτανης του πανεπιστημίου Μάρτιν Χάιντεγκερ (σημειώνεται με Χ) κατά τις εργασίες της εκλογικοαπολογιστικής συνόδου των Οργανώσεων Επιστημόνων του Εθνικοσοσιαλιστικού Γερμανικού Εργατικού Κόμματος που πραγματοποιήθηκε στις 11 Νοεμβρίου 1933 στην Λειψία.

    Μη απολιθωμένος κλπ.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  5. Εκτός των παραπάνω, θα περίμενε κανένας από "συγγενή" πολιτικά (γιατί το οικονομικά το βάζουμε στην μπάντα) συστήματα να ενωθούν μπροστά στον κοινό εχθρό, την αστική, φιλελεύθερη, κοινοβουλευτική δημοκρατία. Αντί γι αυτό όμως, είδαμε το αντίθετο.
    Ο Β΄Παγκόσμιος Πόλεμος αλλά και οι πολιτικές συμμαχίες των απανταχού φασιστικών-ολοκληρωτικών καθεστώτων με τις αστικές δημοκρατίες της Δ. Ευρώπης και των ΗΠΑ, έδειξαν πως ο καπιταλισμός δεν έχει κανένα πρόβλημα να εναλλάσσει την πολιτική του εκπροσώπηση από αστική δημοκρατία σε φασιστικό-ολοκληρωτικό καθεστώς, προκειμένου να αντιμετωπίσει τα προβλήματα ανάπτυξης του. Πολλές φορές μάλιστα, αυτό έγινε αναίμακτα. Με απλή παράδοση της πολιτικής εξουσίας.
    Ο δε φασισμός χρησιμοποιήθηκε κυρίως για την κατάπνιξη των εργατικών κινημάτων και την φυσική εξαφάνιση της πρωτοπορίας τους, των κομμουνιστών.
    Με βάση την θεωρία του ολοκληρωτισμού, ιδίως κατά τη διάρκεια του Β Π.Π. το πιο λογικό θα ήταν η ένωση της ΕΣΣΔ και του Άξονα, εναντίον των ΗΠΑ. Τελικά όμως οι ΗΠΑ μπήκαν στον πόλεμο, μόνο όταν έγινε καθαρό πως δεν κινδύνευε απλά η Γερμανία και η Ιταλία με ήττα, αλλά το σύνολο της Ευρώπης να μετατραπεί σε σοσιαλιστικό στρατόπεδο, με όποιες επιπτώσεις θα είχε αυτό όχι μόνο στα Ευρωπαϊκά κράτη αλλά και στις μέχρι τότε αποικίες τους. Όταν κινδύνευε δηλαδή και η δικιά τους η ύπαρξη σαν καπιταλιστικό κράτος.
    Οποιαδήποτε θεωρία δεν αξίζει ούτε μια δεκάρα αν δεν επιβεβαιώνεται στην πράξη.

    Βαγγέλης Φ.

    ΑπάντησηΔιαγραφή