Τρίτη, 31 Ιουλίου 2012

Επιτακτική όσο ποτέ η γραμμή της ρήξης

Επιτακτική όσο ποτέ η γραμμή της ρήξης
Παπαγεωργίου Βασίλης

Πέρα από τις «λεπτομέρειες» για τη διαχείριση της καπιταλιστικής κρίσης και πίσω από τον κουρνιαχτό που σηκώνουν σκόπιμα οι κυβερνητικοί εταίροι και τα αστικά ΜΜΕ για το «κλείδωμα» του πακέτου των πρόσθετων αντιλαϊκών μέτρων, μεγαλύτερη σημασία έχει ο λαός να βγάλει γενικότερα πολιτικά συμπεράσματα για να κανονίσει την πορεία του. Το πρώτο που προκύπτει αβίαστα από τις εξελίξεις είναι ότι δεν υπάρχει φιλολαϊκή συνταγή για τη διαχείριση της καπιταλιστικής κρίσης. Το πακέτο των 14,5 δισ. ευρώ, για παράδειγμα, θα το πληρώσουν εξ ολοκλήρου οι μισθωτοί, οι συνταξιούχοι και τα άλλα λαϊκά στρώματα και καμία ανακούφιση δεν πρόκειται να υπάρξει αν το πληρώσουν σε δύο ή τέσσερα χρόνια, αφού στο τέλος η συντριπτική πλειοψηφία του λαού θα βρίσκεται σε κατάσταση απόλυτης φτώχειας, εξαθλίωσης και πείνας. Το δεύτερο συμπέρασμα είναι χωρίς ενιαίο ταξικό αγώνα της εργατικής τάξης, χωρίς την κοινή δράση, συμμαχία με τα άλλα φτωχά λαϊκά στρώματα ενάντια στα μονοπώλια και την πολιτική που τα ενισχύει δεν μπορούν να μπουν εμπόδια σ' αυτή την πολιτική, να δημιουργούνται προϋποθέσεις για κάποιες κατακτήσεις, να δοθούν δηλαδή λύσεις σε κάποια αιτήματα των εργαζομένων. Και επίσης οριστική λύση, φιλολαϊκή διέξοδος μπορεί να υπάρξει μόνο αν υπάρξει συνολική λύση στο πολιτικό πρόβλημα, δηλαδή στο πρόβλημα εξουσίας. Δεν πρόκειται βέβαια για καινούρια συμπεράσματα, αλλά ενισχύονται από τις τελευταίες εξελίξεις και πρέπει να συνειδητοποιηθούν από ευρύτερα λαϊκά στρώματα. Η πάλη των εργαζομένων, των άλλων φτωχών λαϊκών στρωμάτων για την αποτροπή των νέων μέτρων και των άλλων αιτημάτων για την προστασία του βιοτικού επιπέδου του λαού, πρέπει πιο αποφασιστικά να πολιτικοποιηθεί, δηλαδή να στοχεύει ξεκάθαρα τον αντίπαλο στην καρδιά, να συνδέεται με την προοπτική ανατροπής της εξουσίας του κεφαλαίου. Μόνο έτσι θα έχουν αποτελέσματα οι λαϊκοί - ταξικοί αγώνες.

Κοκτέιλ Μολότωφ #210

Καμία "εξασφάλιση συναίνεσης" χωρίς βία.

Γιατί αν όντως δεν χρειάζεται καμία απολύτως βία, τότε η συναίνεση δεν "εξασφαλίζεται" αλλά είναι ήδη πάντα παρούσα αυθόρμητα.

Ποιος είναι ο ελάχιστος βαθμός βίας που απαιτεί κάθε συναίνεση για να "εξασφαλιστεί"; Η βία του χρόνου. "Σύντροφοι, μιλήσαμε, εκθέσαμε όλοι με την άνεσή μας τις απόψεις μας, αλλά ήρθε η ώρα να αποφασίσουμε." Η εμπειρία έχει δείξει ότι ακόμα και στις "δημοκρατικότερες" συζητήσεις, η σχετική έλλειψη χρόνου και η πίεση για απόφαση είναι συχνά --πολύ συχνά-- ένας εξαιρετικά αποτελεσματικός μηχανισμός εξασφάλισης συναίνεσης δια της βίας. Ξαφνικά, όλοι ανακαλύπτουν ότι είναι πολύ κουρασμένοι για νέες και πολύωρες συζητήσεις και αναζητούν αυτοβούλως κάτι για να ενδώσουν, ακόμα κι αν είναι το αντίθετο με ό,τι έλεγαν πριν.

Φράσεις

...Η γραφή είναι σπατάλη ευφυίας όταν δεν είναι πια εργαλείο πολιτικής πράξης αλλά υποκατάστατο για αυτήν.
Lucio Magri

Όταν ο πεσιμισμός της βούλησης διαψεύδει την αισιοδοξία της νόησης, πού μπορείς να πας;
Gregory Elliott

Στοιχεία για την θεωρητικοποίηση της "μεταβατικής περιόδου"

1. Ως "μεταβατική περίοδος" --και τέτοια λογίζω την παρούσα-- θα πρέπει να οριστεί μία περίοδος όχι στην βάση ενός περάσματος από ένα "πριν" σε ένα "μετά", αλλά στην αυστηρότερη εννοιολογική βάση μίας περιόδου όπου οι εξελίξεις στην οικονομική βάση βρίσκονται σε χασματική απόσταση από τις εξελίξεις στα πεδία της ιδεολογίας και της πολιτικής.

2. Η χασματική αυτή απόσταση μπορεί να εννοηθεί σχηματικά ως εξής: στην βάση κυριαρχεί η κυκλική χρονικότητα της κρίσης συσσώρευσης, η οποία είναι μια παρατεταμένη κρίση που συγκαλύφθηκε με μέσα που δημιούργησαν τα ίδια τις κρίσεις που την επιδείνωσαν δραστικά: την χρηματοπιστωτική κρίση και την κρίση χρέους. Αυτό επειδή τα παγιδευμένα κεφάλαια που δεν επενδυόταν, λόγω χαμηλότερου περιθωρίου κέρδους, στην παραγωγική ανάπτυξη, επενδύθηκαν στην χρηματοπιστωτική σπέκουλα και την δανειακή τοκογλυφία.

3. Σε ό,τι αφορά το κράτος και το κεφάλαιο, οι μορφές του ιδεολογικοπολιτικού εποικοδομήματος που υπαγορεύει αυτή η κυκλικότητα στο επίπεδο της οικονομικής βάσης είναι επίσης μορφές επανάληψης: συρρίκνωση των πολιτικών ελευθεριών, αυταρχική στροφή, προσφυγή σε μορφές άμεσης βίας, ολομέτωπη επίθεση στο εργατικό κίνημα και στα εργασιακά δικαιώματα, κλπ. Δεν υφίσταται, από την άποψη αυτή, τίποτε νέο στις μορφές ταξικού πολέμου που αναγκάζεται να οξύνει σφόδρα το κεφάλαιο και το απόλυτα και απροκάλυπτα εξαρτημένο από αυτό κράτος (απόλυτα και απροκάλυπτα εξαρτημένο διότι η κρίση χρέους δεσμεύει το κράτος με σιδερένια δεσμά στην τάξη των κεφαλαιοκρατών, χωρίς το παραμικρό πια περιθώριο "πολιτικής" ή πρόσχημα "ημι-αυτονομίας" ή "νομικο-ηθικής ουδετερότητας", κλπ).

4. Σε ό,τι αφορά την ενσυνείδητη εργατική τάξη, ισχύει ακριβώς το ίδιο: με άλλα λόγια, η εργατική τάξη επιχειρεί να ανταπεξέλθει μέσω της επανάληψης των οργανωτικών εκείνων μορφών (ταξικά συνδικάτα, απεργίες, διαδηλώσεις, κλπ) με τις οποίες απάντησε στην όξυνση της ταξικής πάλης και στο παρελθόν. 

5. Κατά συνέπεια, τόσο οι μορφές ιδεολογικοπολιτικής συγκρότησης του κράτους και του κεφαλαίου, όσο και αυτές της ενσυνείδητης εργατικής τάξης βρίσκονται σε αντιστοιχία και συμμόρφωση με την κυκλική και επαναληπτική δομή της κρίσης. 

6. ΟΜΩΣ, ένα μεγάλο μέρος της κοινωνίας, το οποίο κατά τα φαινόμενα είναι ως τώρα και το πλειοψηφικό (και μιλούμε πανευρωπαϊκά), αρνείται πεισματικά τις ιδεολογικοπολιτικές μορφές που συμμορφώνονται με αυτή την αρχή της κυκλικής επανάληψης των φάσεων κρίσης και όξυνσης των ταξικών αντιθέσεων. Η άρνηση αυτή φυσικά, μπροστά στην τρομακτική στρατιωτική, κατασταλτική και οικονομική υπεροπλία του κράτους και του κεφαλαίου, είναι ολοκληρωτικά ανίσχυρη. Το φαινόμενο των "αγανακτισμένων" ήταν η πιο εκτεταμένη έκφραση της άρνησης της έναρθρης, κινητοποιήσιμης πλειοψηφίας της κοινωνίας να συμμορφωθεί με τις ιδεολογικοπολιτικές μορφές οργάνωσης και δράσης που επιβάλλει η κρίση, αλλά και η πιο δραματική υπενθύμιση του ανίσχυρου χαρακτήρα μιας τέτοιας άρνησης. Η ίδια η ιδέα της ισχύος της πλειοψηφικότητας ως τέτοιας αποδείχτηκε κενό γράμμα, μιας και από μόνη της η πλειοψηφικότητα δεν έχει καμία πραγματική δύναμη εφόσον αδυνατεί να εντοπίσει τις αρχές της οργάνωσής της προς έναν κοινό συλλογικό στόχο. Και από την άλλη, η άρνηση της πρωταρχικότητας του οικονομικού παράγοντα, η χαρακτηριστική προσήλωση του κινήματος σε προβλήματα "θεσμών" και "δημοκρατίας", ήταν αποκαλυπτική της θεμελιακότερης άρνησης της αναπόδραστης πραγματικότητας της κρίσης που οδήγησε νομοτελειακά στο "ξεφούσκωμα" των αντιστάσεων όταν η οικονομική κατάσταση έκανε αυτό που νομοτελειακά θα έκανε βάσει των υπαρκτών συνθηκών στο επίπεδο βάσης: επιδεινώθηκε.

7. Μεταβατική λοιπόν περίοδος υφίσταται όχι επειδή το κεφάλαιο επιχειρεί μια από τις πάμπολλες αναδιαρθώσεις του, αλλά επειδή ένα κατά τα φαινόμενα πλειοψηφικό ρεύμα δεν αποδέχεται τον συντονισμό με τις συνέπειες αυτής της αναδιάρθρωσης στην οικονομική βάση (που πάντως είναι μακροπρόθεσμες και χρονολογούνται ήδη από τα μέσα της δεκαετίας του 1970). 

8. Τι σημαίνει αυτό; Αυτό σημαίνει κάτι ολωσδιόλου παράδοξο και σίγουρα απρόβλεπτο από τον κλασικό μαρξισμό: ο καπιταλισμός πέτυχε ως ιδεολογικό εποικοδόμημα --ως φαντασίωση, ψυχική επένδυση, μορφή αυτο-σύλληψης και αυτοεννόησης, πολιτικού-κομματικού προσανατολισμού-- σε μεγαλύτερο βαθμό από ό,τι πέτυχε να συγκρατήσει τη δυναμική διεύρυνσης της βάσης των προνομιούχων του ως οικονομικό σύστημα.

9. Είναι αυτή η διαφοροποίηση μεταξύ ιδεολογικού θριάμβου και δυσλειτουργίας του μηχανισμού επέκτασης της βάσης συγκριτικά προνομιούχων που δημιουργεί το χάσμα ανάμεσα στο εποικοδόμημα και τη βάση σε ό,τι αφορά την πλειοψηφία, το οποίο με τη σειρά του καθιστά την παρούσα περίοδο μεταβατική.

10. Είναι σαφέστατο ότι η πλειοψηφία γνωρίζει πως πιστεύει στον καπιταλισμό ως μοναδικό εφικτό σύστημα κοινωνικής οργάνωσης καταχρηστικά, όταν δηλαδή έχουν μεσολαβήσει πολλαπλές αποδείξεις ότι το σύστημα αυτό απειλεί τόσο το επίπεδο διαβίωσής της όσο, σε κάποιες ακραίες περιπτώσεις, και την ίδια της την επιβίωση. Το γνωρίζει, αλλά ελπίζει πως η καθυστέρηση κατάρρευσης του συστήματος που εξασφαλίζει η δική της ιδεολογικοπολιτική αδράνεια, θα δώσει στον καπιταλισμό τον απαραίτητο χρόνο να επανέλθει σε μία κατάσταση σχετικής ισορροπίας σε ό,τι αφορά αυτό που αντιλαμβάνεται ως δική της --και "φυσική"-- θέση στην ταξική αλυσίδα: αυτό είναι το πραγματικό περιεχόμενο της "πολιτικής της ελπίδας" που ενέπνευσε εκατομμύρια "αριστερών" σε όλο τον κόσμο φέτος, άλλωστε.

11. Με άλλα λόγια, ενώ το οικονομικό σύστημα ασχολείται απερίσπαστο με το μόνο πράγμα με το οποίο είναι φτιαγμένο για να ασχολείται, δηλαδή με την εξασφάλιση του κέρδους και την μετακύλιση του κόστους από τους ίδιους τους κεφαλαιοκράτες προς τις μισθωτές μάζες, οι μάζες των μισθωτών είναι αυτές οι οποίες προσπαθούν να σώσουν το σύστημα από την "μονομανία" του μέσω της ίδιας τους της ιδεολογικο-πολιτικής αδράνειας σε ό,τι αφορά την απόρριψή του, που όμως συνειδησιακά μεταφράζεται επίσης σε "άρνηση επιστροφής στο παρελθόν." Όταν οι μάζες των μισθωτών μιλούν για "ξεπερασμένο παρελθόν" εννοούν πάντα ένα συγκεκριμένο παρελθόν, το παρελθόν που αφορά τις μαζικές και αιματηρές ταξικές συγκρούσεις. Αλλά αυτό στο όνομα του οποίου αρνούνται την "επιστροφή στο παρελθόν" είναι απλά η επιθυμία για μια επιστροφή σε ένα άλλο παρελθόν, πιο πρόσφατο, αυτό της περιόδου 1990-2008. Το παρελθόν αυτό έχει επενδυθεί στη συνείδηση των μισθωτών μαζών με τα θολά και απαλά χρώματα της ανεξήγητα χαμένης Ουτοπίας: είναι η χαμένη Ατλαντίδα των σημερινών χαμηλών μεσοαστικών στρωμάτων και των μικροαστών με σχετικά πρόσφατες εργατικές και αγροτικές καταβολές.

12. Το γεγονός ότι τόσο το κεφάλαιο και το κράτος όσο και το ενσυνείδητο εργατικό κίνημα, από την άλλη, δεν προβαίνουν σε μια τέτοια επιλεκτική ερμηνεία του τι είναι "πισωγύρισμα" αλλά ρίχνονται στη μάχη με τα όπλα που γνωρίζουν πως ανταποκρίνονται σταθερά σε τέτοιες συγκυρίες, οδηγεί απλώς τις μισθωτές μάζες (και ένα πολύ σημαντικό κομμάτι των ανέργων και της νεολαίας) στη συνείδηση μιας διπλής αποξένωσης, τόσο απ' το κράτος και το κεφάλαιο όσο και από το εργατικό κίνημα. Με άλλα λόγια, το πλειοψηφικό ρεύμα στις δυτικές κοινωνίες σήμερα αισθάνεται ότι είναι ο θεματοφύλακας ενός παρελθόντος που απειλείται στον ίδιο βαθμό από το κεφάλαιο και το κράτος και από το εργατικό κίνημα και τις κομματικές του εκφάνσεις. Αλλά φυσικά, η συντριπτική ανισότητα δύναμης ανάμεσα στο κράτος και το κεφάλαιο και την ενσυνείδητη εργατική τάξη καθιστά την στάση της πλειοψηφίας όχι στάση απογοητευμένης ουδετερότητας αλλά στάση συνενοχής και συμμαχίας με τον πρώτο και κατά πολύ ισχυρότερο πόλο. 

13. Η επιθυμία για συμμαχία με τον ισχυρότερο είναι τρομακτικά διαδεδομένη στις σημερινές μάζες που, στην Ελλάδα ήδη από το 1949 και παγκόσμια το 1989-90, θεώρησαν την έκβαση της πάλης δυνάμεων τελεσίδικα αποφασισμένη υπέρ του κεφαλαιοκρατικού κράτους. Η ταύτιση με την εξουσία, η αναζήτηση καταφυγίου σε αυτή ψυχικά, ιδεολογικά, νοητικά, με κανέναν τρόπο δεν εκτοπίζεται επειδή υπάρχει επίσης απογοήτευση και θυμός για την "διαγωγή" της εξουσίας. Σαν ένα παιδί που προσκολλάται στον γονιό που το δέρνει επειδή σε αυτή τη βία αναγνωρίζει επίσης τη δύναμη που θα μπορούσε να το προστατέψει, και σαν τον καθένα που αποδέχεται ότι χέρι που αδυνατείς να δαγκώσεις είναι καλό να το γλείφεις, οι μάζες σήμερα τελούν υπό το καθεστώς ενός δουλοπρεπούς αντιεξουσιασμού, με όλη την παραδοξότητα που εμπερικλείει ένας τέτοιος όρος:  αγαπούν και επικροτούν αυτό που αναπαράγει την ψευδαίσθηση της αυτονομίας τους και τους βαυκαλίζει για την στην ουσία εκποιημένη αξιοπρέπειά τους· μισούν με πάθος και λύσσα ό,τι τους υπενθυμίζει τα δεσμά τους και τη δουλεία τους. Φυσικά μισούν κατά βάση ό,τι τις καταπιέζει πραγματικά, αλλά αυτό το πρωταρχικό στην πραγματικότητα μίσος δεν μπορεί να αρθρωθεί ευθέως εφόσον υπάρχει επίσης η βεβαιότητα ότι πρέπει πάσει θυσία να διαφυλαχτεί η δήθεν "προστατευτική" συμμαχία με τον ισχυρότερο. Κι έτσι εκτοπίζεται, με μεγαλύτερη "ασφάλεια",  σε αυτόν που εκλαμβάνεται ως συνάμα πιο αδύνατος και ηθικά ενοχλητικός: ergo, η διάδοση του αντίστροφου "ταξικού μίσους" όχι για αυτόν που έχει αλλά ακριβώς για αυτόν που δεν έχει και διεκδικεί. 

14. Η μεταβατικότητα του παρόντος σταδίου, κατά συνέπεια, αφορά κατά βάση το μετέωρο βήμα αυτής της κοινωνικής πλειοψηφίας, η οποία περιμένει, με όλο και μεγαλύτερη αγωνία και απελπισία, να ανανήψει επιτέλους το κεφάλαιο και να την αποκαταστήσει στην συγκριτική της ανωτερότητα απέναντι στην τάξη που βλέπει ως κατώτερη, από την άλλη όμως κοιτά αλληθωρίζοντας ελαφρά και τις διεργασίες από τα κάτω με ένα μείγμα φόβου για την ανατρεπτική τους δυναμική και ελπίδας στο ότι θα καταφέρουν αυτές να πιέσουν το κεφάλαιο για παραχωρήσεις που θα ωφελήσουν τους ίδιους, τους αμέτοχους και θεατές της εργατικής πάλης. 

15. Ενώ λοιπόν οι σημερινές συνθήκες επιβάλλουν στην ενσυνείδητη εργατική τάξη έναν αγώνα του οποίου η ηρωϊκότητα είναι ήδη έκφραση συντριπτικής ανισότητας δυνάμεων (για να το πούμε αλλιώς, η εργατική τάξη είναι ηρωϊκή επειδή δεν έχει το περιθώριο να μην είναι), επιβάλλουν συνάμα και έναν αγώνα ιδεολογικού χαρακτήρα, έναν αγώνα στη σφαίρα του εποικοδομήματος, όπου ο αντίπαλος είναι μόνο εν μέρει το κράτος και το εθνικό και διακρατικό, ιμπεριαλιστικό κεφάλαιο (και οι ιδεολογικοί μηχανισμοί τους, από τα μίντια στους διανοούμενους). Ο άλλος της αντίπαλος στο πεδίο αυτό είναι ακριβώς η κοινωνική πλειοψηφία, της οποίας τα αντικειμενικά συμφέροντα βρίσκονται με το στρατόπεδο της εργατικής τάξης, αλλά της οποίας το σύνολο των ιδεολογικο-πολιτικών προδιαθέσεων είναι σφόδρα αρνητικό προς αυτή.

16. Ο αγώνας αυτός --αγώνας για να στερηθεί η κοινωνική πλειοψηφία όχι από τα "αγαθά" που (δεν) κατέχει αλλά από τις νοητικές αλυσίδες που την προσδένουν στους βιαστές της-- είναι και τρομακτικά δύσκολος και άκρως επικίνδυνος, καθώς ρισκάρει ανά πάσα στιγμή την ανατροφοδότηση του ανάστροφου ταξικού μίσους για το οποίο έγινε λόγος πιο πριν. Ισχύει όμως για τον αγώνα αυτόν ό,τι ισχύει και για τον οικονομικο-ταξικό αγώνα ενάντια στο κράτος και το κεφάλαιο: δεν υπάρχει κανένα περιθώριο να μην δοθεί.

PCI-Η πορεία προς τη διάλυση

Σημειώσεις από τη βιβλιοκρισία του Gregory Elliott για την ιστορία του Ιταλικού ΚΚ του Lucio Magri, New Left Review ΙΙ/75 (Μάιος-Ιούνιος 2012):

1944: Παλμίρο Τολιάτι (ΓΓ ΚΚΙ 1927-1964), svolta di Salerno (Στροφή του Σαλέρνο):  Αναβολή κοινωνικοπολιτικών μεταρρυθμίσεων μέχρι την επίτευξη της απελευθέρωσης της Ιταλίας. Μετά τη λήξη του πολέμου, το ΚΚΙ δεν επιτίθεται κατά των προνομίων της Καθολικής Εκκλησίας και κατά του ιταλικού κράτους, που η πτώση του φασισμού δεν είχε επηρεάσει ως προς την σύσταση και τον χαρακτήρα του. Το ΚΚΙ επιχειρεί να διαχωρίσει τη "λαϊκή ψυχή" της εκκλησίας, που δεν πρέπει να αποθαρρυνθεί από την αντικληρικαλιστική στάση, από την "αντιδραστική ψυχή" της.

1947: Το ΚΚΙ χάνει την συμμετοχή του στην κυβέρνηση.

1948: Το ΚΚΙ Συντρίβεται στις εκλογές. Δεν επιστρέφει ποτέ στην κυβέρνηση.

1956: Όγδοο συνέδριο. Ο Τολιάτι παρουσιάζει θεωρία "δομικών μεταρρυθμίσεων" που βασίζεται σε συγκεκριμένη, επιλεκτική ανάγνωση των Τετραδίων της φυλακής του Γκράμσι. Θεωρία "τρίτου δρόμου". Magri: "μια λεπτή γραμμή ανάμεσα στον βαθμιαίο ρεφορμισμό και την σοσιαλιστική επανάσταση." Elliott: "Ένας επαναστατικός τετραγωνισμός του ρεφορμιστικού κύκλου." P. Ginsborg: Ο ιταλικός δρόμος προς τον σοσιαλισμό έδειχνε δυνητικά σε δύο κατευθύνσεις, καμία από τις οποίες δεν ομολογούνταν ως ενσυνείδητη: μετωπική σύγκρουση με αποτέλεσμα εμφύλιο πόλεμο, ή ολική ενσωμάτωση, πιστή μη αντιπολίτευση στο σύστημα. Στη βάση αποφυγής του πρώτου, το ΚΚΙ ρίσκαρε να οδεύσει προς το δεύτερο.

1963: Άνοδος στις εκλογές. 1.500.000 μέλη.

1973. Μετά το πραξικόπημα στη Χιλή και την ανατροπή Αλλιέντε, ο νέος ΓΓ του ΚΚΙ, Ενρίκο Μπερλιγκουέρ, προτείνει έναν "ιστορικό συμβιβασμό" με την Χριστιανοδημοκρατία που θα νομιμοποιούσε το ΚΚΙ ως "κόμμα κυβέρνησης και αγώνα".  Elliott: Στην πράξη, "αγώνας για να μπει στην κυβέρνηση."

1976. Επιτυχία στις εκλογές. 34% της ψήφου. Το ΚΚΙ πέφτει σε μια παγίδα που έφτιαξε το ίδιο. Το δελεάζει σε συνεργασία με τους Χριστιανοδημοκράτες ο μαφιόζος πολιτικός Τζούλιο Αντρεότι. Στην συνεργασία αυτή, το ΚΚΙ "έχει τις ευθύνες αλλά όχι τα αξιώματα, πόσο μάλλον την εξουσία." Το σοσιαλιστικό κόμμα, υπό την ηγεσία του αντικομμουνιστή Μπετίνο Κράξι, επιτίθεται σφόδρα κατά της προδοσίας αρχών του ΚΚΙ, ενισχύοντας το ρεύμα της ακροαριστερής τρομοκρατίας στη χώρα. Ο Μπερλιγκουέρ αλλάζει ρότα, βγάζοντας το κόμμα από την φάση της "εθνική αλληλεγγύης".

1983. Εκλογές. 30% της ψήφου.

1984. Θάνατος Μπερλιγκουέρ. Αναλαμβάνει ΓΓ ο Αλεσάντρο Νάττα. Προσπαθεί να βελτιώσει σχέσεις με το ΚΚΣΕ.

1987. Εκλογές. 26.5% της ψήφου.

1988. Ο Νάττα παραιτείται λόγω καρδιακού επεισοδίου. Νέος ΓΓ ο Ακίλε Οκέτο.

1991. Μετά την πτώση του τείχους του Βερολίνου και την κατάρρευση της ΕΣΣΔ, ο Οκέτο ανακηρύσσει στο Συνέδριο της Μπολώνια το τέλος της κομμουνιστικής εμπειρίας και προτείνει την μετονομασία του ΚΚΙ σε "Δημοκρατικό Κόμμα της Αριστεράς" (PDS). Η πρόταση υπερψηφίζεται από το 70%. Το PDS κατόπιν γίνεται μέρος των "Δημοκρατών της Αριστεράς", το οποίο με τη σειρά του γίνεται μέρος του "Δημοκρατικού Κόμματος." Οι διαφωνούντες ιδρύουν το "Κόμμα της Κομμουνιστικής Επανίδρυσης" (PRC), το οποίο εντάχθηκε στο Κόμμα της Ευρωπαϊκής Αριστεράς (με τον ΣΥΡΙΖΑ, το ΚΚΓ, κλπ).

24 ωρες απεργίες από σήμερα στην ΑΤΕ

ΜΕΤΑΒΙΒΑΣΗ ΑΓΡΟΤΙΚΗΣ ΤΡΑΠΕΖΑΣ
Κλιμακώνουν τις κινητοποιήσεις οι εργαζόμενοι στην ΑΤΕ
24ωρες επαναλαμβανόμενες απεργίες από σήμερα. Απεργία, χτες, των τραπεζοϋπαλλήλων ενάντια στις ιδιωτικοποιήσεις και τα «πωλητήρια»

Σε 24ωρη απεργία προχώρησαν, χτες, οι τραπεζοϋπάλληλοι της χώρας. Το κλαδικό Σωματείο Εργαζομένων στο Χρηματοπιστωτικό Σύστημα και συνολικά οι δυνάμεις του ΠΑΜΕ στον κλάδο έδωσαν με αποφασιστικότητα τη μάχη της απεργίας ώστε να δοθεί απάντηση στα σχέδια συγκυβέρνησης, τραπεζιτών και τρόικας για ιδιωτικοποιήσεις, συγχωνεύσεις, ανακεφαλαιοποίηση των τραπεζών, που θα σημάνουν απολύσεις και ακόμα χειρότερες εργασιακές σχέσεις για τους εργαζόμενους.

Σε αυτό το πλαίσιο σε 24ωρη απεργία προχώρησαν χτες και οι εργαζόμενοι στην Αγροτική Τράπεζα Ελλάδας, με την οποία άνοιξε ουσιαστικά ο «χορός των ιδιωτικοποιήσεων». Οι εργαζόμενοι στην ΑΤΕ κλιμακώνουν τον αγώνα τους καθώς από σήμερα προχωρούν σε 24ωρες επαναλαμβανόμενες απεργιακές κινητοποιήσεις, όπως αποφάσισε το ΔΣ του Συλλόγου Εργαζομένων. Χτες, στο πλαίσιο της απεργίας στην Αθήνα πραγματοποιήθηκε μια ιδιαίτερα μαζική παράσταση διαμαρτυρίας στην Τράπεζα της Ελλάδας. Αμέσως μετά τη συγκέντρωση οι εργαζόμενοι που συμμετείχαν στην κινητοποίηση προχώρησαν σε συνέλευση, προκειμένου να οργανώσουν τις κινητοποιήσεις τους. Χτες βράδυ ήταν σε εξέλιξη η συνεδρίαση του Γενικού Συμβουλίου του Συλλόγου, κατά τη διάρκεια του οποίου η ΕΣΑΚ (στηρίζεται από το ΠΑΜΕ), έχοντας 170 υπογραφές εργαζομένων, ζήτησε τη σύγκληση έκτακτης Γενικής Συνέλευσης για την καλύτερη οργάνωση των κινητοποιήσεων.

Στην Πειραιώς και επισήμως η ΑΤΕ
Χτες, η Τράπεζα Πειραιώς ανακοίνωσε και τυπικά την ολοκλήρωση της μεταβίβασης του «υγιούς τμήματος» της Αγροτικής Τράπεζας έναντι τιμήματος 95 εκατ. ευρώ. Αυτά που αποκτήθηκαν από την Τράπεζα Πειραιώς περιλαμβάνουν 21,4 δισ. ευρώ στοιχεία παθητικού - εκ των οποίων 14,3 δισ. καταθέσεις, 6,7 δισ. διατραπεζικές υποχρεώσεις και 0,4 δισ. λοιπές υποχρεώσεις, και 14,7 δισ. ευρώ στοιχεία ενεργητικού - εκ των οποίων 10,6 δισ. χορηγήσεις μετά από προβλέψεις και 4,2 δισ. λοιπά στοιχεία ενεργητικού. Η διαφορά των 6,7 δισ. ευρώ θα καλυφθεί από το Ελληνικό Ταμείο Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας (ΕΤΧΣ).

Με την ολοκλήρωση της μεταβίβασης ο όμιλος της Τράπεζας Πειραιώς καταλαμβάνει στην εσωτερική αγορά μερίδιο καταθέσεων 19% και χορηγήσεων 16% σύμφωνα με στοιχεία του Μάρτη 2012 και ο δείκτης «χορηγήσεις προς καταθέσεις» διαμορφώνεται στο 124%. Η μεταβίβαση δεν περιλαμβάνει τα μη εξυπηρετούμενα δάνεια με υποθήκη αγροτική γη, για τα οποία αναμένεται νομοθετική ρύθμιση.

Αναφορικά με τις τρεις κρατικοσυνεταιριστικές επιχειρήσεις «Δωδώνη», «Ελληνική Βιομηχανία Ζάχαρης» (ΕΒΖ) και ΣΕΚΑΠ, πέραν της αρχικής ανακοίνωσης περί μεταβίβασής τους στο ΤΑΙΠΕΔ (ταμείο αποκρατικοποιήσεων), χτες δεν υπήρξε κάποια νέα εξέλιξη. Σχετικά με την ΕΒΖ πληροφορίες ανέφεραν ότι διαγωνισμός για την εκποίηση του ποσοστού που κατείχε η ΑΤΕ θα προκηρυχθεί άγονος ενώ η ΣΕΚΑΠ φαίνεται να πηγαίνει προς εκκαθάριση.

Σε χτεσινή ανακοίνωση της Τράπεζας της Ελλάδας επαναλαμβάνεται η εξαίρεση των κρατικών τραπεζών από τη διαδικασία ανακεφαλαιοποίησης βάσει του μνημονίου καθώς και ότι ο πρόεδρός της, Γ. Προβόπουλος, θα παρουσιάσει στη Βουλή στις 3 Αυγούστου όλη τη διαδικασία ιδιωτικοποίησης της ΑΤΕ.

Χαλυβουργία-Τα γεγονότα χθες

Οι επικεφαλής των αστυνομικών δυνάμεων παίρνουν τις σχετικές «εντολές» από τα διευθυντικά στελέχη του εργοστασίου

Ασπρόπυργος, 9.05 χτες το πρωί. Οι απεργοί χαλυβουργοί, μετά από εννιά μήνες απεργία, μπαίνουν ξανά στο εργοστάσιο από την κεντρική πύλη συγκροτώντας διαδήλωση, υψώνοντας τη γροθιά τους και κρατώντας ένα γαρίφαλο στο χέρι. Εφαρμόζουν την απόφαση της 20ής γενικής τους συνέλευσης που έγινε το Σάββατο το μεσημέρι και έλεγε ότι μπαίνουν στο εργοστάσιο για να συνεχίσουν με άλλες μορφές τον αγώνα τους, ανατρέπουν για μια ακόμα φορά το σχεδιασμό του βιομήχανου Μάνεση, που τώρα πια είχε κάνει καθαρό ότι επεδίωκε να οδηγήσει σε εκφυλισμό την απεργία, να διαλύσει το σωματείο και για να πετύχει αυτό το σχέδιό του είχε αμέριστη βοήθεια απο την κυβέρνηση που έθεσε στην υπηρεσία του την κρατική καταστολή.

Οι απεργοί με όλα τα μέλη της διοίκησης του Σωματείου της «Ελληνικής Χαλυβουργίας» με επικεφαλής τον πρόεδρο Γιώργο Σιφωνιό, πέρασαν την πύλη συντεταγμένα και οργανωμένα ως οι πραγματικοί νικητές αυτής της εννιάμηνης απεργιακής μάχης.

Τα συνθήματα από τους εργαζόμενους άλλων κλάδων που έσπευσαν για μια ακόμη φορά στο χώρο του εργοστασίου από τα ξημερώματα για να συμπαρασταθούν στους χαλυβουργούς, δονούν την ατμόσφαιρα την ώρα που οι χαλυβουργοί κατευθύνονται στα πόστα τους. «Εννέα μήνες απεργία, αξέχαστη θα μείνει αυτή η απεργία», «Με αίμα και ιδρώτα δένεται το ατσάλι, οι χαλυβουργοί δεν σκύβουν το κεφάλι» «αγώνας, ρήξη, ανατροπή, το δρόμο δείχνουν οι χαλυβουργοί».
Με αυτό τον τρόπο θέλησαν Μάνεσης και κυβέρνηση να μπουν οι εργαζόμενοι για δουλειά. Κάτω από τη «σιδερένια φτέρνα» των δυνάμεων καταστολής. Δεν τους πέρασε...

Ο πολύμηνος αγώνας τους, αποτελεί έναν ακόμη φωτεινό φάρο στους αγώνες της εργατικής τάξης για την τελική νίκη με την κατάργηση της εκμετάλλευσης ανθρώπου από άνθρωπο. Δίδαξε ηρωισμό και αυτοθυσία απέναντι στην ίδια την αστική τάξη, τις κυβερνήσεις της -αντιμετώπισε κατά σειρά τις κυβερνήσεις Παπανδρέου, Παπαδήμου, Σαμαρά- τα αστικά ΜΜΕ, τις δυνάμεις καταστολής, τους απεργοσπαστικούς μηχανισμούς του Μάνεση.

Παρά το γεγονός ότι με την απεργία τους ανάγκασαν τον Μάνεση να αποσύρει προς το παρόν τα αρχικά σχέδιά του για επιβολή 5ωρης απασχόλησης με αντίστοιχη μείωση μισθών, δεν σταμάτησαν αλλά συνέχισαν αγωνιζόμενοι για την επαναπρόσληψη όλων των απολυμένων δίνοντας το πραγματικό νόημα του συνθήματος «Ενας για όλους και όλοι για έναν».

Επεσαν στο κενό όλες οι προσπάθειες καθυπόταξης των χαλυβουργών
Από τις 5 το πρωί, έξι διμοιρίες των ΜΑΤ είχαν σφραγίσει το εργοστάσιο, παρά το γεγονός ότι η απεργία είχε ανασταλεί από το προηγούμενο Σάββατο και οι αρμόδιοι υπουργοί είχαν διαβεβαιώσει ότι θα αποχωρήσουν τα ΜΑΤ. Ως την τελευταία ώρα ο Μάνεσης έκανε καθαρό ότι θέλει να τσακίσει τους εργάτες, και οι δυνάμεις της κρατικής καταστολής έκαναν ακόμα πιο καθαρό για ποια τάξη δουλεύουν.

Οσο περνούσε η ώρα και πλησίαζε 6.30 π.μ., ώρα προσέλευσης της πρωινής βάρδιας, οι εργάτες της «Χαλυβουργίας» με επικεφαλής το Σωματείο τους απαιτούν την άμεση απομάκρυνση των αστυνομικών δυνάμεων. Σε αντίθετη περίπτωση δηλώνουν πως δε θα μπουν. Στο πλευρό τους στέκονται εκατοντάδες εργαζόμενοι και νεολαίοι που τους συμπαραστέκονται σε κάθε αγωνιστικό τους βήμα.
9.05 το πρωί. Είναι η στιγμή που οι εργάτες, οργανωμένα και συντεταγμένα, με επικεφαλής τα μέλη του ΔΣ του Σωματείου μπαίνουν στο εργοστάσιο

Από την πλευρά του ο επικεφαλής των αστυνομικών δυνάμεων βρίσκεται σε συνεχείς διαβουλεύσεις με τους διευθυντές του εργοστασίου από τους οποίους ουσιαστικά παίρνει τις εντολές κι έχουν σχέση με τον τρόπο που θα προσέλθουν οι εργάτες μέσα. Οι αξιώσεις της εργοδοσίας είναι εξοργιστικές και προσβλητικές. Απαιτεί από τις αστυνομικές δυνάμεις να παραμείνουν στο χώρο, να επιτρέπουν την είσοδο στον εργαζόμενο κατά μόνας, με επίδειξη της αστυνομικής ταυτότητας και αφού δώσει την έγκριση για είσοδο ο εκάστοτε προσωπάρχης. Η φτηνή δικαιολογία που επικαλέστηκαν για αυτή την άθλια αξίωση ήταν να μην μπουν στο χώρο του εργοστασίου απολυμένοι είτε οι αλληλέγγυοι που εκδήλωναν τη συμπαράστασή τους στους χαλυβουργούς. Την ίδια στιγμή, εντεταλμένα τσιράκια του Μάνεση, προκαλούσαν συνεχώς, με την κάλυψη των αστυνομικών δυνάμεων, τους αγωνιστές εργάτες.

Τα μέλη του ΔΣ του Σωματείου απορρίπτουν κατηγορηματικά αυτή την εξευτελιστική διαδικασία και απαιτούν εκ νέου την άμεση απόσυρση των ΜΑΤ για να πάνε για δουλειά. Το απαράδεκτο σκηνικό που έχει διαμορφωθεί με ευθύνη της κυβέρνησης προκαλεί την άμεση αντίδραση του βουλευτή του ΚΚΕ Χρήστου Κατσώτη, ο οποίος βρίσκεται στο χώρο και καταγγέλλει τη στάση της αστυνομίας και του Μάνεση και συνολικά της κυβέρνησης. Προσπαθεί να επικοινωνήσει κατ' επανάληψη με τους αρμόδιους υπουργούς, τον Αντ. Ρουπακιώτη (υπουργό Δικαιοσύνης), τον Ν. Δένδια (υπουργό Προστασίας του Πολίτη) καθώς και τις ανώτερες αστυνομικές και εισαγγελικές αρχές. Ο πρώτος προσπαθεί να κερδίσει χρόνο, για τους άλλους δυο που κρύβονται και οι τρεις μαζί καλύπτουν την κρατική καταστολή που εξάλλου, όπως υπενθύμισε ο βουλευτής του ΚΚΕ, αναπτύχθηκε με εντολή του ίδιου του πρωθυπουργού. Από την Εισαγγελία γίνεται γνωστό ότι δεν έχει δοθεί εντολή για ανάπτυξη αστυνομικών δυνάμεων στο εργοστάσιο και τελικά την ευθύνη παίρνει πάνω του ο ίδιος ο ταξίαρχος δυτικής Αττικής, που απροκάλυπτα σε άμεση συνεννόηση με τα διευθυντικά στελέχη του Μάνεση επιμένει να απαγορεύει την είσοδο των εργατών στο εργοστάσιο αν δεν γίνει με τους όρους του Μάνεση.
Ο Γ. Σιφωνιός, τη στιγμή που ανακοινώνει σε χαλυβουργούς και εργαζόμενους πως αν δεν απομακρυνθούν άμεσα τα ΜΑΤ, κανείς εργάτης δε θα μπει στο εργοστάσιο

Οι χαλυβουργοί δεν υποχωρούν. Δηλώνουν σε όλους τους τόνους πως προϋπόθεση για να μπουν είναι να αποχωρήσουν τα ΜΑΤ και οι ίδιοι να μπουν συντεταγμένα και οργανωμένα, όπως ακριβώς ξεκίνησαν την απεργία τους. Η αποφασιστικότητά τους αναγκάζει την εργοδοσία να κάνει πίσω. Με την ταυτόχρονη αποχώρηση των ΜΑΤ και των υπόλοιπων αστυνομικών δυνάμεων, οι εργάτες μόνοι τους ανοίγουν την κεντρική πύλη και κατευθύνονται στα πόστα τους κάτω από τα χειροκροτήματα και τα συνθήματα των παρευρισκομένων.

Αισθανόμαστε νικητές, είμαστε περήφανοι
Στις πρώτες δηλώσεις του ο Γιώργος Σιφωνιός, πρόεδρος του ΔΣ του Σωματείου της «Ελληνικής Χαλυβουργίας» δηλώνει: «Μπροστά στην πύλη της "Χαλυβουργίας" αναγκάσαμε σε άτακτη υποχώρηση μια μερίδα των ΜΑΤ για να περάσουμε στη δουλειά μας. Ο κ. προσωπάρχης έστηνε προσχήματα ό,τι υπάρχουν ανάμεσά μας απολυμένοι και απαγορεύεται να μπούνε μέσα. Δε γνωρίζει ούτε ποιοι είναι απολυμένοι ο κύριος που τους απολύει. Είναι αίσχος αυτό. Για μια ακόμη φορά καταγγέλλουμε την εργοδοσία και κατ επέκταση την κυβέρνηση που τους επιτρέπει να χρησιμοποιούν τέτοια μέσα. Αυτοί που ξεκίνησαν την ηρωική απεργία την τελειώνουν με ψηλά το κεφάλι και συνεχίζουμε τον αγώνα μας ώστε να έχουν δουλειά όλοι οι εργαζόμενοι. Εμείς θέλουμε να διασφαλίσουμε τις θέσεις εργασίας όπως πρέπει να κάνει κάθε τίμιος συνδικαλιστής που υπερασπίζεται τους συναδέλφους του.

Αισθανόμαστε νικητές, είμαστε περήφανοι. Είναι τιμή μου που ως πρόεδρος εκπροσωπώ τέτοιους εργαζόμενους. Με συλλογικές διαδικασίες πήραμε τις αποφάσεις, με συλλογικές διαδικασίες απεργήσαμε, με συλλογικές διαδικασίες μπαίνουμε μέσα. 20 Γενικές Συνελεύσεις τα λένε όλα. Αλλά η δημοκρατία η δική μας προφανώς δεν εκφράζει μια μερίδα των πλουτοκρατών, του Μάνεση, της αντιδραστικής κυβέρνησης των μνημονίων που θέλει να επιβάλει αυτά τα αντεργατικά μέτρα εξαθλίωσης της ζωής των εργαζομένων. Ηδη με αυτούς τους μισθούς που παίρνουμε δεν μπορούμε να τα βγάλουμε πέρα. Εμείς συνεχίζουμε τον αγώνα μας για αξιοπρέπεια πάνω απ' όλα. Ο αγώνας μας δε σταματά εδώ».

Μαρία Δελλή-Ομιλία στη ΓΣ της Χαλυβουργίας (και παραλειπόμενα της 20ης Συνέλευσης)

20ή ΓΕΝΙΚΗ ΣΥΝΕΛΕΥΣΗ ΤΟΥ ΣΩΜΑΤΕΙΟΥ «ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΧΑΛΥΒΟΥΡΓΙΑΣ»
Η φλόγα που άναψαν οι χαλυβουργοί...
Η ομιλία της Μαρίας Δελλή, συζύγου απολυμένου, εκ μέρους της επιτροπής γυναικών που έδωσε τη μάχη στο πλευρό των απεργών

Συνάδελφοι,
Ζήτησα από το σωματείο, κατ' εξαίρεση, να μιλήσω μετά την εισήγηση του ΔΣ.

Θέλω να πω σε όλους σας όλα αυτά που λέμε κατά καιρούς στα πηγαδάκια που κάνουμε.

Να σας πω ότι ειλικρινά είμαστε περήφανες που είμαστε γυναίκες χαλυβουργών, είμαστε περήφανες που εννιά μήνες μας κάνατε την τιμή να παλέψουμε μαζί σας, στο πλάι σας, για την αξιοπρέπεια όχι μόνο της οικογένειάς μας αλλά για την αξιοπρέπεια όλης της εργατικής τάξης.

Να 'στε σίγουροι ότι έχετε αναπληρώσει με το παραπάνω το κενό που μπορεί να είχατε αφήσει στο μεγάλωμα των παιδιών σας είτε από την κούραση είτε από τις ατέλειωτες ώρες που δουλεύατε στο «Νταχάου» του Μάνεση.

Εχετε δώσει στα παιδιά σας το καλύτερο μάθημα.

Ενα μάθημα που δε διδάσκεται σε κανένα σχολείο.

Διδάξατε στα παιδιά σας τι σημαίνει τιμή, περηφάνια, αξιοπρέπεια, αγώνας, ανιδιοτέλεια, συναδελφικότητα.

Εννιά μήνες, μέσα στο κρύο, στη βροχή, στη ζέστη, μέσα στους δρόμους, μέσα στη μάχη μάθαμε πώς να παλεύουμε σαν ένας άνθρωπος, σαν μια γροθιά. Παρά τις στερήσεις και τις απίστευτες δυσκολίες που αντιμετωπίσαμε καταφέραμε και σταθήκαμε όρθιοι, περήφανοι με το κεφάλι ψηλά και οι χαλυβουργοί και οι οικογένειές τους.

Με όπλο μας την αλληλεγγύη των εργατών και των φτωχών λαϊκών στρωμάτων τρομοκρατήσαμε όχι μόνο τον Μάνεση και τους υπαλλήλους του και στις τρεις κυβερνήσεις που πέρασαν αλλά ολόκληρη την τάξη τους!!!

Ο ηρωικός σας αγώνας είναι μια πρώτη μεγάλη μάχη που δίνεται στον πόλεμο που έχει ξεκινήσει μεταξύ εργατών και αφεντικών.

Εσείς κοιτάξατε κατάματα τον εχθρό και δεν τρομάξατε, τον πολεμήσατε, τραβήξατε μπροστά με πίστη στο δίκαιο αγώνα σας.

Σηκώσατε στους ώμους σας τους πόθους και τα όνειρα της εργατικής τάξης για μια κοινωνία άλλη, πιο δίκαιη, χωρίς καταπίεση και εκμετάλλευση.

Τραβήξατε πολύ μπροστά, σηκωθήκατε πολύ ψηλά, αλλά αυτή δεν ήταν έτοιμη να σας ακολουθήσει.

Τίποτα δεν τέλειωσε
Συνάδελφοι,

Σας βλέπω σκεπτικούς, οργισμένους, θυμωμένους και καλά κάνετε. Την οργή και το θυμό που αισθάνεστε όμως να τα κάνετε ταξικό μίσος για να αντέξετε στα χειρότερα που έρχονται, γιατί ξέρετε πολύ καλά εσείς ότι τίποτα δεν τέλειωσε και τίποτα δεν πάει χαμένο.

Οι χαλυβουργοί εκπλήρωσαν ένα μέρος του χρέους τους απέναντι στην τάξη τους. Μπήκαν μπροστά ανάμεσα στους πρωτοπόρους, χάραξαν με τον ηρωικό τους αγώνα το δρόμο πάνω στον οποίο πρέπει να βαδίσει η εργατιά.

Δε θα απολογηθούν οι χαλυβουργοί για την έκβαση και το αποτέλεσμα αυτού του ηρωικού αγώνα. Δε θα απολογηθούν επειδή άντεξαν εννιά μήνες!!!

Να απολογηθούν όλοι αυτοί οι εργατοπατέρες, οι εργατοσυνδικαλισταράδες της πλειοψηφίας της ΓΣΕΕ που πάνε στους χώρους δουλειάς τους και υπογράφουν μειώσεις μισθών, που χαμηλώνουν τον πήχη των απαιτήσεων και μοιράζουν αυταπάτες στην εργατιά ότι θα τους λύσουν τα προβλήματα δι' αντιπροσώπου, χωρίς τη συμμετοχή των εργατών.

Να απολογηθούν αυτοί που πάνε σε «ειρηνικούς κοινωνικούς διαλόγους» για να διασφαλίσουν θέσεις εργασίας με «όσο κι όσο» για ένα ξεροκόμματο.

Να απολογηθούν αυτοί που εντέχνως και επιμελώς μοιράζουν τη φτώχεια και την εξαθλίωση στο λαό.

Να απολογηθούν, τέλος, αυτοί που δεν έκαναν τίποτα όταν τα ΜΑΤ χτυπούσαν τους εργάτες έξω από τη Χαλυβουργία κι εκείνοι παρακολουθούσαν από τα μπαλκόνια των εργοστασίων ή από τους καναπέδες των σπιτιών τους.

Οι «μηχανισμοί του Μάνεση» έριξαν τόνους λάσπης στον περήφανο αγώνα σας. Λάσπη που γύρισε πάνω τους και θα τους ακολουθεί για μια ζωή.

Φυσικά και δεν περιμέναμε να πουν την αλήθεια τα κανάλια και οι εφημερίδες τους γιατί ξέρουμε ποια είναι τα αφεντικά τους.

Οπως ξέρουμε και για την κατασκευαστική του μεγαλοκαναλάρχη που θα κάνει το λιμάνι της Χαλυβουργίας, που του «χάρισε» ένα βράδυ του Φλεβάρη ένας «έντιμος» υπουργός της «ανεξάρτητης κυβέρνησης» του κυρίου τραπεζίτη, γεγονός που δεν το γνώριζε κανένα μέλος της κυβέρνησης τότε (έτσι μας είπαν).

Ούτε φυσικά περιμέναμε από αυτούς που το «παίζουν» χορηγοί και προστάτες του φυσικού πλούτου και του περιβάλλοντος, που με εθελοντές καθαρίζουν βουνά, λαγκάδια, παραλίες, δρόμους, να πουν κάτι αυτοί οι κύριοι για τη ραδιενέργεια και τους καρκίνους που προκαλούνται στα «Νταχάου» του Μάνεση. Κουβέντα γι' αυτό το έγκλημα.

Οπως κουβέντα δεν ανοίγει για το ποιόν ορισμένων «τίμιων» απεργοσπαστών που έχουν «δικαίωμα στην εργασία» (έτσι το λένε τώρα).

Μηχανισμός του Μάνεση και της τάξης του είναι κι αυτά τα «πατσαβούρια» που η μισή τους οικογένεια είναι στη φυλακή και η άλλη μισή οδεύει προς την πύλη του Κορυδαλλού.

Η «ψιλοαριστερίστικη» κυβέρνηση της ΝΔ - ΠΑΣΟΚ - ΔΗΜΑΡ μας είπε για το «ιερό δικαίωμα στη δουλειά».

Ποια η έγνοια τους και τα έργα τους για το «ιερό δικαίωμα στη δουλειά» του 1,5 εκατομμυρίου ανέργων;

Ποια η έγνοια τους και τα έργα τους για το «ιερό δικαίωμα στη δουλειά» των 120 απολυμένων χαλυβουργών;

Μαζί με την κυβέρνηση και κάποιοι «αριστερούληδες» μας είπαν ότι «πρέπει να εφαρμοστεί ο νόμος».

Ποιος νόμος;

Αυτός που επιβάλλει εκ περιτροπής εργασία και μισθούς φιλοδώρημα; Αυτός που αφήνει ατιμώρητο τον εργοδότη όταν σκοτώνονται εργάτες; Αυτός που στερεί από την οικογένεια του εργαζόμενου και του άνεργου κάθε παροχή σε Υγεία - Παιδεία - Πρόνοια;

Παράνομες είναι και οι απολύσεις εν μέσω απεργίας αλλά κανείς δε νοιάστηκε για την εφαρμογή αυτού του νόμου. Οι νόμοι τους και η δικαιοσύνη τους είναι ταξική και δεν έχουν τίποτα να περιμένουν απ' αυτούς οι εργάτες.

Απέναντι σ' αυτή τη σαπίλα αντιστάθηκαν οι χαλυβουργοί εννιά μήνες τώρα.

Αυτόν τον εχθρό πολέμησαν οι χαλυβουργοί.

Και βγήκαν νικητές!

Μόνο με το στρατό κατάφεραν να ανακόψουν την ηρωική πορεία των χαλυβουργών.

Γιατί στρατός είναι αυτό που βρίσκεται εδώ και μια βδομάδα μέσα - έξω και γύρω από τη Χαλυβουργία.

Φοβούνται τους οργανωμένους εργάτες

Μας φοβήθηκαν και μας φοβούνται. Φοβούνται την ενότητα και την οργάνωση της εργατικής τάξης. Φοβούνται την αλληλεγγύη που εκδηλώθηκε στους χαλυβουργούς, που εκφράστηκε και εκφράζεται με κάθε τρόπο και με κάθε μέσο από το λαό και τους εργαζόμενους.

Φοβούνται την κοινωνική συμμαχία που συσπειρώνει και αντιστέκεται στη βαρβαρότητα του κεφαλαίου και τις κυβερνήσεις του.

Φοβούνται γιατί μέσα από τέτοιους ανιδιοτελείς αγώνες οι εργαζόμενοι αποκτούν ταξική συνείδηση, κατανοούν τη δύναμη που τους δίνει η ενότητα και η οργάνωση της τάξης τους. Βγάζουν πολιτικά συμπεράσματα και είναι σίγουροι πια ότι το δίκιο μας θα κριθεί μόνο στους ταξικούς αγώνες που έρχονται, πουθενά αλλού!

Η φλόγα που άναψαν οι χαλυβουργοί στην καρδιά της εργατικής τάξης δεν έσβησε, δεν μπορούν να την σβήσουν.

Τρέφει την ταξική συνείδηση κάθε τίμιου εργάτη, ποτίζει το μυαλό, την ορμή και την επαναστατικότητα των παιδιών της εργατικής τάξης.

Τρέφεται από την αδικία, από τα βάρβαρα αντιλαϊκά μέτρα της κυβέρνησης, τρέφεται από το βάθεμα της κρίσης και τη φτωχοποίηση του λαού.

Αφήστε τους να νομίζουν πως κέρδισαν. Θα 'ρθει η ώρα που μ' ένα γνέψιμο θα γίνει πύρινη γροθιά που θα κάψει όχι μόνο τον Μάνεση αλλά όλη την τάξη τους και τους μηχανισμούς τους.

Δύναμή σας η ενότητα και η συσπείρωση
Συνάδελφοι,

Βγήκατε έξω με το κεφάλι ψηλά, ενωμένοι και συσπειρωμένοι και με την καθοδήγηση του ΔΣ του σωματείου σας.

Το ίδιο πρέπει να συνεχίσετε να κάνετε. Τίποτα δεν τέλειωσε, η μάχη συνεχίζεται και θα γίνεται πιο σκληρή μέσα στο χώρο του εργοστασίου. Τα χαρτιά που έχει αποσύρει προσωρινά ο Μάνεσης λόγω της απεργίας θα τα ξαναβάλει στο τραπέζι και τότε πρέπει να ξαναφανείτε δυνατοί.

Και η δύναμή σας είναι η ενότητα και η συσπείρωση με το σωματείο σας. Ενα σωματείο ταξικό που έχει δώσει διαπιστευτήρια όχι μόνο στους χαλυβουργούς αλλά σε όλη την εργατική τάξη.

Συνεχίστε να στηρίζετε το σωματείο σας, σας έχει ανάγκη κι ακόμα μεγαλύτερη ανάγκη το έχετε εσείς τώρα μέσα στο κάτεργο του Μάνεση.

Συνάδελφοι,

Ως γυναίκα απολυμένου χαλυβουργού, επιτρέψτε μου να εκφράσω την ιδιαίτερη περηφάνια μου που ο άντρας μου έχει τέτοιους συναδέλφους.

Που στερήθηκαν το μεροκάματο για 272 μέρες για να έχουν δικαίωμα στην εργασία οι 120 απολυμένοι χαλυβουργοί συνάδελφοί τους. Αυτό δεν έχει προηγούμενο.

Ζήτω ο ηρωικός αγώνας των χαλυβουργών!

Καλή δύναμη.

Συνάδελφοι, μέχρι τώρα βαδίσαμε με γνώμονα τη λογική, τις δυνάμεις τις δικές μας, την ενότητά μας και τη συσπείρωση γύρω από το ΔΣ του σωματείου μας.

Σας καλώ να κάνουμε το ίδιο και τώρα.


H απόφαση για αναστολή της απεργίας και συνέχιση των κινητοποιήσεων με άλλες μορφές για την επαναπρόσληψη των απολυμένων υπερψηφίστηκε το περασμένο Σάββατο το μεσημέρι κατά τη διάρκεια της 20ής Γενικής Συνέλευσης του Σωματείου που έγινε στο Εργατικό Κέντρο Ελευσίνας.

Μια ιδιαίτερα φορτισμένη συνέλευση καθώς ήταν απόλυτα καθαρό ότι το κρίσιμο ήταν να αντιμετωπιστεί άμεσα ο σχεδιασμός του Μάνεση και της κυβέρνησής του που είχαν κάνει καθαρό ότι μεθόδευαν συστηματικά τη διάσπαση των εργαζομένων και τη διάλυση του σωματείου τους. Ο μηχανισμός του Μάνεση έδωσε μάχη για να μη γίνει καν η συνέλευση. Σε όσους είχαν πάει ήδη για δουλειά έδωσε προκαταβολές δυο βδομαδιάτικα με την προτροπή να μην πάνε στη συνέλευση. Κι όμως η συνέλευση έγινε με πλήρη απαρτία. Ο πρόεδρος του Σωματείου παρουσίασε την ομόφωνη εισήγηση του ΔΣ, καλώντας να γίνει και απόφαση της συνέλευσης. Μέσα απ' αυτήν έγινε ανάλυση της πορείας του αγώνα ως εκείνη την ώρα, αποτυπώθηκαν τα αποκρυσταλλώματα αυτής της πάλης και καθορίστηκαν οι στόχοι με βάση τη νέα πραγματικότητα που διαμορφώθηκε από την κατάληψη του εργοστασίου από τις δυνάμεις των ΜΑΤ.

Την περηφάνια των γυναικών των χαλυβουργών για τον αγώνα που έδωσαν μετέφερε η Μαρία Δελλή, γυναίκα απολυμένου. Ενώ η μάνα ενός άλλου απολυμένου πήρε το λόγο για να τονίσει ότι πρέπει να διαφυλαχθεί «σαν τα μάτια μας το σωματείο». «Τραβάτε συνάδελφοι μέσα να δώσετε τη μάχη κι εμείς θα παλεύουμε απ' έξω. Για μας είναι ήδη σημαντικό ότι εννιά μήνες παλέψατε για τη δική μας δουλειά» είπε ένας από τους απολυμένους. Δύο ενστάσεις που διατυπώθηκαν αρχικά από απεργούς ως προς το αν έπρεπε να ανασταλεί τώρα η απεργία, διευκρινίστηκε από τους ίδιους αργότερα ότι δεν αφορούσαν σε κριτική στη διοίκηση του σωματείου, ίσα ίσα αναγνώριζαν ότι η διοίκηση του σωματείου έχει αποδείξει ότι είναι στην πρώτη γραμμή της μάχης.

Μετά το τέλος της Γενικής Συνέλευσης, σε έντονο κλίμα συγκίνησης, οι απεργοί χαλυβουργοί κράτησαν ενός λεπτού σιγή για τον συνάδελφό τους και σύντροφο στον αγώνα Βαγγέλη Δημόπουλο, έναν από τους πρώτους απεργούς που βγήκαν στην πύλη και συμμετείχε ενεργά στην οργάνωση του μεγάλου αυτού αγώνα, ο οποίος πριν από δύο μήνες έφυγε από τη ζωή χτυπημένος από την επάρατο νόσο.

Π. Κωφός-Οι αστοί πολιτικοί

Θα ήμουν ο τελευταίος που θα αναλάμβανε να υπερασπιστεί τους αστούς πολιτικούς, αλλά διαβάζοντας αυτά που έγραψε κάποιος Όμηρος Αλεξάνδρου, που μας τα προώθησαν στο «διάλογο του ΔΕΠ» και μάλιστα ως σκληρές αλήθειες που μας τις κρύβουν, αισθάνομαι την ανάγκη να τους «υπερασπιστώ»!

Η κατηγορίες που εκτοξεύει ο κύριος Αλεξάνδρου εναντίον των αστών πολιτικών είναι πολύ γνωστές και πολύ διαδεδομένες, ιδιαίτερα το τελευταίο διάστημα, και τις συναντάμε πολλές φορές σε...........διάφορες παραλλαγές άμεσα ή έμμεσα και στο «διάλογο του ΔΕΠ». Κατηγορεί τους πολιτικούς πως είναι ανόητοι, ανίκανοι και διεφθαρμένοι και πως λόγω της ανοησίας τους, της ανικανότητάς τους και της διαφθοράς τους ευθύνονται για την κατάσταση στην οποία περιήλθε η χώρα. Πιο ευτελείς και χαμηλού επιπέδου διαπιστώσεις δεν θα μπορούσαν να διατυπωθούν! Όποιος κατηγορεί συλλήβδην τους πολιτικούς με οποιεσδήποτε κατηγορίες και ιδιαίτερα τέτοιες μπορεί στη συνέχεια να αυτοπροσδιορίζεται ως αγωνιστής, προοδευτικός ή υπερασπιστής του λαού.

Φυσικά οι αστοί πολιτικοί ούτε ανόητοι είναι, το αντίθετο μάλιστα είναι ιδιαίτερα ευφυείς και ικανότατοι, ούτε διεφθαρμένοι γενικά είναι, υπάρχει μια φυσιολογική διαφθορά στις γραμμές τους λόγω του καπιταλισμού, εξάλλου οι περισσότεροι από αυτούς είναι οικονομικά ανεξάρτητοι μπαίνοντας στην πολιτική και δεν περιμένουν να πλουτίσουν με αυτόν τον τρόπο χωρίς να αποκλείεται βέβαια και αυτό το ενδεχόμενο, ούτε φυσικά ευθύνονται αυτοί για την καπιταλιστική κρίση. Μάλλον θα ήταν ανόητο να επιχειρήσει κανείς να αποδείξει κάτι που είναι αυτονόητο, πως οι αστοί πολιτικοί δεν είναι ανόητοι ή ανίκανοι, και σίγουρα δεν χρειάζεται να αποδείξει πως είναι ανόητος αυτός που λέει πως οι πολιτικοί είναι ανόητοι. Αν και αυτοί που ισχυρίζονται πως οι πολιτικοί είναι ανόητοι και ανίκανοι δεν είναι πάντα ανόητοι οι ίδιοι, υπάρχει και μια ακόμα εκδοχή για την κατάστασή τους και το ρόλο τους. Κατηγορώντας συλλήβδην τους πολιτικούς, ετοιμάζουν συνειδητά ή ασυνείδητα το έδαφος για αυτούς που περιμένουν υπομονετικά να έρθει η δική τους ώρα, να βγουν από την αφάνειά τους για να αρπάξουν, να επωφεληθούν, να βιάσουν, να ικανοποιήσουν κάθε τους διαστροφή! Καλλιεργούν έναν ύπουλο και υφέρποντα φασισμό ετοιμάζοντας το έδαφος για να έρθουν στο προσκήνιο οι απόγονοι των ταγματασφαλιτών της Κατοχής και ο κόσμος τους, για να επιβάλουν την «τάξη» και να «τιμωρήσουν» τους «προδότες» που «έφαγαν τα λεφτά του λαού», αρπάζοντας ο,τι μπορέσουν αυτοί οι ίδιοι.

Οι αστοί πολιτικοί για ένα πράγμα μόνο ίσως μπορούν να κατηγορηθούν, πως είναι αστοί πολιτικοί και υπηρετούν αυτές τις πολιτικές που υπηρετούν. Όμως ακόμα κι αυτή η κατηγορία εναντίον τους δεν έχει νόημα. Η κότα γέννησε το αυγό ή το αυγό την κότα; Όσο νόημα έχει αυτό το ερώτημα, άλλο τόσο ίσως έχουν και οι κατηγορίες εναντίον των αστών πολιτικών επειδή είναι αστοί πολιτικοί. Ο ρόλος τους είναι καθορισμένος. Δεν είναι πως δεν θέλουν να κάνουν κάτι υπέρ του λαού ή ότι κάνουν συμφωνίες κάτω από το τραπέζι για να υπηρετήσουν τους κεφαλαιοκράτες, είναι πως είναι αδύνατον αντικειμενικά να κάνουν κάτι υπέρ του λαού ερχόμενοι σε αντίθεση με τους αστούς. Ενώ για παράδειγμα μπορούν να ελαττώνουν τους μισθούς σε βάρος των εργαζομένων και υπέρ των αστών, δεν μπορούν να κάνουν το αντίθετο, να αυξάνουν τους μισθούς αντίθετα με τη θέληση των αστών, γιατί οι αστοί είναι αυτοί που θα πληρώσουν για τις αυξήσεις και δεν θα το κάνουν ποτέ αν δεν το θέλουν για τους δικούς τους λόγους και το δικό τους συμφέρον. Οι αστοί μπορεί για παράδειγμα να κάνουν υποχωρήσεις κάτω από την πίεση των αγώνων των εργαζομένων και να δώσουν αυξήσεις, αλλά το κάνουν για να μην χάσουν περισσότερα ή ίσως και όλα και όχι γιατί θα τους το επιβάλλει η όποια αστική κυβερνητική εξουσία. Αυτό σημαίνει πως πρέπει να γίνεται διάκριση ανάμεσα σ’ αυτό που θα λέγαμε κυβερνητική εξουσία και στην πραγματική εξουσία. Η κυβερνητική εξουσία στην αστική δημοκρατία μπορεί να έχει ισχύ και να ασκείται μόνο αν είναι συμβατή με τη θέληση της πραγματικής εξουσίας, που την έχουν οι ίδιοι οι αστοί.

Σημαντικές επιλογές που θεωρούνται πολιτικές των αστών πολιτικών προωθήθηκαν μόνο και μόνο γιατί εξέφραζαν τη θέληση και τα συμφέροντα της αστικής τάξης. Μια τέτοια πολιτική ήταν η είσοδος της χώρας στις ευρωπαϊκές κοινότητες, ΕΟΚ, Ευρωπαϊκή Ένωση, Ευρωζώνη. Η συμμετοχή στην Ευρωπαϊκή Ένωση ήταν η καλύτερη δυνατή εξέλιξη για το μεγάλο κυρίως ελληνικό κεφάλαιο που είχε ανάγκη να ξεφύγει από τα στενά εθνικά πλαίσια μέσα στα οποία ασφυκτιούσε, για να προοδεύσει και να προστατευτεί μέσα σε ένα ευρύτερο πλαίσιο με απεριόριστες για τα μέτρα του δυνατότητες. Οι αστοί πολιτικοί δεν έκαναν τίποτα παραπάνω από το να προωθήσουν αυτή την αναγκαιότητα για την πρόοδο του ελληνικού καπιταλισμού χαράζοντας την πολιτική της εισόδου στη νυν Ευρωπαϊκή Ένωση και υλοποιώντας τις πολιτικές που απορρέουν από τη συμμετοχή σ’ αυτόν τον οργανισμό.

Οι αστοί πολιτικοί προωθώντας τις πολιτικές τους υπέρ της εργοδοσίας ταυτίζουν συνήθως την πρόοδο της κοινωνίας με την πρόοδο των καπιταλιστών, ακόμα και όταν παίρνουν τα πιο βάρβαρα μέτρα εναντίον των εργαζομένων. Η προωθούμενη πολιτική της ισοπέδωσης των εργασιακών σχέσεων για παράδειγμα, μερική απασχόληση, ελαστικό και ευέλικτο ωράριο, εκ περιτροπής εργασία, ανασφάλιστη εργασία και καθιέρωση των επιχειρησιακών και ατομικών συμβάσεων εργασίας, προκύπτει ως αναγκαιότητα για να αντιμετωπίσουν οι καπιταλιστές την κρίση του καπιταλισμού και ταυτόχρονα να είναι ανταγωνιστικοί απέναντι στους ανταγωνιστές τους. Αυτή την ισοπέδωση όμως των εργασιακών σχέσεων οι αστοί πολιτικοί επιχειρούν να την ταυτίζουν με τη σωτηρία και την πρόοδο της χώρας ή της κοινωνίας. Πιο συγκεκριμένα ισοπεδώνουν τις εργασιακές σχέσεις για να έχουμε λένε ανάπτυξη, αλλά το μόνο σίγουρο για την ανάπτυξη αυτή είναι τα κέρδη των επιχειρήσεων και ποτέ δεν γίνεται λόγος για αυξήσεις που θα πάρουν οι εργαζόμενοι αν επιτευχθεί επιτέλους αυτή η ανάπτυξη. Τα κέρδη από την όποια ανάπτυξη τα καρπώνονται οι καπιταλιστές, είναι δικά τους, κανείς δεν το αμφισβητεί αυτό, τα κάνουν ό,τι θέλουν αυτοί, και εφόσον δεν τους συμφέρει να τα μοιραστούν με τους εργαζόμενους δεν πρόκειται να δώσουν ποτέ αυξήσεις. Η Ευρώπη και ο ανεπτυγμένος καπιταλιστικός κόσμος οδεύει στο δικό του καπιταλιστικό μεσαίωνα!

Το υπέρογκο χρέος που έχει η χώρα αποδεικνύει και αυτό πως είναι αδύνατο οι αστοί πολιτικοί να χαράξουν διαφορετική πολιτική από αυτή που επιβάλει η αναγκαιότητα των καταστάσεων που αντιμετωπίζουν στα πλαίσια του καπιταλιστικού συστήματος. Θα ήταν αδιανόητο τις τελευταίες δεκαετίες για μια οποιαδήποτε κυβέρνηση αστών πολιτικών να μη δανείζεται. Θα είχε ανατραπεί την επόμενη μέρα, γιατί η άρνησή της να δανειστεί θα ισοδυναμούσε ουσιαστικά με την άρνηση της προόδου της χώρας, ουσιαστικά δηλαδή της προόδου των καπιταλιστών. Είναι αδιανόητο να υπάρχουν διαθέσιμα κεφάλαια με τα οποία μπορείς να δημιουργήσεις προϋποθέσεις και υποδομές για την ανάπτυξη της χώρα σου, δηλαδή την ανάπτυξη των καπιταλιστών και των μονοπωλίων της, και να μην τα αξιοποιείς. Έτσι, αυτόματα και αβίαστα, επιβάλλεται αντικειμενικά στους αστούς πολιτικούς η πολιτική που εξυπηρετεί τα συμφέροντα των καπιταλιστών, η ύπαρξη και μόνο κεφαλαίων προς δανεισμό καθορίζει και την πολιτική των χωρών για καπιταλιστική ανάπτυξη. Παλιότερα οι ελληνικές κυβερνήσεις τα δάνεια τα έπαιρναν για συγκεκριμένους λόγους, όπως για παράδειγμα οι κυβερνήσεις Τρικούπη πήραν δάνειο για την ανάπτυξη του σιδηροδρομικού δικτύου ή οι κυβερνήσεις πριν τους βαλκανικούς πολέμους πήραν δάνειο για να ενισχυθεί ο στρατός. Στην εποχή μας τα παίρνουν για να ενισχύσουν γενικά την ανάπτυξη του καπιταλισμού, δηλαδή τα μονοπώλια. Έπρεπε να ενισχύσουν για παράδειγμα το οδικό δίκτυο για να μπορέσουν να αναπτυχθούν και να κυριαρχήσουν τα μονοπώλια παντού, ταυτίζοντας όπως είναι φυσικό στα πλαίσια του καπιταλισμού την πρόοδο και την ανάπτυξη της κοινωνίας με τον πρόοδο και την ενίσχυση των μονοπωλίων.

Οι αστοί πολιτικοί για το μόνο που δεν μπορούν να κατηγορηθούν είναι η έλλειψη ικανότητας να υπηρετήσουν τον καπιταλισμό. Μάλιστα οι ικανότητές τους είναι ακόμα μεγαλύτερες από όσο ίσως φαίνεται γιατί δεν προωθούν απλά την καπιταλιστική ανάπτυξη, αλλά είναι και ένας παράγοντας εξισορρόπησης των σφοδρών συγκρούσεων και του ανελέητου ανταγωνισμού μεταξύ των δυνάμεων της αγοράς είτε σε κλαδικό επίπεδο είτε σε εθνικό επίπεδο προς όφελος πάντα των γενικών συμφερόντων της αστικής τάξης. Όσοι από αυτούς δεν είναι ικανοί δεν έχουν κανένα μέλλον και όσους βλέπουμε μπροστά στα μάτια μας να διαχειρίζονται της τύχες της χώρας είναι οι ικανότεροι που θα μπορούσαν να βρεθούν.

Η βαθιά κρίση που βρίσκεται σε εξέλιξη σε όλες τις αναπτυγμένες καπιταλιστικές χώρες δεν είναι φυσικά ευθύνη των πολιτικών, οφείλεται στο σύστημα, είναι καπιταλιστική κρίση, και οι αστοί πολιτικοί κάνουν το καλύτερο δυνατό για να την αντιμετωπίσουν σε βάρος φυσικά των εργαζομένων και υπέρ του κεφαλαίου και των μονοπωλίων. Μερικές φορές μάλιστα μπορούν να θυσιαστούν και οι ίδιοι για να εξυπηρετήσουν το σύστημα, όπως έγινε πρόσφατα που «κάηκε» στο βωμό της καπιταλιστικής κρίσης το χαρτί του ΠΑΣΟΚ, ένα κόμμα που υπηρέτησε με τον καλύτερο δυνατό τρόπο τον καπιταλισμό τα τελευταία σαράντα χρόνια είτε προωθώντας απευθείας την καπιταλιστική ανάπτυξη είτε ως ανάχωμα στη ριζοσπαστικοποίηση των εργαζομένων.

Προκόπης Κωφός
Τμήμα Χημείας ΑΠΘ

Πηγή: Redfly Planet

Δευτέρα, 30 Ιουλίου 2012

Κάτω οι κρατικοδίαιτοι δήθεν "αντικαθεστωτικοί"!

Αααααχ...1981. Αντρέας. Η αρχή του σοσιαλισμού στην Ελλάδα. Ευωδία αλλαγής παντού, περιλαμβανομένων των εγγράφων μισθοδοσίας της Κρατικής Υπηρεσίας Πληροφοριών.

Πλεύρης, Μιχαλόπουλος, Μιχαλολιάκος...All star team. Λες να πληρώνει και τις σακούλες απ' το Lidl η ΚΥΠ; Μπα, μάλλον θα φτάνει η επίσημη κομματική χρηματοδότηση πλέον.

Πηγή του εγγράφου (απ' τις πολλές): Κίνηση Ενεργών Πολιτών Πάρου

Γιάννης Κορδάτος-Για την μικροϊδιοκτησία και τους συνεταιρισμούς

Γιάννης Κορδάτος
Εισαγωγή στη Μελέτη του αγροτικού
Κομμουνιστική Επιθεώρηση, τευχ. 7, Ιούλιος 1923
Αρθρογραφίες στην Κομμουνιστική Επιθεώρηση 1921-1924, εκδόσεις Συλλογή

VIII. Κοινωνικοί όροι της παραγωγής

Πληθυσμός
Στατιστικές πληροφορίες επίσημες και ακριβείς δεν έχουμε. Μπορούμε όμως κατά προσέγγιση να υπολογίσουμε ότι ο γεωργικός πληθυσμός της χώρας είναι τα 70% απέναντι του άλλου πληθυσμού. Ιδιαίτερα για μας πρέπει να γίνουν ειδικές μελέτες στατιστικές, για να μπορέσουμε να βρούμε τις αναλογίες που υπάρχουν ανάμεσα στον γεωργικό πληθυσμό, που είναι και σε μας διαιρεμένος σε τάξεις: 1) σε ακτήμονες (κολλίγους, παρακεντέδες, εμφυτευτές, μεροκαματιάρηδες) 2) μικροϊδιοκτήτες 3) μεσαίους χωρικούς και 4) μεγαλοϊδιοκτήτες. Είναι όμως γεγονός που δεν επιδέχεται αμφισβήτηση ότι οι δύο πρώτες τάξεις των αγροτών (ακτήμονες και μικροϊδιοκτήτες) βρίσκονται σε πολύ μεγάλη πλειοψηφία απέναντι των μεγαλοϊδιοκτητών και μεσαίων χωρικών. Εννούμε μικροϊδιοκτήτες τους έχοντας κάτω των 50 στρέμματα γης, μεσαίους εκείνους που έχουν 50-1000 στρεμμάτων και μεγάλους ιδιοκτήτες από 1000 στρέμματα και άνω.

Συστήματα ιδιοκτησίας
Στη Θεσσαλία, Μακεδονία, Ήπειρο, ένα μέρος της Λαμίας και της Ευβοίας, επικρατεί ακόμα το μεσαιωνικό σύστημα της δουλοπαροικίας ή το κολλιγικό σύστημα. Στην Αττικοβοιωτία δε και εν μέρει στην Πελοπόννησο κ' Επτάνησο ισχύει ακόμα και ο "εμφυτευτικός θεσμός" του Ρωμαϊκού Δικαίου. Στην Αιγιαλεία (Πελοπόννησος) μονάχα υπάρχουν 6-7 χιλιάδες στρέμματα που καλλιεργούνται κατά το εμφυτευτικόν σύστημα. Στην Αττική περί τα 45 μεγάλα αγροκτήματα που ανήκουν σε ιδιώτες και στα Μοναστήρια. Μεταξύ των μεγαλυτέρων γαιοκτημόνων συγκαταλέγονται τα Μοναστήρια καθώς και το Δημόσιο.

[...]

Οικονομική κατάσταση των γεωργών
Όσον αφορά τους κολλίγους, παρακεντέδες, μεροκαματιάρηδες (κουλουκτζήδες) και εμφυτευτές είναι γνωστή η οικονομική τους κατάσταση. Αυτοί είναι πραγματικοί σκλάβοι των τσιφλικάδων. Ας εξετάσουμε τώρα τη θέση των μικροϊδιοκτητών. Παίρνουμε ως βάση την Πελοπόννησο, τον κατεξοχήν τόπο της μικροϊδιοκτησίας. Κατά μέσον όρο ο κάθε γεωργός έχει ένα ζευγάρι που μπορεί να καλλιεργήση 200 στρέμματα, δεν έχει όμως παραπάνω από 20-30 στρέμματα γης, που έχουν απόδοση και στις πιο καλύτερες ακόμα χρονιές τόση, όση αρκεί για να ψωμοζήση μια γεωργική οικογένεια. Γι αυτό, η μικροϊδιοκτησία είναι μάλλον φαινομενική. Απόδειξη ότι τα 8/10 των μικροϊδιοκτησιών είναι υποθηκευμένες. Δυστυχώς δεν υπάρχει καμία επίσημη στατιστική για τις υποθήκες, ούτε κτηματολόγιο. Πάντα όμως ο υπολογισμός μας είναι μέσα στην πραγματικότητα. Η τοκογλυφία σε παλιότερη εποχή, είναι πασίγνωστο και πανθομολογούμενο, ήταν μια αγιάτρευτη πληγή για τους αγρότες, αλλά και σήμερα εξακολουθεί ακόμα να λυμαίνεται τους αγροτικούς πληθυσμούς. Σύμφωνα με τις ανωτέρω συνθήκες που δεν είναι υποθετικές, ο μικροϊδιοκτήτης δεν είναι τίποτ' άλλο παρά ένας προσωρινός ενοικιαστής του κτήματός του, που σε περίπτωση αφορίας, επειδή δεν θα 'χει να πληρώση το χρέος του, θα χάσει το χωράφι του ή τ' αμπέλι του. Άμα σηκωθή το Δικαιοστάσιο, οι μικροϊδιοκτήτες κατά 80% θα χάσουν τα κτήματά τους και θ' απειληθή εξέγερση στα χωριά ασφαλώς.

Το Κόμμα μας οφείλει και πρέπει να προσέξει την κατάσταση αυτήν των μικροϊδιοκτητών. Μπορούμε, όχι μοναχά για τους κολλίγους και τους εμφυτευτές, να ζητήσουμε την άμεσο και χωρίς αποζημίωση απαλλοτρίωση ολόκληρων των τσιφλικιών και εμφυτευτικών κτημάτων και την παροχή δανείων (χωρίς τόκο) από το Κράτος στους κολλίγους, εμφυτευτές, κλπ, αλλά και την άμεσον απαλλοτρίωση των υποθηκών που βαραίνουν την μικροϊδιοκτησία.

[...]

Συνεταιρισμοί
Μιλούμε σε ιδιαίτερο κεφάλαιο για τους γεωργικούς συνεταιρισμούς, γιατί πρέπει να δώσουμε όλως διόλου ιδιαίτερη προσοχή στο ζήτημα αυτό. Η συνεταιριστική κίνηση και οργάνωση των αγροτών επί των ημερών μας δεν είναι αυθόρμητη, αλλ' επιβλήθηκε από το Κράτος (νόμος 602-1915). Σε παλαιότερη εποχή, σε πολλά μέρη της Τουρκοκρατούμενης Ελλάδος ήκμασαν οι διάφοροι αυθόρμητα και από οικονομικές ανάγκες δημιουργηθέντες τότε συνεταιρισμοί στον τύπο των cooperatives. Μάλιστα και κοινότητες ολόκληρες υπήρχανε που λειτουργούσανε σαν κοπερατίβες (Αμπελάκια, χωριά Πηλίου, Αλμυρός, τα νησιά Ύδρα, Σπέτσαι κλπ). Επίσης υπήρχανε και άλλοι συνεταιρισμοί (τυροκομικοί και κτηνοτροφικοί Μακεδονίας και Ηπείρου και τα κινιάτα της Κρήτης), οι σημερινοί συνεταιρισμοί όμως είπαμε μάλλον είναι δημιούργημα αυθαίρετο του Κράτους. Μόνον στην Μεσσηνία και κάπως στη Μακεδονία το συνεταιριστικό πνεύμα σήμερα έχει κάποια οντότητα πραγματική και η συνεταιριστική ιδέα βγαίνει σαν αποτέλεσμα ανάγκης οικονομικής των συνεταιριζομένων χωρικών ή αγροτών. Κατά τη στατιστική υπάρχουν παραπάνω από 1300 συνεταιρισμοί, απ' αυτούς περί τους 800 είναι πιστωτοί, 75 παραγωγικοί, περί τους 110 προμηθευτικοί. Υπάρχει ακόμα Συνομοσπονδία Συνεταιρισμών, στα χαρτιά όμως. Η οικονομική δράση των συνεταιρισμών είναι πολύ δυσανάλογη προς τον αριθμό των μελών και τα κεφάλαια που διαθέτουν. Οι περισσότεροι απ' αυτούς υπάρχουν κατά τύπους και διοικούνται και διευθύνονται από τους ίδιους τοκογλύφους και μεγαλοϊδιοκτήτες και δικολάβους των χωρικών. Το Κόμμα μας, έχοντας υπόψη ότι οι Συνεταιρισμοί είναι πια γεγονός, οφείλει να δώση μεγάλη σημασία στο ζήτημα αυτό και να διαθέση τις δυνάμεις του για το ξύπνημα των χωρικών στο να διώξουν από τους συνεταιρισμούς τα εχθρικά κι επικίνδυνα γι' αυτούς στοιχεία (εμπόρους, πλουσίους, χωρικούς, τοκογλύφους, δικολάβους, γεωπόνους κλπ). Μαζί όμως πρέπει να καταβάλλουμε κάθε προσπάθεια να "κατακτήσουμε" εκείνους τους συνεταιρισμούς που εκπροσωπούν συμφέροντα οικονομικά των ακτημόνων γεωργών ή μικροϊδιοκτητών και να εξηγούμε στους αγρότες το επιζήμιο και επικίνδυνο γι' αυτούς και τα συμφέροντά τους, το να κηδεμονεύη το Κράτος τους συνεταιρισμούς των. Αυτή την κηδεμονία του Κράτους επί των συνεταιρισμών πρέπει να την καταπολεμήσουμε.

Εάν δεν δώσουμε την ανάλογη σημασία το ζήτημα της σταδιοδρομίας, της εξελίξεως, και του οικονομικού ρόλου των συνεταιρισμών στο μέλλον και βλέπουμε το ζήτημα αυτό με μοιρολατρικήν αντίληψη, τότε δεν θ' αργήσουμε πολύ γρήγορα ν' αντιμετωπίσουμε τους γεωργικούς συνεταιρισμούς ως αντιδραστικούς και οικονομικούς οργανισμούς.

Επιστολές Σωματείου Εργαζομένων Ελληνικής Χαλυβουργίας

Επιστολές Σωματείου Εργαζομένων Ελληνικής Χαλυβουργίας:
Δε μπορούμε να συναινούμε σε παράνομες πράξεις και αποφάσεις της εταιρίας.
Καλούμε το Σώμα Επιθεωρητών και το Κέντρο Πρόληψης Επαγγελματικού Κινδύνου να προβούν σε άμεσο έλεγχο

Δυο επιστολές απεστειλε το Σωματείο Εργαζομένων Ελληνικής Χαλυβουργίας προς τη Διεύθυνση Χαλυβουργίας Ελλάδος Α.Ε.-ΣΕΠΕ – ΚΕΠΕΚ- και προς τον Υπουργείο Εργασίας, υπόψη Υπουργού κ. Βρούτση Ιωάννη. Η επιστολη προς την διοίκηση της χαλυβουργείας αναφερει ρητα οτι:

Yστερα από την απόφαση του Διοικητικού σας Συμβουλίου να μας απαγορεύσετε την έξοδο από το Σωματείο, θέλοντας δια λόγου να μας επιβάλλετε το δικό σας Νόμο λέγοντας διάφορα ασαφή και αόριστα ευφυολογήματα, σας αναφέρουμε: Όπως μας διευκρίνισαν οι έγκριτοι Νομικοί σας, η οποιαδήποτε πρόταση προς το Σωματείο θα πρέπει να είναι έγγραφη και ενυπόγραφη για να είναι επίσημη και όχι δια λόγου.

Εμείς δε μπορούμε να συναινούμε σε παράνομες πράξεις και αποφάσεις της εταιρίας.

Καλούμε το Σώμα Επιθεωρητών και το Κέντρο Πρόληψης Επαγγελματικού Κινδύνου να προβούν σε άμεσο έλεγχο.

Προς: Υπουργείο Εργασίας Υπόψη: Υπουργού κ. Βρούτση Ιωάννη

Κύριε Υπουργέ,

Ζητάμε τη σύγκλιση τριμερούς συναντήσεως άμεσα, για την επίλυση των δίκαιων αιτημάτων μας που προβάλλουμε εδώ και 273 ημέρες με τον απεργιακό μας αγώνα, που ανεστάλη την 28/07/2012 ύστερα από απόφαση της Γενικής Συνέλευσης που έγινε στο Εργατικό Κέντρο Ελευσίνας.

Σας καλούμε, Κύριε Υπουργέ, να απαντήσετε άμεσα όπως ο ίδιος έχετε υποσχεθεί, άμεσα λοιπόν ώστε να προχωρήσει η ομαλοποίηση της εργασίας, καθ’ όσον είμαστε από την ώρα εισόδου αποκλεισμένοι στο χώρο του Σωματείου και δη στο γραφείο, κατόπιν εντολής του Διοικητικού Συμβουλίου της Εταιρίας.

Τις επιστολές υπογραφούν ο πρόεδρος Γ. Σιφωνιός και ο γραμματέας Θ.Παυλάκης του Σωματείου Εργαζομένων Ελληνικής Χαλυβουργίας.
Ασπρόπυργος, 30.7.2012

Βιομηχανική Μεταλλευτική: Κάποιες απορίες

Παρακάτω αντιγράφω κομμάτι από την πρόταση των εργαζομένων στην Βιομηχανική Μεταλλευτική:

Κατά τη διάρκεια των συνελεύσεων που πραγματοποιούσε το σωματείο για την οργάνωση και συνέχιση του αγώνα τέθηκε η ιδέα της αυτοδιαχείρισης. Μπορεί οι εργαζόμενοι να μην έχουν πάει στην Αργεντινή αλλά, όπως ανέφεραν, το παράδειγμα του εργοστασίου κεραμεικών που λειτούργησε εκεί υπό τον εργατικό έλεγχο των εργαζομένων αποτέλεσε έμπνευση για αυτούς και έτσι ξεκίνησαν τις συζητήσεις και τις οικονομικές μελέτες για το πώς μπορεί αυτό να επιτευχθεί και στην πόλη μας.

Όπως δήλωσε ο πρόεδρος του σωματείου εργατοϋπαλλήλων της Βιομηχανικής Μεταλλευτικής Μ. Αναγνώστου η πρόταση αυτή έτυχε μεγάλης αποδοχής μεταξύ των εργαζομένων οι οποίοι εκτιμούν ότι εφόσον το εργοστάσιο ήταν κερδοφόρο και ότι εξαιτίας της κακής διαχείρισης «έπεσε έξω» όχι μόνο μπορούν να το επαναλειτουργήσουν αλλά και ότι είναι ικανοί να παράγουν φτηνό προϊόν προσιτό στις λαϊκές οικογένειες. Ο ίδιος εξήγησε μάλιστα ότι καθ`όλη την διάρκεια των 14 αυτών μηνών που το εργοστάσιο δεν λειτουργούσε το προϊόν συνέχισε να έχει ζήτηση.

Μέσα σε λίγο διάστημα οι εργαζόμενοι κατάφεραν να διαμορφώσουν το απαιτούμενο σχέδιο έτσι ώστε να κάνουν πράξη το «πως οι εργαζόμενοι μπορούν και χωρίς αφεντικά». Για να επιτευχθεί αυτό και για να μην βρεθούν άλλα 70 άτομα στην ανεργία προϋπόθεση αποτελεί, σύμφωνα με τους ίδιους, η ικανοποίηση των παρακάτω αιτημάτων.

Να παραιτηθεί το Δ.Σ. της εταιρείας μαζί με όσα στελέχη είχαν άμεση εμπλοκή στη διοίκηση της χωρίς καμία απαίτηση από την νέα εργατική διοίκηση όπως και η ιδιοκτησία να αναλάβει τις υποχρεώσεις που προκύπτουν μέχρι τώρα (τα χρέη της εταιρείας).

Να δηλωθεί το δάνειο των 1.900.00[0] ευρώ που πήρε η μητρική εις βάρος της Βιομηχανικής Μεταλλευτικής και μέρος από το δάνειο να παραχωρηθεί σε μετοχές προς τους εργαζόμενους. Ότι υπόλοιπο μείνει να γίνει διακανονισμός για να επιστρέψει προς την θυγατρική με το προνόμιο των εργαζομένων.

Οι εργαζόμενοι για να μπορέσουν να θέσουν άμεσα το εργοστάσιο σε λειτουργία ζητούν ακόμη την επιδότηση που δίνεται από τον ΟΑΕΔ σε κάθε άνεργο που θέλει να ξεκινήσει δικιά του επιχείρηση ύψους 23.00 [λείπει κάποιο ψηφίο] για τον πρώτο χρόνο καθώς και το επίδομα ανεργίας επί 14 μήνες.

Όπως αναφέρουν ακόμη οι εργαζόμενοι, αν ικανοποιηθούν τα αιτήματα αυτά συγκεντρώνεται ένα αρχικό κεφάλαιο ικανό για να ξεκινήσουν άμεσα την λειτουργία του. Αυτοδιαχείριση σημαίνει επίσης για αυτούς ότι η γενική συνέλευση των εργαζομένων θα είναι το αποφασιστικό όργανο του εγχειρήματος καθώς και ότι τα μέλη του Δ.Σ. της εταιρίας όσο και τα μέλη του Δ.Σ. του σωματείου θα είναι ανακλητά.

Στην πρόταση αυτοδιαχείρισης του εργοστασίου που έχουν διαμορφώσει οι εργαζόμενοι τονίζεται επίσης ότι οι μετοχές θα μοιραστούν ισάριθμα σε όσους εργαζόμενους δεχτούν να συμμετέχουν στο εγχείρημα ενώ οι υπόλοιποι θα συνεχίσουν με την προηγούμενη σύμβαση που υπήρχε προτού κλείσει το εργοστάσιο.

Τέλος ζητούν από την πολιτεία την διαμόρφωση ενός νομικού πλαισίου που θα μπορεί να καλύπτει και να στηρίζει το εγχείρημα της αυτοδιαχείρισης.
http://biom-metal.blogspot.gr/2012/07/blog-post_13.html

Εν ολίγοις:
α) Η "αυτοδιαχείριση" είναι πρόταση που κατατίθεται ως πρόταση προς το υφιστάμενο κράτος.
β) Από το υφιστάμενο κράτος ζητείται μία σειρά άμεσων ή έμμεσων οκονομικών παραχωρήσεων που θα επιτρέψουν στους εργάτες της Βιομηχανικής Μεταλλευτικής να λειτουργήσουν το εργοστάσιο ως συνιδιοκτήτες του.
γ) Μόνο σε περίπτωση ικανοποίησης αυτών των αιτημάτων για κρατικές, οικονομικού χαρακτήρα εκχωρήσεις υφίσταται δυνατότητα αυτοδιαχείρισης: "αν ικανοποιηθούν τα αιτήματα αυτά συγκεντρώνεται ένα αρχικό κεφάλαιο ικανό για να ξεκινήσουν άμεσα την λειτουργία του".
δ) Ζητείται επίσης από το υφιστάμενο κράτος ("πολιτεία") να διαμορφώσει ένα νομικό πλαίσιο κατάλληλο για να καλύψει το εγχείρημα της αυτοδιαχείρισης.

Τώρα, στον ιστότοπο των εργαζομένων στην Βιομηχανική Μεταλλευτική υπάρχει επίσης κείμενο της "Πρωτοβουλίας για το Ανεξάρτητο Κέντρο Αγώνα Εργατών Μαγνησίας." Το κείμενο αυτό --κείμενο που ανήκει στο είδος "κείμενο συμπαράστασης", προφανώς-- καταλήγει:

Τα αιτήματα των εργατών της ΒΙΟ.ΜΕΤ είναι ώριμα από καιρό. Παρά τη μορφή τους, θέτουν ένα κομβικό ερώτημα: Ποια κοινωνική τάξη θα έχει την εξουσία; Ποιος θα οργανώσει τη παραγωγή, ποιος θα χρηματοδοτήσει, ποιος θα ρυθμίσει τη διανομή; Το πολιτικό αίτημα για τη θέσπιση νόμου περί συνεταιρισμένων και αυτοδιαχειριζόμενων εργοστασίων μπορεί είτε να τεθεί μέσα στον καπιταλισμό (που έχει χρεοκοπήσει) αλλά ο οικονομικός στραγγαλισμός είναι βέβαιος και δυνατός κάθε στιγμή ή έξω από αυτόν με τη πλήρη απαλλοτρίωση όλων των καπιταλιστών από την εξουσία των εργατικών συμβουλίων, γεγονός που επιλύει μονομερώς τα ζητήματα ιδιοκτησίας (χωρίς τη συναίνεση των αφεντικών & χωρίς αποζημιώσεις) και τα ζητήματα χρηματοδότησης (χωρίς την άδεια του αστικού κράτους ή των τραπεζιτών) στη βάση μιας ενιαίας κεντρικής και εθνικοποιημένης τράπεζας κάτω επίσης από τον έλεγχο των εργαζομένων.
http://biom-metal.blogspot.gr/2012/07/blog-post_4591.html

Η απορία μου θα μπορούσε να συνοψιστεί σε αυτό το αρχικό "παρά." "Παρά τη μορφή τους", καταλήγει το κείμενο, "τα αιτήματα των εργατών της ΒΙΟ.ΜΕΤ" θέτουν το ερώτημα "Ποια κοινωνική τάξη θα έχει την εξουσία." Όμως για ποιους θέτουν αυτό το ερώτημα παρά τη μορφή τους; Για τους ίδιους τους εργαζόμενους, που σαφώς ζητούν την παρέμβαση του υφιστάμενου κράτους; Ή για τους συγγράφοντες το δεύτερο κείμενο; Προφανώς για τους δεύτερους, οι οποίοι όμως συμπεραίνουν στην ουσία και εκ προοιμίου πως τα αιτήματα των εργαζομένων είναι ανέφικτα: "Το πολιτικό αίτημα για τη θέσπιση νόμου περί συνεταιρισμένων και αυτοδιαχειριζόμενων εργοστασίων μπορεί είτε να τεθεί μέσα στον καπιταλισμό (που έχει χρεοκοπήσει) αλλά ο οικονομικός στραγγαλισμός είναι βέβαιος και δυνατός κάθε στιγμή..." Προφανώς, αν "ο καπιταλισμός" "έχει χρεοκωπήσει" τότε δεν μπορεί το αίτημα να τεθεί "μέσα στον καπιταλισμό", και η διατύπωση είναι μάλλον εσωτερικά αντιφατική. Και επιπρόσθετα, οι συγγραφείς προσθέτουν ότι ακόμα και να μπορούσε, "ο οικονομικός στραγγαλισμός είναι βέβαιος και δυνατός κάθε στιγμή." Και συνεπώς, το κείμενο λογικά προκρίνει μόνο ένα δρόμο, που όμως δεν είναι αυτός τον οποίο ακολουθούν οι εργαζόμενοι: "τη[ν] πλήρη απαλλοτρίωση όλων των καπιταλιστών από την εξουσία των εργατικών συμβουλίων, γεγονός που επιλύει μονομερώς τα ζητήματα ιδιοκτησίας (χωρίς τη συναίνεση των αφεντικών & χωρίς αποζημιώσεις) και τα ζητήματα χρηματοδότησης (χωρίς την άδεια του αστικού κράτους ή των τραπεζιτών) στη βάση μιας ενιαίας κεντρικής και εθνικοποιημένης τράπεζας κάτω επίσης από τον έλεγχο των εργαζομένων."

Καμία "εξουσία των εργατικών συμβουλίων" (!!) δεν αποτελεί αίτημα των εργαζομένων της Βιομηχανικής Μεταλλευτικής, ούτε είναι τέτοιο η "πλήρης απαλλοτρίωση όλων των καπιταλιστών", ούτε η μονομερής συνεπώς επίλυση των ζητημάτων ιδιοκτησίας, ούτε η δημιουργία μιας "ενιαίας κεντρικής και εθνικοποιημένης τράπεζας." Αυτά τα αιτήματα είναι πολιτικού και εν μέρει τουλάχιστον επαναστατικού χαρακτήρα, και υφίστανται μόνο στο μυαλό (και το κείμενο) της Πρωτοβουλίας στην παρούσα φάση. Πιο σημαντικά, είναι εντελώς ασαφές πώς θα μπορούσαν ποτέ να ικανοποιηθούν από οποιαδήποτε πρωτοβουλία των εβδομήντα, αν δεν κάνω λάθος, εργαζομένων της ΒιοΜεταλ ή και οποιουδήποτε άλλου εργοστασίου, περιλαμβανομένου αυτού της Χαλυβουργίας, για παράδειγμα. Ούτε και τέθηκαν τέτοιου είδους αιτήματα στα πλαίσια της αυτοδιαχείρισης στην Αργεντινή, που χρησιμοποιείται ως υπόδειγμα από το κείμενο των εργαζομένων.

Οπότε, τελικά, η απορία μου είναι η εξής: ποιο ακριβώς είναι το νόημα της παρέμβασης αυτής; Να στηρίξει την πρωτοβουλία των εργαζομένων αλλά να της υπαγορεύσει εντελώς διαφορετική αντζέντα από αυτή που έχει; Αλλά αν είναι να γίνει αυτό, τότε τι ακριβώς στηρίζεται; Πρόκειται για στήριξη με προϋποθέσεις; Για "κριτική στήριξη", όπως λέγεται; Ρωτάω γιατί στην περίπτωση της Χαλυβουργίας, για παράδειγμα, η στάση των συμπαρατασσόμενων ταξικών δυνάμεων ήταν η απροϋπόθετη στήριξη για όλες τις αποφάσεις του Δ.Σ, είτε μας άρεσαν ατομικά είτε όχι. Οι ταξικού χαρακτήρα συλλογικοί αγώνες προϋποθέτουν την πειθαρχία και συμμόρφωση αυτών που τους στηρίζουν με τις πλειοψηφικές αποφάσεις αυτών που τους οργανώνουν (ως γνωστόν, το εργατικό κίνημα και όχι το κόμμα είναι η ιστορική μήτρα του "δημοκρατικού συγκεντρωτισμού"). Εάν εξ αρχής δεν επιθυμείς κάτι τέτοιο διότι διαφωνείς με την μορφή του αγώνα, δεν δηλώνεις καμία στήριξη δημόσια, αλλά κρατάς τον ρόλο σου ως "ουδέτερου πολίτη και γενικού κριτή." Και σίγουρα δεν μπαίνεις πρώτα στην υπόθεση για να καθυπαγορεύσεις μετά στους εργαζόμενους τι πραγματικά ζητούν με τους όρους που θέλεις εσύ· ούτε βέβαια έχεις κανένα ηθικό και πολιτικό δικαίωμα να παραχαράξεις ή να θολώσεις τον χαρακτήρα και το περιεχόμενο των υφιστάμενων αιτημάτων για να τα καταστήσεις πιο αρεστά και πιασάρικα σε ένα "ούλτρα αριστερό" ακροατήριο της προτιμήσεώς σου. Αυτό δεν το έχω απαντήσει ποτέ στην ιστορία των αγώνων του εργατικού κινήματος.* 

Μπορεί κάποιος να με βοηθήσει να λύσω την απορία μου;

*Για τους παραπάνω λόγους άλλωστε, δεν έχω άμεσα εμπλακεί στην υπόθεση της Βιομηχανικής Μεταλλευτικής, παρά το γεγονός ότι έχει προβληθεί επαρκώς από τα ευρείας ανάγνωσης "εναλλακτικά" ΜΜΕ (όπως το tvxs, για παράδειγμα): διότι δεν θεωρώ ότι θα μπορούσα να στηρίξω αιτήματα τα οποία θεωρώ δομικά ανέφικτα και τα οποία, δυστυχώς, δημιουργούν συγχύσεις γύρω από τον χαρακτήρα και ρόλο του κράτους, ιδιαίτερα στην παρούσα φάση. Εννοείται ότι τούτο δεν συνεπάγεται καμία εχθρότητα προς τους εργαζόμενους της ΒιοΜεταλ (για αυτό και υπάρχει μόνιμο λινκ στο ιστολόγιό τους, άλλωστε)· απλά θεωρώ επιβεβλημένη δεοντολογικά την τήρηση διακριτικών αποστάσεων μέχρις ότου --αυτή είναι η ελπίδα-- ξεκαθαρίσει κάπως περισσότερο το τοπίο και γίνουν κάποιες απαραίτητες διεργασίες πολιτικής αποκρυστάλλωσης.

ΠΑΜΕ-Σχόλιο του Γραφείου Τύπου για την ιδιωτικοποίηση της ΑΤΕ και των Συναιτεριστικών επιχειρήσεων

Σχόλιο του Γραφείου Τύπου για την ιδιωτικοποίηση της ΑΤΕ και των Συναιτεριστικών επιχειρήσεων
28/7/2012

Η κυβέρνηση προχώρησε ταχύτατα σήμερα στο προαναγγελθέν έγκλημα της, στην ιδιωτικοποίηση της ΑΤΕ και των συναιτεριστικών επιχειρήσεων. Έδωσε πεσκέσι στην Τράπεζα Πειραιώς, στο μεγάλο κεφάλαιο ένα μεγάλο μέρος του ιδρώτα των εργαζόμενων που είναι συγκεντρωμένο στην τράπεζα καθώς επίσης και το μεγαλύτερο μέρος της αγροτικής γης που είναι υποθηκευμένο στην ΑΤΕ. Παραδίδει τομείς στρατηγικής σημασίας για την διατροφική ανάπτυξη του λαού αλλά και την δυνατότητα της χώρας να έχει αυτάρκεια.

Το ΠΑΜΕ καλεί τους εργαζόμενους της Αγροτικής τράπεζας, των συναιτεριστικών επιχειρήσεων, τους φτωχούς αγρότες, τα λαϊκά στρώματα με ενιαίο μέτωπο να οργανώσουν την πάλη τους τώρα. Για να ακυρωθούν τα σχέδια της κυβέρνησης και οι συνέπειες από αυτά.

Η πρόοδος της ελληνικής τηλεόρασης, 1978-2012



They Are Night Zombies!! They Are Neighbors!! They Have Come Back from the Dead!! Ahhhh!


Τραγικό! Η ΝΕΤ αναγκάζεται να λειτουργήσει με φρούτα και ζαρζαβατικά για δημοσιογράφους! Φρουτοδυστοπία!

Δείτε το φοβερό θέαμα των δημοσιογράφων-λαχανικών που, έχοντας προσληφθεί από την Νέα Ελληνική Τηλεόραση, προσπαθούν μάταια επί δέκα λεπτά να κατανοήσουν γιατί μια συμφωνία επανόδου απεργών στο εργοστάσιο που περιλαμβάνει απομάκρυνση των ΜΑΤ δεν μπορεί να τηρηθεί αν δεν απομακρυνθούν τα ΜΑΤ απ' το εργοστάσιο. 

Δεν σχολιάζουμε το γεγονός ότι ένα από τα ζαρζαβατικά που, προφανώς λόγω περικοπών, έχουν αναλάβει το δύσκολο έργο της ενημέρωσης, δεν γνωρίζει καν ποιοι είναι οι 12 όλοι κι όλοι βουλευτές του ΚΚΕ και αποκαλεί τον Χρήστο Κατσώτη "κύριο [Γιώργο] Πέρρο" που "τον ξέρουμε" κιόλας, "απ' το ΠΑΜΕ" (για να είμαστε δίκαιοι, ο Πέρρος μπορεί να μην είναι βουλευτής, αλλά έχουν και οι δύο μουστάκι). Εστιάζουμε στο παράδοξο γεγονός ότι παρά την δια του δαχτύλου υπόδειξη της παρουσίας κλουβών ΜΑΤ και την διαρκή υπενθύμιση του περιεχομένου της συμφωνίας, τόσο η άτυχη ρεπόρτερ-φρούτο όσο και οι θρεπτικοί πλην ασπόνδυλοι και άμυαλοι συνάδελφοί της στο στούντιο αδυνατούν να επεξεργαστούν δια της χλωροφύλλης τους το δύσκολο ερώτημα "ποιος εμπόδισε τους εργάτες να μπουν στο εργοστάσιο."

Οι οικονομικές εξελίξεις στην Ελλάδα, 1950-1970

Οι οικονομικές εξελίξεις στην Ελλάδα 1950 - 1970
Μπορεί οι σημερινές συνθήκες της καπιταλιστικής οικονομικής κρίσης να μην έχουν σχέση με την καπιταλιστική ανασυγκρότηση και την καπιταλιστική ανάπτυξη στην Ελλάδα την περίοδο μετά το Β' Παγκόσμιο Πόλεμο, αλλά οι τότε εξελίξεις και η πολιτική που εφαρμόστηκε έχει στοιχεία από τα οποία μπορούν να βγουν ορισμένα συμπεράσματα. Πρώτ' απ' όλα από τις συζητήσεις για το μείγμα οικονομικής πολιτικής, προκειμένου η καπιταλιστική οικονομία της Ελλάδας να ανορθωθεί από την καταστροφή λόγω του πολέμου, αλλά και την κρίση, λόγω της καταστροφής τα πρώτα μεταπολεμικά χρόνια. Και, ταυτόχρονα, τις συζητήσεις για τη συμβολή των ξένων επενδύσεων στην καπιταλιστική οικονομική ανάπτυξη, που αποκαλύπτει ότι βασικά αυτή έγινε βασικά εσωτερικής συσσώρευσης και όχι κυρίως λόγω των ξένων επενδύσεων. Ας θυμηθούμε ότι στους κόλπους της ΕΕ, πριν τρία χρόνια είχε αναπτυχθεί μια φιλολογία για την αναγκαιότητα ενός «νέου σχεδίου Μάρσαλ», προκειμένου να αντιμετωπιστεί η κρίση, ή την επίκληση σήμερα των ξένων επενδύσεων στην οικονομία της Ελλάδας, για να αντιμετωπιστεί η κρίση. Εχει τη σημασία της αυτή η ιστορική εμπειρία, ανεξάρτητα από το πώς θα εξελιχθεί η οικονομία της Ελλάδας σήμερα, δηλαδή από το πώς θα βγει από την κρίση και θα περάσει στην ανάκαμψη. Μ' αυτήν τη σύντομη εισαγωγή, δίνουμε στο σημερινό ένθετο «Ιστορία», ορισμένα κεφάλαια και τα συμπεράσματα, για τις οικονομικές εξελίξεις στην Ελλάδα από το 1950 έως το 1970, από το «Δοκίμιο Ιστορίας του ΚΚΕ Β' τόμος, 1949 - 1968».


2.Β. Η «αμερικανική βοήθεια»
Η άμεση στρατιωτική επέμβαση των ΗΠΑ και η ανάγκη σταθεροποίησης του καπιταλιστικού συστήματος στην Ελλάδα οδήγησαν και στην ένταξη της Ελλάδας στα προγράμματα της «αμερικανικής βοήθειας» (Δόγμα Τρούμαν, Σχέδιο Μάρσαλ, Ευρωπαϊκά Πρόγραμμα Ανασυγκρότησης).

Στην εισήγηση και στο κλείσιμο του Νίκου Ζαχαριάδη στην 5η Ολομέλεια της ΚΕ του ΚΚΕ (30-31.1.1949), αναφέρεται ανάμεσα σε άλλα για το Σχέδιο Μάρσαλ:

«... Ο βορειοαμερικάνικος ιμπεριαλισμός, που βρίσκεται επικεφαλής του κεφαλαιοκρατικού κόσμου, κάνει απελπιστικές προσπάθειες να ξεπεράσει και ν' απομακρύνει τις ανυπέρβλητες δυσκολίες και αντιθέσεις που τον κατατρώγουν. Οι προσπάθειές του αυτές συγκεντρώνονται πρώτ' απ' όλα στα παρακάτω: α) Στο να εξασφαλίσει με το σχέδιο Μάρσαλ τις παγκόσμιες αγορές ελπίζοντας έτσι να μαλακώσει τις δικές του οικονομικές δυσκολίες... »1

Για το ίδιο ζήτημα, η εισήγηση για την κατάσταση στην Ελλάδα στην 7η Ολομέλεια της ΚΕ του ΚΚΕ (14-18.5.1950) εκτιμά:

«... Μπορούμε να βγάλουμε το συμπέρασμα ότι η μαρσαλοποιημένη Ελλάδα έχει μια βιομηχανία, που, ακριβώς χάρη στην αγγλοαμερικάνικη "βοήθεια", χωρίς να πλησιάσει το προπολεμικό επίπεδο, πήρε τον κατήφορο. Και η περιβόητη "εκβιομηχάνιση" που θα μας έφτιαχναν οι Αμερικάνοι αποδείχτηκε μια απάτη... »2

Σε άλλο σημείο αναφέρει:

«... Αυτή η ανασυγκρότηση είναι, βασικά, αεροδρόμια, λιμάνια, δρόμοι, για πολεμικούς σκοπούς. Από το πώς ξοδεύτηκαν τα 3.610 εκατομμύρια δολάρια φαίνονται και οι συνέπειες που έχει αυτή η "βοήθεια" για το λαό μας. Η κυριότερη συνέπεια της αγγλοαμερικάνικης "βοήθειας" είναι το μεταδεκεμβριανό μοναρχοφασιστικό καθεστώς, που βούτηξε στην πείνα και το αίμα το λαό...»3

Τα πρώτα χρόνια της δεκαετίας του 1950 αποτελούν συνέχεια της οικονομικής πολιτικής που στηρίχτηκε στην «αμερικανική βοήθεια» του αρχικά τετραετούς Σχεδίου Μάρσαλ (Απρίλης 1948 - Απρίλης 1952)4, το οποίο παρατάθηκε περιορισμένα και για το οικονομικό έτος 1952 - 1953. Το πρόγραμμα του Δόγματος Τρούμαν είχε προηγηθεί από το Σχέδιο Μάρσαλ, ενώ πιστώσεις των ΗΠΑ προς την Ελλάδα συνεχίστηκαν σε όλη τη δεκαετία του 1950, κυρίως μέσω του προγράμματος του Οργανισμού Αμοιβαίας Ασφάλειας5 (Mutual Security Agency-MSA), το οποίο ήταν προσανατολισμένο σε στρατιωτικές δαπάνες. Το σύνολο των κεφαλαίων που εισέρρευσαν, είτε με τη μορφή της δωρεάν οικονομικής βοήθειας είτε με τη μορφή των πιστώσεων, είναι πολύ μεγάλο, ακόμα και αναλογικά προς το ύψος του συνολικού αμερικανικού προγράμματος για τα ευρωπαϊκά κράτη.6

Ο Πιουριφόι, πρέσβης των ΗΠΑ στην Ελλάδα, με δηλώσεις του (22.12.1951) έδωσε τα εξής στοιχεία:

«Αι προς αυτήν δοθείσαι εγκριτικοί άδειαι αγορών, βάσει του "Σχεδίου Μάρσαλ" και μόνον, υπερέβησαν τα 515.000.000 δολλάρια. Το ποσόν τούτο, προστιθέμενον εις τα άλλα είδη βοηθείας, περιλαμβανομένης και της βοηθείας της AMAG7, της UNRRA8 καθώς και της βοηθείας διά στρατιωτικάς δαπάνας, αναβιβάζει το σύνολον εξωτερικής βοήθειας που παρεσχέθη εις την Ελλάδα από του τέλους του Β' Παγκοσμίου Πολέμου εις πλέον των 2.000.000.000 δολλαρίων.9» Κατατάσσει δε την Ελλάδα στην έβδομη θέση στον πίνακα των δεκαεπτά χωρών της Διοίκησης Οικονομικής Συνεργασίας (ΔΟΣ) που πήραν από τις ΗΠΑ βοήθεια μέσω του Σχεδίου Μάρσαλ, που μειώθηκε τον Απρίλη του 1948.10

Η εκτίμηση της συμβολής αυτών των εισροών στην οικονομική ανασυγκρότηση και την εκβιομηχάνιση της ελληνικής οικονομίας, αποτέλεσε αντικείμενο έντονης συζήτησης και αντιπαράθεσης, ιδιαίτερα κατά τη διετία 1951-1952. Αφορμή ήταν η αναγγελία της απότομης μεγάλης περικοπής της αμερικανικής βοήθειας για το οικονομικό έτος 1952-1953 (από 182 εκατ. δολάρια το προηγούμενο έτος σε 81,2 εκατ. δολάρια).11 Αυτή η εξέλιξη οδήγησε σε μεγάλη περικοπή των δημόσιων επενδύσεων και περιορισμό της πιστοδότησης των ιδιωτικών, αφού δεν είχαν αναπτυχθεί ακόμα μηχανισμοί και δεν είχε προωθηθεί πολιτική ταχείας εσωτερικής συσσώρευσης.

Είναι σκόπιμο να παρουσιαστούν και να αναλυθούν οι αντιπαραθέσεις γύρω από την αξιοποίηση της αμερικανικής βοήθειας στο πλαίσιο της γενικότερης συζήτησης - και της αστικής αντιπαράθεσης - για την καθυστέρηση της «βιομηχανικής ανάπτυξης» στην Ελλάδα, καθώς και της συνολικότερης συζήτησης για το ρόλο του ξένου παράγοντα στην εκβιομηχάνιση. Αυτό γίνεται αναγκαίο, γιατί η προγενέστερη καθυστέρηση στην εκβιομηχάνιση της Ελλάδας επιτάθηκε από τις καταστροφές του πολέμου και τις αναστολές που επέφερε στον καπιταλιστικό κρατικό μηχανισμό η όξυνση της ταξικής πάλης. Ετσι, το πρόβλημα της μεταπολεμικής ανασυγκρότησης ορθώθηκε πιο οξυμένο στην ελληνική οικονομία και περιπλέχτηκε με το πρόβλημα της στρατιωτικής και πολιτικής ενσωμάτωσής της στον ιμπεριαλιστικό συνασπισμό.

2. Γ. Η συζήτηση για τη βιομηχανική και οικονομική ανάπτυξη της Ελλάδας μετά από την απελευθέρωση
Στις συνθήκες του νέου συσχετισμού, όπως διαμορφώθηκε μετά από το Β' Παγκόσμιο Πόλεμο στην Ευρώπη, ειδικότερα στα Βαλκάνια και ιδιαίτερα στην Ελλάδα, αναπτύχθηκε η άποψη ότι η εκβιομηχάνιση στην Ελλάδα θα ήταν δυνατή μόνο μέσω του ξένου κεφαλαίου.12 Ο Ξ. Ζολώτας χαρακτήριζε ως «μοναδικήν ευκαιρίαν» (το Σχέδιο Μάρσαλ) για να γίνει η Ελλάδα βιώσιμη.13

Στη μεταπολεμική Ελλάδα, το ρεύμα της εκβιομηχάνισης στην αστική οικονομική και πολιτική σκέψη ενισχυόταν από την επίδραση των κατευθύνσεων της διεθνούς αστικής σκέψης για τη μεταπολεμική ανόρθωση. Σχεδόν σε όλες τις μελέτες και εκθέσεις των διεθνών οργανισμών, που συστάθηκαν μετά από τον πόλεμο, θεμελιωνόταν η αναγκαιότητα και ο ρόλος της βιομηχανίας για την ανάπτυξη των καθυστερημένων οικονομιών και την εξέλιξή τους σε σύγχρονες καπιταλιστικές οικονομίες. Χαρακτηριστική είναι η Εκθεση της Αποστολής του FAO (Οργανισμός Τροφίμων και Γεωργίας των Ηνωμένων Εθνών), που πρότεινε την ενεργειακή και βιομηχανική ανάπτυξη της Ελλάδας ως μονόδρομο για την αντιμετώπιση και των προβλημάτων της αγροτικής παραγωγής (χαμηλή παραγωγικότητα, υποαπασχόληση, χαμηλό εισόδημα, πείνα), πριν την εκπόνηση του Σχεδίου Μάρσαλ.14

Στην ευρείας έκτασης υιοθέτηση της σημασίας της εκβιομηχάνισης ασκούσε επίδραση και το αποτέλεσμα του προπολεμικού ευρύτατου εξηλεκτρισμού και της εκτεταμένης εκβιομηχάνισης της ΕΣΣΔ, που βεβαίως έγινε με την κεντρικά σχεδιασμένη χρησιμοποίηση των εγχώριων παραγωγικών πόρων και των συγκεντρωμένων μέσων παραγωγής, τα οποία αποτελούσαν κοινωνική ιδιοκτησία. Ομως ασκούσε θελκτική επίδραση το αποτέλεσμα του κεντρικά σχεδιασμένου εξηλεκτρισμού, ενώ υπήρχε φυσικά αποστασιοποίηση από το συνολικό ιδιοκτησιακό καθεστώς μέσω του οποίου επιτεύχθηκε.

Γενικότερα, κατά τα πρώτα μεταπολεμικά χρόνια κέρδιζε έδαφος η πολιτική των Αμεσων Κρατικών Επενδύσεων για τη βιομηχανική και οικονομική ανασυγκρότηση των ευρωπαϊκών καπιταλιστικών κρατών. Θεμελιώθηκε μια μακρόχρονη περίοδος εθνικοποιήσεων σε στρατηγικής σημασίας βιομηχανικούς κλάδους, με την εγκαθίδρυση ορισμένων κρατικών μονοπωλίων (π.χ., ηλεκτροπαραγωγής, τηλεπικοινωνιών, ορισμένων μεταφορών). Υιοθετήθηκε η πολιτική διαχείρισης που χαρακτηριζόταν από την εκτεταμένη κρατική παρέμβαση στην καπιταλιστική αγορά. Ταυτόχρονα, κυρίως στη Δυτική Ευρώπη, το κράτος θεμελίωσε θεσμούς ενός ορισμένου επιπέδου καθολικής παροχής υπηρεσιών Εκπαίδευσης, Υγείας και Ασφάλισης, χωρίς να ανατρέπει στην πράξη τους ταξικούς φραγμούς. Δηλαδή, γενικεύτηκε ως ανάγκη και εφαρμογή η κεϊνσιανή15 πολιτική διαχείρισης του καπιταλιστικού συστήματος. Ως ανάγκη διαμορφώθηκε στις συνθήκες της μεγάλης οικονομικής κρίσης του 1929 - 1933. Ως γενικευμένη τάση εφαρμογής αναπτύχθηκε στις ιδιαίτερες μεταπολεμικές συνθήκες της καπιταλιστικής ανασυγκρότησης η οποία απαιτούσε:

Να εξασφαλιστεί η καπιταλιστική αναπαραγωγή (κεφαλαίου και εργατικής δύναμης).

Να ενσωματωθούν οι εργατικές και λαϊκές δυνάμεις που εξοικειώθηκαν με τον ένοπλο αγώνα (λαϊκά απελευθερωτικά κινήματα).

Να περιοριστεί η ελκτική επίδραση προς τις εργατικές δυνάμεις από τις εργατικές κατακτήσεις και τα δικαιώματα του σοσιαλιστικού συστήματος στην ΕΣΣΔ και στη συνέχεια στην Κεντρική και Ανατολική Ευρώπη.

Στην Ελλάδα, κέρδιζε έδαφος η κεϊνσιανή οικονομική πολιτική σε σημαντικά τμήματα της μεταπολεμικής αστικής οικονομικής διανόησης.

Δυο δεκαετίες αργότερα, όταν η Ελληνική Εταιρεία Προγραμματισμού, στην οποία προέδρευε ο Αγγ. Αγγελόπουλος, διοργάνωσε τρεις δημόσιες συζητήσεις (1. Προγραμματισμός, ελεύθερη οικονομία και δημοκρατία, 2. Κοινή Αγορά και οικονομική ανάπτυξη της Ελλάδας, 3. Διοικητική αναδιοργάνωση και φορείς οικονομικής αναπτύξεως), γινόταν σαφέστατη η αντίληψή του για το χαρακτήρα της κρατικής οικονομικής παρέμβασης στο καπιταλιστικό σύστημα:

«Ετσι, η πρώτη και κύρια συμβολή του Προγραμματισμού - και στο σημείο αυτό θα μου επιτραπεί να επιμείνω ιδιαίτερα - είναι η εξουδετέρωση των κινδύνων που προέρχονται από την αβεβαιότητα ως προς τη μελλοντική πορεία της Αγοράς που, υπό καθεστώς ελευθέρας οικονομίας, δημιουργεί δισταγμούς στον ιδιώτη επιχειρηματία και γίνεται πρόξενος των οικονομικών κρίσεων ή υφέσεων στη διαδρομή του οικονομικού κυκλώματος».16

Η εφαρμογή της κεϊνσιανής οικονομικής πολιτικής στην Ελλάδα πέρασε από συμπληγάδες, γιατί τόσο οι φορείς του κρατικού οικονομικού σχεδιασμού όσο και το κρατικά συγκεντρωμένο κεφάλαιο διαμορφωνόταν με την άμεση παρέμβαση του ιμπεριαλιστικού συμμάχου, των ΗΠΑ. Ετσι, εντάθηκαν οι οικονομικοί προβληματισμοί και οι πολιτικές αντιπαραθέσεις για τη σχέση της άμεσης κρατικής επενδυτικής παρέμβασης με το πρόβλημα της καθυστέρησης στην εκβιομηχάνιση και τη διαπλοκή του με τον ξένο παράγοντα.

Στις αρχές της δεκαετίας 1950 τροποποιήθηκαν οι επιλογές των ΗΠΑ και επομένως τροφοδοτήθηκε μια νέα όξυνση της αντιπαράθεσης.

Από το χειμώνα του 1950 οι ΗΠΑ προχώρησαν σε αναθεώρηση του Σχεδίου Μάρσαλ. Η αμερικανική πολιτική προσανατολίστηκε στην περικοπή της οικονομικής και στην ενίσχυση της στρατιωτικής βοήθειας, στο λεγόμενο Πρόγραμμα Κοινής Ασφάλειας (λόγω της επέμβασης στην Κορέα και του γενικότερου προσανατολισμού για προσεταιρισμό κρατών της Ασίας, της Μέσης Ανατολής και της Βόρειας Αφρικής). Και ενώ στα άλλα ευρωπαϊκά κράτη που συμμετείχαν στο Πρόγραμμα Σχεδίου Μάρσαλ ουσιαστικά είχε επιτευχθεί η μεταπολεμική βιομηχανική ανασυγκρότηση, στην Ελλάδα η καθυστερημένη μεταπολεμική ανασυγκρότηση περιπλέχτηκε με το πρόβλημα της βιομηχανικής καθυστέρησης. Το πρόγραμμα εκβιομηχάνισης δεν πραγματοποιήθηκε όχι μόνο μέχρι το 1950, αλλά και το 1953, μετά από τη λήξη του Σχεδίου Μάρσαλ που παρατάθηκε. Ωστόσο, αν και μειωμένο από το αρχικό, ήταν ενισχυμένο σε σχέση με άλλα ευρωπαϊκά κράτη. Σύμφωνα με ορισμένα στοιχεία, το 62% των εγκριθέντων βιομηχανικών δανείων του Σχεδίου Μάρσαλ που διατέθηκαν κατά την τριετία 1948-1950 αφορούσε μικρές βιομηχανίες, με ελληνικά βεβαίως κριτήρια.17 Μόλις την τελευταία χρονιά πραγματοποιήθηκαν κάποιες επενδύσεις στην ηλεκτρική ενέργεια και στη βιομηχανία, πολύ πίσω από τους σχεδιασμούς του τετραετούς προγράμματος (1948 - 1952) για τη δημιουργία βιομηχανικών μονάδων, που θα συνέβαλαν στην εκβιομηχάνιση.

Στη διετία περικοπής έως και τη λήξη του Σχεδίου Μάρσαλ για την Ελλάδα, γινόταν όλο και πιο αυστηρή η επιβολή όρων και η επιτήρηση χρήσης της αμερικανικής βοήθειας από τους αξιωματούχους των ΗΠΑ.

Κατά το 1951 και έπειτα, εκπρόσωπος του Στέιτ Ντιπάρτμεντ ενημέρωσε σχετικά τη βρετανική πρεσβεία στην Ουάσιγκτον ότι, «ανεξάρτητα από τα ζητήματα που αφορούσαν τη διατήρηση των ελληνικών ενόπλων δυνάμεων, είναι φανερό σε αυτούς (στο Στέιτ Ντιπάρτμεντ) πως η Ελλάδα θα είχε ανάγκη εξωτερικής οικονομικής βοήθειας μετά από το 1952 με τη μία ή την άλλη μορφή». Προς το παρόν δεν είχαν καμιά συγκεκριμένη ιδέα για το ποια μορφή θα μπορούσε να πάρει αυτή η βοήθεια και υπήρξαν ιδιαίτερα προσεκτικοί στο να μη δώσουν την εντύπωση στους Ελληνες ότι θα είχαν ανάγκη εξωτερικής βοήθειας μετά και από τη λήξη της Βοήθειας Μάρσαλ.18

Σε αυτές τις συνθήκες, εντάθηκε η θεωρητική και πολιτική διαμάχη για τις αιτίες της καθυστέρησης της βιομηχανικής ανάπτυξης. Οξύνθηκε η συζήτηση για τα αίτια της καθυστέρησης του προγράμματος ανασυγκρότησης. Η άμεση ανάμιξη των αξιωματούχων των ΗΠΑ - συμβούλων, εμπειρογνωμόνων, επιτηρητών - στα οικονομικά επιτελεία τροφοδοτούσε το γενικό κλίμα απόδοσης άμεσων πολιτικών ευθυνών στις ΗΠΑ για την πορεία της ανασυγκρότησης στην Ελλάδα.

Η κριτική του αστικού Τύπου εκείνης της εποχής, βεβαίως και μέρους των αστών πολιτικών, σχετιζόταν και με τις αντιθέσεις των συμμάχων της Ελλάδας στο διεθνές ιμπεριαλιστικό σύστημα. Είναι χαρακτηριστική η σχετική εκτίμηση του υπουργείου Εξωτερικών της Ελλάδας στις αρχές του 1952:

«Ο ανταγωνισμός μεταξύ Αμερικανών και Αγγλων συνεχίζεται εκ του αφανούς... Κατά τας ιδίας πληροφορίας οι Αγγλοι πιστεύουν ότι οι Αμερικανοί επιδιώκουν να τους εκτοπίσουν εκμηδενιζομένης της επιρροής των από οικονομικής και πολιτικής πλευράς επί της Ελλάδος, αλλά δεν πιστεύουν ότι θα επιτύχει η τοιαύτη προσπάθεια των Αμερικανών, τουναντίον διαβλέπουν ότι η ακολουθούμενη τακτική εκ μέρους των Αμερικανών αναμιγνυομένων εμφανώς εις την εσωτερικήν και στρατιωτικήν κατάστασιν της Ελλάδος, θα έχει δυσάρεστους συνεπείας δι' αυτούς...

Ούτω οι Αμερικανοί ετορπίλισαν διαφόρους προσφοράς Αγγλικών και Γαλλικών κύκλων προτιθεμένων να εγκαταστήσουν βιομηχανίας εν Ελλάδι και εσαμποτάρησαν εξαγωγάς ελληνικών προϊόντων και δη εις την Δυτικήν Γερμανία.»19

Στην πραγματικότητα, οι προθέσεις των ΗΠΑ τροποποιήθηκαν βλέποντας την ελληνική πραγματικότητα. Οσον αφορά το σκέλος της «βοήθειας» για την οικονομική ανασυγκρότηση, αρχικά οι αξιωματούχοι των ΗΠΑ εμφανίζονταν υπέρ του προσανατολισμού τους προς επενδυτικά έργα αναπτυξιακής υποδομής και λιγότερο σε έργα οικισμού - στέγασης και βραχυπρόθεσμης ανάπτυξης. Στη συνέχεια, ιδίως από το 1950 και ύστερα, η Αμερικανική Αποστολή, που χειριζόταν τη βοήθεια του Σχεδίου Μάρσαλ (ECA), φρόντιζε να διατηρεί αδιάθετο μεγάλο μέρος των δραχμών της βοήθειας. Ετσι, δε μεταφέρονταν στον προϋπολογισμό σημαντικά ποσά από τις δραχμές αυτές. Σημαντικό μέρος του αδιάθετου ποσού προοριζόταν για να καλύψει μελλοντικά το άνοιγμα των λογαριασμών του Δημοσίου στην Τράπεζα της Ελλάδος και έτσι να αποφευχθεί η έκδοση πληθωριστικού χαρτονομίσματος.

Εξέχοντες Ελληνες αστοί οικονομολόγοι20 άσκησαν δριμύτατη κριτική στον τρόπο χρησιμοποίησης της αμερικανικής βοήθειας, μεταξύ αυτών οι καθηγητές Ξενοφών Ζολώτας και Αγγελος Αγγελόπουλος. Σύμφωνα με παρατηρήσεις τους, το κυβερνητικό σχέδιο βιομηχανικής ανασυγκρότησης δε στηρίχτηκε σε αναλόγων απαιτήσεων τεχνικό κρατικό πρόγραμμα και λειτουργικές προϋποθέσεις, με αποτέλεσμα να μην πραγματοποιηθεί η κύρια επιδίωξη του προγράμματος ανασυγκρότησης, δηλαδή η δημιουργία των βασικών βιομηχανιών που προέβλεπε.21

Η σύνταξη του περιοδικού «Νέα Οικονομία» υποστήριζε ότι:

«... Στην πραγματικότητα όμως το κριτήριο που επικράτησε κατά τα πρώτα χρόνια κατά την επιλογή των έργων ήταν η μεγαλύτερη ευκολία πραγματοποίησης, που στην ουσία σήμαινε να δαπανάται η βοήθεια οπωσδήποτε για να μη μείνει αχρησιμοποίητη».22Χαρακτήριζε δε, την οικονομική άνθηση των τριών πρώτων χρόνων του Σχεδίου Μάρσαλ (που βελτίωνε προσωρινά την κατάσταση από την άποψη της απασχόλησης, χωρίς όμως να συμβάλλει ουσιαστικά στην οικονομική ανάπτυξη) ως προϊόν μιας σπατάλης πόρων, από την οποία επωφελήθηκαν ορισμένες κοινωνικές τάξεις και στρώματα και όχι η εθνική οικονομία ως σύνολο.

Και άλλοι οικονομολόγοι μεταγενέστερης περιόδου είχαν κριτική τοποθέτηση για τον τρόπο αξιοποίησης του Σχεδίου Μάρσαλ. Κριτική άσκησαν και σε άλλες πλευρές της κυβερνητικής πολιτικής.23

Επισημαίνεται ακόμα ότι κατά τα πρώτα δύο χρόνια του Σχεδίου Μάρσαλ (1948-1949), και από τη μέχρι τότε αδυναμία του αστικού κυβερνητικού στρατού να αντιμετωπίσει νικηφόρα το Δημοκρατικό Στρατό Ελλάδας, οι ελληνικές κυβερνήσεις προσανατολίζονταν όλο και περισσότερο στις δαπάνες για αύξηση της «οροφής» του στρατεύματος, παρά τις επιφυλάξεις έως και αντιρρήσεις των ΗΠΑ.24 Και αυτό, γιατί οι ΗΠΑ δε θεωρούσαν ότι η ήττα του ΔΣΕ απαιτούσε υποχρεωτικά αύξηση των ελληνικών ενόπλων δυνάμεων.

Στα ελληνικά κυβερνητικά επιτελεία, αλλά και στις ΗΠΑ, υπήρχε έντονη ανησυχία για το γεγονός ότι δεν είχε πραγματοποιηθεί η νομισματική σταθεροποίηση μέχρι το 1952, παρά τα αλλεπάλληλα μέτρα και την αμερικανική βοήθεια. Οι επιπτώσεις του πληθωρισμού και της μεγάλης κερδοσκοπίας για τα λαϊκά στρώματα (μισθωτούς και αγρότες) ήταν τόσο μεγάλες, που προκαλούσαν ανησυχία σε τμήμα των αστικών πολιτικών δυνάμεων για την προοπτική επίτευξης οικονομικής και πολιτικής σταθεροποίησης.

Σε αυτό το έδαφος αναπτύχθηκε η αστική θεωρητική και πολιτική διαμάχη για τις αναλογίες μεταξύ σταθεροποίησης και ανάπτυξης, γεωργίας και βιομηχανίας, παραδοσιακών κλάδων της μεταποίησης και νέων βιομηχανικών κλάδων με αξιοποίηση εγχώριων πρώτων υλών, εκσυγχρονισμού και επέκτασης παλιών βιομηχανικών μονάδων ή δημιουργίας νέων μονάδων κ.λπ.

Σε όλη αυτήν τη συζήτηση εμπλέκονταν από θέσεις ισχύος οι επιτελείς των ΗΠΑ25, ανάλογα με τα κάθε φορά συμφέροντα της εξωτερικής τους πολιτικής, χρησιμοποιώντας συχνά γλωσσικό ύφος επικυρίαρχου. Αυτό γινόταν πιο έντονα κατά τα χρόνια της δωρεάν αμερικανικής οικονομικής βοήθειας και όσο ο κρατικός μηχανισμός στην Ελλάδα ήταν εξαρθρωμένος.

Η οξύτητα που εμφάνιζε η αντιπαράθεση τμήματος των αστικών πολιτικών δυνάμεων στην Ελλάδα με τις ΗΠΑ, σε σχέση με το ζήτημα του προγράμματος εκβιομηχάνισης26, ήταν συχνά η επιφάνεια συνολικότερων διπλωματικών και πολιτικών διαπραγματεύσεων, πιέσεων και ελιγμών.

Στην ουσία, το κύριο χαρακτηριστικό της αμερικανικής παρέμβασης δεν ήταν η αποτροπή της εκβιομηχάνισης, αλλά η αποτελεσματικότερη αξιοποίηση των αμερικανικών εισροών, με στόχο τη σταθεροποίηση του καπιταλισμού στην Ελλάδα και τη στέρεη ενσωμάτωσή της στα ιμπεριαλιστικά συμφέροντα των ΗΠΑ στην ευρύτερη περιοχή.

Με την πάροδο του χρόνου, ενώ είχε πραγματοποιηθεί ορισμένη αποκατάσταση του κρατικού μηχανισμού στην Ελλάδα και συντελούνταν αναπροσαρμογές στην εξωτερική πολιτική των ΗΠΑ (με συνέπειές τους στο ύψος των αμερικανικών κεφαλαίων που εισέρρεαν στην Ελλάδα), επέδρασαν ισχυρότερα στα κυβερνητικά επιτελεία οι εγχώριες αστικές πολιτικές δυνάμεις και οι υπέρ της εκβιομηχάνισης θέσεις. Η επίδραση αυτή καθόρισε και την «τύχη» που τελικά είχε η Εκθεση που υπέβαλε στην κυβέρνηση Ν. Πλαστήρα (12.1.1952) ο καθηγητής και πρώην διοικητής της Τράπεζας της Ελλάδος Κυριάκος Βαρβαρέσος.27

Ο Κ. Βαρβαρέσος τάχθηκε με άκρα επιφύλαξη «εις την χρηματοδότησιν νέων επενδύσεων εις την βιομηχανίαν», ενώ υποστήριξε την ανάγκη να υποβληθεί κάθε πρόταση και κάθε σχέδιο σε ενδελεχή και εξονυχιστική έρευνα.

Η άποψή του για το πρόγραμμα βιομηχανικής ανάπτυξης έτεινε προς τον αποκλεισμό της κρατικής παρέμβασης για την παραγωγή αλουμινίου, αζώτου ή σιδήρου, παρά την ύπαρξη ορυκτού πλούτου και εργατικού δυναμικού, γιατί θεωρούσε ότι η στενότητα της εσωτερικής αγοράς θα καθιστούσε την παραγωγή οικονομικά ασύμφορη. Ακόμα, υποστήριξε ότι το κράτος έπρεπε να προσανατολιστεί στην αποκατάσταση της νομισματικής και οικονομικής σταθερότητας και να αφήσει στο ιδιωτικό κεφάλαιο την εκδήλωση ενδιαφέροντος για ανάλογες βιομηχανίες. Θεωρούσε ότι η ανάπτυξη της γεωργίας έπρεπε να αποτελέσει την κύρια επιδίωξη ενός προγράμματος ανασυγκρότησης. Ακόμα, προέτρεπε στη χρηματοδότηση ανταγωνιστικών επιχειρήσεων βιομηχανικής παραγωγής ειδών ευρείας κατανάλωσης, επιχειρήσεων που θα συμμετείχαν με ίδια κεφάλαια στην αύξηση της παραγωγής τους και τάχθηκε υπέρ φορολογικών διευκολύνσεων σε βιομηχανίες που θα κρινόταν συμφέρουσα η ίδρυσή τους.

Η Εκθεση συνάντησε έντονη κριτική28 και σε ορισμένες περιπτώσεις χαρακτηρίστηκε και ως παρέμβαση των ΗΠΑ.

Μια προσεκτική μελέτη της Εκθεσης του Βαρβαρέσου και των προηγούμενων προτάσεών του, αποφορτισμένη από το κλίμα της πολιτικής αντιπαράθεσης της εποχής, δίνει τη δυνατότητα να κατανοηθεί καλύτερα το σκεπτικό, η αφετηρία των προτάσεων του συγγραφέα της, αλλά και της αστικής αντιπαράθεσης εκείνης της εποχής.

Ο Κ. Βαρβαρέσος, ως αστός οικονομολόγος, έδινε προτεραιότητα στο στόχο της σταθεροποίησης έναντι εκείνου της βιομηχανικής ανάπτυξης, θεωρώντας τη σταθεροποίηση πρωταρχικής σημασίας για την πραγματοποίηση οικονομικής και πολιτικής σταθερότητας. Το ιστορικό πλαίσιο που κυριαρχούσε στον προβληματισμό του ήταν η βαθιά νομισματική κρίση που υπήρχε από την Κατοχή και η εξαθλίωση μεγάλου μέρους του αγροτικού πληθυσμού. Η νομισματική ισορροπία δεν πραγματοποιήθηκε ούτε με την εισαγωγή της «νέας δραχμής»29 επί κυβέρνησης «εθνικής ενότητας», η οποία τελικά σε διάστημα έξι μηνών έχασε τα 2/3 της ισοδυναμίας της έναντι της αγγλικής λίρας.

Ο Βαρβαρέσος πίστευε ότι ο έλεγχος της κατάστασης, η πραγματοποίηση οικονομικής και πολιτικής σταθερότητας, μπορούσε να επιτευχθεί μεσοπρόθεσμα μόνο με ενίσχυση της γεωργικής και οικοδομικής παραγωγής και με την πάταξη της παράνομης κερδοσκοπίας και της δημοσιονομικής ελλειμματικότητας. Θεωρούσε ως πηγή της νομισματικής ανισορροπίας (πληθωρισμού, μαύρης αγοράς) την ανισορροπία μεταξύ δημοσιονομικής/πιστωτικής/τιμολογιακής πολιτικής, που οδηγούσε σε μεγάλα δημόσια ελλείμματα, φοροδιαφυγή και αισχροκέρδεια.

Από αυτήν την οπτική, ο δηλωμένος αντικομμουνιστής έκανε κριτική, τόσο στην πολιτική των ελληνικών κυβερνήσεων όσο και στη βρετανική παρέμβαση, ότι όξυναν τις κοινωνικές αντιθέσεις. Στην ίδια κατεύθυνση άσκησε κριτική και στην αμερικανική παρέμβαση, στην Εκθεση Πόρτερ30, η οποία σημείωνε ότι υπήρχαν δυνατότητες ανάπτυξης της βιομηχανίας στην Ελλάδα, δίνοντας έμφαση στην αξιοποίηση του ορυκτού πλούτου στον τομέα της ενέργειας:

«... Ο εκσυγχρονισμός των μεθόδων εξόρυξης και η παραπέρα ανάπτυξη του λιγνίτη είναι ενδεδειγμένη. Μπορεί να σταθεί δυνατόν να ξεκινήσουν ένα ή περισσότερα από τα προτεινόμενα υδροηλεκτρικά έργα...».31

Αυτή τη λογική υπηρετούσαν οι προτάσεις του Βαρβαρέσου για φορολόγηση αυτών που πλούτισαν στη διάρκεια της Κατοχής, για αποτελεσματικότερη διανομή της βοήθειας της UNRRA, για επαναφορά των διατιμήσεων, για σταθερότητα μισθών/ημερομισθίων.32 Οι προσεγγίσεις του στις αρχές του 1952 ήταν συνεπείς με τις προσεγγίσεις του σε όλη την περίοδο μετά από την απελευθέρωση και στο σύντομο διάστημα που διετέλεσε υπουργός Εφοδιασμού.

Ο Βαρβαρέσος είχε στενούς δεσμούς με τις ΗΠΑ, όπως και με το Ηνωμένο Βασίλειο, όντας αντιπρόσωπος της Ελλάδας στους διεθνείς οργανισμούς. Κατοικούσε μόνιμα στις ΗΠΑ όταν η κυβέρνηση Πλαστήρα του ζήτησε Εκθεση επί του οικονομικού προβλήματος της Ελλάδας. Ο ίδιος υπήρξε πηγή πληροφοριών των ΗΠΑ σχετικά με την οικονομική κατάσταση της Ελλάδας και στήριγμά τους, όχι όμως με τη λογική της «εθνικής μειοδοσίας». Είχε ιστορικό διαπραγμάτευσης των «ελληνικών» συμφερόντων στις διεθνείς οικονομικές ενώσεις, όπως στην UNRRA και τη Διεθνή Τράπεζα.

Η Εκθεση Βαρβαρέσου εκτιμήθηκε ως επιβεβαίωση και από τον αντίπαλο της αντίληψης για τις πρωταρχικές ευθύνες του ξένου παράγοντα στη βιομηχανική καθυστέρηση της Ελλάδας. Χαρακτηριστική είναι η εισήγηση για «Τα προβλήματα ανασυγκροτήσεως της χώρας», στην Α' Πανελλαδική Συνδιάσκεψη της ΕΔΑ (1956):

«Πολύ θλιβερή είναι η εικόνα που παρουσιάζει η Ελλάς στο πλαίσιο της ανασυγκροτήσεως δώδεκα χρόνια ύστερα από την απελευθέρωση, αν και είχε γίνει τόση εργασία σε θαυμαστό συντονισμό μεταξύ οικονομολόγων και τεχνικών στα χρόνια της Κατοχής, εργασία που συνεχίσθηκε ως σήμερα από πολλούς εξ εκείνων που ήσαν σε θέση να μελετήσουν και να υποδείξουν τη λύση στα προβλήματα της ανασυγκροτήσεως.

(...) Το τεράστιο ερωτηματικό για τη βιωσιμότητα της Ελλάδος δεν βρήκε πάντα την ενθουσιώδη καταφατική απάντησιν σε ορισμένους οικονομολόγους και πολιτικούς. Οικονομικός που πριν από λίγα χρόνια προπαγάνδιζε τον ενεργειακό και μεταλλευτικό πλούτο -δεν εννοώ αυτή τη φορά μόνον τον κ. Βαρβαρέσο- μπήκε στη διάθεση των αρνητών της βιωσιμότητας.

Η τοποθέτηση αυτή οικονομικών επιστημόνων και δημοσιολόγων ταυτιζόμενη με τη λυσσώδη αντίδραση των βιομηχανικών χωρών της Ευρώπης και των Ηνωμένων Πολιτειών της Αμερικής για την εκβιομηχάνισιν της Ελλάδος είχε σαν αποτέλεσμα να καταπνίξη την μόνη σωστή προσπάθεια για την οικονομική ανασυγκρότηση του τόπου, εκείνη που θα εβασίζετο στην αξιοποίηση του φυσικού μας πλούτου.

Ετσι προέκυψε η πολιτική της επαιτείας, της οικονομικής και πολιτικής υποδουλώσεως, της αναγκαστικής μας μονόπλευρης προσαρτήσεως σε ένα στρατιωτικό συνασπισμό με όλες τις εξευτελιστικές διά το εθνικό μας γόητρο συνέπειες, την καταβαράθρωσιν των εθνικών μας συμφερόντων και την αναστολήν των ελπίδων για ταχείαν οικονομική ανόρθωση.

(...) Το υπόμνημα του κ. Ζολώτα προς την νομισματική επιτροπή, οι προγραμματικές δηλώσεις της κυβερνήσεως (...) δεν αποτελούν μέρη προγράμματος τεχνικοοικονομικής αναπτύξεως μεγάλης πνοής και μακροχρονίου εκτελέσεως.

Οι εξαγγελλόμενες επενδύσεις αποτελούν πίνακα έργων στερουμένων οργανικής συνδέσεως και οικονομικής πειθαρχίας. Προωθούνται έργα σαν του θερμικού εργοστασίου Πτολεμαΐδος και του Μέγδοβα, επιδιώκεται να επεκταθή το δίκτυον διανομής ηλεκτρισμού "μέχρι και του τελευταίου χωρίου" χωρίς να προγραμματίζεται παράλληλα και η εκβιομηχάνιση, που πρέπει μαζί με την εξυπηρέτηση της γεωργίας ν' αποτελούν τους σκοπούς του εξηλεκτρισμού της χώρας.

Η βαρειά βιομηχανία είναι προ παντός ο μεγάλος ηλεκτροβόρος καταναλωτής, δι' αυτόν γίνεται το εθνικό δαπανηρό δίκτυο μεταφοράς ηλεκτρικής ενεργείας υψηλής τάσεως.

Είναι αλήθεια ότι κάποτε το 1947 και 1948 καταρτίσθηκαν πολυετή προγράμματα με βάση τον φθηνόν εξηλεκτρισμό και την μεγάλη, την βαρειά εκβιομηχάνιση, όμως -καθώς σας είναι γνωστόν από άλλην μου ομιλίαν- εγκατελείφθησαν, ύστερα από την λυσσώδη αντίδραση των βιομηχανικών χωρών της Ευρώπης, της Αμερικής και του "θεωρητικού" της οικονομικής ηττοπάθειας κ. Βαρβαρέσου. (...)

Ενα τέτοιο πολυετές σχέδιο ανασυγκροτήσεως είναι σήμερα δυνατό να εφαρμοσθεί, γιατί το διεθνές κλίμα της ειρηνικής συνυπάρξεως αλλά και αι αντιθέσεις των μεγάλων ευνοούν τον εφοδιασμό της ελληνικής οικονομίας διά κεφαλαιουχικών αγαθών με ανταλλαγήν προϊόντων και τον δανεισμόν από περισσότερες χώρες. Η προμήθεια κεφαλαιουχικών αγαθών με αντάλλαγμα ελληνικά προϊόντα θα ήταν ιδεώδης λύσις του προβλήματος του κεφαλαιουχικού εξοπλισμού της χώρας και της σταθερής τοποθετήσεως ελληνικών προϊόντων».33

Η παραπάνω εισήγηση αντιμετώπιζε το ζήτημα της εκβιομηχάνισης ως οικονομικοτεχνικό και όχι ως κοινωνικοοικονομικό ζήτημα. Το αποσπούσε από τις ιστορικές συνθήκες της μεταπολεμικής ανασυγκρότησης του ελληνικού καπιταλισμού, από το συσχετισμό δυνάμεων στην περίοδο της Κατοχής που άλλαξε μετά από το Δεκέμβρη του 1944, την όξυνση της ταξικής πάλης στα επόμενα χρόνια και στη συνέχεια τη σταθεροποίηση της καπιταλιστικής εξουσίας. Αντιμετώπιζε το σχεδιασμό για την εκβιομηχάνιση ως εργαλείο αποσπασμένο από τις σχέσεις παραγωγής (με πυρήνα τους τις σχέσεις ιδιοκτησίας). Αποσπούσε την καπιταλιστική βιομηχανική ανάπτυξη από τις ιστορικά διαμορφωμένες σχέσεις των καπιταλιστικών κρατών στην πυραμίδα του διεθνούς καπιταλισμού, υπό την αντικειμενική λειτουργία του νόμου της ανισόμετρης ανάπτυξης. Ετσι, κατέληγε να αποδίδει στις «διαθέσεις» των ΗΠΑ όλο το ζήτημα της μεταπολεμικής καπιταλιστικής ανάπτυξης της Ελλάδας και της διαμόρφωσης της αστικής οικονομικής πολιτικής.

Από την πλευρά των αστών οικονομολόγων και πολιτικών που πίστευαν ότι η χρηματοδότηση της εκβιομηχάνισης από το ξένο κεφάλαιο έπρεπε να αποτελεί κοινή στρατηγική επιδίωξη, ελληνική και συμμαχική, ήταν χαρακτηριστική η τοποθέτηση του I. Ζίγδη, τέως υπουργού Βιομηχανίας, προς το τέλος του 1953:

«Η βιομηχανική ανάπτυξη της Ελλάδος εθεωρήθη μέχρι σήμερον από πολλά των Ευρωπαϊκών κρατών, ως φιλοδοξία αντικειμένη προς τα γενικώτερα αυτών συμφέροντα, η οποία άλλωστε ουδόλως στηρίζεται επί στερεών οικονομικών και αντικειμενικών βάσεων. Η άποψις αυτή διετυπώθη εις διεθνείς Συνδιασκέψεις και εύρεν απήχησιν εις τας αποφάσεις αυτών. Αλλ' εχρωμάτισεν, επίσης, κατά καιρούς, την στάσιν της Αμερικανικής Οικονομικής Αποστολής έναντι των προγραμμάτων ανασυγκροτήσεως των εκάστοτε Ελληνικών Κυβερνήσεων. Συνετέλεσε δε ούτω εις την απόρριψιν του αιτήματος ιδρύσεως συγκεκριμένων βιομηχανιών, πράγμα το οποίον εματαίωσε εν τη ουσία την υπό του εν Παρισίοις Συμβουλίου Οικονομικής Συνεργασίας κατ' αρχήν γενομένην αποδεκτήν λύσιν της εκβιομηχανίσεως, προς επίτευξιν της οικονομικής χειραφετήσεως της χώρας».34

Ο I. Ζίγδης υποστήριζε ότι το πρόβλημα βρισκόταν στην έλλειψη κεφαλαίων, που η διασφάλισή τους έπρεπε να αναζητηθεί έξω από το ελληνικό πλαίσιο.

Επρόκειτο για θέση που συμπύκνωνε την άποψη για το ρόλο του ξένου παράγοντα στην επιδίωξη της οικονομικής ανάπτυξης της Ελλάδας, την αφετηρία της κριτικής προς τον ξένο παράγοντα και ιδιαίτερα τα σύμμαχα ευρωπαϊκά κράτη.

Ωστόσο, προς το τέλος της δεκαετίας του 1950, εντάθηκε η διαδικασία εκβιομηχάνισης: Συντελέστηκε, κυρίως κατά την περίοδο 1958-1967, με άλλη πολιτική ως προς τη χρηματοδότησή της. Βεβαίως, παρέμενε η συγκριτική καθυστέρηση της βιομηχανικής ανάπτυξης στην Ελλάδα, καθώς και το λεγόμενο διαρθρωτικό πρόβλημα.

Η συζήτηση για το χαρακτήρα της εκβιομηχάνισης συνεχίστηκε και κατά την επόμενη δεκαετία, του 1960, και συσχετιζόταν κυρίως με δύο ζητήματα: α) Το ρόλο των Αμεσων Ξένων Επενδύσεων (ΑΞΕ) στην εκβιομηχάνιση. β) Την περαιτέρω καπιταλιστική ανάπτυξη στην Ελλάδα, σε σχέση με την επιλογή σύνδεσής της με την ΕΟΚ (1961).

Από το ΚΚΕ και την ΕΔΑ, αλλά και από ένα μέρος αστικών δυνάμεων (οικονομολόγων και βιομηχάνων), ασκήθηκε κριτική στην πολιτική της ΕΡΕ και μεγάλου μέρους των πολιτικών της Ενωσης Κέντρου, για τη θέση τους υπέρ της σύνδεσης της Ελλάδας με την ΕΟΚ.

-- Στο θεωρητικό επίπεδο, οι απόψεις αναπτύχθηκαν από τον Ομιλο «Αλέξανδρος Παπαναστασίου» και το περιοδικό «Νέα Οικονομία», το οποίο φιλοξενούσε αρθρογραφία και από το ΚΚΕ και την ΕΔΑ.

Σε γενικές γραμμές, η προσέγγισή τους ήταν ότι το κράτος αποτελούσε τον κύριο φορέα ανάληψης και λειτουργίας στρατηγικής σημασίας βιομηχανικών μονάδων, για τις οποίες δεν υπήρχε ανάλογο ενδιαφέρον και μέγεθος συσσώρευσης κεφαλαίου από ιδιώτες, ενώ οι ξένες επενδύσεις περιέκλειαν κινδύνους αποικιοκρατικών εκμεταλλεύσεων.

Η κριτική για τον αποικιοκρατικής εκμετάλλευσης χαρακτήρα των Αμεσων Ξένων Επενδύσεων προκλήθηκε και από το γεγονός ότι το Νομοθετικό Διάταγμα 2687/195335 έδινε φορολογικά και άλλα κίνητρα για τις επενδύσεις ξένου κεφαλαίου στη βιομηχανία, κίνητρα που δεν απολάμβανε το εγχώριο κεφάλαιο, και μόνο αργότερα θεσπίστηκαν ανάλογοι νόμοι, κυρίως στη δεκαετία του 1960.

Η αντιπαράθεση προς τις ΑΞΕ πήρε ιδιαίτερα οξύ πολιτικό χαρακτήρα κατά τη δεκαετία του 1960, με αιχμή τις διαπραγματεύσεις, συμφωνίες και αναθεωρήσεις συμφωνιών του ελληνικού κράτους με την ΠΕΣΙΝΕ.

Στόχο της κριτικής των κρατικών συμβάσεων με το ξένο κεφάλαιο αποτελούσε και η δέσμευση του ελληνικού κράτους για προστασία της συγκεκριμένης αγοράς για ένα ορισμένο χρονικό διάστημα (π.χ., της αγοράς αμμωνίας και χαλυβουργίας, όπου θα επένδυε η «Esso Pappas»). Οι συμβάσεις της δικτατορίας προκάλεσαν το σκεπτικισμό και αστών οικονομολόγων.36

Το ΚΚΕ, καθώς και το σύμμαχο πολιτικό σχήμα, η ΕΔΑ, αποκάλυψε τον αντιλαϊκό χαρακτήρα τέτοιων συμβάσεων, χωρίς ωστόσο να ερμηνεύει σωστά τη σημασία της εισροής ξένων κεφαλαίων για την εδραίωση του ελληνικού καπιταλισμού και τη συσσώρευση του εγχώριου κεφαλαίου μέσα από τη διαπλοκή του με το ξένο. Το περιοδικό «Νέος Κόσμος» φιλοξένησε ανάλογη αρθρογραφία. Σημαντική πηγή των θέσεων του ΚΚΕ είναι η εκδοτική σειρά «Το ΚΚΕ. Επίσημα Κείμενα».


2.Δ. Το πέρασμα από τη μεταπολεμική ανασυγκρότηση στην καπιταλιστική ανάπτυξη
2.Δ.1. Αναπροσανατολισμοί στην κρατική βιομηχανική πολιτική
Αρκετοί μελετητές, οικονομολόγοι και ιστορικοί, θεωρούν το 1953 ως ορόσημο του περάσματος της ελληνικής οικονομίας από τη μεταπολεμική ανασυγκρότηση στην προπαρασκευαστική φάση (αναζωογόνησης) για την καπιταλιστική ανάπτυξη που ακολούθησε.

Η περίοδος της ανάπτυξης κράτησε περίπου μια 20ετία και γενικά χαρακτηρίστηκε από υψηλούς ρυθμούς αύξησης του ΑΕΠ, ιδιαίτερα κατά τη δεκαετία 1960. Στο τέλος του 1952 ο γενικός δείκτης της βιομηχανικής παραγωγής (ο οποίος περιλάμβανε και την οικοδομική δραστηριότητα και παραγωγή ηλεκτρισμού, αλλά όχι την εξόρυξη) που καταρτιζόταν από το Σύνδεσμο Ελληνικών Βιομηχανιών (ΣΕΒ), με βάση σύγκρισης 100 το 1939, είχε ανέβει στο 123 (χωρίς την ηλεκτρική ενέργεια 110, ενώ μόνη της η οικοδομική δραστηριότητα 15337). Ως ιδιαίτερα χαρακτηριστικά εκκίνησης της νέας περιόδου σημειώνονται:

Η νομισματική μεταρρύθμιση38 με την οποία υποτιμήθηκε η δραχμή κατά 50% έναντι του δολαρίου ΗΠΑ. Ετσι, στην αγορά συναλλάγματος εξισορροπήθηκε η ισοδυναμία της δραχμής, η οποία από καιρό είχε απαξιωθεί. Από τότε ενεργοποιήθηκε και η συμμετοχή της δραχμής στο σύστημα σταθερών συναλλαγματικών ισοτιμιών, γνωστό ως σύστημα του Bretton Woods39.

Η κατάργηση του υπουργείου Εφοδιασμού (λειτουργούσε από το 1945), το οποίο διαχειριζόταν τις ελλείψεις εξαιτίας της μεγάλης πτώσης της παραγωγής, της αφαίμαξής της από τη γερμανική κατοχή και στη συνέχεια των ιδιαίτερων συνθηκών της ταξικής σύγκρουσης 1946-1949. Η κατάργηση του δελτίου των διανομών, που κρίθηκε και ως αποτυχημένο. Η απελευθέρωση του εισαγωγικού εμπορίου (καταργήθηκαν οι κάθε είδους εισφορές στις εισαγωγές και διατηρήθηκαν μόνο ορισμένοι περιορισμοί για ελάχιστα είδη πολυτελείας). Υιοθετήθηκαν μέτρα ελέγχου των τιμών στην αγορά, επιδοτήθηκαν περίπου δέκα εισαγόμενα τρόφιμα και πρώτες ύλες. Επιβλήθηκαν προσωρινοί φόροι στις εξαγωγές ορισμένων προϊόντων (βαμβακιού, ρυζιού, λαδιού) που κρίθηκαν αναγκαία για την εγχώρια κατανάλωση.

Η σημαντικότερη μεταβολή αφορούσε το συνολικότερο αναπροσανατολισμό της κρατικής παρέμβασης. Πέρασε σταδιακά από τις ιδιαίτερες συνθήκες της κρατικής διαχείρισης του πολέμου και της κρίσης (που περισσότερο ή λιγότερο αντιμετώπισαν και τα ανεπτυγμένα καπιταλιστικά κράτη της Ευρώπης) στην αποκατάσταση της λειτουργίας της καπιταλιστικής αγοράς και στο σταδιακό άνοιγμα προς την εξωτερική αγορά.

Κατά τα πρώτα χρόνια της δεκαετίας 1950 η κρατική παρέμβαση προσανατολιζόταν στην άμεση ανάληψη έργων υποδομής και εξηλεκτρισμού με κεφάλαια από τις εξωτερικές πιστώσεις (κυρίως του Σχεδίου Μάρσαλ).

Σε όλη τη δεκαετία 1950 η κρατική παρέμβαση άρχιζε να εξοικειώνεται με την κατάρτιση μεσοπρόθεσμων οικονομικών προγραμμάτων, αρχικά λόγω της αναγκαιότητας κατάθεσής τους στους διεθνικούς οικονομικούς οργανισμούς διαχείρισης των εξωτερικών πιστώσεων και άλλης εισροής κεφαλαίων. Τον Αύγουστο του 1952 καταρτίστηκε και υποβλήθηκε στον Οργανισμό Ευρωπαϊκής Οικονομικής Συνεργασίας (μετά από το σχετικό αίτημα του NATO) το τετραετές «Νέο Οικονομικό Πρόγραμμα 1952-1956». Η ιστορική αναφορά σε αυτό το πρόγραμμα έγκειται στην οικονομική πολιτική διαμάχη που εκδηλώθηκε πριν τη συγκρότησή του (αντιπαράθεση Βαρβαρέσου-Ζολώτα40, Αγγελόπουλου και άλλων) και στη συνέχεια λόγω της μη εφαρμογής του.

Στο βιομηχανικό τομέα το πρόγραμμα έδινε απόλυτη προτεραιότητα στην ίδρυση βιομηχανικών μονάδων παραγωγής αζώτου, αλουμινίου, μαγνήσιου, νικελίου, σόδας, ζάχαρης, χυτοσιδήρου, διυλιστηρίων πετρελαίου και μονάδων επισκευής πλοίων. Η επιλογή των μονάδων στηριζόταν στην εκμετάλλευση του ορυκτού πλούτου (π.χ. βωξίτη, λευκόλιθου) και της γεωργικής παραγωγής (π.χ., τεύτλων), καθώς και στην αξιοποίηση της γεωγραφικής θέσης της Ελλάδας.

Το μεγαλύτερο μέρος των παραπάνω βιομηχανικών μονάδων και των ανάλογων μονάδων ηλεκτροπαραγωγής πραγματοποιήθηκε στις αρχές της επόμενης δεκαετίας μέσω του Πενταετούς Προγράμματος Οικονομικής Ανάπτυξης 1960-1964. 41.

Από το 1951, παρόλο που ήταν έτος σημαντικής μείωσης του ρυθμού αύξησης των συνολικών πιστώσεων και εφαρμογής περιοριστικής πολιτικής, ιδιαίτερα το 1952, άλλαξε ο καταμερισμός των πιστώσεων μεταξύ των τομέων της οικονομίας και υπερδιπλασιάστηκαν οι πιστώσεις προς τη βιομηχανία, ενώ περιορίστηκαν εκείνες προς τη γεωργία (που τα τελευταία χρόνια της δεκαετίας του 1940 απορροφούσε το μεγαλύτερο μέρος των πιστώσεων στη συγκέντρωση των αγροτικών προϊόντων και στο καπνεμπόριο).42

Προς το τέλος της δεκαετίας 1950 ήταν πλέον πιο εμφανείς οι αλλαγές στην πιστωτική πολιτική, στην οποία στηρίχτηκε η πραγματοποίηση της εκβιομηχάνισης, που προσανατολίστηκε πλέον σε διαφορετικές πηγές χρηματοδότησης σε σχέση με εκείνες των πρώτων χρόνων της ανασυγκρότησης: Στις εγχώριες πηγές κυρίως και, ως προς τις ξένες, στη μορφή των άμεσων επενδύσεων.

Ο αναπροσανατολισμός στις πηγές χρηματοδότησης της εκβιομηχάνισης επιτεύχθηκε από το τέλος της δεκαετίας 1950 και κυρίως κατά τη δεκαετία 1960. Στηρίχτηκε στη διαμόρφωση ενός θεσμικού και νομοθετικού πλαισίου που επιδίωξε να συγκεντρώσει στο χρηματοπιστωτικό σύστημα τα εγχώρια αναπασχόλητα εισοδήματα, να προσελκύσει εγχώρια και ξένα κεφάλαια στη βιομηχανία και να επιταχύνει τη διαδικασία συγκεντροποίησης του εγχώριου κεφαλαίου. Οι στόχοι αυτοί επιτεύχθηκαν με την αναμόρφωση του χρηματοπιστωτικού συστήματος, τη συγκρότηση κρατικών θεσμών μακροπρόθεσμης βιομηχανικής πίστης και τη νομοθετική κατοχύρωση ανάλογης φορολογικής και πιστωτικής πολιτικής.

Σειρά νομοθετικών ρυθμίσεων στόχευαν στην προσέλκυση ξένων ιδιωτικών κεφαλαίων για επενδύσεις στην Ελλάδα, στην ενθάρρυνση των καταθέσεων ταμιευτηρίου, στη συγκεντροποίηση του κεφαλαίου με συγχωνεύσεις και συγκρότηση μετοχικών εταιρειών, στη διεύρυνση του πάγιου κεφαλαίου στη βιομηχανία, στην αποκέντρωση των βιομηχανικών μονάδων και στην ενίσχυση των εξαγωγών.

Με το νομοθετικό διάταγμα 2687/1953 «Περί επενδύσεως και προστασίας κεφαλαίων εκ του εξωτερικού»43, προστατεύονταν οι Αμεσες Ξένες Επενδύσεις από την αναγκαστική απαλλοτρίωση, κατοχυρώθηκε η με περιορισμούς επανεξαγωγή κεφαλαίων και ενός ορισμένου ύψους κερδών, δόθηκαν φορολογικά κίνητρα κλπ.

Το νομοθετικό καθεστώς για την προσέλκυση ξένων επενδύσεων στην Ελλάδα συμπληρώθηκε με ειδικές διατάξεις που περιλήφθηκαν στους νόμους 4171/1961 και 4256/1962, καθώς και στον Α.Ν. 89/1967 «Περί εγκαταστάσεων εν Ελλάδι αλλοδαπών εμποροβιομηχανικών εταιρειών» (συμπληρωμένο από τον Α.Ν. 378/1968). Ωστόσο, τα εισαχθέντα κεφάλαια βάσει του νόμου 2687/1953, που προορίζονταν για ιδιωτικές παραγωγικές επενδύσεις, δεν ήταν τόσο μεγάλα, όπως συνήθως πιστεύεται, παρότι υπερδεκαπενταπλασιάστηκαν κατά τη χρονική περίοδο 1950-1963. «Κατά την πενταετία 1958-1963 αντιπροσώπευαν μόλις το 13% της συνολικής εισροής. Το υπόλοιπον αυτής κατά σημαντικό μέρος αποτελούνταν από κεφάλαια δημιουργηθέντα στο εξωτερικό κυρίως από επαναπατρισθέντες Ελληνες και τοποθετούμενα σε ακίνητα».44

Για τη χρονική περίοδο μέχρι το τέλος του 1973, ο Ξ. Ζολώτας45 δίνει το σύνολο των ξένων επιχειρηματικών κεφαλαίων - που είχαν εισρεύσει στην Ελλάδα με βάση τους νόμους 2687 και 4171 - να ανέρχεται περίπου σε 800 εκατ. δολάρια και να αποτελεί το 2,7% του συνόλου των επενδύσεων πάγιου κεφαλαίου που έγιναν την περίοδο 1954-1973. Η σχέση αυτή γίνεται 10,2% υπολογιζόμενη μόνο στους τομείς μεταποίησης, μεταλλείων, τουρισμού, μεταφορών και διαμορφώνεται στο 16,4% μόνο για τη μεταποίηση (δηλαδή αναλογικά το μεγαλύτερο μέρος των ΑΞΕ κατευθυνόταν στη μεταποίηση). Τα κεφάλαια αυτά αποτελούσαν σχετικά μικρό μέρος του συνολικού εξωτερικού χρέους των 6 δισεκατομμυρίων δολαρίων (το οποίο εκτός των κεφαλαίων, με βάση τους νόμους 2687 και 4171, περιλάμβανε και τις καταθέσεις Ελλήνων του εξωτερικού, τις εμπορικές πιστώσεις και όλο το εξωτερικό χρέος).

Στο ίδιο συμπέρασμα καταλήγει και άλλη μελέτη, που σημειώνει ότι, στα περίπου 30 χρόνια λειτουργίας του ΝΔ2687/1953 μέχρι το 1980, τα 3/4 σχεδόν των εισαχθέντων κεφαλαίων (ως ΑΞΕ) κατευθύνθηκαν στη βιομηχανία και ιδιαίτερα σε κλάδους παραγωγής ενδιάμεσων προϊόντων (π.χ., προϊόντων πετρελαίου, μη μεταλλικών ορυκτών, χημικών) αλλά και παραγωγής κεφαλαιουχικών ειδών (όπως είναι η βασική μεταλλουργία και τα ναυπηγεία).46

Ως προς την εθνική σύνθεση των ΑΞΕ στην ελληνική βιομηχανία, η κατάσταση μεταβάλλεται μεταξύ 1970 και 1975 με αποτέλεσμα να υποχωρήσουν οι ΗΠΑ στη δεύτερη θέση.

Το νομοθετικό διάταγμα 3323/1955 «Περί φορολογίας εισοδήματος φυσικών προσώπων» από τη μια εισήγαγε τη γενική φορολογία εισοδήματος φυσικών προσώπων και από την άλλη απάλλασσε πλήρως από το φόρο τα εισοδήματα από τόκους καταθέσεων κάθε είδους σε τράπεζες και κρατικά ταμιευτήρια, καθώς και από τόκους εθνικών δανείων που εκδίδονταν με τη μορφή έντοκων γραμματίων του. Δημοσίου ή ομολόγων. Με το νομοθετικό διάταγμα 3746/1957 επεκτεινόταν η πλήρης απαλλαγή στα εισοδήματα από τοκομερίδια, από λαχνούς ομολογιακών δανείων Ανώνυμων Εταιρειών ή Νομικών Προσώπων Δημοσίου (εκτός των Ασφαλιστικών Ταμείων47 και Ιδιωτικού Δικαίου, επιχειρήσεων Κοινής Ωφέλειας. Καθιερώθηκε πλήρης απαλλαγή φόρου για μια δεκαετία για τα μερίσματα προνομιούχων μετοχών.

Δόθηκαν φορολογικά και δασμολογικά κίνητρα για τον Τεχνολογικό εκσυγχρονισμό των βιομηχανικών επιχειρήσεων, τη δεκαετία 1959-1968, ειδικά κίνητρα για τη συγχώνευση επιχειρήσεων και τη μετατροπή προσωπικών εταιρειών σε ανώνυμες, για τη βιομηχανική αποκέντρωση και τις εξαγωγές.

Κατά τη δεκαετία 1950 θεμελιώθηκε (και αναπτύχθηκε κατά την επόμενη του 1960) ένα νέο θεσμικό δίκτυο της άμεσης οικονομικής κρατικής παρέμβασης: Ο Οργανισμός Χρηματοδότησης Οικονομικής Ανάπτυξης (OXOΑ) το 1954 και ο Οργανισμός Βιομηχανικής Ανάπτυξης (ΟΒΑ) το 1959, οι οποίοι κατά την επόμενη δεκαετία συγχωνεύτηκαν (μαζί και με τον Οργανισμό Τουριστικής Πίστεως) και το 1964 διαμόρφωσαν την Ελληνική Τράπεζα Βιομηχανικής Αναπτύξεως (ΕΤΒΑ).

Το 1962 ιδρύθηκε η Τράπεζα Επενδύσεων από τις τράπεζες Εμπορική και Ιονική-Λαϊκή και με τη συμμετοχή (κατά 11% στο ιδρυτικό κεφάλαιο) 10 ξένων τραπεζικών οργανισμών.

Το 1963 ιδρύθηκε η Εθνική Τράπεζα Επενδύσεων Βιομηχανικής Αναπτύξεως (ΕΤΕΒΑ) από την Εθνική Τράπεζα και 14 ξένες τράπεζες.

Η Εθνική Τράπεζα κατείχε θέση κρατικού μονοπωλίου, που ισχυροποιήθηκε το 1953 μετά από τη συγχώνευσή της με την Τράπεζα Αθηνών.

Διαμορφώθηκαν και κρατικοί θεσμοί οικονομικού (αρχικά ενδεικτικών και όχι δεσμευτικών πενταετών πλάνων) προγραμματισμού: Αρχικά η Επιτροπή Ερεύνης και Οργανώσεως Οικονομικού Προγραμματισμού (1957), στη συνέχεια το Κέντρο Προγραμματισμού και Οικονομικών Ερευνών (ΚΕΠΕ)48 (1959).

Κατά την εξεταζόμενη περίοδο ενισχύθηκε η κρατική ιδιοκτησία, πρώτα απ' όλα στον τομέα της ενέργειας - ύδρευσης, όπου σχεδόν μονοπωλήθηκε στο τέλος της δεκαετίας 1960.

Η κρατική ΔΕΗ έγινε αποκλειστικό μονοπώλιο παραγωγής και διανομής ηλεκτρικής ενέργειας, απορροφώντας όλες τις ιδιωτικές και δημοτικές επιχειρήσεις (τελευταία εξαγοράστηκε η Ηλεκτρική Εταιρεία Αθηνών - Πειραιώς - ΗΕΑΠ το Δεκέμβρη του 1960). Κατά τις δύο δεκαετίες πραγματοποιήθηκαν έργα εξηλεκτρισμού, όπως το θερμοηλεκτρικό εργοστάσιο του Αλιβερίου, τα υδροηλεκτρικά του Αγρα, του Λάδωνα, του Λούρου, του Μέγδοβα και του Αχελώου, το θερμοηλεκτρικό της Πτολεμαΐδας, με αποτέλεσμα να σημειωθεί μεγάλη αύξηση της ηλεκτρικής παραγωγής (με μέσο ετήσιο ρυθμό αύξησης 14% για την περίοδο 1956-196649).

Η κρατική ιδιοκτησία επεκτάθηκε και σε ορισμένους κλάδους της μεταποίησης. Ιδρύθηκαν κρατικές επιχειρήσεις, όπως το διυλιστήριο Ασπροπύργου, το εργοστάσιο ζάχαρης, το εργοστάσιο αζωτούχων λιπασμάτων Πτολεμαΐδας.

Αναπτύχθηκε η κρατική ιδιοκτησία στον τουρισμό. Ο Ελληνικός Οργανισμός Τουρισμού (EOT) εκπόνησε πρόγραμμα δημιουργίας σχετικά μεγάλων τουριστικών μονάδων (ΞΕΝΙΑ).
Σύμφωνα με μελέτη50, το 1959 το 34% του συνόλου των πάγιων κεφαλαίων των βιομηχανικών επιχειρήσεων ανήκε στο κράτος.

Μελέτη που διενεργήθηκε για λογαριασμό του ΚΚΕ51 εκτιμά ότι οι κρατικές επενδύσεις την περίοδο 1960-1970 γίνονταν κατά το 80% στην αγροτική παραγωγή, στην ενέργεια - ύδρευση, στις μεταφορές και στις τηλεπικοινωνίες.

Σύμφωνα με στοιχεία που δίνει ο Ξ. Ζολώτας52, στην περίοδο 1950-1953 σημειώνεται σχετικά υψηλός μέσος όρος αυξητικής μεταβολής των συνολικών (ιδιωτικών και δημόσιων) επενδύσεων κατά 7,8%. Εντούτοις, το 1961 είναι πολύ χαμηλές - συγκριτικά με άλλα κράτη - οι κατά κεφαλήν ακαθάριστες επενδύσεις σε δολάρια (σε σταθερές τιμές 1954): Ελλάδα 71, Αυστρία 163, ΟΔ Γερμανίας 275, Ολλανδία 200, Σουηδία 314, Ιταλία 148, Καναδάς 424.

Αλλά και η κατανομή των ακαθάριστων επενδύσεων πάγιου κεφαλαίου κατά τομείς δραστηριότητας (άνευ πλοίων, σε σταθερές τιμές 1954), ως μέσος όρος της περιόδου 1950-1963, επιβεβαιώνει ότι παρά το προχώρημα της εκβιομηχάνισης παρέμεναν τα προβλήματα συγκριτικής καθυστέρησης στη διάρθρωση της ελληνικής οικονομίας: Οι κατοικίες απορροφούσαν το μεγαλύτερο ποσοστό (32,9%) έναντι της ενέργειας / ύδρευσης / μεταφορών / επικοινωνιών (27%), συνολικά της αγροτικής παραγωγής / ορυχείων / μεταποίησης (26,7%) και λοιπών (13,4%). Στο τέλος αυτής της περιόδου η συμμετοχή των δημοσίων στο σύνολο των επενδύσεων ανερχόταν σε 35%.

Αλλά και κατά την επόμενη περίοδο, 1964-1973, οι επενδύσεις στη μεταποίηση ως ποσοστό του Ακαθάριστου Εγχώριου Προϊόντος στην Ελλάδα ήταν 3,5%, από τα χαμηλότερα συγκριτικά με άλλα κράτη: Ιαπωνία 7,6%, Φινλανδία 5,4%, Πορτογαλία 5,4%, Ολλανδία 5,2%, Βέλγιο 5,2%, Ιρλανδία 4,1%, Ηνωμένο Βασίλειο 3,8%. Το ίδιο, και ως ποσοστό επί των ακαθάριστων επενδύσεων πάγιου κεφαλαίου 14,3% ήταν πολύ πίσω από το αντίστοιχο άλλων κρατών, όπως: Ιαπωνίας 22,1%, Φινλανδίας 20,9%, Πορτογαλίας 29,4%, Ολλανδίας 20,7%, Βελγίου 23,9%, Ιρλανδίας 19,3%, Ηνωμένου Βασιλείου 20,1%.53

Αξιοσημείωτη είναι η επισήμανση της Τράπεζας της Ελλάδος που για την περίοδο της δικτατορίας υπογραμμίζει ότι η πιστωτική και επενδυτική πολιτική ανέστειλε τις προσπάθειες αναδιάρθρωσης και βιομηχανικής ανάπτυξης της προηγούμενης περιόδου. Σημείωνε ότι οι επενδύσεις σε κατοικίες απορροφούσαν ως το 1973 γύρω στο 30% του συνόλου των ακαθάριστων επενδύσεων παγίου κεφαλαίου και όλες μαζί οι δαπάνες για «κτίρια και λοιπές κατασκευές» αντιπροσώπευαν ποσοστό μεγαλύτερο, του 67%, ενώ οι επενδύσεις στη γεωργία και τη βιομηχανία αντιπροσώπευαν μαζί μόνο το 1/4 των συνολικών επενδύσεων.54

Η ουσιαστική εισροή ξένων κεφαλαίων για επενδύσεις στη βιομηχανία ξεκίνησε κατά τα τελευταία χρόνια της δεκαετίας του 1950, κυρίως στους κλάδους της χαρτοποιίας, των μεταφορικών μέσων, των ηλεκτρικών ειδών και, κατά την επόμενη δεκαετία, του 1960, έγιναν οι πολύ μεγαλύτερες επενδύσεις στα πετρελαιοειδή - ESSO-Pappas, Motor Oil - στην επεξεργασία βωξίτη (Pechiney), στα ελαστικά (Pirelli). Σύμφωνα με στοιχεία μελέτης55, το 1956 οι ξένες ακαθάριστες επενδύσεις αποτελούσαν το 3% των ακαθάριστων επενδύσεων στη μεταποίηση, το 1957 το 5,3%, το 1958 το 8%, το 1959 το 4%, το 1960 το 8,5%, ενώ αυξήθηκαν θεαματικά το 1963 και αποτέλεσαν το 24%. Το 1965 έφτασαν το 31,8% και στη συνέχεια μειώθηκαν στο 21,9% το 1966, στο 14,2% το 1967 και στο 12,4% το 1968.

Μελέτη56, στηριζόμενη σε επεξεργασία στοιχείων Ετήσιων Εκθέσεων του υπουργείου Συντονισμού που αναφέρονται στις επενδύσεις του νόμου 2687/1953, δίνει ότι περίπου το 65% των ξένων επενδύσεων της περιόδου 1954-1969 κατευθύνθηκε στη μεταποίηση, καταλήγοντας στο συμπέρασμα ότι η σύνθεσή τους δεν είχε τον κλασικά αποικιακό χαρακτήρα57.

Σύμφωνα με στοιχεία που δίνει η Τράπεζα της Ελλάδος58 για τη διάρθρωση των πόρων χρηματοδότησης των ακαθάριστων επενδύσεων, η χρηματοδότηση εξωτερικού, τόσο με τη μορφή δανεισμού όσο και με τη μορφή μεταβιβάσεων, ακολούθησε πτωτική πορεία κατά την περίοδο 1958-1966.

Το 1966 η χρηματοδότηση εξωτερικού αποτελούσε το 9,1% (8,9% από δανεισμό και 0,2% από μεταβιβάσεις) των ακαθάριστων επενδύσεων, το 1958 αποτελούσε το 18,8% (13,5% από δανεισμό και 5,3% από μεταβιβάσεις). Αντίθετα αυξανόταν η συμμετοχή της εσωτερικής ιδιωτικής χρηματοδότησης. Το μεγαλύτερο μέρος της αύξησης οφειλόταν στην αποταμίευση ιδιωτών και Νομικών Προσώπων Ιδιωτικού Δικαίου.

Ως προς τη σχέση κεφαλαίων εσωτερικού προς το σύνολο των χρηματοδοτούμενων ακαθάριστων επενδύσεων, αυτή διαμορφώθηκε στο 90,9% το 1966 έναντι 87,9% το 1957.59

Γενικότερα, κατά τη χρονική περίοδο 1956-1966, η ιδιωτική αποταμίευση τριπλασιάστηκε, ενώ υπεροκταπλασιάστηκε η αποταμίευση του δημόσιου τομέα που βρισκόταν σε πολύ χαμηλό επίπεδο στην αρχή της περιόδου.60

Την ίδια τάση αναδεικνύει και παλιότερη μελέτη για λογαριασμό του ΚΚΕ. Για τη μεταπολεμική περίοδο μέχρι το 1970 αναφέρει τη σημαντική αύξηση του όγκου επενδύσεων από εσωτερικές πηγές, συγκριτικά με την προπολεμική περίοδο, επομένως και την αύξηση του μεριδίου των εσωτερικών πηγών συσσώρευσης και χρηματοδότησης της διευρυμένης καπιταλιστικής αναπαραγωγής στην Ελλάδα.61

Σύμφωνα με στοιχεία μελετών, το 1972 το ποσοστό ενεργητικού ξένου κεφαλαίου επί του συνόλου του ενεργητικού των επιχειρήσεων στη μεταποίηση ήταν 29,8%.62

Ως προς τη γεωγραφική σύνθεση των ΑΞΕ, από διαφορετικές πηγές προκύπτει διαφοροποίηση μεταξύ των δεκαετιών 1950 και 1960. Ενώ προς το τέλος της δεκαετίας του 1950 οι αμερικανικές κατείχαν το 50% των συνολικών ΑΞΕ στην Ελλάδα, προς το τέλος της επόμενης δεκαετίας μειώθηκε η αμερικανική συμμετοχή και αυξήθηκε η ευρωπαϊκή, κυρίως της Γαλλίας και της Μ. Βρετανίας.

Ειδικότερα, μέχρι το 1970 προηγούνταν οι ΗΠΑ με μερίδιο 47,8% επί του συνόλου των ΑΞΕ στην Ελλάδα και ακολουθούσε η ΕΟΚ (9 χωρών) με 45,3% (Γαλλία 25,9%, Γερμανία 6,5%). Την αμέσως επόμενη πενταετία το μερίδιο των ΗΠΑ υποχώρησε στη δεύτερη θέση.63

2. Ε. Συμπεράσματα
Από τη μελέτη και διασταύρωση των στοιχείων διαφορετικών πηγών μπορούν να εξαχθούν τα εξής συμπεράσματα:

Μετά από την ανασυγκρότηση, στις δεκαετίες 1950 και 1960 και ιδιαίτερα κατά την περίοδο 1957-1968, πραγματοποιήθηκε σημαντική ανάπτυξη της ελληνικής καπιταλιστικής οικονομίας. Η ανάπτυξη εκφράστηκε με την αύξηση της παραγωγικότητας (παραγόμενο προϊόν ανά απασχολούμενο) στην οικονομία, με τη διεύρυνση του σταθερού κεφαλαίου (κεφαλαιουχικού εξοπλισμού), με τη μεγάλη αύξηση της συνολικής δυναμικότητας σε ίππους των εγκαταστάσεων της μεταποίησης, με την αύξηση του κατά κεφαλήν ΑΕΠ, με τη συγκέντρωση του εργατικού δυναμικού στο δευτερογενή τομέα και στις υπηρεσίες (επέκταση της μισθωτής εργασίας) και παράλληλη μείωση της απασχόλησης στον αγροτικό τομέα, ενώ σημειώθηκε στασιμότητα (ακόμη και πτωτική τάση) της συνολικής απασχόλησης.

Η καπιταλιστική ανάπτυξη στην Ελλάδα στις δεκαετίες του 1950 και του 1960 τροφοδοτήθηκε κυρίως από την εσωτερική συσσώρευση του κεφαλαίου. Η συγκριτικά με προηγούμενες περιόδους επιτάχυνσή της στηρίχτηκε στο νέο κρατικό προσανατολισμό και την αντίστοιχη διαμόρφωση της κρατικής υποδομής για τη στήριξη της βιομηχανίας. Οι άμεσες κρατικές επενδύσεις κατευθύνθηκαν κυρίως στον εξηλεκτρισμό, τις μεταφορές και άλλες υποδομές, ενώ οι ιδιωτικές (και οι άμεσες ξένες) επενδύσεις κατευθύνθηκαν προς τους κλάδους της κυρίως βιομηχανίας (μεταποίησης) και μάλιστα της λεγόμενης βαριάς.

Η εισροή ξένου κεφαλαίου δεν ήταν ιδιαίτερα αυξημένη με εξαίρεση τις εισροές με βάση το Δόγμα Τρούμαν, το Σχέδιο Μάρσαλ κλπ. κατά το τέλος της δεκαετίας 1940 και τα πρώτα έτη της δεκαετίας 1950. Αυτή η εισροή αξιοποιήθηκε κυρίως για την ανασυγκρότηση της κρατικής κατασταλτικής μηχανής, ενώ τα προγράμματα αξιοποίησης τμήματός της για την εκβιομηχάνιση ελάχιστα λειτούργησαν. Το μεγαλύτερο μέρος των ΑΞΕ ήρθε μετά από τη συμφωνία σύνδεσης της Ελλάδας με την ΕΟΚ και υπό την επενέργεια του ευνοϊκού νομοθετικού πλαισίου και κατευθύνθηκε στη βιομηχανία ενδιάμεσων ή και κεφαλαιουχικών προϊόντων.

Επίσης, εφαρμόστηκε μια ορισμένη πολιτική εκμηχάνισης της γεωργίας και αναδασμού με στόχο τη συγκεντροποίηση της αγροτικής εκμετάλλευσης, με αποτέλεσμα τη συρρίκνωση των εισοδημάτων των φτωχών αγροτών. Ενα σημαντικό μέρος των φτωχών αγροτών μετανάστευε, αφού έχανε τη δυνατότητα να ζει ως εμπορευματοπαραγωγός από την καλλιέργεια της γης του και στο βαθμό που δεν μπορούσε να απορροφηθεί συμπληρωματικά ή και ολοκληρωτικά στο εργατικό δυναμικό ή να επιβιώσει ως ελεύθερος επαγγελματίας σε αστικό κέντρο.

Συνέπεια της καπιταλιστικής ανάπτυξης στην Ελλάδα ήταν να αυξάνει το κατά κεφαλήν AΕΠ, σε μια πορεία μείωσης της μεγάλης καθυστέρησης που παρουσίαζε συγκριτικά με το μέσο όρο των κρατών - μελών της τότε ΕΟΚ.

Η κεφαλαιακή συσσώρευση γινόταν με αυξανόμενη εντατικοποίηση της εργασίας, με μεγάλα ποσοστά κερδοφορίας, με μεγάλες χρονικές υστερήσεις στην ενσωμάτωση ορισμένων αποτελεσμάτων της καπιταλιστικής ανάπτυξης στο βιοτικό επίπεδο της εργατικής τάξης και γενικότερα των λαϊκών δυνάμεων.

Ωστόσο, αποτέλεσμα της καπιταλιστικής ανάπτυξης ήταν και η σχετική βελτίωση του εργατικού εισοδήματος και του βιοτικού επιπέδου (συμπεριλαμβανομένου και του μορφωτικού - πολιτιστικού), παρόλο που υπολειπόταν από την αύξηση της παραγωγικότητας και η αγοραστική του δύναμη μειώθηκε από τον πληθωρισμό, αλλά κυρίως από την αύξηση της φορολογίας, ιδιαίτερα της έμμεσης. Στη σχετική βελτίωση του εισοδήματος των λαϊκών μαζών ήταν αναμφισβήτητη η συμβολή του εργατικού και γενικότερα του λαϊκού κινήματος και των αγώνων τους. Μέσω της μετανάστευσης σημαντικού τμήματος της εργατικής τάξης σε χώρες της Ευρώπης διαμορφώθηκε μια πηγή ενίσχυσης του εργατικού λαϊκού εισοδήματος.

Πάνω σε αυτήν την υλική βάση ενισχύθηκε όχι μόνο ο ρεφορμισμός, αλλά και ο οπορτουνισμός στο Κόμμα.

Κατά τη διάρκεια της μεταπολεμικής ανασυγκρότησης της καπιταλιστικής Ελλάδας, της καπιταλιστικής ανάπτυξης των δεκαετιών 1950 και 1960, συντελέστηκαν σημαντικές αλλαγές στην κοινωνικοταξική σύνθεση του πληθυσμού: Αναδύθηκαν νέα τμήματα της αστικής τάξης τα οποία διαμορφώθηκαν στη διάρκεια της Κατοχής έχοντας επιδοθεί στη «μαύρη αγορά», αλλά και σε άλλες δραστηριότητες, αξιοποιώντας τις συνθήκες του πολέμου.

Διευρύνθηκε το στρώμα των δημόσιων υπαλλήλων. Σημαντικά τμήματα του αγροτικού πληθυσμού μετακινήθηκαν προς τα αστικά κέντρα, ένα μέρος των οποίων προλεταριοποιήθηκαν. Παράλληλα, παιδιά από λαϊκά στρώματα, ιδιαίτερα από αυτά τα τμήματα που συσσώρευσαν πλούτη κατά τη διάρκεια της Κατοχής («μαύρη αγορά» κ.λπ.) και στη συνέχεια (UNRRA κ.ά.), μετακινήθηκαν στα αστικά κέντρα συγκροτώντας νέα δυναμικά μικροαστικά στρώματα, όπως αυτοαπασχολούμενοι επιστήμονες (γιατροί, δικηγόροι, μηχανικοί κ.ά.), αλλά και έμποροι, μικροί βιοτέχνες κ.λπ.

Δηλαδή, η καπιταλιστική ανάπτυξη του τέλους της δεκαετίας 1950 και κυρίως στη δεκαετία 1960, πριν τη δικτατορία του 1967, έδωσε ώθηση στα μεσαία στρώματα της πόλης. Σε αυτήν την κατεύθυνση συνέβαλε αργότερα και η πολιτική «αντιπαροχής γης» της δικτατορίας.64

To KKE συμμετείχε στον προβληματισμό για τις αιτίες καθυστέρησης της εκβιομηχάνισης στην Ελλάδα. Ιδιαίτερα ανέδειξε τον άκρως εκμεταλλευτικό χαρακτήρα του εξωτερικού δανεισμού που πραγματοποιήθηκε και τον συνέδεσε με την εξαιρετικά αδύναμη θέση της Ελλάδας στο διεθνές ιμπεριαλιστικό σύστημα και τις πολιτικές επιδιώξεις των ηγετικών ιμπεριαλιστικών δυνάμεων. Αναφερόμενος στα πρώτα εξωτερικά δάνεια προς το νεοϊδρυμένο ελληνικό κράτος, ο Νίκος Μπελογιάννης το χαρακτήρισε ως «ψευδοανεξάρτητο κατασκεύασμα» που συμφωνήθηκε αρχικά από τις Μεγάλες Δυνάμεις, οι οποίες «χειροτόνησαν ως κυβερνήτη τον Καποδίστρια». 65

Γενικότερα, οι δυσμενείς όροι των εξωτερικών δανείων66 και η αδύναμη θέση της Ελλάδας στο ιμπεριαλιστικό σύστημα, με ισχυρούς δεσμούς στρατιωτικής και πολιτικής67 εξάρτησης σε διαφορετικές περιόδους της ιστορίας της, οδήγησαν στην πλατιά διαδεδομένη αντίληψη ότι υπεύθυνος για την καθυστέρηση της εκβιομηχάνισης στην Ελλάδα ήταν ο ξένος παράγοντας.

Η απόδοση των δεινών της καθυστέρησης στον ξένο παράγοντα ενισχύθηκε στις αμέσως μεταπολεμικές συνθήκες. Ηταν η περίοδος (και μάλιστα αρχής γενομένης από το 1943) κατά την οποία διαμορφώνονταν διεθνείς συμφωνίες και θεμελιώνονταν διεθνείς ενώσεις (διακρατικοί οργανισμοί) που αποσκοπούσαν στην οικονομική συνεργασία για τη μεταπολεμική καπιταλιστική ανασυγκρότηση, την αποκατάσταση του διεθνούς εμπορίου και της διεθνούς κίνησης των κεφαλαίων. Σε αυτήν τη διαδικασία ηγούνταν οι ΗΠΑ, σημαντικό ρόλο έπαιζε το Ηνωμένο Βασίλειο, ενώ ο ρόλος κάθε κράτους - μέλους των Ηνωμένων Εθνών ήταν ανάλογος του οικονομικού και πολιτικού του βάρους. Οι μεγάλες καταστροφές στην ελληνική οικονομία από τη γερμανική κατοχή, αλλά και ο κλονισμός της αστικής εξουσίας από την απελευθέρωση έως την ήττα του ΔΣΕ, ενέτειναν τη στρατιωτική, οικονομική και πολιτική εξάρτηση της Ελλάδας από τις νέες ιμπεριαλιστικές ενώσεις και κέντρα.68 Το γεγονός αυτό οδήγησε το ΚΚΕ, κάτω από την επίδραση και ορισμένων μικροαστικών συνεργαζόμενων δυνάμεων, να θεωρεί το αποτέλεσμα (δηλαδή την εξάρτηση) ως αιτία της ιστορικά διαμορφωμένης καθυστέρησης στην ανάπτυξη του ελληνικού καπιταλισμού.69

Το ΚΚΕ, μαζί με συνεργαζόμενες ΕΑΜικές δυνάμεις, άνοιξε πολεμική στις απόψεις που θεωρούσαν ως αιτία της βιομηχανικής καθυστέρησης της Ελλάδας την έλλειψη εγχώριων πόρων (κυρίως πρώτων βιομηχανικών υλών). Το 1945, ενόψει του 7ου Συνεδρίου του ΚΚΕ και μετά από αυτό, διαμορφώθηκαν μελέτες σχετικά με τις δυνατότητες και προϋποθέσεις εκτεταμένου εξηλεκτρισμού και εκβιομηχάνισης και ειδικότερα ανάπτυξης της βαριάς βιομηχανίας.

Το 1947 εκδόθηκε η μελέτη του Δημήτρη Μπάτση70, στελέχους του ΚΚΕ, «Η βαρειά βιομηχανία στην Ελλάδα». Ο Μπάτσης υποστήριξε ότι η Ελλάδα δε στερούνταν ορυκτού πλούτου και ενεργειακών πηγών απαραίτητων για να «εκβιομηχανίσει» την οικονομία της και να δημιουργήσει βαριά βιομηχανία, χωρίς να εξαρτάται από ανάλογες εισαγωγές. Ως πολιτικό πλαίσιο αυτής της εκβιομηχάνισης θεωρούσε τον κρατικό σχεδιασμό και τον κοινωνικό έλεγχο, με αποκλεισμό των ξένων οικονομικών ή πολιτικών παραγόντων. Ο Δ. Μπάτσης, καταγράφοντας τις εγχώριες πρώτες ύλες, κατέρριψε την άποψη ότι η βιομηχανοποίηση της ελληνικής οικονομίας δεν ήταν δυνατή εξαιτίας της έλλειψής τους.

Είναι ιστορικής σημασίας η πρωτοποριακή τοποθέτηση του Μπάτση, και γενικότερα του ΚΚΕ, για την ύπαρξη πρώτων υλών και τη δυνατότητα ανάπτυξης της βαριάς βιομηχανίας στην Ελλάδα, ανεξάρτητα από ασάφειες και προβλήματα στη χρήση και στο πολιτικό περιεχόμενο ορολογιών στις προγραμματικές θέσεις του ΚΚΕ. Γιατί, στην Ελλάδα, αν και αναγνωριζόταν ως γενική τάση η αναγκαιότητα εκβιομηχάνισης και εκτεταμένου εξηλεκτρισμού, ωστόσο δεν αναγνωριζόταν εξίσου και η αναγκαιότητα ανάπτυξης της βαριάς βιομηχανίας (παραγωγής μέσων παραγωγής και επεξεργασμένων ενδιάμεσων υλικών της βιομηχανίας) μέσω ισχυρής κρατικής επιδότησης.

Στις συνθήκες της ανάπτυξης του ΕΑΜικού κινήματος, τμήμα της αστικής τεχνικής διανόησης δέχτηκε θετική πολιτική επιρροή από κατευθυντήριες ιδέες του προγράμματος του ΕΑΜ. Αυτή η επίδραση ενισχύθηκε και μεταπολεμικά από το αποτέλεσμα της γρήγορης, οικονομικής ανόρθωσης της ΕΣΣΔ. Ετσι κέρδισε έδαφος η ιδέα χρησιμοποίησης Μεσοπρόθεσμου Οικονομικού Προγράμματος και κρατικών επενδύσεων για την εκβιομηχάνιση. Το τμήμα της αστικής τεχνικής διανόησης που προσχώρησε στο ΕΑΜ συμμετείχε αρχικά σε εθελοντικές μελετητικές ομάδες για την εκπόνηση Προγραμμάτων Ανασυγκρότησης. Η κριτική τους προς τα επίσημα (των κυβερνητικών και αμερικανικών επιτελείων) προγράμματα ασκούνταν κυρίως από τις στήλες οικονομικών περιοδικών, ανάμεσά τους του περιοδικού «Ανταίος», που, όπως αναφέρθηκε, διηύθυνε ο Δημήτρης Μπάτσης, και του περιοδικού «Νέα Οικονομία», που ιδρυτής του ήταν ο Αγγελος Αγγελόπουλος, γραμματέας Οικονομικών της ΠΕΕΑ και υφυπουργός Οικονομικών στην κυβέρνηση που σχηματίστηκε με βάση τη Συμφωνία του Λιβάνου.

Το προγραμματικό πολιτικό πλαίσιο, στο οποίο τοποθετούσε ο Δ. Μπάτσης την εκβιομηχάνιση, ήταν η προγραμματική αντίληψη του ΚΚΕ που έθετε ως στρατηγικό στόχο την «ολοκλήρωση του αστικοδημοκρατικού μετασχηματισμού και την κατάκτηση της εθνικής ανεξαρτησίας», τις εθνικοποιήσεις και τις κρατικές επενδύσεις για τη δημιουργία βαριάς βιομηχανίας σε καθεστώς λαϊκής δημοκρατίας.71

Το ΚΚΕ θεωρούσε ότι η καπιταλιστική βιομηχανική ανάπτυξη, ο εκσυγχρονισμός του καπιταλιστικού κράτους και η αστικοδημοκρατική μορφή της εξουσίας στην Ελλάδα δεν μπορούσαν να πραγματοποιηθούν από την αστική τάξη εξαιτίας της «υποτελούς εξάρτησής» της και, επομένως, ότι γι' αυτούς τους στόχους έπρεπε να ηγηθεί ένα μέτωπο άλλων δυνάμεων.

Ετσι, ο στόχος της εκβιομηχάνισης και η πολιτική οικονομική αντίληψη για την άμεση ανάληψη από το αστικό κράτος εκτεταμένων παραγωγικών επενδύσεων (κρατικές επιχειρήσεις και μάλιστα μονοπωλιακές) στο έδαφος του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής και με στόχο την περαιτέρω ανάπτυξή του συχνά ταυτιζόταν με τις εθνικοποιήσεις, όπως έμπαιναν σε Προγράμματα του ΚΚΕ.

Σημειώσεις:
1. Αρχείο ΚΚΕ, 5η Ολομέλεια της ΚΕ, σελ. 24, έκδ. ΚΕ του ΚΚΕ.
2. Αρχείο ΚΚΕ, 7η Ολομέλεια της ΚΕ, 1950, σελ. 202, έκδ. ΚΕ του ΚΚΕ.
3. Ο.π., σελ. 205.
4. Η κατευθυντήρια γραμμή του Σχεδίου Μάρσαλ εκφωνήθηκε από το στρατηγό και υπουργό Εξωτερικών των ΗΠΑ Τζορτζ Μάρσαλ στις 5.6.1947. Αφορούσε το διακανονισμό προμήθειας αμερικανικών εμπορευμάτων αναγκαίων για την ανασυγκρότηση (οικονομική και στρατιωτική) των ευρωπαϊκών οικονομιών, σε συνθήκες έλλειψης δολαρίων για την αγορά τους.

Στις 27.6 - 3.7.1947 έγινε στο Παρίσι συνάντηση των υπουργών Εξωτερικών της ΕΣΣΔ, της Μ. Βρετανίας και της Γαλλίας, με θέμα την αποκατάσταση των χωρών της Ευρώπης από το Β' Παγκόσμιο Πόλεμο. Η Μ. Βρετανία και η Γαλλία απέρριψαν τις προτάσεις της ΕΣΣΔ και επέμειναν στη δημιουργία Ευρωπαϊκής Επιτροπής που θα καθόριζε τους πόρους και την ανάπτυξη των βασικών βιομηχανικών κλάδων των χωρών. Ο Μόλοτοφ, υπουργός Εξωτερικών της ΕΣΣΔ, αποχώρησε στις 3 Ιούλη, θεωρώντας τη δημιουργία και τον τρόπο λειτουργίας της Ευρωπαϊκής Επιτροπής επέμβαση και περιορισμό της εθνικής κυριαρχίας των ευρωπαϊκών χωρών. Μαζί του αποχώρησαν και οι εκπρόσωποι των Λαϊκών Δημοκρατιών.

Ακολούθησε στις 12.7.1947 η ειδική Διάσκεψη του Παρισιού (συγκλήθηκε από τη Μ. Βρετανία και τη Γαλλία), στην οποία πήραν μέρος τα εξής ευρωπαϊκά καπιταλιστικά κράτη: Αυστρία, Βέλγιο, Γαλλία, Δανία, Ελβετία, Ελλάδα, Ηνωμένο Βασίλειο, Ιρλανδία, Ισλανδία, Ιταλία, Λουξεμβούργο, Νορβηγία, Ολλανδία, Πορτογαλία, Σουηδία, Τουρκία. Η Διάσκεψη αποφάσισε την ίδρυση της Επιτροπής Ευρωπαϊκής Οικονομικής Συνεργασίας. Το 1948, με τη συμμετοχή και της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας Γερμανίας (αρχικά αντιπροσωπευόταν από την αγγλοαμερικανική και γαλλική ζώνη κατοχής) και την Ελεύθερη Περιοχή της Τεργέστης, η οποία στη συνέχεια ενσωματώθηκε στην Ιταλία, προέκυψε ο Οργανισμός Ευρωπαϊκής Οικονομικής Συνεργασίας. Στις 30.9.1961, με την ένταξη και μη ευρωπαϊκών κρατών, εξελίχτηκε σε μόνιμο οργανισμό με την επωνυμία Οργανισμός Οικονομικής Συνεργασίας και Αναπτύξεως (ΟΟΣΑ - OECD). Τον Απρίλη του 1948 ψηφίστηκε στις ΗΠΑ ο Νόμος περί εξωτερικής βοήθειας, ο οποίος προέβλεπε 4ετές πρόγραμμα βοήθειας προς τις παραπάνω ευρωπαϊκές χώρες. Για τη διαχείριση του προγράμματος ιδρύθηκε η Διοίκηση Οικονομικής Συνεργασίας - ΔΟΣ (Economic Cooperation Administration-ECA). Επικεφαλής της ΔΟΣ διορίστηκε ο Paul Hoffman, ο οποίος προσδιόρισε την ουσία του Σχεδίου Μάρσαλ ως εξής: «Το έργο μας είναι η αποκατάσταση. Το μυστικό της ανόρθωσης της Ευρώπης είναι αυτό τούτο το μυστικό της οικονομικής υγείας των ΗΠΑ, δηλαδή η αύξηση της παραγωγής, γεωργικής και βιομηχανικής, με την αύξηση της παραγωγικότητας κάθε ατόμου.»

Στις 16.10.1948 υπογράφηκε από όλα τα κράτη-μέλη της Οικονομικής Ευρωπαϊκής Συνεργασίας η Συμφωνία πληρωμών και συμψηφισμών (είχε ξεκινήσει από το 1947). Σύμφωνα με το Σχέδιο Μάρσαλ, το σύστημα των πολυμερών συμψηφισμών επεκτεινόταν και στο δολάριο.

Η αμερικανική βοήθεια προς τις χώρες της Ευρώπης με βάση το Σχέδιο Μάρσαλ θα χωριζόταν σε δύο τμήματα, την άμεση και την έμμεση. Η άμεση βοήθεια θα δινόταν σε δολάρια που θα χρησίμευαν για την αγορά αγαθών, καταρχάς - από την περιοχή του δολαρίου. Η έμμεση βοήθεια ήταν τα λεγόμενα τραβηκτικά δικαιώματα ή δικαιώματα αναλήψεως (drawing rights), που θα χρησιμοποιούνταν για τις ανταλλαγές αγαθών μεταξύ των ευρωπαϊκών χωρών που μετείχαν στο Σχέδιο. Η έμμεση βοήθεια προϋπέθετε ότι οι ευρωπαϊκές χώρες θα υπέγραφαν μεταξύ τους διμερείς συμφωνίες που θα καθόριζαν ποια είδη εμπορευμάτων θα εισάγονταν και θα εξάγονταν ανάμεσα στις συμβαλλόμενες χώρες. Το έλλειμμα των ανταλλαγών τακτοποιούνταν με τα δικαιώματα αναλήψεως. Ετσι η έμμεση βοήθεια χρησίμευε για να καλύπτονται τα παθητικά υπόλοιπα των εμπορικών ισοζυγίων των διάφορων χωρών προς τις άλλες χώρες του προγράμματος ευρωπαϊκής οικονομικής συνεργασίας, ενώ η άμεση βοήθεια προοριζόταν για την αντιμετώπιση της έλλειψης δολαρίων.

Κατά το οικονομικό έτος 1951 - 1952, ενώ διαρκούσε ο ιμπεριαλιστικός πόλεμος εναντίον της Κορέας, αναπροσαρμόστηκαν οι στόχοι της «αμερικανικής βοήθειας», σχεδόν αποκλειστικά στο στρατιωτικό τομέα. (Βλ. Τράπεζα της Ελλάδος, Τα πρώτα πενήντα χρόνια της Τραπέζης της Ελλάδος 1928 - 1978, σελ. 346 - 349, Αθήνα, 1978. Γεώργιος Μίρκος, Η οικονομική διάσταση του δόγματος Truman και του «Σχεδίου Μάρσαλ» στην Ελλάδα, έκδ. Υπουργείο Εξωτερικών/ Η Ελλάδα στο μεταίχμιο ενός νέου κόσμου, τόμ. Α', σελ. 60 - 63, εκδ. Καστανιώτη, Αθήνα, 2001.)

Ο Γ. Μίρκος, επίτιμος διοικητής της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδας, αναφέρει:

«Το Σχέδιο (Μάρσαλ) από πλευράς "στόχων" και "τεχνικής λειτουργίας" ήταν τέλειο. Κατ' αρχήν λειτουργούσε με ενιαίο τρόπο και κάλυπτε τρεις στόχους. Βοηθούσε σημαντικά την οικονομία των ΗΠΑ, ενώ παράλληλα προωθούσε προς την ανασυγκρότηση την ευρωπαϊκή οικονομία. Πάνω σ' αυτή την οικονομική ανάπτυξη του Δυτικού Κόσμου στήριζαν οι ΗΠΑ την εξωτερική, κυρίως αντικομμουνιστική, πολιτική τους. Η Ελλάδα, τοποθετούμενη στον ευαίσθητο γεωπολιτικό χώρο της αμυντικής γραμμής των Δυτικών, επωφελήθηκε αναμφισβήτητα από την οικονομική βοήθεια του Σχεδίου, άσχετα αν δεν αξιοποίησε πλήρως τη βοήθεια που έλαβε».

Αποκαλυπτική είναι και η τοποθέτηση του καθηγητή Αγγελου Αγγελόπουλου:

«"Οι βαθύτεροι λόγοι της βοήθειας αυτής είναι οικονομικοί. Είναι η διατήρηση του σημερινού επιπέδου της απασχολήσεως, είναι η επέκταση της οικονομικής ισχύος της Αμερικής, είναι η αποφυγή της οικονομικής κρίσεως. Υπό τις σημερινές συνθήκες η αμερικανική βοήθεια για την Ευρώπη αποτελεί ζωτική ανάγκη για την αμερικανική οικονομία. Δίχως αυτήν, η οικονομική κρίση είναι αναπόφευκτη... Ο μεγαλύτερος κίνδυνος για την Αμερική προέρχεται σήμερα από το ενδεχόμενο σταμάτημα των εξαγωγών της προς την Ευρώπη". Στη συνέχεια, αναφερόμενος στους πολιτικούς λόγους της αμερικανικής βοήθειας προς την Ευρώπη αναφέρει "το φόβο των ΗΠΑ για εξάπλωση του κομμουνισμού στην Ευρώπη".» (Βλ. Αγγελος Αγγελόπουλος, «Γιατί η Αμερική θέλει να βοηθήσει την Ευρώπη», Νέα Οικονομία, τόμ. 1947 - 1948, σελ. 73, Δεκέμβριος 1947.)
5. Συγκροτήθηκε με νόμο που ψήφισε το Κογκρέσο των ΗΠΑ (1951) με την ονομασία «Πράξη Αμοιβαίας Ασφάλειας». Με αυτόν εγκρίθηκε ποσό 7 δισεκατομμυρίων δολαρίων οικονομικής βοήθειας στο εξωτερικό. Ο συγκεκριμένος νόμος εγκρίθηκε αμέσως μετά από το τέλος του Σχεδίου Μάρσαλ.
6. Σύμφωνα με υπολογισμούς της Τράπεζας της Ελλάδος, για τα έτη 1948-1953, η συνολική βοήθεια προς την Ευρώπη ανερχόταν σε 13.404 εκατομμύρια δολάρια, η βοήθεια προς την Ελλάδα σε 946,4 εκατομμύρια δολάρια, ποσοστό 7,1 % της συνολικής. (Βλ. Τράπεζα της Ελλάδος, Τα πρώτα πενήντα χρόνια της Τραπέζης της Ελλάδος 1928-1978, σελ. 350, Αθήνα, 1978.)
7. AMAG (American Mission for Aid to Greece): ΑΜΑΓΚ ήταν η Αμερικανική Αποστολή για τη Βοήθεια στην Ελλάδα, που είχε τη γενική ευθύνη για τη διαχείριση της αμερικανικής βοήθειας. Πρώτος αρχηγός της AMAG ήταν ο Ντουάιτ Γκρίνσγουολντ, που έφτασε στην Ελλάδα στις 14.7.1947.
8. UNRRA (United Nations Relief and Rehabilitation Administration). Πρόκειται για τη Διοίκηση Περίθαλψης και Αποκατάστασης των Ηνωμένων Εθνών. Η UNRRA ιδρύθηκε στις 9.11.1943 από 44 κράτη που στη συνέχεια αποτέλεσαν μέλη του ΟΗΕ, με αντικειμενικό σκοπό να βοηθήσει οικονομικά τις χώρες που είχαν πληγεί από τις δυνάμεις του φασιστικού άξονα. Η UNRRA εγκαταστάθηκε στην Ελλάδα την 1.4.1945 και στη διετία 1945-1947 εισήγαγε στην Ελλάδα τρόφιμα αξίας 171,9 εκατομμυρίων δολαρίων. Για τον εξοπλισμό της γεωργίας διέθεσε μηχανήματα κλπ. αξίας 45 εκατομμυρίων δολαρίων, ενώ για φάρμακα διέθεσε το ποσό των 7.540.000 δολαρίων.
9. Βλ. στοιχεία για την «αμερικανική βοήθεια» μέχρι και το 1957, στο Παράρτημα του Δοκιμίου, Πίνακας 1, σελ. 597.
10. «Δηλώσεις Πιουριφόι», Νέα Οικονομία, τόμ. έτους 1952, σελ. 31-33.
11. Τράπεζα της Ελλάδος, Τα πρώτα πενήντα χρόνια της Τραπέζης της Ελλάδος 1928-1978, σελ. 286, Αθήνα, 1978.
12. Η Μ. Δρίτσα αναφέρει στους πρωτοστάτες αυτής της άποψης την Εθνική Τράπεζα (βλ. Βιομηχανία και Τράπεζες στην Ελλάδα του μεσοπολέμου, έκδ. Μορφωτικό Ιδρυμα Εθνικής Τράπεζας, σελ. 202, Αθήνα, 1990).
13. Ξ. Ζολώτας, Νομισματικές και Οικονομικές μελέτες, τόμ. Α', σελ. 152, έκδ. Τράπεζα της Ελλάδος, Αθήνα, 1997.
14. Στην Εκθεση του FAO αναφέρεται: «Η Ελλάς έχει μεγάλας δυνατότητας δι' ευρυτέραν βιομηχανικήν ανάπτυξιν και δι' εξ αυτής προερχομένην αύξησιν της αναλογίας των απασχολουμένων εις την βιομηχανίαν και εις μη γεωργικάς εργασίας. Δεν ήτο έργον της Αποστολής ταύτης η λεπτομερής έρευνα τοιούτων βιομηχανικών δυνατοτήτων ή η πρότασις μέτρων διά την προώθησιν ταχυτέρας αναπτύξεώς των. Εν τούτοις λόγω του επείγοντος της εκμεταλλεύσεως των δυνατοτήτων μιας μη γεωργικής απασχολήσεως εν Ελλάδι (...) προτάσεις επί του ζητήματος τούτου συμπεριλήφθησαν (...) εις τας συστάσεις της Αποστολής.»

«Η Αποστολή συνιστά όπως η ελληνική Κυβέρνησις υιοθετήση ως μακροχρόνιον αντικειμενικόν σκοπόν της την μετατροπήν της Ελλάδος από κυρίως αγροτικήν χώραν, η οποία χρησιμοποιεί κατά το πλείστον αρχέγονους μεθόδους, εις χώραν περισσότερον εκβιομηχανισμένην και χρησιμοποιούσαν συγχρονισμένες μεθόδους τόσον εις την γεωργίαν όσον και εις την βιομηχανίαν.» (Βλ. Ξ. Ζολώτας, Νομισματικές και Οικονομικές Μελέτες 1945-1996, τόμ. Α', έκδ. Τράπεζα της Ελλάδος, σελ. 230, Αθήνα 1997.)
15. Η κεϊνσιανή οικονομική πολιτική στηρίζεται στην οικονομική θεωρία του Αγγλου αστού οικονομολόγου John Maynard Keynes (Τζ. Μ. Κέινς, 1883-1946). Ο Β. I. Λένιν εκτίμησε ότι ο Κέινς με το έργο του Οι οικονομικές συνέπειες της συνθήκης των Βερσαλλιών (1919) «έφθασε στο συμπέρασμα πως μετά από τη συνθήκη των Βερσαλλιών η Ευρώπη και ολόκληρος ο κόσμος οδηγούνται στη χρεοκοπία» (βλ. Β. I. Λένιν, «Το II Συνέδριο της Κομμουνιστικής Διεθνούς», Απαντα, τόμ. 41, σελ. 219, εκδ. Σύγχρονη Εποχή, Αθήνα, 1983, και Μεγάλη Σοβιετική Εγκυκλοπαίδεια, τόμ. 16, σελ. 694).

Κορυφαίο έργο του Κέινς είναι Η γενική θεωρία της απασχόλησης, του τόκου και του χρήματος (1936) (ελληνική έκδοση από τις εκδόσεις Παπαζήση, 2001).

Ο Κέινς διατύπωσε τη θεωρία για την αναγκαιότητα κρατικής ρύθμισης της καπιταλιστικής οικονομίας μέσω των Αμεσων Κρατικών Επενδύσεων και της παρέμβασης στη λεγόμενη «ενεργή ζήτηση», ώστε να ελεγχθεί η μεγάλη οικονομική κρίση και να επιταχυνθεί η αναζωογόνηση της οικονομίας. Επεξεργάστηκε ανάλογο πρόγραμμα οικονομικής πολιτικής του αστικού κράτους.

Οι θεωρίες του Κέινς αξιοποιήθηκαν από μια σειρά αστικές κυβερνήσεις και κόμματα και όχι μόνο από τα σοσιαλδημοκρατικά (π.χ., Χίτλερ στη Γερμανία, η Πολιτική του New Deal στις ΗΠΑ τη δεκαετία 1930), ιδιαίτερα στις συνθήκες της προετοιμασίας για το Β' Παγκόσμιο Πόλεμο. Η εφαρμογή των θέσεών του όπως ήταν φυσικό δεν έδωσε διέξοδο στις εγγενείς αντιφάσεις του καπιταλισμού. Ετσι μετά από την οικονομική κρίση 1929-1933 και παρόλο ότι σε μια σειρά χώρες πάρθηκαν μέτρα κεϊνσιανού τύπου, το 1938 μια νέα ύφεση έπληξε τον καπιταλιστικό κόσμο η οποία βρήκε διέξοδο στον ιμπεριαλιστικό πόλεμο. Μετά από τον πόλεμο, η πολιτική κρατικής στήριξης της καπιταλιστικής ανασυγκρότησης ονομάστηκε νεοκεϊνσιανισμός και, παρόλο που ακολουθήθηκε περισσότερο ή λιγότερο απ' όλες τις αστικές κυβερνήσεις (φιλελεύθερες και σοσιαλιστικές ή συνεργασίας) της καπιταλιστικής Δυτικής Ευρώπης, ταυτίστηκε με τους σοσιαλδημοκράτες, αφού αυτοί παρουσίαζαν αυτά τα μέτρα ως δρόμο για το σοσιαλισμό.
16. Αγγελος Αγγελόπουλος, «Ανάγκη δυναμικού και ισορροπημένου Προγραμματισμού», Νέα Οικονομία, τόμ. 1965, σελ. 332, Απρίλης 1965.
17. Επιθεώρησις Οικονομικών και Πολιτικών Επιστημών, τεύχ. 1, 1952, Πέτρου Κουβέλη, «Οι δυνατότητες εκβιομηχανίσεως της Ελλάδος», σελ. 60-69 και Κυριάκος Βαρβαρέσος, «Εκθεσις επί του οικονομικού προβλήματος της Ελλάδος», σελ. 462-463, Αθήνα, 1952.
18. Dispatch no. 130, dated 17th February 1950, from H. M.'s Ambassador in Washington to the Secretary of State for Foreign Affairs (Public Record Office).
19. Πληροφοριακό σημείωμα (18.1.1952) στο Φάκελο 98.2 (1952), Ιστορικό και Διπλωματικό Αρχείο του Υπουργείου Εξωτερικών.
20. Αντιπροσωπευτική είναι η τοποθέτηση του Ξ. Ζολώτα στο άρθρο του στο Βήμα, 8.1.1949, «Προοπτική ανασυγκροτήσεως».
21. Η κριτική προσέγγιση, τηρουμένων των αναλογιών, θυμίζει την κριτική (και του ΙΟΒΕ) για την αξιοποίηση του Α' και εν μέρει και του Β' Κοινοτικού Πλαισίου Στήριξης (ΚΠΣ). (Βλ. Τμήμα Οικονομίας της ΚΕ του ΚΚΕ, Γ' ΚΠΣ, κριτική παρουσίαση των στόχων, επιλογών και της κατανομής των πόρων, Ιούνης 2001, σελ. 18. [Ενθετο φυλλάδιο στον Κυριακάτικο Ριζοσπάστη].)
22. «Το τέλος του Σχεδίου Μάρσαλ», Νέα Οικονομία, σελ. 337 - 338, Αύγουστος 1952.
23. Ο Ξ. Ζολώτας, σε υπόμνημά του (Ιούνης 1952) κριτικάρει την απόφαση απότομου περιορισμού του ρυθμού αύξησης των πιστώσεων από τα διαθέσιμα της Τράπεζας της Ελλάδος. (Βλ. Νέα Οικονομία, σελ. 319, 1952.)
24. Υπουργείο Εξωτερικών της Ελλάδος, Η Ελλάδα στο μεταίχμιο ενός νέου κόσμου, τόμ. Α', σελ. 86-87, εκδ. Καστανιώτη, Αθήνα, 2002.
25. Στις 31.3.1950, στην επιστολή του Αμερικανού πρέσβη, τη γνωστή «Επιστολή Grady», είχε διατυπωθεί η άποψη της κυβέρνησης των ΗΠΑ για μέτρα δημοσιονομικής σταθεροποίησης (πάγωμα των μισθών, μείωση των στρατιωτικών δαπανών, πάγωμα των προσλήψεων στο Δημόσιο) και μεταρρυθμίσεων (στο φορολογικό και σε κίνητρα επενδύσεων στη βιομηχανία). Τμήμα του ελληνικού αστικού Τύπου εναντιώθηκε στην «Επιστολή Grady» με αιχμή το προτεινόμενο από τις ΗΠΑ πλαίσιο οικονομικής πολιτικής. Ωστόσο, η αντιπαράθεση ήταν κυρίως πολιτική. Η παρέμβαση Grady εξέφραζε τη διαφωνία των ΗΠΑ στην κυβερνητική επιλογή που προωθούσε ο βασιλιάς (κυβέρνηση Φιλελευθέρων και Λαϊκού Κόμματος).
26. Μέχρι τις αρχές του 1952 το ενεργειακό πρόγραμμα είχε απορροφήσει λίγο λιγότερο από το μισό των εγκεκριμένων πόρων. Τον Αύγουστο του 1950 ιδρύθηκε η ΔΕΗ, που θα αναλάμβανε την υλοποίηση του προγράμματος. (Βλ. Γ. Σταθάκης, Το δόγμα Τρούμαν και το Σχέδιο Μάρσαλ, σελ. 345, εκδ. Βιβλιόραμα, Αθήνα, 2004.)
27. Η Εκθεση περιλάμβανε και ένα εμπιστευτικό τμήμα, που θέμα του ήταν «Η αναπροσαρμογή της δραχμής». Αυτό δημοσιοποιήθηκε μετά από την υποτίμηση της δραχμής το 1953. Συμπεριλαμβάνεται, στο Κυριάκος Βαρβαρέσος, Εκθεσις επί του οικονομικού προβλήματος της Ελλάδος, εκδ. Σαββάλα, Αθήνα, 2002.
28. Βλ. Νέα Οικονομία, τόμ. έτους 1952, τεύχ. Φλεβάρη, σελ. 49-52.
29. Η «νέα δραχμή» εισήχθη επί κυβέρνησης Γ. Παπανδρέου με το νόμο 18 της «νομισματικής διαρρύθμισης» (9.11.1944). Σύμφωνα με την ανακοίνωση της Τράπεζας της Ελλάδος (11 Νοεμβρίου 1944), η ισοδυναμία της «νέας δραχμής» προς τη χάρτινη λίρα οριζόταν 0,0016666 (1 χάρτινη λίρα = 600 δραχμές). Η αντιστοιχία της «νέας δραχμής» προς την παλιά ήταν 1 νέα = 50 δισ. παλιές [Τράπεζα της Ελλάδος, Τα πρώτα πενήντα χρόνια της Τραπέζης της Ελλάδας 1928-1978, Αθήνα, 1978, σελ. 247],
30. Κυριάκος Βαρβαρέσος, Εκθεσις επί του οικονομικού προβλήματος της Ελλάδος, Αθήνα, 1952, βλ. εισαγωγή Κ. Κωστής, σελ. 55-56.
Πρόκειται για την έκθεση που συνέταξε ο δικηγόρος Π. Πόρτερ στις 30.4.1947, επικεφαλής της Αμερικανικής Αποστολής που επισκέφθηκε την Ελλάδα το Γενάρη του 1947, με σκοπό να προετοιμάσει την εκπόνηση προγράμματος οικονομικής βοήθειας στην Ελλάδα για την καπιταλιστική ανασυγκρότησή της και τη σταθεροποίηση του αστικού κράτους.
31. Απόσπασμα από την Εκθεση Πόρτερ όπως αναφέρεται στο: Γιώργος Σταθάκης, Το δόγμα Τρούμαν και το Σχέδιο Μάρσαλ, σελ. 156, εκδ. Βιβλιόραμα, Αθήνα, 2004.
32. Κυριάκος Βαρβαρέσος, Εκθεσις επί του οικονομικού προβλήματος της Ελλάδος, Αθήνα, 1952, βλ. εισαγωγή Κ. Κωστής, σελ. 49-50.
33. Εισήγηση του Νίκου Κιτσίκη, μέλους της ΔΕ της ΕΔΑ, στην Α' Πανελλαδική Συνδιάσκεψη της ΕΔΑ, 15-18 Ιουλίου του 1956, έκδ. Νέα Ζωή, σελ. 129, 130, 132, 133.
34. Ιωάννη Ζίγδη, «Η εξέλιξις της ελληνικής βιομηχανίας», Νέα Οικονομία, τόμ. έτους 1953, σελ. 371 - 373.
35. Στη συνέχεια, στο Κεφάλαιο 2. Δ. παρατίθενται στοιχεία για τις εισροές Αμεσων Ξένων Επενδύσεων με βάση το ΝΔ 2687/1953.
36. Ο Ξ. Ζολώτας θεωρούσε ότι «στο διάστημα της επταετίας συνέβησαν αρκετές ανωμαλίες σ' αυτόν τον τομέα», αλλά δε θα έπρεπε να οδηγήσει σε φοβία και άρνηση των ξένων επιχειρήσεων. Υποστήριζε ότι στη συνεργασία με ξένες εταιρίες «η ελληνική πλευρά θα πρέπει να διατηρεί, εκτός από ελάχιστες εξαιρέσεις, την πλειοψηφία». (Βλ. Ξ. Ζολώτας, Νομισματικές και Οικονομικές μελέτες 1945 - 1996, τόμ. Β', σελ. 243 - 245, έκδ. Τράπεζα της Ελλάδος, Αθήνα, 1997.)
37. Νέα Οικονομία, τόμ. έτους 1953, σελ. 396.
38. Ανακοινώθηκε στις 9.4.1953 από τον υπουργό Συντονισμού Σπύρο Μαρκεζίνη της κυβέρνησης Αλέξανδρου Παπάγου (Πράξη αρ. 267 της 9.4.1953, Νομοθετικό Διάταγμα 2415 του 1953). (Βλ. Τα πενήντα χρόνια της Τραπέζης της Ελλάδος 1928 - 1978, σελ. 391, Αθήνα, 1978.)
39. Στη Σύνοδο των Ηνωμένων Εθνών στο Bretton Woods (New Hampshire, από 1-22 Ιούλη 1944), συμμετείχαν εκπρόσωποι 44 χωρών. Εκεί τέθηκε η βάση του συστήματος σταθερών συναλλαγματικών ισοτιμιών. Αυτό το σύστημα ίσχυσε έως και το 1971, όταν ο Πρόεδρος των ΗΠΑ Ρίτσαρντ Νίξον ανακοίνωσε την εγκατάλειψη της μετατρεψιμότητας του αμερικανικού δολαρίου σε χρυσό.
40. Ο καθηγητής Ξ. Ζολώτας, τασσόμενος υπέρ της εκβιομηχάνισης, έδινε έμφαση στη διοργάνωση των δημόσιων υπηρεσιών και διαφόρων οργανισμών ως φορέων της ανασυγκρότησης, ενώ έκανε κριτική στην τάση της ιδιωτικής πρωτοβουλίας να φυγαδεύει κεφάλαια στο εξωτερικό και να μην προχωρεί σε παραγωγικές επενδύσεις. Η κριτική του αφορούσε και τα εκάστοτε «αλλοπρόσαλλα οικονομικά και δημοσιονομικά μέτρα» των κυβερνήσεων. (Βλ. Τράπεζα της Ελλάδος, Τα πενήντα χρόνια της Τραπέζης της Ελλάδος 1928 - 1978, σελ. 408, σημείωση 1, Αθήνα, 1978, και Ξ. Ζολώτας, Η Eκθεσις του Κ. Βαρβαρέσου και η οικονομική ανάπτυξις, σελ. 26, Αθήνα, 1952.)
41. Για τους στόχους του Πενταετούς Προγράμματος βλ. Παράρτημα Πίνακας 2, σελ. 598.
42. Τράπεζα της Ελλάδος, Τα πενήντα χρόνια της Τραπέζης της Ελλάδος 1928-1978, σελ. 299-309, Αθήνα, 1978.
43. Ο.Π., σελ. 535-536.
44. Ξ. Ζολώτας, Νομισματική ισορροπία και οικονομική ανάπτυξις, σελ. 153, Αθήνα, 1964.
45. Ξ. Ζολώτας, Νομισματικές και Οικονομικές μελέτες 1945 - 1996, τόμ. Β', σελ. 242 - 244, έκδ. Τράπεζα της Ελλάδος, Αθήνα, 1997.
46. Βλ. Ιωσήφ Χασσίδ, «Ξένες επενδύσεις και ξένες επιχειρήσεις στην Ελλάδα» στο Συλλογικό, 2004: Η ελληνική οικονομία στο κατώφλι του 21ου αιώνα, σελ. 389 εκδ. Ιονική Τράπεζα, 1995.
47. Με τον αναγκαστικό νόμο 1611/1950 τα αποθεματικά των Ασφαλιστικών Ταμείων δεσμεύτηκαν από την Τράπεζα της Ελλάδας με επιτόκια που υπολείπονταν κατά πολύ και από τον επίσημο πληθωρισμό, με αποτέλεσμα μεγάλες απώλειες σε βάρος των εργαζομένων.
48. Το Κέντρο Προγραμματισμού και Οικονομικών Ερευνών (ΚΕΠΕ) ιδρύθηκε το 1959 ως μικρή ερευνητική μονάδα με την επωνυμία Κέντρο Οικονομικών Ερευνών. Η απόφαση ίδρυσής του πάρθηκε από τον πρωθυπουργό Κ. Καραμανλή, μετά από εισήγηση του τότε διοικητή της Τράπεζας της Ελλάδος Ξ. Ζολώτα. Την οργάνωσή του ανέλαβε ως πρώτος πρόεδρος του ΔΣ και Επιστημονικός Διευθυντής ο καθηγητής και μετέπειτα πρωθυπουργός Α. Παπανδρέου, ο οποίος κλήθηκε από τον Κ. Καραμανλή, ενώ βρισκόταν στο Πανεπιστήμιο Berkeley των ΗΠΑ. Ηρθε μόνιμα στην Ελλάδα στις 16.1.1961.
49. Τράπεζα της Ελλάδος, Τα πενήντα χρόνια της Τραπέζης της Ελλάδος 1928 - 1978, σελ. 500, Αθήνα, 1978.
50. Α. Λυμπεράκη, Ευέλικτη εξειδίκευση; Κρίση και αναδιάρθρωση στη μικρή βιομηχανία, σελ. 122, εκδ. Gutenberg, Αθήνα, 1991. (Βλ. επίσης Π. Καζάκος, Ανάμεσα σε κράτος και αγορά, σελ. 182, εκδ. Πατάκη, Αθήνα, 2003.)
51. Σπ. Μαγκλιβέρας, Ο κρατικός τομέας της οικονομίας στην Ελλάδα και η κρίση, σελ. 163, εκδ. Σύγχρονη Εποχή, Αθήνα, 1987.
52. Ζολώτας, Νομισματική ισορροπία και οικονομική ανάπτυξις, σελ. 42 - 45, Αθήνα, 1964.
53. Ξ. Ζολώτας, Νομισματικές και Οικονομικές μελέτες 1945 - 1996, σελ. 368, έκδ. Τράπεζα της Ελλάδος, Αθήνα, 1997.
54. Τράπεζα της Ελλάδος, Γα πενήντα χρόνια της Τραπέζης της Ελλάδος 1928 - 1978, σελ. 633 - 634, Αθήνα, 1978.
55. Β. Παπανδρέου, Πολυεθνικές επιχειρήσεις και αναπτυσσόμενες χώρες, εκδ. Gutenberg, Αθήνα, 1981.
56. Π. Καζάκος, Ανάμεσα σε κράτος και αγορά, σελ. 210, εκδ. Πατάκη, Αθήνα, 2003.
57. Κάθε εισροή ξένου βιομηχανικού κεφαλαίου έχει ως κίνητρο την αποκόμιση μεγαλύτερου ποσοστού κέρδους που συχνά εξασφαλίζεται από το χαμηλότερο επίπεδο μισθών και ημερομισθίων της χώρας υποδοχής από εκείνο στη χώρα εξαγωγής κεφαλαίων. Ωστόσο, δεν είναι αυτό το στοιχείο που προσδιορίζει μια ξένη επένδυση ως κλασικά αποικιακού χαρακτήρα. Ως τέτοια προσδιορίζεται όταν εξάγεται εξολοκλήρου η υπεραξία και όταν μια ξένη βιομηχανική επένδυση δεν τροφοδοτεί άλλες εγχώριες βιομηχανικές επενδύσεις.
58. Τράπεζα της Ελλάδος, Τα πενήντα χρόνια της Τραπέζης της Ελλάδος 1928- 1978, Πίνακας 121, σελ. 509, Αθήνα, 1978.
59. Τράπεζα της Ελλάδος, Τα πενήντα χρόνια της Τραπέζης της Ελλάδος 1928-1978, Πίνακας 137, σελ. 540, Αθήνα, 1978.
60. Ο.π., Πίνακας 138, σελ, 538-539.
61. Μ. Μάλλιος, Η σύγχρονη φάση ανάπτυξης του καπιταλισμού στην Ελλάδα, σελ. 107, εκδ. Σύγχρονη Εποχή, Αθήνα, 1975..
62. Στέργ. Μπαμπανάση - Κ. Σούλα, Η Ελλάδα στην περιφέρεια των αναπτυγμένων χωρών, εκδ. Θεμέλιο, σελ. 162, Αθήνα, 1976. (Βλ. και Γιάννη Σαμαρά, Κράτος και κεφάλαιο στην Ελλάδα, σελ. 435, εκδ. Σύγχρονη Εποχή, Αθήνα, 1985.)
63. Το 1975, ΗΠΑ 34,1 %, ΕΟΚ (9) 41,8% (με Γαλλία 16,7%, Γερμανία 11,5%) και το 1988 οι ΗΠΑ 13,5%, η ΕΟΚ (9) 71,5% (με Γαλλία 27,7% και Γερμανία 17,9%). (Βλ. Τάσος Γιαννίτσης, Η δυναμική των σχέσεων εξειδίκευσης μεταξύ Ελλάδος - Ισπανίας - Πορτογαλίας - Τουρκίας και Ξένες Επενδύσεις στην Ελλάδα στη δεκαετία του 1980, σελ. 158, ΕΚΕΜ, 1992, και I. Χασσίδ, «Ξένες επενδύσεις και ξένες επιχειρήσεις στην Ελλάδα» στο Συλλογικό, 2004: Η ελληνική οικονομία στο κατώφλι του 21ου αιώνα, σελ. 391, εκδ. Ιονική Τράπεζα, 1995.)
64. Μια σειρά μελέτες της κοινωνικοταξικής διάρθρωσης της Ελλάδας αποδεικνύουν αυτήν την τάση. Ο Π. Παπαδόπουλος στο βιβλίο «Η ταξική διάρθρωση της ελληνικής κοινωνίας» παραθέτει τα στοιχεία που, ενώ αποδεικνύουν μείωση της αυτοαπασχόλησης στην αγροτική παραγωγή, ταυτόχρονα αποδεικνύουν ότι συντελούνταν αύξηση στη βιοτεχνία και στις λεγόμενες «υπηρεσίες» και το εμπόριο. Συγκεκριμένα:
Το 1951 οι αυτοαπασχολούμενοι στη βιομηχανία (βιοτέχνες) ήταν 137.737, ενώ στις υπηρεσίες, εμπόριο κλπ. ήταν 170.612.
Το 1961 οι αυτοαπασχολούμενοι στη βιομηχανία (βιοτέχνες) ήταν 184.387, ενώ στις υπηρεσίες, εμπόριο κλπ. ήταν 204.474.
Το 1971 οι αυτοαπασχολούμενοι στη βιομηχανία (βιοτέχνες) ήταν 209.404, ενώ στις «υπηρεσίες», εμπόριο κλπ. ήταν 221.180.
Το 1981 οι αυτοαπασχολούμενοι στη βιομηχανία (βιοτέχνες) ήταν 277.870, ενώ στις υπηρεσίες, εμπόριο κλπ. ήταν 293.377. (Π. Παπαδόπουλος, «Η ταξική διάρθρωση της ελληνικής κοινωνίας», σελ. 264,265, εκδ. Σύγχρονη Εποχή, 1987.)
65. Νίκος Μπελογιάννης, «Το ξένο κεφάλαιο στην Ελλάδα», σελ. 47, εκδ. Σύγχρονη Εποχή, Αθήνα, 1998.
66. Η αναφορά γίνεται για τους όρους με τους οποίους δόθηκαν δάνεια στη διάρκεια της Ελληνικής Επανάστασης του 1821 και μετά. Πρόκειται για τα περιβόητα Δάνεια της Ανεξαρτησίας (1821 -1828), αλλά και για εκείνα που δόθηκαν αργότερα στο νεοσύστατο ελληνικό κράτος (1833 και στη συνέχεια) από τις Μεγάλες Δυνάμεις και ιδιαίτερα από την Αγγλία και τη Γαλλία. Οι όροι περιλάμβαναν υψηλά επιτόκια, ενώ ως εγγύηση για το δανεισμό έμπαινε το σύνολο των δημόσιων εσόδων, οι λεγόμενες «εθνικές γαίες» κλπ. (Βλ. Ν. Μπελογιάννης, «Το ξένο κεφάλαιο στην Ελλάδα», σελ. 29-63, εκδ. Σύγχρονη Εποχή, Αθήνα, 1998.)
67. Στις παρεμβατικές επιστολές των πρεσβευτών των Μεγάλων Δυνάμεων προς την κυβέρνηση κατά το 19ο αιώνα, συχνά συναντάται φρασεολογία σαν να απευθύνονταν σε καθεστώς υποτέλειας. Βλ., για παράδειγμα, την επιστολή του Αγγλου πρεσβευτή Σκάρλετ προς τον υπουργό Εξωτερικών Θεόδωρο Δηλιγιάννη (1864), με φράσεις όπως: «Είχον λόγους να πιστεύω ότι η διαγωγή της Ελληνικής Κυβερνήσεως και του ελληνικού έθνους ήτον άξια παντός επαίνου (...) ημπορεί να αποδοθεί εις την εντελή ανικανότητα των πολιτικών και στρατιωτικών Αρχών εις το να περιστείλωσι τους απειθούντας και θορυβούντας στρατιώτας» (Βλ. Γ. Κορδάτος, «Ιστορία της νεώτερης Ελλάδος», τόμ. 4, σελ. 212, εκδ. 20ός Αιώνας, Αθήνα, 1958)
68. Βλ. «Εκπροσώπηση στις διεθνείς διασκέψεις και συμμετοχή στους διεθνείς οργανισμούς», Τα πενήντα χρόνια της Τραπέζης της Ελλάδος 1928-1978, σελ. 224-233, έκδ. Τράπεζα της Ελλάδος, Αθήνα, 1978.
69. Το ίδιο συνέβη -αναγωγή του αποτελέσματος σε αίτιο- και ως προς την εκτεταμένη δραστηριότητα στο εξωτερικό εμπόριο κεφαλαιούχων του ελληνισμού, η οποία σε αρκετές περιπτώσεις λαθεμένα αποδόθηκε στον (υποτιθέμενο) εκ γενετής χαρακτήρα της ελληνικής αστικής τάξης ως κομπραδόρικης, και ως παρέμβαση του ξένου παράγοντα.
70. Ο Δημήτρης Μπάτσης ήταν δικηγόρος και οικονομολόγος, διευθυντής του επιστημονικού περιοδικού Ανταίος και γραμματέας της επιστημονικής εταιρίας ΕΠ-ΑΝ (Επιστήμη-Ανασυγκρότηση). Υπήρξε γόνος αστικής οικογένειας, γιος του βασιλόφρονα αντιναυάρχου ε.α. του Πολεμικού Ναυτικού Α. Μπάτση.
71. Σε αυτήν την περίοδο ο όρος της «λαϊκής οικονομίας» υιοθετήθηκε από αστικές δυνάμεις που του έδιναν περιεχόμενο καπιταλιστικής ανάπτυξης. Για παράδειγμα, ήδη από το 1926 ο Ξ. Ζολώτας έκανε χρήση του όρου «λαϊκή οικονομία», ανάγοντας σε αυτήν την εκβιομηχάνιση μιας εθνικής οικονομίας. Αναφέρεται στην περί οικονομικών σταδίων (Wirtschaftsstufen) θεωρία του Karl Bucher, η οποία διακρίνει τις διάφορες φάσεις της οικονομικής εξέλιξης ανάλογα με την παραγωγή και την κατανομή των έργων: 1. Η «οικογενειακή ή οικιακή οικονομία» (Gescholossene Hauswistschaft). 2. Η «αστική οικονομία» (Stadtwirtschaft) και 3. Η «λαϊκή οικονομία» (Volkswirtschaft). (Ξ. Ζολώτας, Η Ελλάς εις το στάδιον της εκβιομηχανίσεως (1962), β' έκδοση, έκδ. Τράπεζα της Ελλάδος, σελ. 19, Αθήνα, 1964. Παραπέμπει στο K. Bucher, Die Entstehung der Volkswirtschaft, τόμ. 1, σελ. 91, 16η έκδοση, Tubingen, 1922).
Ριζοσπάστης