Σάββατο, 31 Μαρτίου 2012

Simon Clarke-Ο Μαρξισμός, η κοινωνιολογία και η θεωρία του κράτους στον Πουλαντζά (Ι)

Simon Clarke
Ο Μαρξισμός, η κοινωνιολογία και η θεωρία του κράτους στον Πουλαντζά (Ι)
Capital and Class, 2 (1977)
Μτφρ.: Lenin Reloaded

[...] Η ανανέωση της μαρξιστικής θεωρίας είναι [...] πολύ ευάλωτη στην απορρόφηση από την αστική ιδεολογία που βασίζει αθώα την κριτική της στο δογματισμό στην κριτική που προσφέρουν οι αστικές κοινωνικές επιστήμες, και έτσι οδηγείται στην υιοθέτηση αστικών λύσεων για τα θεωρητικά ζητήματα που τίθενται. Είναι λοιπόν σημαντικό για το Μαρξισμό να δηλώνει την απόστασή του από τις αστικές κοινωνικές επιστήμες όσο και από τον μαρξιστικό δογματισμό.

Το επιχείρημά μου στο δοκίμιο αυτό είναι πως η θεωρία του κράτους του Πουλαντζά αποτυγχάνει να κάνει κάτι τέτοιο. Αν και δεν θα αμφισβητούσα τα πολιτικά κίνητρα του Πουλαντζά, οι πολλές πρωτότυπες και σημαντικές διοράσεις στο έργο του εκμηδενίζονται από την κυριαρχία σ' αυτό μιας θεωρίας που είναι μάλλον ξένη προς τον Μαρξισμό, μιας θεωρίας της οποίας τις συνεπαγωγές ο Πουλαντζάς όντως προσπαθεί διαρκώς να αποφύγει. Αυτή η θεωρία, την οποία υιοθετεί από τον Αλτουσέρ, βασίζεται σε μια επιφανειακή κριτική του δογματισμού, η οποία αφήνει τις θεωρητικές του βάσεις ανέγγιχτες, και η οποία αναπαράγει την κριτική που προσφέρει η αστική κοινωνιολογία. Αυτό οδηγεί τον Πουλαντζά να αναπαράγει με αλλόκοτη ακρίβεια τη θεωρία που χαρακτηρίζει τον σύγχρονο δομικό φανξιοναλισμό, την κυρίαρχη τάση της αστικής κοινωνιολογίας. [...]

Η νεογκραμσιανή κριτική της θεωρίας του μονοπωλιακού κρατικού καπιταλισμού
Οι σύγχρονες μαρξιστικές εξελίξεις στη θεωρία του καπιταλιστικού κράτους επικεντρώνονται στην κριτική της δογματικής θεωρίας του μονοπωλιακού κρατικού καπιταλισμού. Στην πιο χονδροειδή αλλά και πιο συνηθισμένη της μορφή, η θεωρία αυτή ισχυρίζεται πως το κράτος είναι το εργαλείο του μονοπωλιακού κεφαλαίου στην εποχή του ιμπεριαλισμού, και συνεπώς το μέσο δια του οποίου συντηρείται η κυριαρχία του κεφαλαίου πάνω στην πολιτική κοινωνία.

[...] το έργο του Πουλαντζά [...] επικεντρώνεται ακριβώς στα ζητήματα της αυτονομίας του κράτους σε σχέση με την οικονομία και την κυρίαρχη τάξη, της πολυπλοκότητας της ταξικής δομής και των ταξικών σχέσεων, των δομικών ορίων στη δράση του κράτους, και λοιπά. Η δουλειά του μπορεί να ιδωθεί ως μια προσπάθεια να χτιστεί μια θεωρία του κράτους σε αντίστιξη προς τη θεωρία του κρατικού μονοπωλιακού καπιταλισμού, που να αποφεύγει τον εξελικτικισμό και τον οικονομισμό της, κι έτσι έχει μια προφανή γοητεία για τους σύγχρονους Μαρξιστές.

Όμως μια αντι-εξελικτιστική και αντι-οικονομίστικη θεωρία του καπιταλιστικού κράτους δεν είναι απαραίτητα μαρξιστική θεωρία. Δεν είναι ο Μαρξισμός αλλά η αστική κοινωνιολογία που καταδίκαζε διαρκώς τον δογματισμό για τον οικονομισμό και τον εξελικτικισμό του. [...] Ο πειρασμός που αντιμετωπίζουν οι Μαρξιστές είναι η υιοθέτηση μιας αστικής κοινωνιολογικής θεωρίας του κράτους και της επένδυσης της θεωρίας αυτής με "μαρξιστική" χροιά, μέσω της έμφασης της πρωταρχικότητας των σχέσεων παραγωγής. Αυτή ήταν η τάση μιας παλιότερης γενιάς βρετανών μαρξιστών, που ανέπτυξαν θεωρίες που μπορούμε να περιγράψουμε ως "νεο-γκραμσιανές", με την έννοια ότι άντλησαν το κύρος τους από μια συγκεκριμένη ερμηνεία του έργου του Γκράμσι.

Οι θεωρίες αυτές παρεμβάλουν ένα επίπεδο "κοινωνίας των ιδιωτών" [civil society] ανάμεσα στις σχέσεις παραγωγής και στο κράτος, το οποίο [επίπεδο της κοινωνίας των ιδιωτών] είναι διακριτό και από τα δύο. Στην "κοινωνία των ιδιωτών" οι ιδεολογικές και οι θεσμικές σχέσεις προστίθενται στις σχέσεις παραγωγής για να δημιουργήσουν μια σφαίρα αλληλοεπηρεαζόμενων κοινωνικών ομάδων, την "κοινωνία" της αστικής κοινωνιολογίας. Η θεωρία παίρνει ριζοσπαστική χροιά από το γεγονός ότι προσπαθεί να θεωρητικοποιήσει την κυριαρχία του κεφαλαίου στη σφαίρα αυτή αλληλεπίδρασης, με την εμπλεκόμενη κυριαρχία να συνίσταται ουσιαστικά στην επιβολή μιας κανονιστικής τάξης πάνω στην κοινωνία, στην διαχείριση της συναίνεσης, η οποία είναι η βάση της σχετικής αυτονομίας του κράτους, αλλά την ίδια στιγμή, η βάση του κράτους ως εξουσίας του κεφαλαίου (Negri, 1976, σ. 7-8). [...] Η ανισότητα είναι συνεπώς κάτι που αναπαράγει τον εαυτό του, και το κράτος, ως θεσμοποίηση της κυριαρχίας των εχόντων, παίζει έναν κύριο ρόλο στην ανακύκλωση αυτής της ανισότητας. Αυτή η "μαρξιστική κοινωνιολογία" χαρακτηρίζεται από την εμπειρική διαβεβαίωση πως τα οικονομικά συμφέροντα και οι υλικές πηγές πλούτου παίζουν έναν κυρίαρχο ρόλο στον ορισμό της κοινωνικής διάδρασης, αλλά δεν διαφοροποιείται θεωρητικά από την αστική κοινωνιολογία.

[...] 

Ο Πουλαντζάς έχει ασκήσει δριμεία κριτική στην νεο-γκραμσιανή ανάλυση του κράτους που πρότεινε ο Μίλιμπαντ. [...] Σ' αυτή, ο Πουλαντζάς αντιτείνει την αντίληψη των "κοινωνικών τάξεων και του κράτους ως αντικειμενικών δομών και των σχέσεων τους ως αντικειμενικού συστήματος σταθερών σχέσεων" (Πουλαντζάς, 1969, σ. 70). Ο Πουλαντζάς όμως δεν δείχνει πώς αυτή η διάκριση είναι συγκροτητική για την μαρξιστική, σε αντίθεση με την αστική, θεωρία της κοινωνίας. Αντιθέτως, όπως θα δείξω αργότερα, πρόκειται για μία διάκριση μέσα στην αστική κοινωνιολογία. Το κρίσιμο ερώτημα για τη μαρξιστική κριτική δεν είναι τόσο αυτό του αντικειμενικού χαρακτήρα των δομών, αλλά μάλλον αυτού του ουσιαστικού τους περιεχομένου. Θα ισχυριστώ πως ο Πουλαντζάς προτάσσει τις αντικειμενικές "δομές" της δομικής-φανξιοναλιστικής κοινωνιολογίας και όχι τις μαρξιστικές σχέσεις παραγωγής. Για να το κάνω αυτό, θα χρειαστώ μία παρέκβαση. Τα επόμενα δύο τμήματα θα ασχοληθούν με την ουσιώδη θεμελίωση των αστικών αντιλήψεων για την κοινωνία και της κριτικής τους από τον Μαρξ.

Η έννοια της παραγωγής στον Μαρξ και η κριτική της Πολιτικής Οικονομίας
Η θεωρητική θεμελίωση της αστικής ιδεολογίας μπορεί να εντοπιστεί με ακρίβεια σε μια συγκεκριμένη αντίληψη της παραγωγής. Η κλασική διατύπωση αυτής της αντίληψης της παραγωγής βρίσκεται στην κλασική πολιτική οικονομία, και ήταν η κριτική αυτής στην οποία ο Μαρξ αφιέρωσε τα δέκα πιο γόνιμα χρόνια της ζωής του.

Στην κλασική πολιτική οικονομία, η σφαίρα της παραγωγής γίνεται αντιληπτή με τεχνικούς όρους, ως σφαίρα όπου η εργασία βάζει σε λειτουργία τα μέσα της παραγωγής για να δημιουργήσει προϊόντα. Οι σχέσεις κατανομής καθορίζουν την μεταμόρφωση των προϊόντων σε εισοδήματα, τα οποία αναλογούν στις διάφορες τάξεις. Αυτές οι σχέσεις λοιπόν επικολλούνται επί της παραγωγής ως κοινωνικό πλαίσιο μέσα στο οποίο λαμβάνει χώρα η υλική παραγωγή, αλλά η ίδια η παραγωγή δεν γίνεται αντιληπτή ως μια θεμελιακά κοινωνική διαδικασία. Στον καπιταλιστικό τρόπο παραγωγής, αυτή η επικόλληση επιτυγχάνεται απλά με την απόδοση των εισοδημάτων σε παράγοντες της παραγωγής (εργασία, γη και μέσα παραγωγής), και με την ανάθεση τάξεων σ' αυτούς τους παράγοντες, ως ιδιοκτητών τους. Αυτή η είναι η "φόρμουλα της τριάδας" του Μαρξ, η μορφή της εμφάνισης των αστικών σχέσεων παραγωγής. Είναι μια μορφή εμφάνισης η οποία κάνει αυτές τις σχέσεις να φαίνονται αιώνιες, επειδή τις κάνει να εμφανίζονται ως σχέσεις που εγγράφονται ήδη στην τεχνική δομή της υλικής παραγωγής, αποδίδοντας εισοδήματα σε παράγοντες της παραγωγής.

[...]

Ο Μαρξ αφιέρωσε τα έτη 1857-1867 στην επεξεργασία της κριτικής της ιδεολογικής αντίληψης της παραγωγής η οποία υποφώσκει κάτω απ' την αιωνιοποίηση των αστικών σχέσεων παραγωγής στην κλασική πολιτική οικονομία. Στην κριτική αυτή, ο Μαρξ δείχνει ότι τα σφάλματα της πολιτικής οικονομίας πηγάζουν από την αντίληψη που αυτή έχει για την παραγωγή. Αντίστοιχα, η βάση της θεωρίας του ίδιου του Μαρξ και της διαλεκτικής του μεθόδου μπορεί να βρεθεί στην αντίληψη που έχει για την παραγωγή.

[...]

Στην Γκρουντρίς του 1857, η κριτική της κλασικής πολιτικής οικονομίας και η αντίστοιχη ανάπτυξη της θεωρίας του Μαρξ είναι μερική και ελλιπώς ανεπτυγμένη. Ο λόγος για αυτό είναι πως ο Μαρξ επιμένει για την πρωταρχικότητα της παραγωγής, αλλά δεν έχει ακόμα πλήρως μετασχηματίσει την αστική αντίληψη της παραγωγής. Ο Μαρξ τείνει ακόμα τα αντιπαραθέτει τις καπιταλιστικές σχέσεις παραγωγής με την τεχνική διαδικασία της παραγωγής σε μια εξωτερική σχέση μορφής και περιεχομένου, με την καπιταλιστική μορφή να αντλείται από την κυκλοφορία και να επικολλάται σε ένα ήδη καθορισμένο περιεχόμενο. Από αυτή την άποψη, οι καπιταλιστικές κοινωνικές σχέσεις εξακολουθούν να είναι σχέσεις κατανομής, οι οποίες ιχνογραφούνται πάνω στην παραγωγή. [...] Αυτό σημαίνει ότι ο Μαρξ δεν μπορεί να κάνει ξεκάθαρα τον βασικό διαχωρισμό ανάμεσα στην εργασία και την εργασιακή ισχύ [labour power] και την συνεπακόλουθη αντίστιξη ανάμεσα σε συνεχές και μεταβλητό [...] κεφάλαιο. Εφόσον δεν μπορεί ακόμη να θεωρητικοποιήσει επαρκώς την αντιφατική θεμελίωση του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής στην ίδια την παραγωγή, την εντοπίζει μάλλον στη σχέση ανάμεσα στην παραγωγή και την κυκλοφορία [circulation], και κατά συνέπεια η Γκρουντρίς κυριαρχείται από μια θεωρία της κρίσης στη βάση της υπερ-παραγωγής [overproduction].  [...]

Η αντίθεση ανάμεσα στην Γκρουντρίς από τη μία και τις Θεωρίες υπεραξίας και το Κεφάλαιο από την άλλη δείχνει ξεκάθαρα ότι ο Μαρξισμός δεν συνίσταται απλώς στην επιβεβαίωση της πρωταρχικότητας της παραγωγής, ούτε στη χρήση φράσεων όπως "σχέσεις παραγωγής", αλλά πάνω από όλα, στον μετασχηματισμό της αστικής αντίληψης της ίδιας της παραγωγής. [...]

Στην αναπτυγμένη σκέψη του Μαρξ, η παραγωγή γίνεται αντιληπτή ως μια διαδικασία που είναι η ίδια τόσο κοινωνική όσο και υλική· ως η αντιφατική ενότητα της παραγωγής αξίας και της παραγωγής χρηστικών αξιών. Οι καπιταλιστικές σχέσεις παραγωγής δεν έρχονται σε αντίστιξη με την υλική παραγωγή ως εξωτερικά αντλημένες μορφές που επιβάλλονται πάνω σε ένα προϋπάρχον περιεχόμενο, επειδή μορφή και περιεχόμενο ενσωματώνονται σε μια αντιφατική ενότητα. [...] Η υπεραξία δεν γίνεται πια αντιληπτή ως εισόδημα που αντιστοιχεί σε μια διανεμητική τάξη [distributive class], ως μερίδιο στο υλικό προϊόν. Μάλλον, γίνεται αντιληπτή ως προϊόν της εργασιακής διαδικασίας ως διαδικασίας παραγωγής αξίας, εξαναγκασμού που επιβάλλεται στον εργάτη από τον καπιταλιστή ώστε ο πρώτος να εργαστεί πέραν του χρόνου που είναι απαραίτητος για την αναπαραγωγή της αξίας της εργασιακής του δύναμης. Η εκμετάλλευση και οι ταξικές σχέσεις αποκτούν συνεπώς μια επιστημονική θεμελίωση στην παραγωγή, και δεν έχουν πλέον ηθική θεμελίωση στις σχέσεις κατανομής. [...] Επιπλέον, επειδή η παραγωγή γίνεται πια αντιληπτή όχι απλώς ως υλική παραγωγή, αλλά επίσης και ως παραγωγή κοινωνικών σχέσεων, οι συνθήκες της αναπαραγωγής θεμελιώνονται οι ίδιες στην παραγωγή. Τέλος, επειδή μορφή και περιεχόμενο δεν μπορούν πια να διαχωριστούν, η ανάπτυξη των κοινωνικών σχέσεων δεν μπορεί να συζητηθεί με τρόπο αφηρημένο, απομονωμένη από την υλική τους θεμελίωση. Η ανάπτυξη των κοινωνικών σχέσεων είναι πια ιστορική διαδικασία που καθοδηγείται από την αντίφαση που είναι εγγενής στην καπιταλιστική παραγωγή ως παραγωγή αξίας και παραγωγή χρηστικών αξιών.

[...]

Η μαρξιστική κριτική της πολιτικής οικονομίας δεν είναι απλώς ιστορικού ενδιαφέροντος, γιατί είναι μια κριτική της συγκροτητικής βάσης κάθε αστικής ιδεολογίας, της οποίας το καθοριστικό χαρακτηριστικό είναι η αντίληψη της παραγωγής ως τεχνικής διαδικασίας, αντίληψη η οποία αποτελεί και το υπόστρωμα της αντίληψης των καπιταλιστικών σχέσεων παραγωγής ως αιώνιων. Είναι η υιοθέτηση αυτής της αντίληψης που μας επιτρέπει να χαρακτηρίσουμε ακόμα και κάποιες αυτόκλητα "μαρξιστικές" θεωρίες ως θεωρίες που διέπονται από την αστική ιδεολογία. Αυτός ο χαρακτηρισμός δεν εξυπακούει απαραίτητα κάποια κρίση για τις προθέσεις αυτών που προωθούν τέτοιες θεωρίες, ούτε για τον "επιστημονικό" ή "μη επιστημονικό" χαρακτήρα της μεθόδου τους.

Ο νόμος της αξίας και η κριτική της αστικής ιδεολογίας
[...]
Η αστική κοινωνιολογική κριτική του μαρξιστικού δογματισμού [...] συνεχίζει να βασίζεται στην τεχνολογίστικη αντίληψη της παραγωγής, και αναπαράγεται η ίδια τόσο από αλτουσεριανές όσο και από νεο-γκραμσιανές θεωρίες της κοινωνίας. Όλες τους παίρνουν ως σημείο εκκίνησής τους την διάκριση ανάμεσα στις σχέσεις παραγωγής, που συλλαμβάνονται ως τεχνικές σχέσεις που συνδυάζουν παράγοντες στην υλική παραγωγή, και σχέσεις κατανομής, που συλλαμβάνονται ως κοινωνικές σχέσεις που συγκροτούνται από την ιδιοκτησία των μέσων παραγωγής. Εφόσον τα δικαιώματα στο εισόδημα εξαρτώνται από την "ιδιοκτησία" παραγόντων, οι σχέσεις κατανομής ιχνογραφούνται πάνω στις σχέσεις παραγωγής. Οι πρώτες όμως δεν μπορούν να αναχθούν στις δεύτερες, εφόσον περιλαμβάνουν την σχέση "ιδιοκτησίας", που είναι σχέση που ορίζεται πολιτικά ή/και ιδεολογικά (Αλτουσέρ και Μπαλιμπάρ, 1970, σ. 17) [...]

Η κοινωνιολογία της αλληλεπίδρασης και ο νεο-γκραμσιανός μαρξισμός παρεμβάλλουν την "κοινωνία των ιδιωτών" [civil society]  ανάμεσα στις υλικές συνθήκες της παραγωγής, που συλλαμβάνονται ως οικονομική σφαίρα, και το κράτος, που συλλαμβάνεται ως πολιτική σφαίρα. Το καθήκον της κοινωνιολογίας γίνεται να μελετήσει την αλληλεπίδραση ατόμων και ομάδων σε αυτό τον κόσμο της "κοινωνίας", όπου αυτά [τα άτομα και οι ομάδες] αποτελούν κοινωνικά υποκείμενα που δρουν σε ένα πλαίσιο οικονομικών και πολιτικών θεσμών, που μελετώνται οι ίδιοι από οικονομολόγους και πολιτικούς επιστήμονες, και που μπορούν να μετασχηματιστούν από κοινωνικούς δράστες. Ο δομικός φανξιοναλισμός βασίζεται στην προσπάθεια να διαλυθούν οι κοινωνικές ομάδες στη δομή που τις συγκροτεί ως υποκείμενα και που δομεί την αλληλεπίδρασή τους.

[...]

Το οικονομικό επίπεδο λοιπόν είναι το τεχνικό επίπεδο της υλικής παραγωγής, τα πολιτικά και ιδεολογικά επίπεδα είναι η κοινωνική σφαίρα που θεμελιώνει τις κοινωνικές συνθήκες της υλικής αναπαραγωγής. Σύμφωνα συνεπώς με αυτή την ανάλυση, η αυτονομία του πολιτικού και του ιδεολογικού σε σχέση με τις σχέσεις παραγωγής είναι η υποτιθέμενη αυτονομία των σχέσεων κατανομής σε σχέση με τις σχέσεις παραγωγής που εξαρτάται από την αστική αντίληψη της παραγωγής. Η συνέπεια είναι η αντίληψη των κοινωνικών σχέσεων ως κάτι που συγκροτείται όχι μέσα στην παραγωγή, αλλά "πολιτικά και ιδεολογικά", ή "κανονιστικά", πράγμα που με την σειρά του αποτελεί το θεμέλιο μιας ρεφορμιστικής πολιτικής.

[...]
Η μαρξιστική αντίληψη της παραγωγής οδηγεί σε μια αρκετά διαφορετική ιδέα της δομής του όλου από αυτή που προσφέρει ο αλτουσεριανισμός. Για τον Μαρξ, οι σχέσεις παραγωγής είναι εγγενώς κοινωνικές, είναι σχέσεις που "αναδύονται φυσικά...αναπτύσσονται ιστορικά". [...] Οι σχέσεις παραγωγής [για τον Μαρξ] δεν είναι διακριτές από την κοινωνία· μάλλον, "οι σχέσεις παραγωγής στην ολότητά τους συνιστούν αυτό που ονομάζουμε κοινωνικές σχέσεις, κοινωνία, και ειδικά μια κοινωνία σε ένα συγκεκριμένο στάδιο ιστορικής ανάπτυξης" (Μαρξ, 1962α, σ. 90). Το να πάρουμε τις σχέσεις παραγωγής ως σημείο εκκίνησης της ανάλυσης λοιπόν δεν σημαίνει να εισάγουμε κάποιον αναγωγισμό, γιατί οι σχέσεις παραγωγής είναι ήδη κοινωνικές. [...] Και αναλόγως, το οικονομικό, με τη στενή του έννοια, το πολιτικό, και το ιδεολογικό δεν ορίζονται αυθαίρετα ως το πλαίσιο μέσα στο οποίο θα οριστούν κατόπιν οι σχέσεις παραγωγής, ως πολιτικά και ιδεολογικά συγκροτημένες και αναπαραγώμενες σχέσεις μέσα στις οποίες λαμβάνει χώρα η υλική παραγωγή. Μάλλον, το οικονομικό, το πολιτικό και το ιδεολογικό είναι μορφές που παίρνουν οι σχέσεις παραγωγής. Οι πολιτικές και ιδεολογικές σχέσεις είναι στον ίδιο βαθμό σχέσεις παραγωγής, όσο είναι και αυστηρά οικονομικές σχέσεις, διότι είναι συγκεκριμένες μορφές των κοινωνικών σχέσεων μέσα στις οποίες λαμβάνει χώρα η παραγωγή.

[...]

Για τους διανοούμενους στις αστικές κοινωνικές επιστήμες, ο συγκεκριμένος χαρακτήρας της θεωρίας του Μαρξ είναι δύσκολο να γίνει κατανοητός. Η διαλεκτική μέθοδος του ιστορικού υλισμού μοιάζει ακόμα και αφηρημένη και αποκρυφιστική για αυτούς για τους οποίους οι έννοιες των αστικών κοινωνικών επιστημών ("κοινωνία", "νόρμες", "ισορροπια", "νομιμότητα", κλπ) είναι τόσο οικείες που η πραγματικότητά τους φαίνεται σχεδόν απτή. Όταν αυτό που έχεις να αντιμετωπίσεις είναι η θεωρία του Μαρξ, που δεν είναι "παρά ο υλικός κόσμος όπως αντανακλάται στον ανθρώπινο νου, και μεταφράζεται σε μορφές σκέψης", λείπουν τα οικεία σημεία αναφοράς. Και με δεδομένη την απουσία του μυθικού κόσμου τον οποίο ο αστικός κοινωνικός επιστήμονας μπερδεύει με την πραγματικότητα, ο κόσμος τον οποίο περιγράφει ο Μαρξ φαίνεται να είναι ένα αφηρημένο κατασκεύασμα της θεωρίας. [...] Το αποτέλεσμα είναι πως η πολύ απτή υλιστική διαλεκτική συγχέεται με κάποιο αφηρημένο μεταφυσικό εργαλείο. [...]

Διάλογος Καζάκη-ακροατών της Ανεξάρτητης Ένωσης Ενόπλεων Δυνάμεων (αποσπάσματα)

Βίντεο 5.
Ακροατής (απόστρατος αξ/κος του ελληνικού ναυτικού), 2.28: "Προς τον κύριο Καζάκη θέλω να απευθύνω προσωπικά το ερώτημα και να πάρω απάντηση, ευχαριστώ. Κύριε Καζάκη, πώς, αν υποτιθέμενα βρισκόταν μια πατριωτική ηγεσία --πατριωτική, έτσι;-- ποιος φανταζόταν ότι το 1821 θα είχαν ξεσηκωθεί οι Έλληνες. Κανείς. Και επί τη ευκαιρία, νομίζω ότι ήτανε λάθος των διοργανωτών το ότι δεν τηρήσαμε, δεν αναφερθήκαμε έστω για ένα λεπτό στη μεγάλη χθεσινή μέρα [25η Μαρτίου]. Αλλά ξεχνάμε κι εμείς, πάει, χαθήκαμε. Εεεε, θα ήθελα να σας ρωτήσω λοιπόν, αν βρεθεί κάποια κυβέρνηση που δεν μπορεί να προκύψει από εκλογές διότι ως γνωστόν, αν άλλαζε τίποτα με τις εκλογές δεν θα τις επέτρεπε [δεν ακούγεται  καθαρά]. Αφού τις επέτρεψε ο Σόιμπλε, εγώ...δεν πιστεύω ότι θα αλλάξει τίποτα. Αν βρεθεί κάποια κυβέρνηση και πει δεν..., η ηγεσία [δεν ακούγεται] η κυβέρνηση μπορεί να προκύψει με διάφορους τρόπους, και πει 'εμείς δεν αναγνωρίζουμε τίποτα, η Ελλάδα είναι πλούσια χώρα, θα επαναδιαπραγμευτούμε το χρέος και τα λοιπά, επιστροφή στη δραχμή και τραβάμε με ό,τι παράγουμε. Προχωράμε με ό,τι παράγουμε.' Και να σημειώσω, για να μη το ξεχνάμε, ότι η Ελλάδα με τη δραχμή μεγαλούργησε και με το ευρώ πτώχευσε. Ευχαριστώ πολύ."

Ακροατής, 9.34: "Καλησπέρα κι από μένα. Είμαι πολύ...πολύ ενθουσιασμένος μ' αυτά που άκουσα [δεν ακούγεται η κατάληξη]. Και βέβαια συμφωνώ απόλυτα με όσα έχουν πει οι κύριοι προηγουμένως" [...] [10.27] "Τέλος, αυτές οι συμβάσεις, εάν έλθει μία κυβέρνηση Ελλήνων, πραγματικών Ελλήνων και όχι Ελληνοειδών, δεν μπορούν να ανατρέψουν αμέσως το πολιτικό σκηνικό; Διότι το πρόβλημα δεν είναι οικονομικό, είναι πολιτικό καθαρώς. Δεν ξέρω αν συμφωνεί ή διαφωνεί ο κύριος Καζάκης και οι άλλοι. Θεωρώ ότι το πρόβλημα είναι καθαρώς πολιτικό, και συνεπώς όλα αυτά είναι ανατρέψιμα εάν θα υπάρξει μία κυβέρνηση πραγματικά Ελλήνων οι οποίοι δεν είναι υποδουλωμένοι σε ξένα συμφέροντα. Ευχαριστώ πάρα πολύ."[Χειροκροτήματα].

Καζάκης, 18.48 [για τον Ξενοφώντα Ζολώτα, καθηγητή του ίδιου]: "...έλεγε το εξής: 'Ένα...μία εθνική οικονομία υφίσταται με βάση δύο στοιχεία', έτσι μας μάθαινε. 'Τη σημαία της και το νόμισμά της.' [Χειροκροτήματα] 'Όσο εύκολα μπορείς να παραδώσεις τη σημαία της άλλο τόσο εύκολα μπορείς να παραδώσεις το νόμισμά της.' Αυτό ο έλεγε ο Ξενοφώντας ο Ζολώτας, γνωστός λάτρης της Βόρειας Κορέας [ειρωνική αναφορά σε σχόλιο ακροατή που αποκάλεσε τον Καζάκη μαρξιστή και λάτρη του Σοβιετικού μοντέλου που θα μας κάνει Αλβανία ή Βόρεια Κορέα] και γνωστό στοιχείο του παγκόσμιου κομμουνισμού" [Γέλια, χειροκροτήματα].

Βίντεο 6
Καζάκης, 1.38: "Να πω και για το ζήτημα αυτό. Εδώ θα αποδειχθεί αν το ρήγμα που υπήρξε ιστορικά ανάμεσα στο λαό και στο ένστολο κομμάτι του, υπάρχει ή έχει γιατρευτεί και έχει πλέον γεφυρωθεί, από το πώς θα σταθεί δίπλα στο λαό το ένστολο κομμάτι του. [Χειροκροτήματα]. Εδώ θα κριθεί. Τώρα θα κριθεί."
Ακροατής: "Λίγο πιο καθαρά. Πώς να το κάνει."
Καζάκης: "Όταν ο λαός διεκδικεί τη δημοκρατία, θα πρέπει να σταθεί δίπλα του το ένστολο κομμάτι. Πρώτον, να μη λειτουργεί κατασταλτικά εναντίον του. Δεύτερον, να μπορέσει να τον βοηθήσει να απαλλαγεί από τη χούντα την οποία βιώνει αυτή τη στιγμή. [...] Με το να διαδηλώνει μαζί του στους δρόμους. Με το να μπορέσει να αποτρέψει οποιαδήποτε ενέργεια σε βάρος του ελληνικού λαού." [Χειροκροτήματα].
Ακροατής, 3.35 (απόστρατος του πολεμικού ναυτικού): "Κάνετε μεγάλο σφάλμα σ' αυτά που λέτε, γιατί αυτά που λέτε είναι φωνή αναρχίας. Δεν είναι δυνατόν ο στρατός να διαδηλώνει με τον κόσμο στους δρόμους, διότι του στρατού η αποστολή είναι να φυλάει την ακεραιότητα της χώρας. Τη δημοκρατία τη φυλάνε οι θεσμοί. Οι θεσμοί υπάρχουν. Η Βουλή υπάρχει, και οι εκλογές είναι σε ένα μήνα. Και αυτά που λέτε..."[δεν ακούγεται η κατάληξη καθαρά].
Καζάκης: "Πρώτον, όταν παραδίδεται η χώρα, η υποχρέωση του τελευταίου έλληνα πολίτη είναι, στη βάση του πατριωτισμού του, να υπερασπιστεί το άρθρο το ακροτελεύτιο, 120, παράγραφος 4 [Χειροκροτήματα]. Να υπερασπιστεί την βίαιη κατάλυση του Συντάγματος [προφανώς εννοεί να "υπερασπιστεί το Σύνταγμα κατά της βίαιης του κατάλυσης"]."

Καζάκης, 6.55: "Για να τελειώσω. Με το εξής: Τις πρώτες πρωϊνές ώρες της 28ης Οκτωβρίου του 1940, ο ιταλός εκπρόσωπος του φασιστικού καθεστώτος που πήγαινε στον ιταλό, συγνώμη, στον έλληνα δικτάτορα τότε --δικτάτορα, φασίστα, όχι δημοκράτης, φασίστας δικτάτορας-- στην Κηφισιά, του έλεγε το εξής: Ότι 'εγώ θέλω μία δίοδο, δύο λιμάνια, να περάσει ο στρατός μου, και σου εγγυώμαι την εθνική κυριαρχία.' Απάντησε αυτός ο [δεν ακούγεται καθαρά] λέει, 'αυτό σημαίνει πόλεμος.' [...] 'Αυτό σημαίνει πόλεμος', επανέλαβε. Και κάποιοι σκοτώθηκαν στα Αλβανικά βουνά, ο ελληνικός λαός έχυσε το αίμα του στα Αλβανικά βουνά, για ένα δρόμο και δυο λιμάνια. Αν είχαμε τους σημερινούς, φυσικά, δεν θα χύναμε το αίμα μας [δεν ακούγεται] γιατί θα είχαν δώσει όλα τα λιμάνια, όλους τους δρόμους, όλης της χώρας. [Χειροκροτήματα] Έτσι θα γινόταν."

Βίντεο 7.
Ακροατής, 0.31: "Είπαμε και προηγουμένως με τον κύριο Κόλλια, ότι όλοι θα 'ναι εκεί [ασαφές πού]. Κι εγώ εκεί θα 'μαι. Αν και άνεργος, εκεί θα είμαι. Ε, Χρυσαυγίτες, παιδάκια σταματάγαν στην παρέλαση εχθές, και αναρχικούς. Δεν ξέρω, εγώ τους θεωρώ αύριο θα είναι συμπολεμιστές μου αν συμβεί κάτι, σας λέω για την βαθιά την κρίση."

Ομιλητής του πάνελ, 1.10: "Λοιπόν, να σας πω λίγο τα εξής. Ε, κατ' αρχήν εμένα με τρομάζει ο διαχωρισμός Έλληνες και μη Έλληνες. Ε, δεν είναι δυνατόν να στήνονται εδώ μέσα ειδικά δικαστήρια και δεν είναι δυνατόν ποιος ορίζει ποιος είναι Έλληνας και ποιος λιγότερο Έλληνας. Είναι τραγικό. Είναι τραγικό στη χώρα της δημοκρατίας ότι μπορούμε, και ιδιαιτέρως εσείς οι στρατιωτικοί, να μην μπορεί να γίνει ένας ήπιος διάλογος. Καθένας έχει το δικαίωμα έκφρασης της άποψής του."

Μεγάλη συναυλία Αλληλεγγύης στην πύλη της «Ελληνικής Χαλυβουργίας» την Κυριακή 1 Απρίλη

Ηχηρή απάντηση στην επιθετικότητα και την αδιαλλαξία της εργοδοσίας της «Ελληνικής Χαλυβουργίας», καλούνται να δώσουν οι απεργοί χαλυβουργοί, με την στήριξη εργαζομένων, σωματείων, λαϊκών οικογενειών που τους έχουν καλέσει σε μαζική συμμετοχή στην μεγάλη συναυλία αλληλεγγύης που οργανώνει το σωματείο των χαλυβουργών στην πύλη του εργοστασίου στον Ασπρόπυργο, την Κυριακή στις 12 το μεσημέρι.

Στη συναυλία με ρεμπέτικα και λαϊκά τραγούδια θα συμμετέχουν: Μπάμπης Γκολές, Μανώλης Δημητριανάκης, Γιώργος Ζορμπάς, Κώστας Σταυρόπουλος και Γιώργος Σαρρής.

Τη Δευτέρα το σωματείο προχωρά σε παράσταση διαμαρτυρίας στις 12 το μεσημέρι, στο υπουργείο Περιβάλλοντος, για το θέμα του λιμανιού, και έχει ζητήσει συνάντηση με τον υπουργό. Το σωματείο θα καταγγείλει ότι την ώρα που η κυβέρνηση ενέκρινε (στις 3 Φλεβάρη) άδεια στο Μάνεση να αποκτήσει το δικό του λιμάνι, η εργοδοσία συνέχιζε τις απολύσεις αναφέροντας μάλιστα πως το εργοστάσιο λειτουργεί με 420 εργαζόμενους προσωπικό, 365 μέρες το χρόνο.
Πηγή: Οικοδόμος
----
Σημείωση LR: Υπάρχει κι ένα συναφές βίντεο στο διαδίκτυο, από τον 902, το οποίο αρνούμαι να ανεβάσω, διαμαρτυρόμενος για δύο πράγματα: α) την αυθαίρετη και καταχρηστική πρακτική του ιστολογίου που το ανέβασε (Βαθύ Κόκκινο) να βάζει την οπτική του υπογραφή σε παραγωγές που δεν είναι του ίδιου, ούτε του πολιτικού χώρου τον οποίο το ίδιο εκφράζει και προωθεί (αντίθετα, είναι ενός χώρου στον οποίο το ίδιο έχει επανελειμμένα επιτεθεί με τρόπο υπόγειο και αήθη) και β) την έμπρακτη κοροϊδία της δήθεν προώθησης της απεργίας από έναν ιστότοπο ο οποίος πρωταγωνίστησε στην απαξία και λοιδωρία της ως λίγο-πολύ φιλικής προς τον νεοναζισμό. Ίσως για κάποιους η πολιτική να βασίζεται στην υπόθεση ότι απευθύνονται σε αμνησιακούς, θύματα της νόσου Αλτζχάιμερ, ή ανθρώπους αντίστοιχης ηθικής ανεντιμότητας, αλλά αυτό δεν είναι κάτι που με απασχολεί. Για την ηρωϊκή και τραγικά απομονωμένη από τόσους και τόσους "επαναστάτες" της οκάς απεργία στη Χαλυβουργία κάποιοι διατηρούν το δικαίωμα να ομιλούν και κάποιοι όχι, και το προαναφερθέν ιστολόγιο δεν ανήκει στους πρώτους.

Ομιλία Αλ. Παπαρήγα στους εργαζόμενους του Ευαγγελισμού

Χωρίς σχολιασμό του ιστολογίου. Με έντονα στοιχεία κάποια σημαντικά σημεία της ομιλίας. Σημαντικότερο τμήμα το τελευταίο, περί πολιτικού προγράμματος του κόμματος.
LR
---

Σας διαβεβαιώ ότι το ΚΚΕ μέχρι τη στιγμή που θα ανοίξουν οι κάλπες θα κάνει ό,τι περνάει από το χέρι του να συνδυάσει την προεκλογική πολιτική συζήτηση, που λογικά πρέπει να γίνει, αλλά και την ανάπτυξη των αγώνων. Συνήθως σε προεκλογική περίοδο δε γίνονταν αγώνες τον τελευταίο μήνα, συγκεντρώναμε όλοι την προσοχή --όλα τα κόμματα-- στην προεκλογική συζήτηση.

Αλλά εμείς, δε θα κάνουμε το λάθος να εγκαταλείψουμε τους αγώνες και ξέρουμε πολύ καλά ότι μέχρι να κλείσει η βουλή θα παίρνονται αποφάσεις δραματικές, αλλά και στη διάρκεια που η βουλή θα είναι κλειστή, τα υπουργεία μαζί με την ΕΕ, την ΕΚΤ και το ΔΝΤ θα δουλεύουν όλο το πλαίσιο δράσης, το οποίο θα πρέπει να το λειτουργήσει η επόμενη κυβέρνηση. Συνήθως αναστέλλονται αποφάσεις, αλλά τώρα δεν πρόκειται να ανασταλεί καμία. Και μάλιστα και με κλειστή τη βουλή, ο κίνδυνος είναι ακόμη μεγαλύτερος να παίρνονται αποφάσεις, να προετοιμάζονται νέα μέτρα και να μην μπορεί κανείς να τα πληροφορηθεί.

Σήμερα π.χ. το πρωί, προφανώς στην Ώρα του Πρωθυπουργού --το άκουσα στο ραδιόφωνο τώρα που ερχόμουν-- ο κύριος Παπαδήμος δήλωσε ότι πρέπει να μπει ένα τέρμα στην αντίληψη ότι θα υπάρχει κρατική επιχορήγηση στα ασφαλιστικά Ταμεία. Καταλαβαίνετε πάρα πολύ καλά ότι αυτό θα έχει τραγικές συνέπειες και στις συντάξεις και στις παροχές Υγείας. Γιατί αν δεν υπάρχει κρατική χρηματοδότηση στα ασφαλιστικά Ταμεία ή στον ΕΟΠΥΥ, πώς θα γίνει; Φυσικά, ποτέ δεν εκπληρώθηκε η κρατική επιχορήγηση και στον τομέα της Υγείας και της σύνταξης και που αποφασίζονταν στους κρατικούς προϋπολογισμούς. Δεν υλοποιήθηκε ποτέ. Πάντα έδιναν λιγότερα. Άλλο προϋπολογίζω και άλλο ολοκληρώνω τον προϋπολογισμό.

Καταλαβαίνετε τι έχει να γίνει τώρα. Με τα αποθεματικά των νοσοκομείων που κουρεύτηκαν στις τράπεζες, με τα ασφαλιστικά ταμεία τα οποία έχουν μείον στην ουσία, είναι στο "κόκκινο". Με τη μείωση των εισφορών στα ασφαλιστικά ταμεία λόγω ανεργίας, λόγω φοβερής μείωσης μισθών. Με εργοδότες που χρωστάνε πολλά στα ασφαλιστικά ταμεία. Καταλαβαίνετε, δηλαδή, πού πάμε.

Κριτήριο η κατάσταση στην Υγεία
Εμείς θεωρούμε ότι ακόμη και αν δεν υπήρχαν άλλα προβλήματα σε όλους τους άλλους τομείς της ζωής μας - που βέβαια δεν είναι δυνατόν να μην υπήρχαν, όλα είναι αλληλένδετα-- αλλά και μόνο οι εμπειρίες στον τομέα της Υγείας είναι αρκετές, για να οδηγήσουν το λαό σε μια πολιτική συνειδητοποίηση, θα έλεγα, του απαιτούμενου υψηλού επιπέδου, και σε μια πολιτική καταδίκη των κομμάτων που κυβέρνησαν, του ίδιου του συστήματος του καπιταλιστικού το οποίο ζούμε, να οδηγήσουν σε μια καταδίκη των μνημονίων δανειακής σύμβασης και να οδηγήσουν σε μια ριζοσπαστικοποίηση της συνείδησης και της δράσης.

Μόνο στον τομέα της Υγείας, γιατί δεν είναι ένας οποιοσδήποτε τομέας. Εδώ όλα δοκιμάζονται. Αυτό που λένε κοινωνικό κράτος, αυτό που λένε εργοδοσία, αυτό που λένε δημόσια Υγεία, αυτό που λένε επιχειρηματικός χαρακτήρας της Υγείας κλπ. Τα πάντα δοκιμάζονται και θα αρκούσε μόνο αυτό. Ξέρετε, καμιά φορά, αναρωτιόμαστε. Γιατί, είναι αλήθεια, οι αγώνες που έχουν αναπτυχθεί όσον αφορά στο ζήτημα της Υγείας, υπολείπονται. Δεν μιλάω για τους εργαζόμενους στο χώρο της Υγείας και εδώ, πως είναι αναντίστοιχοι με τις απαιτήσεις, αλλά μιλάω γενικότερα για τους αγώνες των εργαζομένων, δεν θέλω να κάνω λεπτομερή αναφορά, τι έκαναν οι συνδικαλιστικές ηγεσίες.

Αλλά υπάρχει ένας σοβαρός κίνδυνος. Μπροστά στην αύξηση της φτώχειας, της ανεργίας, την έλλειψη εισοδήματος, να συρρικνωθούν οι απαιτήσεις των εργαζομένων, οι απαιτήσεις του λαού, και να παλεύει μόνο για μια θέση εργασίας, έστω κι αν αυτή είναι 300 - 400 ευρώ το μήνα και 200 ευρώ το μήνα, για μια δουλειά χωρίς Ασφάλιση. Και ιδιαίτερα οι νέες ηλικίες, να μην μπορούν να συνειδητοποιήσουν τι σημαίνει να μην έχω ένσημα για σύνταξη και να μην ίσως συνειδητοποιούν, ιδιαίτερα εκείνοι που δεν έχουν φτιάξει ακόμα οικογένεια με παιδιά μικρά, τι σημαίνει η Υγεία να πηγαίνει από το κακό στο χειρότερο.

Και είναι ενδεικτικό. Οταν ο λαός πτωχεύει και όταν εξαθλιώνεται --και αυτό ισχύει για όλα τα μήκη και πλάτη της γης-- εάν δεν υπάρχει ένα πανίσχυρο πολιτικοποιημένο εργατικό λαϊκό κίνημα, και αν δεν υπάρχει ένας πολιτικός συσχετισμός υπέρ --θα το πω καθαρά-- του ΚΚΕ και γενικότερα ένα ριζοσπαστικό κίνημα, ο κίνδυνος των μειωμένων απαιτήσεων σε μια εποχή που ξέρουμε ότι αυξάνονται ιλιγγιωδώς οι απαιτήσεις στη ζωή μας, αυτά να μειώνονται. Πόσα χρόνια υπάρχουν οικογένειες --και πριν από την κρίση-- που δεν έχουν κάνει διακοπές το καλοκαίρι; `Η κάνουν μια βδομάδα. Είναι μικρό πράγμα αυτό; Είναι πολυτέλεια;

Γιατί μας λένε ότι πρέπει να βγάλουμε από πάνω μας ταμπού και συνήθειες. Οχι. Ταμπού και συνήθειες που σημαίνει να ζω αντίστοιχα με τις δυνατότητες της εποχής που περνάμε, με τις δυνατότητες της Ελλάδας, με τις σύγχρονες δυνατότητες, εμείς δεν τα θεωρούμε αυτά ταμπού. Είναι δικαιώματα αναφαίρετα, που ποτέ δεν κατακτήθηκαν πλήρως και δε δεχόμαστε να τα χάσουμε και να ζήσουμε με τις συνθήκες πριν από 50 - 60 χρόνια, τις πρώτες δεκαετίες του 21ου αιώνα.

Εκλεψαν «νόμιμα» και τα νοσοκομεία
Πρέπει να σας πω ότι αυτές τις μέρες συγκεντρώνουμε την προσοχή μας σε προβλήματα που έχουν σχέση με τα νοσοκομεία και όχι μόνο. Γιατί, για μας Υγεία είναι η δημόσια Υγεία, είναι η πρωτοβάθμια περίθαλψη, είναι τα νοσοκομεία, είναι η πρόληψη, δε μιλάμε μόνο για παροχή Υγείας στους ασθενείς, μιλάμε για παροχή υπηρεσιών Υγείας σε αυτούς που δεν έχουν ασθενήσει. Ποια είναι τα ζητήματα που προβάλλουμε; Πρώτα πρώτα, "κουρεύτηκαν" τα αποθεματικά των νοσοκομείων. Είτε είχαν τη μορφή κατάθεσης, αποθεματικών, είτε κυρίως ομολόγων.

Ξέρετε ότι από την κυβέρνηση Σημίτη, από το 1998, αντί να δίνεται ρευστό στα νοσοκομεία, η κρατική επιχορήγηση δινόταν σε ομόλογα. Μάλιστα, ξεκίνησε αυτή η διαδικασία τον Αύγουστο του '98. Είχε προετοιμαστεί, βέβαια, νομικά από το '97. Τα ομόλογα αυτά "κουρεύτηκαν" όλα. Θα δω, βέβαια τον πρόεδρο του νοσοκομείου και θα τον ρωτήσω. Δεν "κουρεύτηκαν" αυτοί που δεν είχαν ομόλογα. Η Τράπεζα της Ελλάδας τα πήρε, τα έδωσε στις τράπεζες.

Μάλιστα, δίνονταν τα ομόλογα των νοσοκομείων και των ΑΕΙ - δεν ξέρω αν ισχύει και συγκεκριμένα για τον "Ευαγγελισμό", ξέρουμε όμως ότι ισχύει γενικά - δίνονταν, κατατίθεντο στις τράπεζες που έμπαιναν στο "κούρεμα" λίγες μέρες πριν ξεκινήσει η διαδικασία του "κουρέματος". Δηλαδή, κατατέθηκαν συνειδητά για να μπουν στο "κούρεμα" 50%. Συνειδητά. Δεν έγινε προ κρίσης, έγινε και προ κρίσης, αλλά κατατέθηκαν --καταγγέλθηκε αυτό-- μέχρι την τελευταία στιγμή. Δηλαδή, που είχε κλειστεί η συμφωνία στις Βρυξέλλες και παραμονές για να ξεκινήσει η διαδικασία του PSI, κατατέθηκαν. Δηλαδή, έγινε συνειδητά να μπουν στο "κούρεμα" και τα νοσοκομεία κ.λπ. για να γλιτώσουν, δεν ξέρουμε τι άλλο.

Εμείς, λοιπόν, ζητάμε να καλυφθούν όλα τα "κουρέματα", ό,τι έχασαν από το "κούρεμα" τα νοσοκομεία, να δοθούν. Δεν φτάνουν αυτά για τη λειτουργία των νοσοκομείων. Αλλά καταλαβαίνετε ότι το "κούρεμα" στα νοσοκομεία φθάνει στο 70%. Κι εμείς έχουμε δώσει κατάλογο συγκεκριμένων νοσοκομείων που ξέρουμε. Δυστυχώς, οι διοικήσεις δεν αποκαλύπτουν τι έχει γίνει κι άμα δεν αποκαλύπτουν δεν μπορείς να μάθεις, εκεί όμως που μπορέσαμε και βρήκαμε τα κείμενα της Τράπεζας της Ελλάδας που ενημερώνουν τα νοσοκομεία τι "κουρεύτηκε" --γιατί όταν πάει το νοσοκομείο και ζητάει να πάρει τις καταθέσεις, τότε η ΤτΕ ενημερώνει για το υπόλοιπο-- και εκεί είδαμε ότι φτάνει το 70%.

"Κουρεύτηκαν" και τα αποθεματικά των ΑΕΙ και ΤΕΙ, όσα είχαν ομόλογα. Οσα δεν είχαν, δεν "κουρεύτηκαν". Καταλαβαίνετε ότι αυτό είναι ένα καινούργιο ξαφνικό γεγονός, το οποίο δεν είχε τοποθετηθεί καθόλου. Την ημέρα, μάλιστα, που πληροφορηθήκαμε για το "κούρεμα" του νοσοκομείου Αγιοι Ανάργυροι, την άλλη μέρα, --και στην Αγία Ολγα-- έτυχε να έχω συνάντηση με τον πρωθυπουργό, με τον κύριο Παπαδήμο. Με κάλεσε σε συνάντηση για το νομοθετικό έργο της κυβέρνησης και για τις εκλογές. Και τον ρώτησα, λοιπόν, και μου είπε ναι, κουρεύτηκαν όλα τα ομόλογα των νοσοκομείων, δεν μπορέσαμε στη διαπραγμάτευση να τα εξαιρέσουμε.

Τότε ακόμα, εκείνη την ημέρα δεν ήξερα για τα εκπαιδευτικά ιδρύματα και φυσικά μου απάντησε σε αυτό που τον ρώτησα. Και μου είπε όλα κουρεύτηκαν, δεν μπορέσαμε να τα εξαιρέσουμε γιατί δεν εξαιρείται κανείς. Εδώ μπήκαν οι ιδιώτες, δεν θα μπουν τα νοσοκομεία;

Ετοιμάζουν τα χειρότερα για Ασφάλιση - Υγεία
Λοιπόν, ζητάμε την επιστροφή. Ζητάμε την καταβολή άμεσα όλων των δεδουλευμένων. Π.χ. χρωστάνε σε όλους τους ειδικευόμενους, ξέρω ότι κάνετε επίσχεση εργασίας. Εμείς υποστηρίζουμε κάθε αγώνα, όλες τις μορφές πάλης και δεν μπορεί κανείς να διώκει τους εργαζόμενους για τις μορφές πάλης που χρησιμοποιούν, τυπικά το Σύνταγμα τις κατοχυρώνει όλες, άλλο τι γίνεται στην πράξη, ιδιαίτερα στον ιδιωτικό τομέα.

Και τώρα ακριβώς επειδή υπάρχει η κρίση, έχουμε προσαρμοσμένη πρόταση στην κρίση, ότι πρέπει να κοπούν ό,τι δίνουμε για Υγεία, φάρμακα κ.λπ., που ξέρετε ανέβηκε η συμμετοχή, άλλα εξαιρέθηκαν κ.λπ., δωρεάν φάρμακα, δωρεάν παροχές Υγείας και φυσικά να μπορούν να έχουν παροχές Υγείας και αυτοί που είναι ανασφάλιστοι σήμερα, λόγω αύξησης της ανεργίας Ελληνες και ξένοι, μετανάστες. Γιατί με την άνοδο της ανεργίας ξέρετε ότι υπάρχουν και άνθρωποι ανασφάλιστοι.

Και πρέπει να σας πω ότι τυπικά --για να μη με προλάβει κανείς-- κατοχυρώνεται ο άνεργος και αυτός που είναι ανασφάλιστος για να μπορέσει π.χ. να πάει το παιδί του στο γιατρό, πρέπει να έχει ορισμένες προϋποθέσεις. Πρέπει να έχει κάνει 2.000 μεροκάματα πριν και κάθε τρεις μήνες να έχει τη δυνατότητα να ανανεώνει το χαρτί από τον ΟΑΕΔ. Καταλαβαίνετε ότι περνώντας τα χρόνια, με την αύξηση της ανεργίας και κυρίως με την απασχόληση δυο μέρες τη βδομάδα κ.λπ., τα λεγόμενα "mini jobs" --τα οποία εμφανίστηκαν στη Γερμανία και τώρα γενικεύονται παντού-- να κάνεις 2.000 ένσημα το τελευταίο διάστημα, δεν είναι κάτι εύκολο. Θέλει πολλά χρόνια.

Αλλά το κυριότερο είναι τα άδεια ταμεία. Γιατί μπορεί να πηγαίνει ο ανασφάλιστος τυπικά να ζητήσει βοήθεια για την Υγεία του, αλλά άμα δεν υπάρχουν φάρμακα, άμα δεν υπάρχουν παροχές... Χώρια που θα καλλιεργηθεί και το κλίμα --γιατί ήδη προετοιμάζεται-- ο καθένας θα έχει παροχές ανάλογα με αυτά που καταβάλλει, με τις εισφορές. Θα έχουμε άνοδο των εισφορών των εργαζομένων και για τη σύνταξη και για την Υγεία. Εχει γίνει τέτοια άνοδος και θα γίνει ακόμα περισσότερο.

Αυτά που λέμε, θα έλεγα, δεν έχουν καν το στοιχείο της υπερβολής. Ενδεχομένως ετοιμάζουν κι άλλα πράγματα που και το δικό μας πονηρό μυαλό --γιατί είμαστε πονηρεμένοι σε αυτά τα πράγματα-- δεν μπορεί συγκεκριμένα να το συλλάβει. Εδώ, πραγματικά, παίρνονται μέτρα που ξεπερνάνε κάθε πρόβλεψη.

Εμείς, μέσα στις συνθήκες του καπιταλισμού, και ξέρουμε καπιταλισμός σημαίνει καπιταλιστική ιδιοκτησία, επιχειρηματικοί όμιλοι κ.λπ., θεωρούμε ότι μέσα στις συνθήκες του καπιταλισμού, οι τομείς της Υγείας και της Παιδείας πρέπει να εξαιρεθούν. Δεν μπορεί να υπάρχει κανένας επιχειρηματίας. Πρέπει να είναι μόνο δημόσια, με εργαζόμενους με καλές αμοιβές, ανάλογα πόσα χρόνια ξόδεψαν στα πανεπιστήμια, αλλά ταυτόχρονα δεν είναι μόνο οι γιατροί, είναι και οι νοσοκόμες, είναι και οι μαγείρισσες και τα πλυντήρια κι οι φύλακες κ.λπ.

Στόχος η υποτίμηση της εργατικής δύναμης
Επιτρέψτε μου να σταθώ λίγο στα θέματα των εκλογών. Εμείς την εκλογική μάχη τη βλέπουμε σαν μια αγωνιστική, μαχητική μορφή πάλης, έτσι τη βλέπουμε, η οποία ως τέτοια, αυτή την Κυριακή που έρχεται --θα είναι 29 Απρίλη, μάλλον 6 Μάη-- θα παίξει σημαντικό ρόλο στις επόμενες εξελίξεις. Την άλλη μέρα, βεβαίως, αυτό που θα καθορίσει τις εξελίξεις είναι αυτό που εμείς λέμε ταξική πάλη, αυτό που λέμε ταξικός αγώνας, ριζοσπαστικός, πολιτικός αγώνας. Ομως η Κυριακή θα παίξει και αυτή το ρόλο της.

Τι το καινούριο έχει αυτή η εκλογική μάχη; Πρώτα πρώτα υπάρχει η πείρα των εργαζομένων. Προ κρίσης και κατά τη διάρκεια της κρίσης. Και εμείς σε αντίθεση με όλα τα άλλα κόμματα δεν ξεκινάμε από το μνημόνιο και μετά, παρότι το μνημόνιο είναι ένας σταθμός. Ξεκινάμε από πριν, όταν η Ελλάδα είχε 5%-6% ρυθμούς ανάπτυξης και θεωρούνταν μάλιστα μια από τις δυνατές χώρες της Ευρώπης σε ρυθμούς ανάπτυξης. Μάλιστα τότε μιλούσαν για την Ελλάδα στον "σκληρό πυρήνα" της ΕΕ. Η κρίση ξεκίνησε ακριβώς μέσα σε αυτούς τους ρυθμούς.

Το μνημόνιο για μας ήταν η πρώτη απόπειρα που έγινε, η οποία και πέτυχε. Και εδώ διαφωνούμε με τα άλλα κόμματα που λένε ότι απέτυχε, πέτυχε τους ταξικούς, αντιλαϊκούς τους στόχους. Απόλυτα πετυχημένο. Όχι βέβαια για το λαό. Γιατί εδώ εμφανίζεται ότι γενικά απέτυχε για όλους το μνημόνιο, γιατί δεν έβγαλε την Ελλάδα από την κρίση. Μα δεν έγινε γι' αυτό το μνημόνιο. Το μνημόνιο ήταν καθαρό. Ήταν το πρώτο πακέτο αρπαγής κατακτήσεων που είχαν μείνει. Από το '92 μέχρι το 2009 τις έπαιρναν σταδιακά, έπρεπε, λοιπόν, να τις πάρουν "φαστ τρακ", που είναι και σύγχρονος όρος της ΕΕ, να τις πάρουν γρήγορα. Και ήταν το πρώτο πακέτο αρπαγής των κατακτήσεων.

Βεβαίως, ενταγμένο και μέσα στο στόχο της ευρωπαϊκής κρίσης, γιατί στον καπιταλισμό διέξοδος από την κρίση σημαίνει: Ξεκινάω με αυτό που λέμε εμείς επιστημονικά υποτίμηση της τιμής της εργατικής δύναμης. Δηλαδή ρίχνω μισθούς, συντάξεις, ανεβάζω όρια συνταξιοδότησης κλπ. Ηταν το πρώτο πακέτο. Αυτό πέτυχε απόλυτα. Παρά τους αγώνες που αναπτύχθηκαν. Δεν τους έφτανε όμως, έπρεπε να γίνει ακόμα μεγαλύτερη υποτίμηση. Και μάλιστα ξεκίνησε πρώτα με την υποτίμηση της αξίας της εργατικής δύναμης. Της δικής σας αξίας και της αξίας όλων των άλλων.

Βεβαίως, τα χρέη δεν καλύπτονται, το ξέρανε αυτό, ότι δεν καλύπτονται τα χρέη. Αλλά προετοιμάζουν την πτώση της τιμής της εργατικής δύναμης στην περίοδο της ανάκαμψης. Γιατί είναι το πρώτο πράγμα. Πρέπει να υποτιμηθεί αυτό το πράγμα. Και ενώ μεν λίγα πράγματα φέρνει ως προς την κάλυψη του χρέους, στην πραγματικότητα προετοιμάζει την κερδοφορία όταν θα μπούμε στην περίοδο της ανάκαμψης. Και ακολούθησαν όλα τα άλλα μέχρι τη δανειακή συνθήκη, να μην τα επαναλάβω.

Βέβαια, δεν μπορεί και ο καπιταλισμός δεν αντιμετωπίζει την κρίση του μόνο υποτιμώντας την αξία της εργατικής δύναμης. Πρέπει και ένα μέρος του κεφαλαίου, το οποίο έχει υπεραυξηθεί και πάνω σε αυτή την υπεραύξηση έχει υπερπολλαπλασιαστεί, πρέπει να καταστραφεί ένα μέρος του κεφαλαίου, ούτως ώστε να δημιουργηθούν προϋποθέσεις το πραγματικό κεφάλαιο να ξαναμπεί στη δράση για να αποκτήσει ακόμα μεγαλύτερους ρυθμούς κερδοφορίας. Κι αυτό έγινε με τη δανειακή συνθήκη, με το 50-50.

Τρομοκρατία και αυταπάτες
Ξεκαθαρίζουμε το εξής πράγμα. Και είμαστε το μοναδικό κόμμα που το λέει, γιατί όλη η κριτική που γίνεται κι από τα άλλα κόμματα, από τη ΝΔ μέχρι το ΣΥΡΙΖΑ, ότι αν το κούρεμα, δηλαδή η αναδιαπραγμάτευση, γινότανε από την αρχή, τότε θα είχε καλυφθεί το χρέος, θα είχε μπει μια τάξη και δεν θα χρειάζονταν όλα τα υπόλοιπα. Κι απαντάει η ΕΕ -- και να μην απαντούσε, εμείς ξέρουμε πώς σκέφτονται, αλλά απαντάει: Οχι, λέει, κύριοι, το κούρεμα το κάναμε μετά από δυο χρόνια, αφού εξασφαλίσαμε το κεφάλαιο να χάσει λιγότερα. Αν το κάναμε πριν δυο χρόνια, θα έχανε πολύ περισσότερα.

Γιατί τι κάνανε; Πολλοί επιχειρηματίες ξεφορτώθηκαν τα λεγόμενα δομημένα ομόλογα. Και ιδιαίτερα οι γαλλικές και οι γερμανικές τράπεζες που είχαν τα περισσότερα. Δηλαδή το κούρεμα το έκαναν την κατάλληλη στιγμή για να περιοριστούν οι απώλειες του κεφαλαίου και αφού είχε προετοιμαστεί η επανακεφαλαιοποίηση των τραπεζών.

Και αν στέκομαι σε αυτά είναι γιατί στην εκλογική μάχη ακούμε δυο πράγματα να ρίχνονται στο τραπέζι. Ενα είναι ο τρόμος. Δεν μπορεί η ΝΔ και το ΠΑΣΟΚ να δώσουν υποσχέσεις. Είναι αδύνατον. Καταρχήν προετοιμάζουν τη μετεκλογική κυβέρνηση και τη μετεκλογική τους σύμπραξη. Τώρα δεν τους αφήνει η ΕΕ, η ΕΚΤ και το ΔΝΤ --αυτοί είναι η τρόικα, για να θυμόμαστε ποιοι είναι η τρόικα, είναι αυτές οι τρεις ενώσεις-- και δεν τους αφήνουν και οι κεφαλαιοκράτες στην Ελλάδα να υποσχεθούν αυξήσεις. Δεν τους αφήνουν με τίποτα, τέρμα.

Από τη στιγμή που δεν έχουν παροχές, πρέπει να τρομοκρατήσουν. Αν δεν γίνει ό,τι γίνει, θα έχουμε χάος. Το χάος είναι αυτό που ετοιμάζουν για το λαό. Εμείς θέλουμε να χάσουν οι κεφαλαιοκράτες, δεν μας νοιάζει αν αυτοί τη χασούρα τους τη θεωρούν χάος. Αλλά το χάος που μας τρομοκρατούν είναι πραγματικό στο βαθμό που ο λαός υποκύψει στο δικό τους επιχείρημα του χάους.

Ταυτόχρονα με αυτή την τρομοκρατία υπάρχουν πολλά κόμματα σήμερα παλιά και καινούρια στη βουλή --τώρα κανένα δεν είναι εντελώς καινούριο, όλα είναι με παλιά υλικά-- που λένε ότι υπάρχει και άλλη λύση μέσα στα πλαίσια της ΕΕ και μάλιστα με μια καλύτερη επαναδιαπραγμάτευση -- απαγορεύεται η επαναδιαπραγμάτευση, αυτά ισχύουν μέχρι το 2032, καμία αναδιαπραγμάτευση δεν μπορεί να γίνει. Και ταυτόχρονα --γιατί αυτοί λένε αναδιαπραγμάτευση εντός ΕΕ-- υπάρχει η πρόταση αν θελήσει ο λαός μπορεί να αλλάξει ουσιαστικά την κυβέρνηση και να μην έχουμε πια μια κυβέρνηση ΠΑΣΟΚ - ΝΔ, αλλά να έχουμε αντιμνημονιακών δυνάμεων. Άλλοι τη λένε "αντιμνημονιακών", άλλοι τη λένε κυβέρνηση αριστερών, αντιμνημονιακών δυνάμεων κλπ. Και αυτή η κυβέρνηση θα καταγγείλει τη δανειακή σύμβαση, τα μνημόνια και όλα.

Ούτε σε αυτή την πρόταση πρέπει να πιστέψει ο λαός. Δεν θα κάνω τώρα σχόλιο αν αυτή η πρόταση γίνεται με συνειδητό τρόπο να κοροϊδέψει το λαό ή είναι αφελείς αυτοί που τη λένε και κοροϊδεύουν το λαό από αφέλεια. Γνώμη έχουμε, αλλά αφήστε τη, γιατί στο κάτω - κάτω εμείς θέλουμε να αποδείξουμε την ουσία της πρότασης. Κοιτάξτε να δείτε. Μπορείς να έχεις μια κυβέρνηση αντιμνηνονιακών δυνάμεων. Αυτή η κυβέρνηση θα έχει καμιά εξουσία στα χέρια της; Τίποτα. Μια απόφαση του κοινοβουλίου. Και θα καταγγείλει και τη δανειακή σύμβαση. Εάν την καταγγείλει και τα καταγγείλει όλα αυτά, πρέπει στη θέση τους να βάλει άλλα μέτρα. Να καταγγείλω μια συνθήκη. Και άμα δεν τα αλλάξω στην πράξη; Φραστική καταγγελία θα κάνει;

Π.χ. αυτή η κυβέρνηση θα δώσει χρήματα στα ασφαλιστικά ταμεία; Θα επαναφέρει τους μισθούς στα επίπεδα που ήταν πριν τα κοψίματα και τα χαράτσια; Πώς θα τα κάνει όλα αυτά; Στο επίπεδο της οικονομίας και της κοινωνίας κυριαρχούν οι επιχειρηματικοί όμιλοι. Π.χ. η ΔΕΗ είναι ιδιωτικοποιημένη και μάλιστα είναι σε πορεία πλήρους ιδιωτικοποίησης. Θα την ανακηρύξει δημόσια. Μάλιστα. Θα κάνει κάποιες τράπεζες δημόσιες.

Ποια θα είναι η απάντηση; Η απάντηση θα είναι, οι καπιταλιστές στην Ελλάδα και η ΕΕ, συνασπισμένοι, θα πούνε έξω από την ΕΕ και έχουν όλα εκείνα τα όπλα, ιδιαίτερα μέσα στην Ελλάδα. Παίρνουμε τα κεφάλαιά μας και πάμε στο εξωτερικό, δεν κάνουμε επενδύσεις και έχουν τη δυνατότητα, όχι μόνο να εμποδίσουν το έργο αυτής της κυβέρνησης, αλλά έχουν τη δυνατότητα στην πορεία να χρησιμοποιήσουν και το λαό εναντίον της.

Για κοιτάξτε, ποια ήταν η εξέλιξη της Επανάστασης των Γαρύφαλλων στην Πορτογαλία, στη Χιλή του Αλιέντε ή και τώρα στη Βενεζουέλα; Ο πρόεδρος Τσάβες --εγώ σας λέω είναι πολύ καλοπροαίρετος-- διακηρύσσει το σοσιαλισμό, αλλά τα κλειδιά στην οικονομία τα έχουν τα μονοπώλια. Με εξαίρεση την ενέργεια που έχει κρατικοποιηθεί. Και πάλι με φθηνό πετρέλαιο, άμα δεν έχεις να φας, τι να το κάνεις το φθηνό πετρέλαιο, θα το κάνεις πορτοκαλάδα; Κι εκεί υπάρχουν προβλήματα. Και η αντιπολίτευση, όπως ξέρετε, δεν είναι μόνο πολιτική αντιπολίτευση, γίνονται σαμποτάζ στα εργοστάσια, στην ύπαιθρο κλπ. Ενώ έδωσε τη γη στους αγρότες την ξαναπαίρνουν πίσω, πάνε στους αγρότες και ξαναγοράζουν οι καπιταλιστές τη γη.

Άρα αυτή η κυβέρνηση δεν θα μπορεί να κάνει τίποτα. Διότι λέει θα διαπραγματευτώ -- προσέξτε. Θα τα λύσω με διαπραγμάτευση. Πώς θα διαπραγματευτείς; Στο λάκκο των λεόντων; Τι θα διαπραγματευτείς; Με τους καπιταλιστές στην Ελλάδα, με τον ΣΕΒ; Να δώσει αυξήσεις;

Διέξοδος με ισχυρό ΚΚΕ
Ποια είναι η πρόταση του ΚΚΕ: Η λύση των προβλημάτων συνδέεται με ριζική ανατροπή. Μια κυβέρνηση, τι είναι; Το πολιτικό προσωπικό μιας εξουσίας. Είναι το πολιτικό προσωπικό του κράτους, μιας εξουσίας. Το πολιτικό προσωπικό σήμερα της εξουσίας της αστικής τάξης. Η θέση του ΚΚΕ είναι ότι εδώ χρειάζεται αλλαγή όχι στη διακυβέρνηση μόνο, αλλαγή στο επίπεδο της εξουσίας. Και φυσικά εφόσον είναι στο επίπεδο της εξουσίας, είναι κυβέρνηση.

Εμείς ακριβώς θέτουμε στο λαό το ζήτημα της εργατικής - λαϊκής εξουσίας, η οποία δεν είναι μόνο ότι θα βγάλει την Ελλάδα από την ΕΕ. Θα βγάλει την Ελλάδα από την ΕΕ. Δεύτερο. Θα διαγράψει μονομερώς το χρέος. Ναι, δεν θα μείνει όμως εκεί, γιατί δεν θα κάνει κι αυτή τίποτα αν μείνει εκεί. Το κυριότερο που θα κάνει είναι ότι θα κοινωνικοποιήσει ό,τι υπάρχει. Επιχειρήσεις μεγάλες, νοσοκομεία, Παιδεία, Υγεία, τα πάντα, τον πλούτο που υπάρχει στη χώρα. Είτε είναι φυσικός, στο υπέδαφος, στη θάλασσα, είτε έχει δημιουργηθεί από τον ανθρώπινο μόχθο, θα τον κοινωνικοποιήσει.

Δεύτερο, δίπλα σε αυτό τον κοινωνικοποιημένο τομέα, εκεί που δεν μπορεί να γίνει γενική κοινωνικοποίηση, θα διαμορφώσει την παραγωγική συνεταιριστική ιδιοκτησία, η οποία θα είναι σύμμαχος, θα δρα από κοινού με την κοινωνική και σε ενιαίο προγραμματισμό. Και θα αναπτύξει όχι δυο - τρεις κλάδους που υπόσχονται σήμερα, αλλά θα αναπτύξει ό,τι πετάει, ό,τι κινείται σήμερα στην Ελλάδα, ό,τι μπορεί να αναπτυχθεί καταργώντας τις εισαγωγές σε προϊόντα που εμείς μπορούμε να τα παράγουμε.


Πηγή: Ριζοσπάστης

Στρατόπεδα συγκέντρωσης (Dies Brumalis)

"Πράξη νομοθετικού περιεχομένου, σε συνεργασία με το υπουργείο Εθνικής Άμυνας, για την κατασκευή τριών κλειστών κέντρων κράτησης παράνομων μεταναστών σε κάθε μία από τις δέκα Περιφέρειες της χώρας θα προωθήσει στο Υπουργικό Συμβούλιο ο υπουργός Προστασίας του Πολίτη, Μιχάλης Χρυσοχοΐδης, πριν από τις εκλογές. ..

Όπως ανακοίνωσε ο κ. Χρυσοχοΐδης στη συνάντηση με τους περιφερειάρχες, στους οποίους παρουσίασε το σχέδιο της κυβέρνησης, θα δημιουργηθούν 1.000 θέσεις εργασίας ανά περιφέρεια, ενώ οι Περιφέρειες έχουν προθεσμία μίας εβδομάδας για να απαντήσουν εάν συμφωνούν με τη δημιουργία των κέντρων…"

Το μεταπολιτευτικό κράτος πρόνοιας, που ταυτίστηκε στη χώρα μας μ’ ένα καθεστώς ευημερίας, ενώ διαλύεται η μορφή με την οποία το ξέραμε, καταλήγει να χρησιμοποιεί πια τη δύναμή του για να χτίσει … στρατόπεδα συγκέντρωσης. Γιατί, τα κέντρα κράτησης μεταναστών δεν θα εξελιχθούν παρά σε στρατόπεδα συγκέντρωσης, όπου μπορεί να εφαρμοστεί μέσα από τυπικά δημοκρατικές διαδικασίες η ολική κυριαρχία.

Το στρατόπεδο συγκέντρωσης δε θα λειτουργεί απλώς ως τόπος, αλλά ως πρότυπο οργάνωσης μιας ολοκληρωτικής κοινότητας που θα γαλουχεί τους πολίτες της ακόμη και όταν καταργηθεί, έχοντας εκπληρώσει τον αρχικό προορισμό του. Το στρατόπεδο συγκέντρωσης ανάγεται σιγά σιγά σε μορφή «κοινωνικού ιδεώδους» της απόλυτης εξουσίας που θα δυσκολευόμαστε να αναγνωρίσουμε.

Το όραμα της κυρίαρχης πολιτικής είναι η επικράτηση μιας τεχνητής τάξης στην κοινωνία, πέραν και υπεράνω των ταξικών συγκρούσεων των οποίων αρνείται την ύπαρξή. Στην πραγματικότητα όμως αυτή η τάξη είναι ασύμμετρη και διχοτομική. Διαχωρίζει την κοινωνία στο μέρος εκείνο για το οποίο θα κατασκευαστεί η ιδανική τάξη (και πιστεύουμε αφελώς, οι περισσότεροι που ανήκουμε στις υποτελείς τάξεις, ότι σ’ αυτό ανήκουμε) και σε κείνο το τμήμα το οποίο εισέρχεται στην εικόνα και τις στρατηγικές του οράματος ως ένα εμπόδιο που η αντίσταση του πρέπει να κατανικηθεί. Η κυρίαρχη πολιτική δεν θέλει παρά να εξαλείψει το αταίριαστο, το ανεξέλεγκτο και αμφίσημο κομμάτι, που μπορεί να απειλήσει δυνάμει την κυριαρχία της.

Στη δική μας κοινωνία το κυρίαρχο πολιτικό σύστημα στοχοποιεί τους μετανάστες, παράνομους ή όχι δεν έχει σημασία. Διατάσσει το ξένο να φύγει η να απομονωθεί, ισχυριζόμενη ότι έτσι θα εγκαθιδρυθεί εκ νέου η τάξη που διασαλεύτηκε εις βάρος μας, θα αποκατασταθεί η ενότητά μας, γιατί είναι πολύ βολικό να χρεωθεί στον ξένο η απειλή διατάραξής της και όχι σε ταξικές συγκρούσεις.

Επειδή οι κοινωνίες μας ισχυρίζονται ότι είναι πολυπολιτισμικές και ανεκτικές δεν τολμούν ακόμα να τους εξαλείψουν και γι’ αυτό, σε ένα πρώτο στάδιο, τους απομονώνουν. Αναστέλλεται η κοινωνική επαφή μαζί τους και σιγά σιγά και όποιο υπόλειμμα επικοινωνίας απομένει, αφού παραμένει φυσικώς σ’ ένα περιφραγμένο χώρο και περιβάλλεται με τελετουργικά και απαγορεύσεις που τη ρυθμίζουν.

Οσο για μας, οι περισσότεροι βιώνοντας πραγματικά προβλήματα σχεδόν επικροτούμε ενέργειες που απλώς απομακρύνουν από την πόρτα μας το πρόβλημα. Δεν αναρωτιόμαστε ούτε πως κατέληξαν μετανάστες ούτε μήπως κι εμείς είμαστε μέρος του προβλήματός τους. Όλα έχουν ζευτεί στο ζυγό της παραγωγικής διαδικασίας και το μοναδικό κριτήριο είναι η αποτελεσματικότητα για την εξασφάλιση κέρδους.

Ο ατομικισμός και η αδιαφορία για συλλογικά προβλήματα, που για χρόνια καλλιεργήθηκε από την κυρίαρχη ιδεολογία, η ιδέα του ατομικού συμφέροντος που βαθμιαία συμπίεσε όλα τα άλλα κίνητρα που θεωρούνται θεμελιώδη για τη λειτουργία της κοινωνίας, η παγίδα του συνεχούς φόβου που δεν σταματά να ενεργοποιείται και κοντεύει να γίνει συστατικός όρος της ύπαρξής μας μας καταδικάζει να διατηρούμε τη θέση του θεατή των γεγονότων, κρατώντας για τον εαυτό μας την πρόχειρη δικαιολογία της ματαιότητας της αντίδρασης ή της αδυναμίας μας. Η ριζική αλλοίωση από την κυρίαρχη ιδεολογία της κοινωνικής πραγματικότητας μας κάνει να μην είμαστε σε θέση να βλέπουμε το μηχανισμό που μας καθυποτάσσει και παραπλανά.

Ακόμα χειρότερα, η κοινωνία μας, φοβισμένη, δικαιολογεί και αποδέχεται πολλούς άναντρους, που οδύρονται για την ανικανότητα της εποχής μας και φτάνουν ίσως και να νοσταλγούν ένα Ντούτσε ή Φύρερ, γιατί αγαπούν τη δύναμη αλλά δεν τολμούν να δείξουν τη δική τους παρά πάνω στις πλάτες των χιλιάδων μεταναστών που σκύβουν κάτω από το ρόπαλο αυτών που έχουν εξουσία.

Η οικονομική κρίση διαμόρφωσε ιδανικές συνθήκες για να εδραιώνονται οι ψευδαισθήσεις για την ενοχή των μεταναστών. Είναι πολύ βολικό να αποδίδεται στον μετανάστη το στίγμα του υπεύθυνου για την κατάσταση της κοινωνίας μας. Ο μετανάστης στιγματίζεται ατομικά και συνολικά η κατηγορία του μετανάστη κι ας μην απέχουμε παρά μια γενιά απο τους δικούς μας μετανάστες.

Ο Χρυσοχοΐδης, με την μικροπολιτική του μικροαστού αγωνίζεται να γίνει αποδεκτός από τα κέντρα εξουσίας ενόψει και των εκλογών. Με το σχέδιο του για τα στρατόπεδα συγκέντρωσης θέλει να δείξει ότι με την αποτελεσματικότητα του σχεδιασμού και την αποφασιστικότητα της εξουσίας ενάντια στη … μοιρολατρία, εκμεταλλευόμενος υπαρκτά προβλήματα, που το κυρίαρχο σύστημα όλα αυτά τα χρόνια εξέθρεψε, μπορεί να συντηρήσει με την τρομοκρατία, προς το παρόν προς τους ξένους, την ιδέα της εθνικής ενότητας που παγώνει τις αντιδράσεις.

Το κυρίαρχο σύστημα, και όχι μόνο το εγχώριο. προσπαθεί να εδραιώσει πάνω στα εκατομμύρια κορμιά των μεταναστών το πείραμα της ολικής κυριαρχίας του, που σιγά σιγά θα επεκτείνει και σε μας, αφού πρώτα μας δώσει μια κίβδηλη ταυτότητα, που είναι αναγκαία για να μετατραπούμε ή σε εξολοθρευτές ή τουλάχιστον να αποδεχτούμε, ενεργητικά ή παθητικά, το ρόλο μας σε μια κοινωνία εξολοθρευτών.

Η κυρίαρχη ιδεολογία δεν κάνει τίποτε άλλο, προς το παρόν εμμέσως και λεκτικώς μόνο, παρά συνεχώς να μας θυμίζει ότι, σ’ έναν κόσμο όπου εισβολείς όπως οι μετανάστες απειλούν την τάξη του, το χρέος της επιβίωσης ταυτίζεται με την τιμωρία, προς φρονηματισμό στην αρχή, εκείνων που δεν μπορούν να συμμορφωθούν. Προς το παρόν νομίζουμε πως είναι οι μετανάστες οι παρείσακτοι και δεν εννοούμε να καταλάβουμε ότι τα κυρίαρχα κέντρα εξουσίας θα συμπεριφέρονται συλλήβδην με τον ίδιο τρόπο σε όλες τις υποτελείς τάξεις.

Διαμορφώνουμε μια ψευδή συλλογικότητα που στηρίζεται στο φόβο του άλλου.

Ακόμα και η λογική μας, καρατομημένη, αφιερώνει όλη της την ενέργεια στη δημιουργία μιας αδιάφορης μετρησιμότητας των στοιχείων που συνθέτουν την πραγματικότητα. Η συνεχής απειλή της φτώχειας και η υπογράμμιση της αδυναμίας μας και ενοχής μας φαίνεται να σημαδεύουν την εγκατάλειψή μας στην πειθώ της μαζικής δημαγωγίας και της διαστρεβλωμένης της γλώσσας.

Πηγή: Dies Brumalis

Παρασκευή, 30 Μαρτίου 2012

Μερικές παρατηρήσεις για το ζήτημα του στρατιωτικού καθορισμού

Πριν πολλά χρόνια --δεκατρία αν δεν κάνω λάθος-- και περίπου τέτοια εποχή, βρέθηκα σε ένα τραίνο του πόνου, απ' αυτά που μετέφεραν, με ρυθμό βασανιστικά αργό, τους έφεδρους φαντάρους από το Κέντρο Εκπαίδευσης στις διάφορες μονάδες τους στη Θράκη. Το κλίμα ήταν κατά βάση μανιοκαταθλιπτικό, κι έτσι η κατήφεια και η ανησυχία άλλαζε συχνά-πυκνά θέση με την υστερική ευθυμία. Κάποια στιγμή, κι ενώ τα βαγόνια άδειαζαν σιγά-σιγά και οι μονάδες γέμιζαν, παρατήρησα ότι ένας παχουλός και μυστακοφόρος φαντάρος --αν θυμάμαι καλά, τον έλεγαν Γιάννη-- ήταν εντελώς ήρεμος· ο μόνος ήρεμος φαντάρος ανάμεσά μας. Καθόταν μόνος, οπότε κάθισα απέναντί του και τον ρώτησα πώς και είναι τόσο ήρεμος. "Μήπως ξέρεις ότι πας σε καλή μονάδα;" πρόσθεσα. Ο Γιάννης, δηλωμένος, θυμάμαι, "σταλινικός", μου απάντησε με ύφος αγγελικό:  "Όχι, πάω στου διαόλου τη μάνα σε μια κωλομονάδα στην Ορεστιάδα, αλλά πρέπει να θυμάσαι ότι στην επανάσταση ο χειρισμός των όπλων είναι απαραίτητος, και είναι καθήκον κάθε συντρόφου να γνωρίζει να τα χειρίζεται για όταν έρθει η ώρα." Οι παρακάτω παρατηρήσεις είναι αφιερωμένες σ' αυτόν. Ο κόσμος είναι μικρός και δεν αποκλείεται εντελώς κάποτε να τις διαβάσει.

1. Στο Η καταγωγή της οικογένειας, της ατομικής ιδιοκτησίας και του κράτους, ο Ένγκελς παρατηρεί περισσότερες από μία φορές ότι ο σταδιακός χωρισμός της κοινωνίας σε ανταγωνιστικών συμφερόντων τάξεις, αρχής γενομένης απ' την αρχαία δουλεία, επέβαλλε την αναδιοργάνωση του στρατού στη βάση μιας εξειδικευμένης ομάδας ένοπλων, εφόσον ήταν άκρως επικίνδυνο πλέον να διατηρηθεί η παλιά αρχή της συλλογικής άμυνας της κοινότητας από όλους. Η δημιουργία του στρατού ως εξειδικευμένου σώματος που στελεχώνεται μόνο από ένα περιορισμένο κομμάτι της κοινωνίας είναι λοιπόν συνώνυμη της δημιουργίας του κράτους, και ταυτόχρονα συνώνυμη του χωρισμού της κοινωνίας σε ανταγωνιστικές κοινωνικές τάξεις ανθρώπων.

2. Στον Εμφύλιο πόλεμο στη Γαλλία, ο Μαρξ παρατηρεί πως ένα από τα βασικότερα στοιχεία της Κομμούνας ως νέου τύπου κράτους ήταν η κατάργηση του στρατού ως εξειδικευμένου σώματος και η μεταφορά της ευθύνης της άμυνας στον "ένοπλο λαό" στο σύνολό του· πράγματι, η άμυνα της Κομμούνας στηρίχτηκε στην καθολική στράτευση και φυσικά, στον οπλισμό όλων όσων ήταν σε θέση να φέρουν όπλα.

3. Στο Κράτος και επανάσταση, ο Λένιν επιμένει πολύ και στα δύο αυτά κείμενα, αναγάγωντας την "εξουσία του ένοπλου λαού" σε βασικό στοιχείο της επανάστασης ως διαδικασίας δημιουργίας νέου τύπου κράτους. Η ιδέα διατηρείται και μετά τον Οκτώβρη του 1917. Η "Διακήρυξη των δικαιωμάτων του εργαζόμενου και ένοπλου λαού" του Γενάρη του 1918, την οποία συνέταξε ο ίδιος, γράφει: "Με σκοπό τη διαφύλαξη της κυρίαρχης εξουσίας του εργαζόμενου λαού, και για να εξαλειφθεί κάθε πιθανότητα να αποκατασταθεί η εξουσία των εκμεταλλευτών, διακηρύσσεται με το παρόν ο οπλισμός του εργαζόμενου λαού, η δημιουργία ενός σοσιαλιστικού Κόκκινου Στρατού εργατών και αγροτών, και ο πλήρης αφοπλισμός των τάξεων των ιδιοκτητών" (ΙΙ, 5).

4. Τόσο η Κομμούνα του 1871 όσο και ο Οκτώβρης του 1917, όσο τέλος, και η Κινέζικη επανάσταση, λαμβάνουν χώρα σε συνθήκες διεθνούς πολέμου και μπορούν να οριστούν ως μετατροπές του διεθνούς πολέμου σε εμφύλιο: της μετατροπής της σύγκρουσης, συνεπώς, των εθνών σε σύγκρουση, μέσα σε ένα έθνος, των τάξεων. Βασική τους προϋπόθεση είναι η ύπαρξη ριζοσπαστικοποιημένων κομματιών του στρατού, που ριζοσπαστικοποιούνται σε σημαντικό βαθμό από την κόπωση, τις κακουχίες, την απάνθρωπη συμπεριφορά των αξιωματικών, την πείνα, και την συνειδητοποίηση ότι ο πόλεμος για τον οποίο σκοτώνουν και σκοτώνονται δεν διεξάγεται για κανένα δικό τους συμφέρον. Η μεταστροφή ενός τμήματος του στρατού, κυρίως δε του λεγόμενου rank-and-file, των απλών φαντάρων και χαμηλόβαθμων αξιωματικών, προς ριζοσπαστική πολιτική κατεύθυνση απετέλεσε ουσιώδη προϋπόθεση για τα εξεγερσιακά ή επαναστατικά αυτά συμβάντα. 

5. Ένα από τα ασφαλέστερα κριτήρια του ρεφορμιστικού χαρακτήρα της παράδοσης εκείνης παρασιτείας στον Μαρξισμό που ενώνει τους Μπέρνσταϊν και Κάουτσκι με τους σύγχρονους επιγόνους τους είναι η καθοριστική υποτίμηση της σημασίας του στρατιωτικού καθορισμού. Μετά την ευκαιρία που δίνει στον ρεφορμισμό άθελά του ο Γκράμσι --ο οποίος, τι ειρωνεία, μιλά διαρκώς για στρατηγική με στρατιωτικούς όρους-- η κυρίαρχη κατεύθυνση υποτίμησης του στρατιωτικού καθορισμού θα πάρει την μορφή της επικέντρωσης στην ιδεολογική ηγεμονία, και στις πιο ακραία ρεφορμιστικές περιπτώσεις, στην "πολιτισμική ηγεμονία." Τα πάντα θα παρουσιαστούν ωσάν η βίαιη και ένοπλη σύγκρουση με το κράτος και τις δυνάμεις του να είναι εντελώς περιττή, ωσάν η "μετάβαση στον σοσιαλισμό" να είναι απλώς ζήτημα ειρηνικής, σχεδόν απαρατήρητης αλλαγής συσχετισμών.

Η άρνηση του στρατιωτικού καθορισμού αποτελεί το βασικό ιδεολογικό πρόταγμα της σοσιαλδημοκρατίας από την αρχή της ως την μετάλλαξή της σε ευρωκομμουνισμό, και αργότερα, σε "κινηματική αριστερά", κλπ. Στα πλαίσια αυτής της άρνησης, φυσικά, κάθε αναφορά στον στρατιωτικό καθορισμό, με άλλα λόγια στη βίαιη διάσταση της σύγκρουσης των τάξεων για κατάληψη της κρατικής εξουσίας, προβάλλεται ως "μιλιταρισμός" ή χειρότερα, ως νεοφασιστικού τύπου αυταρχισμός (αν και βέβαια, η ρήξη του κομμουνισμού με τη σοσιαλδημοκρατία πήρε τη μορφή της συνενοχής της πρώτης, και στους δύο παγκόσμιους πολέμους, με τον αστικό μιλιταριστικό εθνικισμό). Η "δικτατορία του προλεταριάτου" έχει έτσι κι αλλιώς μακροπρόθεσμα άσχημο ηχόχρωμα για αυτή την παράδοση σκέψης, ενώ η κοινοβουλευτική θητεία προϋποθέτει, πάνω από όλα, δηλώσεις ευπείθειας και υποταγής στην υφιστάμενη κρατική νομιμότητα, αλλιώς υπάρχει ο κίνδυνος κήρυξης του κόμματος σε παράνομο.

6. Έχει μεγάλο ενδιαφέρον να σκεφτεί κανείς σ' αυτό το πλαίσιο την εξαιρετικά θετική πρόσληψη που είχε από την νέα αριστερά η κίνηση, σε όλη την δυτική Ευρώπη, της σταδιακής ή άμεσης αντικατάστασης των εφέδρων από επαγγελματίες στρατιώτες, κάτι που βέβαια ίσχυε εδώ και δεκαετίες --και δη μετά την ήττα στον πόλεμο του Βιετνάμ-- στις ΗΠΑ. Η ιδέα είναι ότι ο στρατός είναι ένας απεχθής και αυταρχικός θεσμός (φυσικά και είναι) και ότι, συνεπώς, είναι φύσει προοδευτική η απαλλαγή σου από την υπηρεσία σ' αυτόν και η αντικατάστασή σου από επαγγελματίες (εδώ όμως μεσολαβεί μια κρίσιμη ιδεολογική λαθροχειρία).

Κανείς δεν φαίνεται να προβληματίστηκε ιδιαίτερα από το τι θα σήμαινε αυτό σε συνθήκες οξείας πολιτικής αναταραχής: τι σημαίνει, πιο συγκεκριμένα, να κυριαρχείται ο στρατός, ακόμα και στις χαμηλές βαθμίδες, στο rank-and-file, από άτομα τα οποία πληρώνονται από το κράτος για να φέρουν όπλα, και των οποίων το βιός εξαρτάται κατά συνέπεια άμεσα από την ευπείθεια στις (όποιες) κρατικές εντολές. Αν για τον Ένγκελς η δημιουργία ενός εξειδικευμένου στρατού ήταν η ίδια σημάδια της απώλειας της "πρωτόγονης δημοκρατίας και ισότητας", σημάδι της ένοπλης κυριαρχίας μίας τάξης πάνω στις άλλες, τι είναι η αντικατάσταση του στρατού κληρωτών, που μπορεί να έχουν κάθε είδους ιδεολογικές πεποιθήσεις, και που είναι πολύ πιο εύκολο να απογοητευτούν ή να εξεγερθούν κάτω από ορισμένες συνθήκες, με μισθοφόρους του κράτους, πλήρως εξαρτημένους απ' αυτό; Πώς γίνεται ένοπλος ο λαός των Μαρξ, Ένγκελς και Λένιν χωρίς να του δοθούν όπλα; Και πώς να του δοθούν όπλα αντί για σφαίρες απευθείας όταν δεν θα υπάρχουν μέρη του στρατού που δεν θα ταυτίζουν το συμφέρον τους με την διαιώνισή του ως θεσμού στην υπηρεσία της άρχουσας τάξης, μέρη ικανά να αποστατήσουν από τον έλεγχο του κράτους και των αξιωματικών και να πάνε με μέρος των άοπλων εξεγερμένων πολιτών (πώς γίνεται ένα "Ποτέμκιν" σήμερα); 

7. Αλλά βέβαια, αυτή είναι μια συζήτηση-ταμπού στο κατά τα άλλα υπερεπαναστατικό κλίμα της σημερινής αριστερής πολιτικής συζήτησης, αφού όλοι μας διαβεβαιώνουν ότι οι επαναστάσεις πλέον άλλαξαν ουσιωδώς σε χαρακτήρα και γίνονται καθαρά στο συμβολικό επίπεδο, το επίπεδο των αναπαραστάσεων, και στο επίπεδο των σημασιοδοτικών πρακτικών. Κι όμως, υπάρχει ένα αξίωμα απ' το οποίο ο αδήλωτος ρεφορμισμός δεν μπορεί απαλλαγεί.  Στην πραγματικότητα, η σιωπή του για τις συνεπαγωγές του αξιώματος αυτού σηματοδοτεί συνενοχή με την χειρότερη από αυτές: Ο στρατός μπορεί να έχει μόνο δύο χρώματα· είναι ή καθολικά μαύρος, ή εν μέρει κόκκινος. Είναι συνηθέστερα καθολικά μαύρος από ό,τι είναι εν μέρει κόκκινος, δεν γίνεται κόκκινος παρά με συγκροτημένη και παρατεταμένη ιδεολογική δουλειά που είναι φύσει δυσκολότερη από παντού στο στρατό, και είναι παρά πολύ δύσκολο, έως αδύνατο, να γίνει κόκκινος όταν είναι κατά βάση μισθοφορικός.

Και φυσικά, σε συνθήκες οξείας και προεπαναστατικής πολιτικής αναταραχής, δεν υπάρχει "γαλανόλευκος" --εφόσον μιλάμε για την Ελλάδα-- στρατός. Ας το θυμόμαστε καλά αυτό.

Δύσκολοι καιροί για μεταμοντέρνους

Δεν μπορεί κανείς παρά να αισθανθεί συμπάθεια για τους επιφανείς κοινωνιολόγους και πολιτικούς επιστήμονες --αρκετούς απ' αυτούς συμπατριώτες μας-- που έσπευσαν να δουν στην "αγανάκτηση" του "πλήθους" την ανώτατη και πιο "εξελιγμένη" μορφή "μετανεωτερικής" πολιτικής, πανηγυρίζοντας, ανάμεσα σε άλλα, για το "τέλος" του παραδοσιακού, περιοριστικού εργατικού συνδικαλισμού, και κάνοντας τα στραβά μάτια για την κυριαρχία της γαλανόλευκης πάνω στην κόκκινη σημαία. Περίπου δέκα μήνες μετά τις συγκεντρώσεις των ισπανών "indignados" που απετέλεσαν το έναυσμα για τις δικές μας πλατείες, η ίδια χώρα πλημμύρισε με κάποιες εκατοντάδες χιλιάδες απεργών, που κράδαιναν κόκκινες σημαίες, και που οργανώθηκαν από τα δύο μεγαλύτερα εργατικά συνδικάτα της χώρας.

Και έτσι, τελικά, το υποτιθέμενα "ανώτατο" στάδιο πολιτικής οργάνωσης της εποχής της παγκόσμιας κρίσης του καπιταλισμού (ποιος ασχολείται με τον Μαρξισμό ή τον παλιόγερο το Χέγκελ!) αποδείχθηκε και εμπειρικά πως ήταν απλώς το πρώτο και πιο πρωτόγονο, εφόσον ήταν επίσης και το πιο "ανακλαστικό", το πιο οργανωτικά "αυθόρμητο". Η αλυσίδα θα συνεχίσει να επεκτείνεται με μια --απρόβλεπτη φυσικά-- σειρά επινοήσεων για την οποία το μόνο σίγουρο είναι πως θα δοκιμάσει (και με τις δύο έννοιες της λέξης) το πλήρες ιδεολογικό και οργανωτικό οπλοστάσιο των εργατικών αγώνων του παρελθόντος στην αναζήτηση μιας επαρκούς οργανωτικής μορφής αντίστασης.

Δύσκολοι καιροί λοιπόν για "μεταμοντέρνους" του συρμού, και δη για όσους θεώρησαν ότι βρίσκονται "μπροστά" απλώς επειδή ξέχασαν να ξανασκεφτούν όσα ήξεραν όταν η κυρίαρχη ιδεολογία τους διαβεβαίωνε πως είναι "μπροστά." Όσο για τα έντυπα γραπτά τους, που έχουν την κακή συνήθεια να μένουν, υπάρχουν πάντα --και σωτήρια!-- οι οικολογικές ανάγκες για πολτοποίηση και ανακύκλωση χαρτιού.

...Ναι, αλλά είχαν πανώ που να γράφει 'Ησυχία, θα ξυπνήσετε τους Έλληνες';

Για τη μεγαλύτερη απεργιακή κινητοποίηση της ισπανικής μεταπολίτευσης κάνουν λόγο τα συνδικάτα της χώρας καθώς η χθεσινή γενική απεργία παρέλυσε την οικονομική ζωή της χώρας κρατώντας κλειστές τις μεγάλες βιομηχανικές μονάδες και προκαλώντας σοβαρά προβλήματα στις συγκοινωνίες. Την ίδια ώρα εκατοντάδες χιλιάδες διαδήλωναν σε ολόκληρη τη χώρα κατά της εργασιακής μεταρρύθμισης της κυβέρνησης Ραχόι, που επιτρέπει στις επιχειρήσεις να απολύουν πιο εύκολα και πιο φθηνά.

Κρατώντας κόκκινες σημαίες και πανό που έγραφαν "Γενική απεργία" και "Όχι στην εργασιακή μεταρρύθμιση", χιλιάδες συνδικαλιστές κατέβηκαν από το πρωί στους δρόμους με μεγάλες ομάδες να έχουν καταλάβει τις εισόδους επιχειρήσεων, την κεντρική αγορά της Μαδρίτης και τους βασικούς σταθμούς των μέσων μαζικής κυκλοφορίας. Δυνάμεις της αστυνομίας προσπάθησαν να διαλύσουν τους απεργούς σε αμαξοστάσιο της Μαδρίτης με αποτέλεσμα να ξεσπάσουν συγκρούσεις που κατέληξαν στον τραυματισμό εννέα ατόμων και τη σύλληψη 58 διαδηλωτών.

Στο κέντρο της Μαδρίτης, και ειδικά γύρω από την πλατεία Πουέρτα ντελ Σολ, είχαν αναπτυχθεί ισχυρές αστυνομικές δυνάμεις με στόχο να αποκλειστεί η πρόσβαση σε διαδηλωτές καθώς η κυβέρνηση είχε απαγορεύσει από την προηγούμενη εβδομάδα στην πορεία των συνδιακάτων να καταλήξει εκεί. Το κλίμα αστυνομοκρατίας δεν απέτρεψε πάντως τις μεγάλες διαδηλώσεις, με τα συνδικάτα να κάνουν λόγο για "τεράστια επιτυχία".

Οι μεγαλύτερες διαδηλώσεις πραγματοποιήθηκαν στη Μαδρίτη, τη Βαρκελώνη και τη Σεβίλλη, ενώ εκτιμάται ότι περισσότερες από 100 απεργιακές συγκεντρώσεις πραγματοποιήθηκαν σε ολόκληρη τη χώρα. Οι περισσότεροι διαδηλωτές, κυρίως νεαρής ηλικίας, διαμαρτύρονταν για τη νομοθεσία που έχει ήδη ψηφιστεί, που διευκολύνει τις απολύσεις και μειώνει το ύψος των αποζημιώσεων. «Ας μην υποχωρήσουμε ούτε σπιθαμή μπροστά στη μεταρρύθμιση» φώναζαν οι διαδηλωτές, μερικοί από τους οποίους φορούσαν κονκάρδες με το σύνθημα «όχι στη μεταρρύθμιση της φθηνής απόλυσης».

«Με απέλυσαν μόλις ένα 24ωρο μετά τις πρόσφατες εργασιακές μεταρρυθμίσεις» δήλωσε στο Ασοσιέιτεντ Πρες ο 31χρονος Άνχελ Αντρίνο, που κατέβηκε στη μεγάλη πορεία της Μαδρίτης μαζί με τους γονείς και τον αδελφό του, προσθέτοντας πως "καταστρατηγήθηκαν δικαιώματα κι αγώνες, για τα οποία οι γονείς και οι παππούδες μας πάλεψαν επί πολλές δεκαετίες, προκειμένου αυτά να κατοχυρωθούν".

Η χθεσινή γενική απεργία, την οποία διοργάνωσαν τα δύο μεγαλύτερα συνδικάτα της χώρας, η CCOO και η UGT, ήταν η πέμπτη από τη θέσπιση των συνδικαλιστικών ελευθεριών μετά τον θάνατο του Φράνκο. Η προηγούμενη γενική απεργία πραγματοποιήθηκε στις 29 Σεπτεμβρίου 2010. Τα συνδικάτα διαμαρτύρονται κατά των εργασιακών μεταρρυθμίσεων που ανακοίνωσε στις 11 Φεβρουαρίου η κυβέρνηση του Μαριάνο Ραχόι και ήδη έχουν τεθεί σε ισχύ με διακηρυγμένο στόχο την καταπολέμηση της ανεργίας, που έχει ήδη φτάσει το 22,85%.

Η ισπανική κυβέρνηση προβλέπει την κατάργηση 630.000 θέσεων εργασίας μέσα στο 2012 με το ποσοστό ανεργίας να φτάνει το 24,3% στο τέλος της χρονιάς. Για την κυβέρνηση Ραχόι, που βρίσκεται στην εξουσία μόλις εκατό ημέρες, η γενική απεργία πραγματοποιείται σε μια ιδιαίτερα ευαίσθητη στιγμή, όταν το υπουργικό συμβούλιο θα παρουσιάσει σήμερα τον προϋπολογισμό για τη χρονιά αυτή και τα αυστηρά μέτρα λιτότητας με στόχο τη μείωση του δημοσιονομικού ελλείμματος από 8,51% του ΑΕΠ στα τέλη του 2011 σε 5,3% το 2012.

Πηγή: Αυγή

Ομιλία Καζάκη στην Ανεξάρτητη Ένωση Αποστράτων Ένοπλων Δυνάμεων

Ομιλία 26/3/2012, ξενοδοχείο Τιτάνια, Χανιά. Θέμα συζήτησης: "Οι ένοπλες δυνάμεις σε συνθήκες βαθιάς κρίσης." Τα σχόλια και τα συμπεράσματα ανήκουν στους αναγνώστες.
Εδώ μια παλιότερη εμφάνιση Καζάκη στη Νέα Κίο που σχολιάστηκε αρκετά, αλλά όχι εδώ:

Henri Weber-Αντιπροσώπευση και επανάσταση

Αντιπροσώπευση και Επανάσταση (Απαντήσεις σε έξι ερωτήματα)
Πηγή : Θέσεις, Τεύχος 19, περίοδος: Απρίλιος - Ιούνιος 1987
του Henri Weber
Μετάφραση: Χριστόφορος Βερναδάκης

1) Ο Μαρξισμός-Λενινισμός θεωρούσε συνήθως την αντιπροσωπευτική δημοκρατία σαν τη νόθα μορφή που παίρνει η δικτατορία της αστικής τάξης. Άλλοι υποστηρίζουν ότι πρόκειται για μια επαναστατική κατάκτηση. Για τι ακριβώς πρόκειται;

2) Η μπολσεβίκικη στρατηγική πέρασε από μια περίοδο διπλής εξουσίας. Η εγκαθίδρυση της εξουσίας των Σοβιέτ μπροστά στο αστικό Κράτος δεν ήταν παρά μια ιδιαιτερότητα της Οκτωβριανής Επανάστασης ή ανταποκρίνεται σε μια αναγκαιότητα για κάθε σοσιαλιστική Επανάσταση;

3) Τι πρέπει να αντιλαμβανόμαστε από εκφράσεις όπως «εξουσία των Σοβιέτ», «εργατικά και αγροτικά Συμβούλια», «άμεση δημοκρατία», «επαναστατική εξουσία;»... Ποια είναι τα κοινωνικά συστατικά και οι θεσμικές μορφές;

4) Η κατίσχυση της εξουσίας των Σοβιέτ από το επαναστατικό κόμμα ενθαρρύνεται στον Λένιν; Ήταν αναπόφευκτη; Προετοίμασε το σταλινισμό;

5) Πώς θα συναρθρώνονταν σε μια αυθεντικά σοσιαλιστική χώρα οι εξουσίες του κόμματος μ' αυτές των συμβουλίων;

6) Προπλάσματα επαναστατικής εξουσίας δεν εμφανίσθηκαν παρά σε χώρες με καπιταλισμό λίγο αναπτυγμένο και σημαδεμένο από μια στρατιωτική ήττα (Ρωσία, Γερμανία, Ιταλία) ή σε χώρες κάτω από σχεδόν απόλυτη αποικιακή κυριαρχία (Κίνα, Κούβα). Σημαίνει αυτό ότι η σοσιαλιστική Επανάσταση δεν είναι παρά μια μεταμόρφωση της εθνικής απελευθέρωσης;

Καμιά χώρα έχοντας ασκήσει επί μακρό τη φιλελεύθερη δημοκρατία δεν γνώρισε μια σοβαρή τάση σοσιαλιστικής επανάστασης εκτός ίσως από τη Χιλή, όπου ακριβώς οι ηγέτες των αριστερών κομμάτων σεβάστηκαν τη νομιμότητα. Σημαίνει αυτό ότι η προλεταριακή επανάσταση δεν είναι παρά μια μεταμόρφωση της πάλης για τη δημοκρατία;

1) Ο Μαρξ και ο Λένιν αρνούνται να μιλάνε γενικά για δημοκρατία. Μέσα στις ταξικά διαιρεμένες κοινωνίες, λένε, η αντιπροσωπευτική δημοκρατία ενδύεται κάθε φορά ένα καθορισμένο ταξικό χαρακτήρα: η αθηναϊκή δημοκρατία είναι δημοκρατία για τους ελεύθερους άνδρες, δικτατορία για τους σκλάβους· η δημοκρατία των μεσαιωνικών κοινοτήτων είναι δημοκρατία για τους αστούς, κλπ. Μ' αυτή την έννοια μια δημοκρατία μπορεί ταυτόχρονα να είναι μια δικτατορία - με την πλατιά έννοια - για τις τάξεις που τυπικά ή αντικειμενικά παραμένουν αποκλεισμένες από την εξουσία.

Στις καπιταλιστικές κοινωνίες της Δύσης, η κοινοβουλευτική δημοκρατία παρουσιάσθηκε ιστορικά σαν μια κατάκτηση μπροστά στη φεουδαρχία και στη μοναρχία. Η μεγάλη πρόοδος του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής απαιτούσε το τέλος κάθε δεσποτισμού, κάθε αυθαιρεσίας, την εγκαθίδρυση ενός Κράτους Δικαίου, μιας εξουσίας οριοθετημένης από το νόμο και ελεγχόμενης από τους κατόχους ιδιοκτησίας.

Οι θεσμοί και οι διαδικασίες του αστικού κοινοβουλευτισμού αποσκοπούν να στηρίξουν μια δημοκρατία των ιδιοκτητών, αυτών που συμμετέχουν στη φορολογία, με αποκλεισμό των προλετάριων. Πρόκειται για μια ταξική δικτατορία, για μια αναδιοργάνωση του Κράτους που εγγυάται την εξουσία στην αστική τάξη.

Είναι αλήθεια πως αυτή η περιορισμένη όπως την ήθελαν οι φιλελεύθεροι θεωρητικοί και πολιτικοί δημοκρατία διευρύνθηκε τελικά σαν αποτέλεσμα των εργατικών αγώνων: χαρτιστικό κίνημα στη Μεγάλη Βρετανία, πάλη για το γενικό εκλογικό δικαίωμα και τις θεμελιώδεις ελευθερίες στη Γαλλία, κινητοποίηση ενάντια στην ψήφο των τάξεων στην Πρωσία κλπ. Η αριθμητική αύξηση της εργατικής τάξης, το οικονομικό και κοινωνικό της βάρος, η ικανότητα της να οργανωθεί κατέστησαν ακαταμάχητους τους αγώνες της για την επέκταση των στοιχειωδών δημοκρατικών δικαιωμάτων και ελευθεριών σ' όλο τον πληθυσμό. Όχι βέβαια χωρίς τη μανιώδη αντίσταση των φιλελεύθερων αστικών τάξεων.

Αλλά μπροστά στην ευρύτητα των δημοκρατικών αγώνων των εργαζομένων, στους κινδύνους κοινωνικής επανάστασης που άνοιγε ο επίμονος αποκλεισμός τους από την πολιτική κοινωνία, οι δυτικές αστικές τάξεις μια-μια προσάρμοσαν το θεσμικό τρόπο πολιτικής κυριαρχίας τους.

Έγιναν έτσι ουσιαστικές παραχωρήσεις στις επίμονες μάζες πάνω στα δημοκρατικά δικαιώματα και στις ελευθερίες. Οι πολιτικοί τους εκπρόσωποι εισέβαλαν δυναμικά στα εκλεγμένα κοινοβούλια τρέφοντας την ελπίδα μιας ειρηνικής και νόμιμης κατάκτησης της κρατικής εξουσίας. Αλλά ταυτόχρονα οι θεσμικές διαδικασίες, ελαχιστοποιώντας αυτό τον κίνδυνο, βρέθηκαν ενισχυμένες (εκλογικός νόμος, κατανομή των εκλογικών περιφερειών, φιλτράρισμα της Ανώτατης Διοίκησης).

Και το σύνολο αυτού που ο Γκράμσι αποκαλεί «μηχανισμοί ηγεμονίας» - θεσμοί δηλαδή των οποίων η πρώτη και τελευταία λειτουργία συνίσταται στην οργάνωση της συναίνεσης, στην προσχώρηση των λαϊκών μαζών στις αξίες, στις προοπτικές, στις επιλογές της κυρίαρχης τάξης - αναδιοργανώθηκε (ας αναλογισθούμε απλώς την εξαίρετη ανάπτυξη του σχολικού μηχανισμού, των μέσων ενημέρωσης...).

Ανερχόμενες τάξεις ενός τρόπου παραγωγής σε πλήρη εξέλιξη, προνομιακοί δικαιούχοι από ένα διεθνή καταμερισμό εργασίας που πραγματοποιούταν κάτω από την αιγίδα τους, οι καπιταλιστικές αστικές τάξεις της Δύσης κατανόησαν η μια μετά την άλλη ότι η πιο ισχυρή εξουσία δεν είναι απαραίτητα η πιο αυταρχική· ότι είχαν ταυτόχρονα το συμφέρον και τα μέσα για να κυριαρχούν περισσότερο «με συναίνεση» παρά με την καταστολή. Ότι το γενικό εκλογικό δικαίωμα --εύκολα χειραγωγίσιμο από άλλους δρόμους-- μπορούσε να νομιμοποιήσει την αστική εξουσία εξίσου καλά υπό τον όρο ότι θα κατάφερνε να πείσει τις πλατιές μάζες για τη σοφία και την εντιμότητα του.

Λειτουργία που συνολικά ασκήθηκε με ευχέρεια: η μάζα των λαϊκών εκλογέων δεν βρίσκεται εγκλωβισμένη μέσα σε κοινωνικές πρακτικές και σε θεσμούς --δημόσιους ή ιδιωτικούς-- που καθημερινά καλλιεργούν σ' αυτή την αντίληψη για το απαραίτητο της λειτουργίας τους;

Η κυρίαρχη τάξη δεν διαθέτει επιπλέον τα μεγάλα μέσα πληροφόρησης και μαζικής επικοινωνίας επιδιώκοντας να διαμορφώσει τη γνώμη; Σε περίπτωση εκλογικής ήττας δεν διαθέτει τα αποτελεσματικά «μέσα πίεσης» (οικονομική εξουσία, κρατικοί μηχανισμοί) για να επαναφέρει στη λογική μια λαϊκή κυβέρνηση;

Το κοινοβουλευτικό σύστημα αντιπροσώπευσης της εξουσίας δεν επιτρέπει μια πολύ πλατιά ανεξαρτησία των εκλεγμένων ως προς τις εντολές τους, την πιθανότητα ενός συμβιβασμού μεταξύ υπεύθυνων ανθρώπων;

Κι αν όλα αυτά δεν αρκούν, τίποτα δεν εμποδίζει, σαν τελευταία λύση, ν' αλλάξει τον κανόνα του παιχνιδιού και να προσφύγει στην ανοιχτή καταστολή.

Αποκρύβοντας τη δομική ανισότητα των τάξεων και των ατόμων μπροστά στην εξουσία, συμπεραίνουν ο Μαρξ και ο Λένιν, η αστική αντιπροσωπευτική δημοκρατία διασφαλίζει την πιο δυνατή κυριαρχία. Οι διαδικασίες της, οι θεσμοί της, αποσκοπούν να διασφαλίσουν και να αναπαράγουν την κυριαρχία μιας προνομιούχας μειοψηφίας κάτω από το μύθο της λαϊκής κυριαρχίας. Αυτός ο «δημοκρατικός» τρόπος ταξικής κυριαρχίας απαιτεί σαν υλική βάση μια διαρκή εξέλιξη των συνθηκών ζωής των λαϊκών μαζών -- χωρίς την οποία η «οργάνωση της συναίνεσης» γίνεται δύσκολη.

Να γιατί το σύστημα αυτό εισέρχεται σε κρίση στις περιόδους παρατεταμένης οικονομικής κρίσης (βλ. 1920-1940) και δεν είναι «εξαγώγιμο» στις κυριαρχούμενες καπιταλιστικές χώρες του Τρίτου Κόσμου. Και στη μια και στην άλλη περίπτωση η ταξική κυριαρχία παίρνει μια μορφή πολύ πιο αυταρχική και ανοικτή.

2) Η περίοδος που ακολούθησε τη ρωσική Επανάσταση (κρίση κατάρρευση του Κράτους, δυαδισμός εξουσιών, αυτοδιάλυση των κατασταλτικών σωμάτων, κατάκτηση της πλειοψηφίας των Σοβιέτ από τους Μπολσεβίκους, στρατιωτική ανταρσία, εμφύλιος πόλεμος) είναι καθορισμένη προφανώς σε μεγάλο βαθμό από τις ιδιαιτερότητες του τσαρικού καθεστώτος και τη διεθνή συγκυρία του πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου. Σε καμιά άλλη μεγάλη ευρωπαϊκή δύναμη η εξουσία δεν ασκείται μ' ένα τρόπο τόσο αρχαϊκό, με τη βοήθεια μιας διοικητικής γραφειοκρατίας και μιας στρατιωτικής κάστας τόσο διαλυμένων σε καμιά άλλη μεγάλη δύναμη η εξουσία δεν στηρίζεται σε τόσο περιορισμένη κοινωνική βάση (βλ. αστάθεια της ρωσικής αστικής τάξης) και δεν βρίσκεται να απειλείται από μια σειρά τόσο διαφορετικά και δυνατά συμφέροντα: εργατική τάξη πολύ μαχητική και συγκεντρωμένη, εξαθλιωμένη αγροτιά διψασμένη για γη, καταπιεσμένες εθνικές μειονότητες που επιθυμούν την αυτονομία κλπ.

Κατάσταση σε κάθε σημείο διαφορετική απ' αυτή που επικρατούσε στις προχωρημένες καπιταλιστικές χώρες της Δυτικής Ευρώπης. Πολύ πριν τον Γκράμσι, ο Κάουτσκυ αναλύοντας τη ρώσικη Επανάσταση του 1905 αντιπαρέθετε Δύση και Ανατολή. Στην αναπτυγμένη Δύση, λίκνο και δυνατό σημείο του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής, η κυρίαρχη τάξη είναι απείρως πιο δυνατή οικονομικά, κοινωνικά, πολιτικά από το καθεστώς των τσάρων. Κυριαρχεί με τη βοήθεια διοικητικών και στρατιωτικών καστών διαφορετικά αναπτυγμένων, ικανότερων και αποτελεσματικότερων από τη ρώσικη γραφειοκρατία. Το σύστημα κυριαρχίας της --η κοινοβουλευτική δημοκρατία-- που σημαίνει επίσης κυριαρχία στην ιδεολογία, στη συναίνεση είναι πολύ πιο ευέλικτο και πιο ισχυρό από τη βασιλεία του μαστιγίου.

Επιτρέποντας την έκφραση των δυσαρεσκειών, και άρα την διαχείριση τους, αποφεύγει ή περιορίζει τις καταστροφικές εκρήξεις.

Ανάλυση στην οποία συγκατανεύει χωρίς επιφύλαξη και κατηγορηματικά ο Λένιν, ο οποίος συμπεραίνει ότι αν η τσαρική Ρωσία παρουσιάζει τους καλύτερους όρους για την αρχή της σοσιαλιστικής Επανάστασης, η αναπτυγμένη Δύση συγκεντρώνει τους καλύτερους όρους για την ολοκλήρωση της.

Σύμφωνα λοιπόν με τους ίδιους τους μπολσεβίκους ηγέτες η ιδιαιτερότητα της τσαρικής κοινωνίας δημιουργεί την ιδιαιτερότητα της επαναστατικής διαδικασίας στη Ρωσία και άρα της στρατηγικής μετάβασης στο σοσιαλισμό των Ρώσων μαρξιστών.

Σημαίνει όμως αυτό ότι οι ρωσικές επαναστάσεις είναι στην πραγματικότητα τελείως ιδιαίτερες, εξωτικές (όπως και η Μεγάλη Κινέζικη Πορεία) μη περιέχοντας κανένα «γενικό δίδαγμα»; Είναι αυτό που ισχυρίζονται ανοικτά οι σοσιαλδημοκράτες ηγέτες, και σήμερα οι ευρωκομμουνιστές, αποκρούοντας το «μοντέλο» της Οκτωβριανής Επανάστασης υπέρ του «δημοκρατικού, νόμιμου, ειρηνικού και σταδιακού δρόμου» προς το σοσιαλισμό. Είναι γνωστό ότι δεν είναι αυτή η γνώμη των μπολσεβίκων και της Κομμουνιστικής Διεθνούς. Αν ο Λένιν εφιστά την προσοχή στα καινούργια δυτικά κομμουνιστικά κόμματα ενάντια σε κάθε μιμητισμό στην «Παιδική αρρώστια του κομμουνισμού», αν επιμένει πάνω στις δομικές διαφορές ανάμεσα στην «Ανατολή» και στη «Δύση», ταυτόχρονα προσπαθεί εξίσου να θεωρητικοποιήσει αυτό που του φαίνεται γενικό μέσα στη ρώσικη εμπειρία: η κατάκτηση της εξουσίας δεν μπορεί να πραγματοποιηθεί παρά μέσα από την κινητοποίηση των πλατιών μαζών σαν συνέπεια μιας επαναστατικής κρίσης που κλονίζει τα θεμέλια της καπιταλιστικής κοινωνίας, κρίση στην οποία οι οργανικές αντιφάσεις του συστήματος εξασφαλίζουν την περιοδική ανανέωση.

Η εισβολή στην ιστορική σκηνή των παθητικών συνήθως μαζών, υποκινούμενη από την έκρηξη της επαναστατικής κρίσης, προκαλεί μια διαδικασία λαϊκής αυτοοργάνωσης, την εμφάνιση πάσης φύσεως «επιτροπών» ή «συμβουλίων» που τείνουν να αντικαταστήσουν τις παραδοσιακές εξουσίες που θεωρούνται χρεοκοπημένες: εργαστηριακά και εργοστασιακά συμβούλια γειτονιάς αντικαθιστούν την τοπική διοίκηση στις συνοικίες κλ.π., κίνημα αυτο-οργάνωσης των μαζών οργανωμένο επίσης στην καρδιά των κρατικών μηχανισμών και των κρατικών θεσμών (επιτροπές πανεπιστημιακής δράσης, επιτροπές στρατιωτικών οργανώσεων, αστυνομικών, δημοσιογράφων, δικαστικών, κρατικών λειτουργών) που δημιουργεί μια κατάσταση διπλής εξουσίας, μια κρίση νομιμότητας της εγκαθιδρυμένης εξουσίας.

3) Η επαναστατική κρίση περιλαμβάνει δυο διεξόδους τελείως διαφορετικές: μια καπιταλιστική διέξοδο, αποτέλεσμα της ήττας του μαζικού κινήματος και των κατακτήσεων του· μια σοσιαλιστική διέξοδο, αποτέλεσμα της ήττας της παλιάς κυρίαρχης τάξης και της αποδιάρθρωσης των μηχανισμών κυριαρχίας της, ειδικότερα των κατασταλτικών μηχανισμών.

Ο δυαδισμός της εξουσίας διανοίγεται στη βάση της μετωπικής αντιπαράθεσης μεταξύ της κυρίαρχης τάξης, στηριγμένης πάνω στις ελεύθερες συντεχνίες της και σ' ό,τι της απομένει από τον κρατικό μηχανισμό, και της λαϊκής συμμαχίας, στηριγμένης πάνω στο δίκτυο των συμβουλίων και των επιτροπών. Η απόφαση επιστρέφει στο χώρο που συγκεντρώνει τις μάζες -- στους εργαζόμενους στους χώρους δουλειάς. Σ' όλη αυτή τη διαδικασία, οι εκλογές παίζουν ένα σημαντικό αλλά δευτερεύοντα ρόλο, για να χτυπήσουν την παρανομία της εξουσίας της κυρίαρχης τάξης ή για να νομιμοποιήσουν τη νέα λαϊκή εξουσία.

Κάτω από το πρόσχημα των καθ' όλα πραγματικών διαφορών Ανατολής και Δύσης, καταλήγει ο Λένιν, μερικοί θέλουν να καλύψουν τη συζήτηση ανάμεσα σε Μεταρρύθμιση και Επανάσταση που άρχισε στις αρχές του αιώνα από τους ρεβιζιονιστές και τους μινιστεριαλιστές.

Στην αναπτυγμένη Δύση, η προπαρασκευαστική πολιτική δουλειά για τη σοσιαλιστική Επανάσταση έχει πολύ μεγαλύτερη σημασία απ' αυτή της ρώσικης αυτοκρατορίας. Οι τρόποι και οι ρυθμοί της Επανάστασης θα είναι αναμφίβολα πολύ διαφορετικοί από την Οκτωβριανή εμπειρία. Αλλά αν η μετάβαση στο σοσιαλισμό είναι κυριολεκτική --σημαίνει δηλαδή αντικατάσταση ενός τρόπου παραγωγής με ένα άλλο, μιας ταξικής εξουσίας με μια άλλη-- εμφανίζεται απαραιτήτως η αλληλοδιαδοχή: επαναστατική κρίση, δυαδισμός εξουσίας, συσχετισμός δυνάμεων, αποδιάρθρωση του κατασταλτικού μηχανισμού του Κράτους:

Μια τέτοιου τύπου διαδικασία είδαμε να πραγματοποιείται το 1918 και το 1923 στη Γερμανία, το 1936 στην Ισπανία, το 1945 στη Γαλλία και στην Ιταλία, το 1971 στη Χιλή, το 1975 στην Πορτογαλία.

Απόδειξη ότι η ρωσική εμπειρία περιλαμβάνει σαφώς γενικά διδάγματα, έστω κι αν ο Λένιν τείνει να τα υπερεκτιμά ή, κάτι που καταλήγει στο ίδιο, να υποτιμά τις ιδιαιτερότητες της πάλης των τάξεων στη Δύση και ειδικότερα το βαθμό ενσωμάτωσης των πλατειών εργατικών στρωμάτων.

Οι μαρξιστές απευθύνουν στην αστική αντιπροσωπευτική δημοκρατία τρεις τύπους κριτικών:

- Η δημοκρατία αυτή περιλαμβάνει μια μορφή εκπροσώπησης της εξουσίας που στην πραγματικότητα είναι εγκατάλειψη της εξουσίας, ασκείται μέσα από καθαρά ατομικές κοινότητες, ουδέτερες --τις εκλογικές περιφέρειες-- αποτελούμενες από εξατομικευμένους ψηφοφόρους μη συνδεδεμένους με μια κοινή πρακτική, ανίκανους κατά συνέπεια να ασκήσουν ένα κοινό έλεγχο στους εκπροσώπους τους -- έλεγχος που ουδόλως άλλωστε προβλέπεται από το Σύνταγμα. Ας θυμηθούμε την περίφημη φράση του Μαρξ στη 18η Μπρυμαίρ: το να υποδεικνύεις κάθε πέντε ή επτά χρόνια τους εκπρόσωπους που θα μπορούν να καταπατήσουν τις εντολές μέχρι τις επόμενες εκλογές...

- Η δημοκρατία αυτή επικυρώνει και συντηρεί την πολιτική απαλλοτρίωση της ιδιωτικής κοινωνίας προς όφελος του Κράτους, τη συντήρηση της πολιτικής σαν διακριτής δραστηριότητας, ασκημένης από τους επαγγελματίες πολιτικούς: την «πολιτική τάξη». Αυτή η διάκριση της οργανωμένης από το Κράτος πολιτικής κοινωνίας [political society] από την ιδιωτική κοινωνία [civil society], η εξειδίκευση ενός σώματος επαγγελματιών καθοδηγητών οικοδομούν ένα από τους σημαντικότερους τρόπους με τους οποίους ασκείται η ταξική κυριαρχία. Επιτρέπει τον έλεγχο του Κράτους μέσω της ενσωμάτωσης των πολιτικών ελίτ.

- Ο τρίτος τύπος κριτικής επικαλείται το εξής: η αστική αντιπροσωπευτική δημοκρατία είναι ανέξοδη πραγματικότητα στηριγμένη πάνω στη δομική ανισότητα των τάξεων απέναντι στην εξουσία. Είναι η ιστορία της ελεύθερης αλεπούς στο αφύλακτο κοτέτσι.

Η σοβιετική δημοκρατία --όπως περιγράφηκε από τον Λένιν στο «Κράτος και Επανάσταση»-- οι θεωρητικοί της συμβουλιακής στρατηγικής στις μέρες μας, ακόμα και αρκετοί οπαδοί του «αυτοδιαχειριστικού σοσιαλισμού», αποσκοπούν να ξεπεράσουν τα όρια της αστικής δημοκρατίας.

Δεν πρόκειται για την απόρριψη της αντιπροσώπευσης σε όφελος μιας «άμεσης δημοκρατίας» που ασκείται από το συναθροισμένο λαό. Αλλά για ανίχνευση του τρόπου με τον οποίο η εκπροσώπηση αυτή δεν θα είναι εγκατάλειψη της εξουσίας. Με ποιο τρόπο;

Εισάγοντας το στοιχείο του ελέγχου των εκλεγμένων από τους εκλογείς τους επικυρωμένο από το κατοχυρωμένο δικαίωμα της ανάκλησης.

Και για να μπορεί το δικαίωμα αυτό να ασκηθεί και να μη παραμείνει απλώς τυπικό, θεμελιώνοντας την αντιπροσώπευση μέσα στους κοινωνικούς χώρους: τους χώρους δουλειάς (επιχειρήσεις, πανεπιστήμια, στρατόπεδα κλ.π.) ή τους χώρους κατοικίας (συνοικίες, χωριά). Με ένα τρόπο που η κοινότητα των εκλογέων δεν σταματά να υπάρχει μετά τις εκλογές, που δεν διαλύεται μέσα στις διάφορες επιμέρους ομάδες αλλά που συγκροτείται σε μια ζωντανή κοινότητα, ενεργή, όχι πολύ διευρυμένη, ώστε να ελέγχει τη λειτουργία των εκλεγμένων της και ενδεχομένως να τους αντικαθιστά αν χάνουν την εμπιστοσύνη της.

Στο στοιχείο του ελέγχου και της ανακλητότητας των εκλεγμένων, της θεμελίωσης της αντιπροσώπευσης μέσα στους χώρους δουλειάς, του περιορισμού του μισθού των εκλεγμένων εκπροσώπων, προστίθεται το στοιχείο της μη συγκέντρωσης των εκλογικών εντολών και της κυκλικότητας στις εκλογικές και διευθυντικές λειτουργίες. Στοιχείο που εφαρμόζεται σήμερα στη λειτουργία του Προέδρου των Ηνωμένων Πολιτειών, ο οποίος ως γνωστό δεν μπορεί να θέσει υποψηφιότητα περισσότερες από δυο φορές, αλλά που μπορεί να γενικευθεί και στις κατώτερες λειτουργίες.

Πραγματοποιείται έτσι η «απόεπαγγελματοποίηση της πολιτικής»[1] που είναι όρος για την πραγματική επανοικειοποίηση της εξουσίας από την κοινωνία: με το να εξασφαλισθεί ένα επίπεδο μόρφωσης, κουλτούρας, που να επιτρέπει στο μεγαλύτερο δυνατό αριθμό των πολιτών να ασκούν τις πιο διαφορετικές αιρετές λειτουργίες. Και με το να αλληλοδιαδέχεται ο μεγαλύτερος δυνατός αριθμός πολιτών πραγματικά στην άσκηση αυτών των λειτουργιών. Το στοιχείο της κυκλικότητας στις αρμοδιότητες είναι όρος μια πραγματικής κοινωνικοποίησης της εξουσίας.

Τέλος, η προλεταριακή αυτή δημοκρατία δεν είναι νοητή παρά στη βάση της κοινωνικοποίησης των μεγάλων μέσων παραγωγής, κυκλοφορίας και ανταλλαγής. Η κοινωνικοποίηση αυτή επεκτείνει τα στοιχεία της δημοκρατίας στην επιχείρηση και στην οικονομία (που βρίσκεται στην κοινοβουλευτική δημοκρατία υποταγμένη σε μια ημιδεσποτική εξουσία). Στερεί την αστική τάξη από τα μέσα χειραγώγησης της γνώμης.

Η συμβουλιακή δημοκρατία προσπαθεί λοιπόν να ελαττώσει στο μίνιμουμ την απόσταση μεταξύ διευθυντών και διευθυνόμενων μέσα από ένα σύνολο διαδικασιών που έχουν σκιαγραφήσει οι θεωρητικοί της. Η βασική πολιτική ενότητα είναι το συμβούλιο της επιχείρησης που συγκροτείται από τους εκλεγμένους αυτών που οι Ιταλοί αποκαλούν «ομογενείς ομάδες»: εκπρόσωποι αλυσίδας, εκπρόσωποι εργαστηρίου, υπηρεσίας, τομέα· από εργαζόμενους που η παραγωγική τους εργασία τους συγκεντρώνει καθημερινά, που γνωρίζονται και μπορούν να συνεδριάζουν. Το εργοστασιακό συμβούλιο στέλνει τους δικούς του στο Εθνικό Συμβούλιο (το «Κεντρικό Συμβούλιο των Συμβουλίων του Σοβιετικού Συντάγματος» του 1918). Αυτό το τελευταίο ορίζει και ελέγχει την κυβέρνηση όπως και τα συμβούλια των περιφερειών ελέγχουν την τοπική διοίκηση.

Οι μεγάλες εθνικές επιλογές --για παράδειγμα ο καθορισμός του Πλάνου-- γίνονται πεδία εκτεταμένων συζητήσεων σ' όλη τη συμβουλιακή πυραμίδα και συνοδεύονται από επανεκλογή. Έτσι η πυραμίδα αυτή ανανεώνεται γρήγορα από τη βάση, εκφράζοντας το σύνολο σχεδόν των εργαζομένων.

4) Οι κακές γλώσσες ισχυρίζονται ότι ο συμβουλιασμός των Μπολσεβίκων ήταν καθαρά τακτικός. Είναι για παράδειγμα η θέση του Oscar Anweiler («Τα Σοβιέτ στη Ρωσία»). Κατά τη γνώμη του, ο Λένιν χρησιμοποιεί το καθημερινό σύνθημα «όλη η εξουσία στα Σοβιέτ» θέλοντας να αποσπάσει την εξουσία από τους Κερενσκιστές αντιπάλους του και να δημιουργήσει έτσι το κενό που θα έσπευδε να καλύψει το κόμμα του.

Ο συμβουλιασμός των Μπολσεβίκων θα ήταν σύμφωνα με την υπόθεση αυτή, το προπέτασμα ιδεολογικού καπνού κάτω από το οποίο το «πρωτοπόρο κόμμα» θα εγκαθίδρυε τη δικτατορία του.

Υπόθεση αμφισβητήσιμη, που δεν υπολογίζει την πρακτική των Μπολσεβίκων στην εξουσία την περίοδο 1917-1918. Κατά τη διάρκεια αυτού του ένα περίπου χρόνου οι Μπολσεβίκοι έπαιξαν ειλικρινά το παιχνίδι της σοβιετικής δημοκρατίας (σε σημείο που το Κεντρικό Συμβούλιο των Συμβουλίων της Σιβηρίας μπορούσε να καταγγείλει τη συνθήκη Ειρήνης του Μπρέστ/Λίτοβσκ, υπογραμμένη από το «Συμβούλιο των Επιτροπών του Λαού» δηλαδή από τη σοβιετική κυβέρνηση!)

Μια πιο λεπτή εκδοχή της ίδιας θέσης: αν οι μπολσεβίκοι υπήρξαν ειλικρινείς ή όχι λίγο ενδιαφέρει. Ήταν ειλικρινείς αναμφίβολα, αλλά ο ουτοπισμός του θεσμικού τους σχεδίου ήταν η εκδίκηση της πραγματικότητας: η δημοκρατία των συμβουλίων αρμόζει σε εθνικές περιφερειακές, συντεχνιακές κ.λ.π. ιδιομορφίες. Αλλά δεν θεσμοποιεί ένα αποτελεσματικό χώρο σύνθεσης και συγκεντροποίησης, ένα χώρο επεξεργασίας της «γενικής θέλησης». Και μια που η πολιτική είναι ασύμβατη με την ύπαρξη κενού, είναι το συγκεντρωτικό κόμμα που αναλαμβάνει φυσιολογικά αυτή τη λειτουργία. Μπροστά στο διάσπαρτο των συμβουλίων η πραγματικότητα της εξουσίας καταλήγει στη συγκέντρωση της.

Υπάρχει σίγουρα ένα μέρος αλήθειας σ' αυτή τη θέση, όμως η επιχειρηματολογία της είναι ανεπαρκής: δεν αποδεικνύει γιατί τα συμβούλια δεν θα επιτυγχάνουν να διαμορφωθούν σε χώρους συμπύκνωσης της εξουσίας· ή γιατί τα «Κεντρικά Συμβούλια των Συμβουλίων» δεν θα επιτυγχάνουν να παίξουν τον ίδιο ρόλο που τα εθνικά, περιφερειακά και δημοτικά κοινοβούλια παίζουν στο αστικό κοινοβουλευτικό σύστημα.

Αυτό που είναι αντίθετα αναμφισβήτητο, είναι ότι το πλάνο της συμβουλιακής δημοκρατίας ήταν τελείως απραγματοποίητο, μη ρεαλιστικό, πάνω στις οικονομικές, κοινωνικές και πολιτιστικές βάσεις της Ρωσίας του 1920 (κάτι που συμφωνούσε άλλωστε ο Λένιν). Και ακόμα προφανώς πάνω στις βάσεις της κατεστραμμένης από τον πόλεμο Δυτικής Ευρώπης (κάτι στο οποίο δεν συμφωνούσε).

Για να λειτουργήσει πραγματικά η συμβουλιακή δημοκρατία απαιτεί τελικά ένα υψηλό επίπεδο συνείδησης και δραστηριότητας των μαζών, καθορισμένων δηλαδή οικονομικών κοινωνικών-πολιτικών πολιτιστικών όρων:

Ο χρόνος εργασίας πρέπει να είναι σημαντικά μειωμένος, διαφορετικά οι εργαζόμενοι δεν έχουν ούτε τη δυνατότητα ούτε την ενεργητικότητα για να διαχειρίζονται τις επιχειρήσεις και το Κράτος. Η μείωση αυτή απαιτεί με τη σειρά της ένα ψηλό επίπεδο των παραγωγικών δυνάμεων και ειδικότερα ένα ψηλό τεχνολογικό επίπεδο.

Οι στοιχειώδεις ανάγκες των πολιτών πρέπει να είναι καλυμμένες· αν ο λαός αφιερώνει το σημαντικότερο μέρος των δυνάμεων του στον καθημερινό αγώνα για τη ζωή δεν υπάρχει πραγματική αυτοδιαχείριση.

Το κοινωνικό σύστημα πρέπει να είναι σχετικά σταθεροποιημένο.

Αν ο πόλεμος --εσωτερικός ή εξωτερικός-- απειλεί, η στρατιωτικοποίηση όλης της κοινωνίας είναι αναπόφευκτη. Οι μηχανισμοί του Κράτους στο όνομα της αποτελεσματικότητας βραχυκυκλώνουν τις δημοκρατικές διαδικασίες.

Η καλή λειτουργία της συμβουλιακής δημοκρατίας προϋποθέτει ακόμα ένα ψηλό επίπεδο κουλτούρας, ποιότητας και ταξικής συνείδησης των εργαζομένων, δημοκρατικές παραδόσεις βαθιά ριζωμένες σ' όλες τις σφαίρες της κοινωνικής ζωής· προϋποθέτει την ανάπτυξη - και όχι την καταπάτηση - όλων των κατακτημένων δημοκρατικών δικαιωμάτων και ελευθεριών από τους εργαζόμενους κάτω από την αστική αντιπροσωπευτική δημοκρατία.

Χωρίς κανένας απ' αυτούς τους όρους να υπάρχει στην ΕΣΣΔ της δεκαετίας του '20, το κίνημα των εργατικών, αγροτικών και στρατιωτικών Συμβουλίων στερήθηκε κάθε ουσιαστικότητας, όχι κάτω από τα χτυπήματα του Λένιν και των Μπολσεβίκων αλλά κάτω από το γεγονός της ακραίας δυστυχίας των μαζών, του χαμηλού επιπέδου των παραγωγικών δυνάμεων, της προχωρημένης αποσύνθεσης της ρώσικης κοινωνίας μετά από τρία χρόνια εμφυλίου πολέμου και τέσσερα χρόνια παγκοσμίου πολέμου.

5) Αν δεν μπορεί να αποδοθεί στον Λένιν η ευθύνη του εκφυλισμού της σοβιετικής δημοκρατίας σε όφελος της δικτατορίας του κόμματος --όπως είναι σήμερα της μόδας-- δεν παραμένει λιγότερο προβληματικό ότι οι μαρξιστικές θεωρητικοποιήσεις πάνω στη σοσιαλιστική δημοκρατία είναι εμβρυακές και αφήνουν ανεπεξέργαστα πολλά και λεπτά προβλήματα.

Σε ό,τι αφορά τους αμοιβαίους ρόλους των κομμάτων και των συμβουλίων τα πράγματα είναι προφανώς καθαρά. Η συμβουλιακή δημοκρατία όπως είδαμε προϋποθέτει όχι την κατάργηση αλλά την ανάπτυξη όλων των «τυπικών» ελευθεριών, άρα τον πολυκομματισμό. Η λειτουργία της είναι σαφώς αδιανόητη κάτω από μονοκομματικό καθεστώς. Τα κόμματα διαμορφώνουν τις προτάσεις τους, παρουσιάζουν τους υποψήφιους τους στις διάφορες εκλογικές λειτουργίες. Αλλά είναι τα συμβούλια που αποφασίζουν. Σ' αυτά εδράζεται η λαϊκή κυριαρχία. Η σχέση μεταξύ κομμάτων και συμβουλίων είναι του ίδιου τύπου με τη σχέση κομμάτων-κυρίαρχου εκλεγμένου κοινοβουλίου στην αστική αντιπροσωπευτική δημοκρατία. Τα κόμματα προτείνουν τα συμβούλια αποφασίζουν. Τα προβλήματα είναι αλλού: ο έμμεσος τρόπος εκλογής, έντονα υποστηριγμένος από τους συμβουλιακούς, ευνοεί πραγματικά τον έλεγχο των εκλεγμένων από τους εκλογείς τους; Στα θέματα τοπικού ενδιαφέροντος σίγουρα. Αλλά σ' ό,τι αφορά την εθνική πολιτική ζωή και πολύ περισσότερο τη διεθνή;

Ποια πραγματική εξουσία διαθέτει ο εργάτης στο εργοστάσιο πάνω στο βουλευτή του Κεντρικού Συμβουλίου των Συμβουλίων που έχει υποδειχθεί από τους εκλεγμένους των εκλεγμένων των εκλεγμένων του;

Το συμβουλιακό στοιχείο της μη διάκρισης εκτελεστικής και νομοθετικής εξουσίας δεν ευνοεί τη συγκέντρωση της εξουσίας προς τα πάνω; (στο όνομα αυτού του στοιχείου οι εκτελεστικές επιτροπές, τα γραφεία τους κλ.π., παίρνουν αποφάσεις και τις εκτελούν αμέσως, παραλείποντας να ζητήσουν επικύρωση από το Σοβιέτ).

Το στοιχείο της ανακλητότητας, της επανεκλογής των εκπροσώπων, αν δεν είναι αυστηρά ορισμένο, δεν ευνοεί την όξυνση των κομματικών ανταγωνισμών για τον έλεγχο των Συμβουλίων; Προσπαθώντας να ανακαταλάβουν μια χαμένη θέση, τα κόμματα θα χρησιμοποιήσουν τη βάση (Συμβούλιο πόλης που επανακτάται μέσω των εργοστασιακών συμβουλίων, εργοστασιακά συμβούλια που επανακτόνται μέσω των συμβουλίων των εργαστηρίων κ.λ.π.)

Και κυρίως, το σύστημα αυτό παραμένει ανοικτό στο ζήτημα του διαχωρισμού αρμοδιοτήτων των διαφόρων βαθμίδων. Τι απομένει από την κυριαρχία των τοπικών Συμβουλίων αν νομικά είναι υποχρεωμένα να εφαρμόζουν τις διαταγές των ανώτατων οργάνων όπως προβλέπει το Σοβιετικό Σύνταγμα του 1918; Όταν τα ανώτατα αυτά όργανα όχι μόνο ελέγχουν τον οικονομικό προϋπολογισμό τους, αλλά επιπλέον και τις αποφάσεις τους με το δικαίωμα του veto;

Με μια λέξη, η αντίληψη της σοσιαλιστικής δημοκρατίας, της υπέρβασης της αστικής κοινοβουλευτικής δημοκρατίας αποτελεί ένα ευρύ χώρο έρευνας για τους σύγχρονους μαρξιστές. Χώρος που παραμένει πλατειά ανεπεξέργαστος παρά τη συζήτηση στην αρχή της δεκαετίας του '20 που αντιπαρέθετε τους συμβουλιακούς μπολσεβίκους στους Καουτσκιστές και στους αυστρομαρξιστές. Οι τελευταίοι ευνοούσαν ένα μεικτό σύστημα, συνδέοντας την κοινοβουλευτική δημοκρατία και τη δημοκρατία των Συμβουλίων.

Για τον Κάουτσκυ η λαϊκή κυριαρχία θα έπρεπε να παραμείνει κτήμα του εκλεγμένου με το γενικό εκλογικό δικαίωμα σε περιφερειακή βάση Κοινοβουλίου. Το δίκτυο των Συμβουλίων θα έπρεπε να συναρθρώνεται πάνω στους κοινοβουλευτικούς θεσμούς προσπαθώντας να αυξήσει στην καρδιά τους την ειδικότερη επιρροή των μισθωτών. Τα Συμβούλια πρέπει να αναλαμβάνουν τις λειτουργίες της πρότασης, της πίεσης και του ελέγχου πάνω στα εκλεγμένα κοινοβούλια, αλλά μόνο τα τελευταία ήταν αρμόδια να παίρνουν αποφάσεις. Άποψη που ενσωματώνει σε θέση υποδεέστερη τους συμβουλιακούς θεσμούς στους θεσμούς του αστικού κοινοβουλευτισμού.

Ο αριστερός αυστρομαρξιστής Max Adler ευνοούσε από τη μεριά του ένα καταμερισμό αρμοδιοτήτων λιγότερο δυσμενή για τα Συμβούλια: τα εθνικά και περιφερειακά όργανα είναι εφοδιασμένα με πλατειά εξουσία και ειδικότερα αποφασίζουν το πλάνο, ορίζουν την κυβέρνηση σε στενή συνεργασία με το Εθνικό Κοινοβούλιο, διαθέτουν δικαίωμα veto πάνω στις αποφάσεις του τελευταίου...[2]

Οι Μπολσεβίκοι από τη μεριά τους δεν είναι αντίθετοι από θέση αρχής σε μια συνάρθρωση των κληρονομημένων από τον αστικό κοινοβουλευτισμό θεσμών και των νέων συμβουλιακών θεσμών, τουλάχιστον μέχρι το ατύχημα της Συντακτικής Συνέλευσης.

Κυρίως στις χώρες με παλιά δημοκρατική παράδοση όπου οι εργαζόμενοι είναι πολύ αφοσιωμένοι στους θεσμούς και στις «αστικοδημοκρατικές» διαδικασίες που τις θεωρούν, έχοντας εν μέρει δίκιο, σαν δικές τους κατακτήσεις.

Ακόμα και μετά τη διάλυση της Ρώσικης Συντακτικής Συνέλευσης όπου οι μπολσεβίκοι ξαναβρέθηκαν μικρή μειοψηφία το Δεκέμβριο του 1917, ο Τρότσκυ, ασκώντας πολεμική στον Κάουτσκυ, ανεγνώριζε ότι ήταν προτιμότερο για τη ρώσικη Επανάσταση να δοκιμάσει να συνδυάσει μάλλον τις δύο θεσμικές μορφές δημοκρατίας, παρά να αντικαταστήσει τη δεύτερη με την πρώτη [3].

Η βασική διαφωνία παραμένει περισσότερο πάνω στον τύπο της προτεινόμενης συνάρθρωσης από τη μια και την άλλη πλευρά. Οι Μπολσεβίκοι θεωρούν τα κεντρικά σοβιετικά όργανα ως τον πραγματικό τύπο της εξουσίας και τις κοινοβουλευτικές Συνελεύσεις σαν αντίβαρα. Οι σοσιαλδημοκράτες - και εξίσου σήμερα οι ευρωκομμουνιστές -- ευνοούν κατηγορηματικά το αντίστροφο.

β) Αντίθετα με τη βασική μαρξιστική πρόγνωση, οι σοσιαλιστικές Επαναστάσεις θριάμβευσαν τελικά μέσα σε κοινωνίες ημιφεουδαρχικές, στη διαδικασία μιας αστικής δημοκρατικής επανάστασης, και μέσα σε χώρες ημιαποικιακές αντιμέτωπες με το πρόβλημα της εθνικής τους χειραφέτησης.

Οι χώρες αυτές αποδείχθηκαν πολύ πιο τρωτές στα επαναστατικά ξεσπάσματα απ' ότι οι προχωρημένες καπιταλιστικές χώρες που έχουν από παλιά ολοκληρώσει την αστική επανάσταση τους, ακριβώς γιατί συγκεντρώνουν στο εσωτερικό τους τις καθαρώτερες αντιφάσεις της καπιταλιστικής ανάπτυξης, κληρονομιά του «παλιού καθεστώτος».

Σ' αυτές τις αντιφάσεις προστίθενται για τις αποικίες οι ειδικές αντιφάσεις που ενισχύονται από την ιμπεριαλιστική εκμετάλλευση και καταπίεση.

Σημαίνει αυτό ότι οι προλεταριακές Επαναστάσεις δεν είναι παρά μεταμορφώσεις της πάλης για τη Δημοκρατία ή για την εθνική απελευθέρωση; Για να το πούμε διαφορετικά, σημαίνει ότι αυτές οι Επαναστάσεις είναι αδιανόητες στις ανεξάρτητες και δημοκρατικές χώρες και ειδικότερα στις πλούσιες δυτικές δημοκρατίες;

Στην πραγματικότητα η ερώτηση αυτή παραπέμπει σε μια άλλη: μήπως στις δυτικές χώρες η καπιταλιστική αστική τάξη κατάφερε να συγκρατήσει τις αντιφάσεις του συστήματος, να σταθεροποιήσει μια αρμονική ανάπτυξη της οικονομίας, μια αυξημένη συναίνεση μεταξύ των πολιτών; Δόθηκε δίκιο τελικά στον Tocqueville και άδικο στον Marx.

Αν απαντήσουμε καταφατικά σ' αυτή την ερώτηση είναι φανερό ότι δεν διαγράφεται επαναστατική προοπτική στη Δύση. Για να υπάρξει μια κοινωνική επανάσταση χρειάζεται όχι μόνο μια πλειοψηφία του πληθυσμού να επιθυμεί να ζήσει διαφορετικά, αλλά επιπλέον μια αντικειμενική κρίση του συστήματος, ανικανότητα των κυρίαρχων τάξεων να κυβερνήσουν και κατά συνέπεια, συσσώρευση δυσεπίλυτων προβλημάτων, ακραία όξυνση των κοινωνικών ανταγωνισμών.

Αν αυτό το στοιχείο της αντικειμενικής κρίσης είναι ανύπαρκτο, η σοσιαλιστική επανάσταση στερείται υλικής βάσης και πολιτικού θεμελίου. Αλλά αυτή η μακριά περίοδος σταθερότητας - που τελειώνει κατά τα φαινόμενα - διαδέχθηκε μια παρατεταμένη φάση οικονομικής κρίσης: τη μαύρη περίοδο του μεσοπολέμου. Κατά τη διάρκεια αυτού του σκοτεινού τέταρτου του αιώνα η αναπτυγμένη και δημοκρατική Δύση γνώρισε χαρακτηριστικές επαναστατικές κρίσεις: ας θυμηθούμε τη Γερμανία της Βαϊμάρης, την Ιταλία, τη Γαλλία της Απελευθέρωσης.

Βέβαια, η δυτική αστική τάξη συγκροτεί μια κυρίαρχη τάξη πολύ πιο δυνατή, πιο έμπειρη, πιο αποτελεσματική από τις ολιγαρχίες του Τρίτου Κόσμου.

Το να της επιβληθεί μια ήττα είναι συνεπώς πολύ πιο δύσκολο και απαιτεί μια διαφορετικά διαμορφωμένη στρατηγική απ' αυτή της εξάπλωσης μιας μαχητικής εστίας στη Σιέρα Μαέστρα. Αλλά είναι αλήθεια, όπως το πίστευε ο Μαρξ και όπως το απέδειξαν δυο αιώνες ιστορίας του καπιταλισμού ότι στον καπιταλιστικό τρόπο παραγωγής κάθε επιμέρους εξορθολογισμός του συστήματος προκαλεί σε σφαιρικό επίπεδο μεγάλη αταξία και επαναστατικές καταστάσεις εμφανίζονται εκ νέου στην επιφάνεια στις καπιταλιστικές μητροπόλεις, όπως αποδείχνουν ο γαλλικός και ο ιταλικός Μάης '68. Το να γνωρίζουμε αν αυτές θα καταλήξουν σε νικηφόρες επαναστάσεις είναι μια άλλη ιστορία.

* Το κείμενο αυτό δημοσιεύθηκε το 1977 στο τεύχος 7 του περιοδικού "Pouvoirs", στα πλαίσια ενός αφιερώματος με γενικό τίτλο: "Le regime representatif estil democratique?" (Είναι δημοκρατικό το αντιπροσωπευτικό καθεστώς;)


Σημειώσεις
[1]. Jacques Julliard: Contre la politique professionnelle (Ενάντια στην επαγγελματική πολιτική) ed. du Seuil.
[2]. Max Adler: Les Conseils ouvriers (Τα εργατικά συμβούλια), ed. Maspero.
[3]. Leon Trotsky: Communisme et Terrorisme, (Κομμουνισμός και Τρομοκρατία), ed 10/18.

Πηγή: Traverso Rossa