Τρίτη, 25 Δεκεμβρίου 2012

Χ. Μπαλωμένος-Από τον οπορτουνισμό στην αστική διακυβέρνηση: Το παράδειγμα του SPD (τελευταίο μέρος)

Φον Πάπεν, Χίντεμπουργκ, Χίτλερ, Μπλόμπεργκ, τελετή εις μνήμη των νεκρών του Α' Παγκοσμίου Πολέμου, 12 Μαρτίου 1933

Η «ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΑΝΟΧΗΣ» ΤΟΥ SPD

Χαρακτηριστική για το ρόλο του SPD είναι και η στάση του ως αντιπολίτευση τόσο κατά την περίοδο 1924-1928 όσο και κυρίως κατά την τελευταία περίοδο της Δημοκρατίας της Βαϊμάρης, η οποία έστρωσε και το έδαφος για την άνοδο στην εξουσία του Χίτλερ το 1933. Κατά την περίοδο 1924-1928, το SPD στήριξε τη λεγόμενη «πολιτική της εκπλήρωσης» των υποχρεώσεων που απέρρεαν για τη Γερμανία από τη Συνθήκη των Βερσαλλιών του Καγκελάριου (το 1923) και υπουργού εξωτερικών (τέλη 1923-1929) Στρέζεμαν. Στήριξε το λεγόμενο σχέδιο Ντάουες (1924), τις Συμφωνίες του Λοκάρνο (1925), την είσοδο της Γερμανίας στην Κοινωνία των Εθνών (1926) κλπ.

Ακόμα πιο αποκαλυπτική είναι η περίοδος που ξεκινάει με την πτώση της κυβέρνησης του λεγόμενου Μεγάλου Συνασπισμού το Μάρτη του 1930 (στην κυβέρνηση αυτή συμμετείχαν το SPD, το Λαϊκό Κόμμα, το Δημοκρατικό Κόμμα, το Κόμμα του Κέντρου και το Βαυαρικό Λαϊκό Κόμμα). Χαρακτηρίζεται και ως περίοδος των προεδρικών κυβερνήσεων, λόγω της πλατιάς αξιοποίησης των άρθρων 25, 48 και 53 του Συντάγματος της Βαϊμάρης, στα οποία αναφερθήκαμε προηγουμένως και με βάση τα οποία οι κυβερνήσεις σχηματίζονταν περισσότερο με κριτήριο τις επιλογές του Προέδρου του Ράιχ Χίντενμπουργκ και λιγότερο το αποτέλεσμα των εκλογών.


Η περίοδος αυτή είναι και η περίοδος της μεγάλης παγκόσμιας καπιταλιστικής οικονομικής κρίσης, η οποία είχε ξεσπάσει το 1929 στις ΗΠΑ, είχε διαδοθεί πολύ γρήγορα σε ολόκληρη την καπιταλιστική Ευρώπη και με ακόμα μεγαλύτερη ένταση στη Γερμανία.[54] Αρχικά η κυβέρνηση του Μεγάλου Συνασπισμού και στη συνέχεια οι λεγόμενες προεδρικές κυβερνήσεις αναγκάστηκαν να πάρουν πολύ σκληρά μέτρα με στόχο το ξεπέρασμα της κρίσης σε βάρος της γερμανικής εργατικής τάξης και προς όφελος του γερμανικού κεφαλαίου. Οι μειώσεις μισθών, συντάξεων, οι περικοπές κρατικών δαπανών κάθε είδους, οι επιχορηγήσεις των μεγάλων καπιταλιστικών επιχειρήσεων ήταν στην ημερήσια διάταξη. Η αντιλαϊκή πολιτική των «δημοκρατικών» δυνάμεων εκείνης της περιόδου αποτέλεσε βασικό παράγοντα ενίσχυσης της πολιτικής επιρροής του Εθνικοσοσιαλιστικού Κόμματος.

Τo SPD στήριξε ανοιχτά αυτή την πολιτική ως αντιπολίτευση με τη λεγόμενη «πολιτική της ανοχής». Ο Καγκελάριος της χώρας την περίοδο 1930-1932, Μπρίνινγκ εξέφρασε την εξής άποψη για τη στήριξη των αντιλαϊκών μέτρων της κυβέρνησης του από το SPD: «η αποδόμηση της κοινωνικής πολιτικής […] είναι πιο εύκολο να γίνει με τη Σοσιαλδημοκρατία παρά με τη Δεξιά»[55].

Αυτή η πολιτική στηρίχτηκε επίσημα με το επιχείρημα του μικρότερου κακού και είχε ως συνέπεια τη συνεχή διεύρυνση των ορίων ανοχής της εργατικής τάξης απέναντι στην αντιλαϊκή πολιτική. Επίσης η στάση αυτή δικαιολογήθηκε με το επιχείρημα ότι τα δεινά της εργατικής τάξης θα μεγάλωναν ραγδαία αν η «οικονομία» κατέρρεε και γι’ αυτό οι εργαζόμενοι έπρεπε να στηρίξουν την «ανόρθωση της οικονομίας».

Στα πλαίσια της «πολιτικής της ανοχής» και του «μικρότερου κακού», το SPD ξεπέρασε ακόμα και τον εαυτό του στις προεδρικές εκλογές του 1932. Σε αυτές στήριξε ανοιχτά το φανατικό φιλομοναρχικό Χίντενμπουργκ, το σφαγέα του Α΄ Ιμπεριαλιστικού Πολέμου. Με ποιο επιχείρημα; Μα με ποιο άλλο; Να μη βγει ο Χίτλερ φυσικά. Ο Χίντενμπουργκ πραγματικά επανεξελέγη χάρη στους σοσιαλδημοκράτες, οι οποίοι χαρακτήρισαν τη νίκη του μοναρχικού Χίντενμπουργκ «νίκη του Συντάγματος και της Δημοκρατίας». Οπως σημειώνει ο σοσιαλδημοκράτης -υπενθυμίζουμε- Βίνκλερ: «Η νίκη του Χίντενμπουργκ οφειλόταν σε μεγάλο βαθμό στην πολιτική της ανοχής, που είχαν ακολουθήσει οι σοσιαλδημοκράτες. Αν οι οπαδοί του Σοσιαλδημοκρατικού Κόμματος δεν είχαν εξοικειωθεί, ήδη από το φθινόπωρο του 1930, με την “πολιτική του μικρότερου κακού”, θα ήταν πολύ δύσκολο να πειστούν την άνοιξη του 1932 ότι, για να εμποδίσουν την εθνικοσοσιαλιστική δικτατορία, όφειλαν να εκλέξουν στην κορυφή της Δημοκρατίας έναν αμετανόητο μοναρχικό»[56].

Λίγες μέρες μετά την επανεκλογή του, μετά από αυτή τη «νίκη της Δημοκρατίας» σύμφωνα με το SPD, ο Χίντενμπουργκ απηύθηνε «Εκκληση σε όλα τα κόμματα για κοινή δράση των δυνάμεων από το Κέντρο μέχρι τους Εθνικοσοσιαλιστές», ενώ ενάμιση μήνα μετά την εκλογή του όρισε Καγκελάριο τον ακόμα πιο αντιδραστικό Φ. φον Πάπεν, ο οποίος με τη σειρά του συνωμοτούσε ανοιχτά με το ναζιστικό κόμμα και το Χίτλερ. Με λίγα λόγια, το SPD «για να μη βγει ο Χίτλερ» στήριξε το φιλομοναρχικό Χίντενμπουργκ, ο οποίος διόρισε Καγκελάριο τον Πάπεν, ο οποίος με τη σειρά του συνομωτούσε ανοιχτά για την παράδοση της εξουσίας στο Χίτλερ, ενώ στις 30 Γενάρη ο ίδιος ο Χίντενμπουργκ όρισε Καγκελάριο το Χίτλερ. Και αυτή η περίπτωση αποδεικνύει ότι η λογική του μικρότερου κακού καταλήγει πάντα στο μεγαλύτερο κακό. Οι εξελίξεις δικαίωσαν απόλυτα το ΚΚΓ που στις προεδρικές εκλογές του 1932 αντέταξε στη λογική του μικρότερου κακού το σύνθημα: «Οποιος ψηφίζει το Χίντενμπουργκ, ψηφίζει το Χίτλερ. Οποιος ψηφίζει το Χίτλερ, ψηφίζει το Χίντνεμπουργκ»[57].

Αλλά δεν τελειώσαμε εδώ. Ηρθε η ώρα που «μικρότερο κακό» για το SPD κόντεψε να γίνει και ο ίδιος ο Χίτλερ. Η εφημερίδα «Φόρβερτς», επίσημο όργανο του SPD, λίγες ώρες πριν τον ορισμό του Χίτλερ ως Καγκελάριου από το Χίντενμπουργκ σημείωνε ότι: «Μετά την πτώση του Σλάιχερ [58], η συνταγματικότητα είναι δυνατό να διασφαλιστεί μόνο εάν ο Χίτλερ συγκεντρώσει την κοινοβουλευτική πλειοψηφία και μόνο αν δοθεί εγγύηση ότι αμέσως μόλις χάσει την πλειοψηφία θα εξαφανιστεί». Ο Βίνκλερ εκτιμά ότι: «Στην πραγματικότητα, οι ενέργειες των σοσιαλδημοκρατών κατά της αναβολής των εκλογών οδηγούν στο συμπέρασμα ότι και οι ίδιοι θεωρούσαν πως μια ενδεχόμενη κυβέρνηση του Χίτλερ, αν ακολουθούσε τη νόμιμη οδό, ήταν προτιμότερη από την προσωρινή δικτατορία του Σλάιχερ»[59].

Εκτός από την «πολιτική της ανοχής» και τη λογική του «μικρότερου κακού», το SPD έστρωνε το χαλί στους ναζιστές και με την επιχειρηματολογία περί «εθνικών στόχων» και «εθνικής ανάπτυξης». Χαρακτηριστικό είναι το παράδειγμα του σοσιαλδημοκράτη αρχισυνδικαλιστή Τεοντόρ Λάιπαρντ, ο οποίος σε μία προγραμματική ομιλία για τα «πολιτισμικά καθήκοντα των συνδικάτων» ανέφερε: «Κανένα κοινωνικό στρώμα δεν μπορεί να αδιαφορεί για την εθνική ανάπτυξη», ενώ ως σκοπό των συνδικάτων πρότασσε να «ξυπνήσουν μέσα τους (σ.σ.: στους εργάτες) το αίσθημα της συνύπαρξης σε μία κοινότητα και να καλλιεργήσουν την ιδέα της κοινότητας», καθώς και ότι οι εργάτες «διέθεταν το στρατιωτικό πνεύμα της πειθαρχίας και της θυσίας υπέρ του συνόλου». Οπως αναφέρει και ο Βίνκλερ: «Ο εργάτης, ως στρατιώτης της εργασίας, ο οποίος, σε αντίθεση με τον φιλελεύθερο αστό, υπηρετεί το σύνολο του έθνους, είχε πολλά κοινά με τη “μορφή” για την οποία έγραφε ο (σ.σ. εθνικοσοσιαλιστής) Γιούνκερ και ελάχιστα με τον προλετάριο που διέθετε ταξική συνείδηση». Ο οργανωτικός υπεύθυνος του Εθνικοσοσιαλιστικού Κόμματος Γκρέγκορ Στράσερ στις 20 Οκτώβρη 1932 δήλωνε ότι η ομιλία του σοσιαλδημοκράτη Λάιπαρτ περιείχε φράσεις «που αν τις εννοεί πραγματικά, ανοίγουν νέες προοπτικές για το μέλλον»[60].

Συνολικά ο Βίνκλερ σχολιάζει ως εξής την αντιπολίτευση του SPD στις δύο κυβερνήσεις Μπρίνινγκ από το 1930 μέχρι το 1932: «Από τη στιγμή που οι σοσιαλδημοκράτες στήριζαν την αντιλαϊκή πολιτική λιτότητας του Brüning, ο Φύρερ των εθνικοσοσιαλιστών μπορούσε να παρουσιάζει το κόμμα του ως το μοναδικό λαϊκό αντιπολιτευτικό κίνημα που βρισκόταν στα δεξιά των κομμουνιστών και, ταυτόχρονα, ως εναλλακτική διέξοδο στο “μαρξισμό” τόσο τον μπολσεβίκικο όσο και τον ρεφορμιστικό»[61].

Η άσκηση και στήριξη της αντιλαϊκής πολιτικής της αστικής Δημοκρατίας της Βαϊμάρης, η συμμετοχή των δήθεν εργατικών κομμάτων σε κυβερνήσεις διαχείρισης του συστήματος και ιδιαίτερα της κρίσης του 1929 παρουσίαζε σε πλατιά στρώματα του πληθυσμού το Χίτλερ ως τη μόνη εναλλακτική. Η απογοήτευση από τις αστικές «δημοκρατικές» κυβερνήσεις έστρωνε το χαλί στο φασισμό. Αλλωστε και ο ίδιος ο Χίτλερ κέρδισε την εμπιστοσύνη των βιομηχάνων στο έδαφος της βαριάς αντιλαϊκής πολιτικής των κομμάτων της Βαϊμάρης, της μείωσης της επιρροής τους και της ταυτόχρονης γρήγορης αύξησης της επιρροής του Κομμουνιστικού Κόμματος Γερμανίας [62]. Μάλιστα η μεγάλη αύξηση της εκλογικής επιρροής του ΚΚΓ σε συνδυασμό με τη σημαντική μείωση της εκλογικής επιρροής του χιτλερικού Εθνικοσοσιαλιστικού Κόμματος στις εκλογές του Νοέμβρη του 1932 χτύπησε καμπανάκι για την αστική τάξη. Αυτό τον τρόμο της αστικής τάξης τον εξέφρασε με τον καλύτερο τρόπο ο Χίτλερ, ο οποίος δήλωνε ότι αν το κόμμα του κατέρρεε, στη Γερμανία «θα υπήρχαν 18 εκατομμύρια μαρξιστές, μεταξύ των οποίων περίπου 14 με 15 εκατομμύρια κομμουνιστές», καθώς και ότι «αν συνεχιζόταν η αυταρχική διακυβέρνηση (σ.σ.: εννοεί τις αντιλαϊκές προεδρικές κυβερνήσεις των ετών 1930-32), η Γερμανία θα απειλούνταν από μία νέα επανάσταση και από το χάος του μπολσεβικισμού». Είχε έρθει η ώρα οι αστοί να πετάξουν την κοινοβουλευτική μάσκα της δικτατορίας τους και να πάρουν στο χέρι το ναζιστικό μαστίγιο.


ΑΝΤΛΟΥΜΕ ΤΑ ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ ΜΑΣ

Η αναλυτική παρουσίαση των τεκταινόμενων την περίοδο πριν τον Α΄ Ιμπεριαλιστικό Πόλεμο και κατά τη διάρκεια της Δημοκρατίας της Βαϊμάρης έγινε με στόχο την ανάδειξη της πορείας μετάλλαξης του SPD [63]. Η μετατροπή του κόμματος από οπορτουνιστικό σε καθαρά αστικό-κυβερνητικό κόμμα έγινε με συνθήματα επαναστατικά, αλλά χωρίς γραμμή σύγκρουσης και ρήξης με την καπιταλιστική ιδιοκτησία, με συνθήματα υπέρ της εργατικής τάξης αλλά με πρακτική απόσπασης από αυτή και αδρανοποίησής της. Η κυβερνητική του θητεία επιτάχυνε τις διεργασίες μετάλλαξης στο εσωτερικό του.

Η εμπειρία του SPD έδειξε ότι ο επαναστατικός χαρακτήρας ενός κόμματος κερδίζεται κάθε μέρα στην πράξη. Η ήττα της Επανάστασης του Νοέμβρη έδειξε επίσης ότι η προετοιμασία του επαναστατικού κόμματος δεν είναι υπόθεση της στιγμής. Το κόμμα προετοιμάζεται, ωριμάζει πολιτικά, ιδεολογικά, οργανωτικά σε μη επαναστατικές συνθήκες για να είναι έτοιμο όταν εμφανιστεί η επαναστατική κατάσταση.

Ο χειρισμός της όλης υπόθεσης από την παγκόσμια αστική τάξη και από τη γερμανική ήταν από την πλευρά της υποδειγματικός. Στην αντεπαναστατική αποτελεσματικότητα των αστών συνέβαλε η βαθιά μελέτη των συμπερασμάτων της Οκτωβριανής Επανάστασης. Το εργατικό και κομμουνιστικό κίνημα πρέπει κι αυτό με τη σειρά του να μελετά από τη δική του σκοπιά σε βάθος τη δική του ιστορία, να αντλεί συμπεράσματα από αυτή και να τα ενσωματώνει στην πολιτική του, στον αγώνα για την κατάργηση της εκμετάλλευσης ανθρώπου από άνθρωπο. Μόνο έτσι θα καταφέρνει να γίνεται πιο αποτελεσματικό στον αγώνα για την οικοδόμηση της σοσιαλιστικής-κομμουνιστικής κοινωνίας.

Το ΚΚΕ έχει αποδείξει έμπρακτα ότι έχει συνειδητοποιήσει αυτή την αναγκαιότητα. Ενδεικτικά είναι τα παραδείγματα της συζήτησης και της Απόφασης του 18ου Συνεδρίου για το Σοσιαλισμό και η αντίστοιχη δουλειά για το Β΄ τόμο του Δοκιμίου της Ιστορίας του. Το ΚΚΕ θα συνεχίσει στο δρόμο της μελέτης και της άντλησης των συμπερασμάτων εκείνων που θα το κάνουν ακόμα πιο ικανό στη σημερινή του πάλη.

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ:
Ο Χρήστος Μπαλωμένος είναι συνεργάτης της Ιδεολογικής Επιτροπής της ΚΕ του ΚΚΕ.

1. Η λέξη Ράιχ (Reich), η οποία στα ελληνικά μεταφράζεται ως βασίλειο ή αυτοκρατορία, αποτελεί την επίσημη ονομασία του γερμανικού κράτους σε διάφορες στιγμές της ιστορίας του μέχρι το 1945. Το λεγόμενο πρώτο Ράιχ ήταν η «Αγία Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία του Γερμανικού Εθνους», η οποία (με μικρές αλλαγές στην ονομασία της) διάρκεσε από τα τέλη της πρώτης χιλιετίας μέχρι το 1806. Το δεύτερο Ράιχ -στο οποίο αναφέρεται και η στιχομυθία- ήταν το καθεστώς της συνταγματικής μοναρχίας του πρώτου γερμανικού έθνους κράτους από την ίδρυσή του το 1871 μέχρι το τέλος του Α΄ Παγκόσμιου Πολέμου το 1918. Ο όρος «τρίτο Ράιχ» αποτελούσε προπαγανδιστικό χαρακτηρισμό του γερμανικού κράτους κατά τα χρόνια της κυριαρχίας του Χίτλερ και του Εθνικοσοσιαλιστικού Κόμματος, δηλαδή από το 1933 μέχρι το 1945. Η περίοδος από τα τέλη του 1918 μέχρι το 1933 χαρακτηρίζεται ως Δημοκρατία της Βαϊμάρης και αποτελεί την πρώτη περίοδο αστικής κοινοβουλευτικής δημοκρατίας στη χώρα.

2. Deutsche Geschichte, F.A. Brockhaus, σελ. 231.

3. Στη βραχύβια κυβέρνηση Μαξ, η οποία διάρκεσε από τις 4 μέχρι τις 9 Νοέμβρη 1918, συμμετείχαν το Σοσιαλδημοκρατικό Κόμμα, το Κόμμα του Κέντρου και οι Φιλελεύθεροι.

4. Το Σοσιαλδημοκρατικό Κόμμα Γερμανίας ιδρύθηκε από τους Βίλχελμ Λίμπκνεχτ και Αουγκουστ Μπέμπελ το 1869 ως Σοσιαλδημοκρατικό Εργατικό Κόμμα. Το 1875 συνενώθηκε στην πόλη Γκότα με τη λασαλική Γενική Γερμανική Εργατική Ενωση για να συγκροτήσουν το Σοσιαλιστικό Κόμμα Γερμανίας. Το σημερινό του όνομα το πήρε στο Συνέδριο της Ερφούρτης το 1891. Αν και επίσημα το ακρωνύμιο SPD υιοθετήθηκε από το Σοσιαλδημοκρατικό Κόμμα Γερμανίας μετά τον Πόλεμο, εμείς θα το χρησιμοποιήσουμε σε ολόκληρο το άρθρο.

5. Ενδεικτική είναι η τοποθέτηση του Φριτζ Τάρνοφ, βουλευτή και ηγετικού συνδικαλιστικού στελέχους του SPD, στον οποίο αποδίδεται η φράση ότι το Σοσιαλδημοκρατικό Κόμμα είναι ο γιατρός δίπλα στο κρεβάτι του άρρωστου καπιταλισμού. Συγκεκριμένα στο Συνέδριο του κόμματος στη Λειψία το 1931 δήλωνε: «Οταν ο ασθενής αγκομαχά, οι μάζες έξω πεινάνε. Οταν εμείς το ξέρουμε αυτό και γνωρίζουμε ένα φάρμακο, ακόμα κι αν δεν είμαστε πεισμένοι ότι θα γιατρέψει τον ασθενή αλλά τουλάχιστον θα απαλύνει τον πόνο του… τότε του δίνουμε το φάρμακο και δε σκεφτόμαστε σαν να είμαστε κληρονόμοι που περιμένουμε το τέλος του».

6. Φυσικά η πάλη επαναστατικών και μεταρρυθμιστικών θέσεων δεν περιορίζεται σε αυτή την περίοδο, αλλά ενυπάρχει πάντα για ένα κομμουνιστικό κόμμα που δρα σε συνθήκες καπιταλισμού αλλά και ανώριμου κομμουνισμού. Η ιστορία μάλιστα του εργατικού κινήματος στον 20ό αιώνα έδειξε ότι η ανθεκτικότητα των μεταρρυθμιστικών θέσεων ήταν πολύ μεγαλύτερη και εκφραζόταν ακόμα και μέσα στα κομμουνιστικά κόμματα, τα οποία δημιουργήθηκαν ακριβώς στη βάση της αντιπαράθεσης με το μεταρρυθμιστικό ρεύμα μέσα στις γραμμές του εργατικού και σοσιαλδημοκρατικού κινήματος.

7. Το δίκτυο οργανώσεων που προπολεμικά πρόσκεινταν άμεσα ή έμμεσα στο κόμμα ήταν τεράστιο και ποικιλόμορφο. Το κόμμα έλεγχε 62 τυπογραφεία, 90 ημερήσιες εφημερίδες, απασχολώντας πάνω από 10.000 εργάτες στους εκδοτικούς του οίκους. Επίσης υπό τον έλεγχό του βρίσκονταν εταιρίες, σύλλογοι, ξενοδοχεία, ένα θέατρο, μία σχολή εκπαίδευσης στελεχών του κόμματος, χορωδίες κλπ. (Mitchell H., Stearns P.: «Workers and Protest; the European Labor Movement, the working classes and the origins of social democracy, 1890-1914», εκδ. «F.e. PeacockPublishers», 1971, σελ. 97).

8. Από το 1878 μέχρι το 1890 ήταν σε ισχύ ο λεγόμενος Αντι-σοσιαλιστικός νόμος του Μπίσμαρκ, ο οποίος, αν και δεν έθετε τελείως εκτός νόμου την ύπαρξη του SPD, έθετε εκτός νόμου το σύνολο σχεδόν της πολιτικής του δραστηριότητας.

9. Το Σοσιαλδημοκρατικό Κόμμα ήταν πρώτο σε ψήφους στις τελευταίες εκλογές το 1912. Από το 1890 το κόμμα σημείωνε αλματώδη εκλογική άνοδο. Το 1890 συγκέντρωσε το 19,8% των ψήφων, το 1893 το 23,3%, το 1898 το 27,2%, το 1903 το 31,7%, το 1907 το 29% και το 1912 το 34,8%.

10. Φωτεινή εξαίρεση αποτέλεσε ο Καρλ Λίμπκνεχτ, γιος του Βίλχελμ Λίμπκνεχτ, ενός εκ των δύο ιδρυτών του κόμματος. Ο Λίμπκνεχτ ήταν ο μοναδικός από τους 110 βουλευτές του SPD, αλλά και ο μοναδικός σε ολόκληρο το Ράιχσταγκ, που αντιτάχθηκε στον ιμπεριαλιστικό πόλεμο, απέχοντας από την πρώτη ψηφοφορία του Αυγούστου για τις πολεμικές πιστώσεις (ο λόγος για τον οποίο απείχε αντί να καταψηφίσει ήταν για να μη θέσει, όπως πίστευε, σε κίνδυνο τη «διαφύλαξη της ενότητας του κόμματος» που είχε θέση υπερψήφισής τους), ενώ στη δεύτερη ψηφοφορία το Δεκέμβρη του 1914 η ψήφος του ήταν η μοναδική αρνητική στο SPD και σε ολόκληρο το Ράιχταγκ. Ο Λίμπκνεχτ «πλήρωσε» την επαναστατική του στάση του με 4½ χρόνια φυλάκιση και λίγο αργότερα με την ίδια του τη ζωή, όπως θα δούμε στη συνέχεια. Στην ουσία η επαναστατική θέση απέναντι στον ιμπεριαλιστικό πόλεμο εκφράστηκε κοινοβουλευτικά από ένα μόνο άνθρωπο, ενώ οι υπόλοιποι 109 σοσιαλδημοκράτες βουλευτές ψήφισαν τη στήριξη των πολεμικών επιδιώξεων της γερμανικής αστικής τάξης.

11. Ο Μπέμπελ χαρακτήρισε τη γερμανική πολιτική στην Αφρική βάρβαρη και κτηνώδη. Συγκρίνετε αυτή την τοποθέτηση με την τοποθέτηση του Εμπερτ για το Ράιχ και τα… δύο παιδιά του που θυσίασε γι’ αυτό.

12. Οι Mitchell και Stearns αναφέρουν χαρακτηριστικά για την εκλογική μείωση του 1907: «οι ρεφορμιστές (σ.σ. του κόμματος) συμπέραναν ότι ο αντι-ιμπεριαλισμός ήταν πολυτέλεια. Εξάλλου πολλοί από αυτούς, συμπεριλαμβανομένου του Μπερνστάιν, είχαν εκφραστεί ευνοϊκά προς τη γερμανική αποικιοκρατία» (MitchellH, StearnsP, WorkersandProtest; theEuropeanLaborMovement, theworkingclassesandtheoriginsofsocialdemocracy, 1890-1914, εκδ. F.e. Peacock Publishers, 1971, σελ. 98).

13. Grebing H, The History of the German Labor Movement: A Survey, Leamington Spa: Berg Publishers, 1985, σελ. 66.

14. Από το 1916 η πολιτική της Γερμανίας δεν καθοριζόταν από τον Κάιζερ (Αυτοκράτορα) και από την κυβέρνηση, αλλά από την Ανώτατη Στρατιωτική Διοίκηση υπό τους στρατηγούς Χίντενμπουργκ και Λούντεντορφ. Ο τελευταίος πρότεινε -ενόψει της ήττας- τη μετατροπή της Αυτοκρατορίας σε κοινοβουλευτική μοναρχία με τη συμμετοχή των κομμάτων, μεταξύ των οποίων και του σοσιαλδημοκρατικού.

15. Κατά τη διάρκεια του πολέμου η στάση του SDP στηριζόταν στη λεγόμενη «Burgfrieden», ένα είδος ταξικής ειρήνης που συμφώνησε το κόμμα με την κυβέρνηση για όσο διαρκούσε ο πόλεμος. Χαρακτηριστική είναι η περίπτωση της απεργίας του Γενάρη 1918. Ελλείψει οργανωμένου επαναστατικού κόμματος, το Σοσιαλδημοκρατικό Κόμμα, το οποίο στήριζε αναφανδόν τη γερμανική αστική τάξη και τον πόλεμό της, ανέλαβε την καθοδήγηση της απεργίας αυτής, η οποία στόχευε να δημιουργήσει προβλήματα στη γερμανική πολεμική μηχανή. Ποιος ο λόγος; Το 1925 ο Φ. Εμπερτ σημείωνε: «Συμμετείχα στην ηγεσία της απεργίας με τη συγκεκριμένη πρόθεση να τελειώσει το γρηγορότερο η απεργία και να αποφευχθεί έτσι η ζημιά για τη χώρα μας» (βλ. Βόλφγκανγκ Ρούγκε: «Η Επανάσταση του Νοέμβρη του 1919 στη Γερμανία», εκδ. «Σύγχρονη Εποχή», 1991, σελ. 23).

16. Αν και αξίζει να σημειωθεί ότι το SPD ήταν αντίθετο ακόμα και με πολλούς από τους αστικούς εκσυγχρονισμούς. Για παράδειγμα, παρά τις διακηρύξεις του περί δημοκρατίας, έκανε τα πάντα για να διατηρήσει στο θρόνο τον Κάιζερ Βίλχελμ ΙΙ ή τουλάχιστον να διατηρήσει τον ίδιο το θρόνο. Ωστόσο αυτό κατέστη αδύνατο στην πορεία των επαναστατικών εξελίξεων.

17. Οπως σημείωνε η ομάδα Σπάρτακος (για την ομάδα του Σπάρτακου βλ. υποσ. 22) τον Οκτώβρη «Το ιστορικό νόημα και ο σκοπός αυτών των “κυβερνητικών μεταρρυθμίσεων” της τελευταίας στιγμής, πριν από μία αναμενόμενη καταιγίδα, είναι πάντα τα ίδια: η “ανανέωση” του παλιού ταξικού κράτους με “ειρηνικό τρόπο”, δηλαδή επιφανειακές μικροαλλαγές, με σκοπό να μείνει σώος ο πυρήνας και η ουσία της παλιάς ταξικής κυριαρχίας και να αποφευχθεί η ριζοσπαστική, πραγματική ανανέωση της κοινωνίας μέσω της επανάστασης των μαζών» (βλ. Βόλφγκανγκ Ρούγκε: «Η Επανάσταση του Νοέμβρη του 1919 στη Γερμανία», εκδ. «Σύγχρονη Εποχή», 1991, σελ. 26).

18. Στα τέλη Οκτώβρη οι ναύτες εξεγέρθηκαν εναντίον της συνέχισης του πολέμου, δεδομένης και της ήττας της Γερμανίας. Στις 30 Οκτώβρη δεν πειθάρχησαν στη διαταγή να αποπλεύσουν, ενώ σε κάποια πλοία ύψωσαν την κόκκινη σημαία. Χίλιοι ναύτες φυλακίστηκαν. Στις 3 Νοέμβρη χιλιάδες ναύτες, εργάτες και στρατιώτες διαδήλωσαν για την απελευθέρωσή τους. Η διαδήλωση πνίγηκε στο αίμα: 8 νεκροί και 29 τραυματίες ήταν το τίμημα που έπρεπε να πληρώσουν οι ναύτες (οι οποίοι στη συντριπτική τους πλειοψηφία ήταν εργάτες πριν τον πόλεμο) του Κίελου για να συνειδητοποιήσουν ότι απέναντί τους είχαν τη βία του αστικού κράτους και ότι απέναντι σε αυτή τη βία έπρεπε να προτάξουν τη δική τους επαναστατική βία. Στις 4 Νοέμβρη συγκροτήθηκαν Συμβούλια και κάλεσαν σε απεργία την επόμενη μέρα. Το βράδυ της 14ης Νοέμβρη το Κίελο βρισκόταν στα χέρια των εξεγερμένων. Αξίζει να αναφερθεί ότι η τοπική σοσιαλδημοκρατική εφημερίδα χαρακτήρισε το λουτρό αίματος «ένα λυπηρό επεισόδιο» και συνιστούσε την αποφυγή «κάθε ανώφελης συνέχισης του αγώνα» (βλ. Βόλφγκανγκ Ρούγκε: «Η Επανάσταση του Νοέμβρη του 1919 στη Γερμανία», εκδ. «Σύγχρονη Εποχή», 1991, σελ. 44).

19. Βλ. Βόλφγκανγκ Ρούγκε: «Η Επανάσταση του Νοέμβρη του 1919 στη Γερμανία», εκδ. «Σύγχρονη Εποχή», 1991, σελ. 44.

20. Ο.π., σελ. 52.

21. Το Ανεξάρτητο Σοσιαλδημοκρατικό Κόμμα Γερμανίας δημιουργήθηκε τον Απρίλη του 1917 ως διάσπαση του Σοσιαλδημοκρατικού Κόμματος Γερμανίας. Στην ουσία συνετέλεσε στη συγκράτηση «εντός των τειχών» των εργατικών μαζών που είχαν εξοργιστεί με το Σοσιαλδημοκρατικό Κόμμα και στην πρόληψη δημιουργίας πραγματικά επαναστατικού εργατικού κόμματος. Σχεδόν στο σύνολό τους οι «Ανεξάρτητοι» προσχώρησαν το 1922 και πάλι στο Σοσιαλδημοκρατικό Κόμμα, ενώ μια μικρή μειοψηφία τους προσχώρησε στο Κομμουνιστικό Κόμμα Γερμανίας. Για λόγους συντομίας, στο κείμενο θα αναφερόμαστε στο κόμμα αυτό και ως «Ανεξάρτητοι».

22. Την Ανοιξη του 1915 συγκροτήθηκε από μέλη του Σοσιαλδημοκρατικού Κόμματος που αντιπολιτεύονταν τη γραμμή του κόμματος γενικά, αλλά κυρίως στο θέμα του πολέμου, η ομάδα «Διεθνής», η οποία πήρε συνεπή διεθνιστική θέση κόντρα στη σοσιαλπατριωτική γραμμή του κόμματος. Η ομάδα αυτή αποτελούνταν από γνωστούς Γερμανούς επαναστάτες, όπως οι Καρλ Λίμπκνεχτ, Ρόζα Λούξεμπουργκ, Φραντς Μέρινγκ, Κλάρα Τσέτκιν, Χέρμαν και Κέτε Ντούνκερ, Βίλχελμ Πικ κ.ά. Βασική τους θέση ήταν ότι ο κύριος εχθρός κάθε λαού -και του γερμανικού- βρίσκεται στην ίδια του τη χώρα. Ενα χρόνο αργότερα η ομάδα άρχισε να εκδίδει σειρά πολιτικών φυλλαδίων με το όνομα «Γράμματα του Σπάρτακου», απ’ όπου πήρε και το όνομά της. Η ομάδα αυτή μετεξελίχθηκε μαζί με κάποια μέλη των «Ανεξάρτητων» στο Κομμουνιστικό Κόμμα Γερμανίας, το οποίο ιδρύθηκε στη Συνδιάσκεψη των Σπαρτακιστών από τις 30 Δεκέμβρη μέχρι την 1η Γενάρη 1919.

23. Β. Ι. Λένιν: «Απαντα», τ. 37, εκδ. «Σύγχρονη Εποχή», σελ. 109.

24. Αν και ο Λίμπκνεχτ σημείωνε ότι όσο υπάρχουν εργάτες και αστοί «ο ελεγκτής προλετάριος θα εξαπατηθεί από τον πανούργο αστό στο άψε σβήσε».

25. Βλ. Βόλφγκανγκ Ρούγκε: «Η Επανάσταση του Νοέμβρη του 1918 στη Γερμανία», εκδ. «Σύγχρονη Εποχή», 1999, σελ. 64.

26. Σ.σ. Ηγεμονικός οίκος της Γερμανίας, από τους σημαντικότερους της Ευρώπης.

27. Βλ. Βόλφγκανγκ Ρούγκε: «Η Επανάσταση του Νοέμβρη του 1918 στη Γερμανία», εκδ. «Σύγχρονη Εποχή», 1999, σελ. 87.

28. Αποκαλυπτικό είναι το σχόλιο μιας γερμανικής εφημερίδας, χρόνια μετά τη σύναψη του Συμφώνου Εμπερτ-Γκρένερ: «Μόνο σεβασμό μπορούμε να επιδείξουμε απέναντι στο μέγεθος του κρατικού λειτουργού Εμπερτ καθώς και στην αντίληψη του στρατιωτικού του συνεταίρου. Αντλησαν διδάγματα από τη ρωσική Επανάσταση» (WolfgangRuge, Weimar, RepublikaufZeit, VEBDeutscherVerlag, 1982, σελ. 20).

29. Βλ. Wolfgang Ruge, Weimar, Republik auf Zeit, VEB Deutscher Verlag, 1982, σελ. 19.

30. Β. Ι. Λένιν: «Απαντα», τ. 27, εκδ. «Σύγχρονη Εποχή», σελ. 123.

31. Βλ. Βόλφγκανγκ Ρούγκε: «Η Επανάσταση του Νοέμβρη του 1918 στη Γερμανία», εκδ. «Σύγχρονη Εποχή», 1999, σελ. 77.

32. Σε αυτό συμμετείχαν 288 σοσιαλδημοκράτες, 87 «Ανεξάρτητοι», 27 εξωκομματικοί στρατιώτες, 25 από τα παλιά αστικά κόμματα και μόλις 10 «Σπαρτακιστές». Χαρακτηριστικό για το ρεύμα αυταπατών που υπήρχε είναι ότι οι Καρλ Λίμπκνεχτ και Ρόζα Λούξεμπουργκ δεν είχαν εκλεγεί ως αντιπρόσωποι, ενώ μετά από ψηφοφορία δεν τους δόθηκε καν το δικαίωμα να παραστούν, έστω και χωρίς δικαίωμα ψήφου.

33. Ο στρατηγός Γκρένερ δήλωνε αργότερα: «Με την έναρξη του έτους 1919, μπορούσαμε να αναλάβουμε δουλειά στο Βερολίνο και να το εκκαθαρίσουμε» (βλ. Wolfgang Ruge, Weimar, Republik auf Zeit, VEB Deutscher Verlag, 1982, σελ. 25).

34. Βλ. Wolfgang Ruge, Weimar, Republik auf Zeit, VEB Deutscher Verlag, 1982, σελ. 26-27.

35. Ο Νόσκε πρωταγωνίστησε στη βίαιη κατάπνιξη εργατικών κινητοποιήσεων και εξεγέρσεων και κατά την περίοδο της Δημοκρατίας της Βαϊμάρης και έτσι κέρδισε επάξια τον τίτλο του «σφαγέα των εργατών».

36. Τα Freikorps ήταν ακροδεξιά παραστρατιωτικά σώματα εθελοντών που αποτέλεσαν τη «μαγιά» για τη δημιουργία των χιτλερικών SA και SS. Αποτελούνταν από τα πιο βίαια και αντιδραστικά στοιχεία του ηττημένου στον πόλεμο Αυτοκρατορικού Στρατού.

37. Ο Κ. Λίμπκνεχτ πυροβολήθηκε στο πίσω μέρος του κεφαλιού, ενώ οι δολοφόνοι του άφησαν το πτώμα του σε κοντινό νεκροτομείο ως «πτώμα αγνώστου αντρός». Η Ρ. Λούξεμπουργκ σφυροκοπήθηκε μέχρι θανάτου με χτυπήματα τουφεκιού, ενώ στη συνέχεια το σώμα της πετάχτηκε σε ένα κανάλι όπου βρέθηκε μόλις στις 31 του Μάη 1919.

38. Gustav Auernheimer, Σοσιαλδημοκρατία, Εθνικοσοσιαλισμός, Κριτική Θεωρία, εκδ. «Πλέθρον», 1999, σελ. 18.

39. Αυτή η επιχειρηματολογία έχει πολλά κοινά στοιχεία με αυτή που ακούγαμε προεκλογικά από το ΣΥΡΙΖΑ. Ο Γ. Δραγασάκης π.χ. σημείωνε προεκλογικά ότι τώρα χρειάζεται να δοθεί ζεστό χρήμα στις τράπεζες, ενώ το ζήτημα της «κοινωνικοποίησης» των τραπεζών είναι ζήτημα του μέλλοντος, όταν ανακάμψει η οικονομία, σε 10, 15, 20 χρόνια.

40. Winkler Heinrich: «Βαϊμάρη, η Ανάπηρη Δημοκρατία», εκδ. «Πόλις», 2010, σελ. 45.

41. Το όνομά της το πήρε από την πόλη Βαϊμάρη του κρατιδίου της Θουριγγίας. Στην πόλη αυτή συνήλθε στις 6 Φλεβάρη 1919 η Εθνοσυνέλευση, η οποία στις 11 Αυγούστου του ίδιου χρόνου ψήφισε και το Σύνταγμα της Βαϊμάρης. Η πόλη αυτή επιλέχτηκε έναντι του Βερολίνου, το οποίο ήταν και η πρωτεύουσα της χώρας, λόγω της επαναστατικής αναταραχής που επικρατούσε ακόμα εκεί μετά την επανάσταση του Νοέμβρη του 1918 και την εξέγερση του Γενάρη του 1919, ενώ η επιλογή της πόλης είχε και συμβολικό χαρακτήρα, αφού ήταν η πόλη μεγάλων Γερμανών συγγραφέων και ποιητών, όπως ο Γκαίτε, ο Σίλερ και ο Χέρντερ.

42. Πιο αναλυτικά δες την ένθετη έκδοση του «Κυριακάτικου Ριζοσπάστη» της 16ης Ιούνη 2012 με τίτλο «Η “Δημοκρατία της Βαϊμάρης”, η θεωρία των “άκρων” και ο αντικομμουνισμός».

43. Το άρθρο 25 έδινε στον Πρόεδρο του Ράιχ το δικαίωμα να διαλύσει το κοινοβούλιο, το άρθρο 48 έδινε στον Πρόεδρο το δικαίωμα να κηρύξει κατάσταση εκτάκτου ανάγκης χωρίς τη συναίνεση του κοινοβουλίου, ενώ το άρθρο 53 όριζε ότι ο Πρόεδρος του Ράιχ διορίζει τον Καγκελάριο.

44. Με πιο χαρακτηριστικό το λεγόμενο «Βιασμό της Πρωσίας», την απομάκρυνση δηλαδή της νόμιμης κυβέρνησης της Πρωσίας που έγινε με προεδρικό διάταγμα στις 20 Ιούλη 1932 και τον ορισμό από τον πρόεδρο Χίντενμπουργκ του Πάπεν ως επιτρόπου του Ράιχ για την Πρωσία.

45. Ο βαθμός αυτών των προσαρμογών ήταν τέτοιος που ανάγκασε την αστική ιστοριογραφία να της προσδώσει τον τίτλο της «Πρώτης Γερμανικής Δημοκρατίας».

46. Αλλωστε το ίδιο το Συνέδριο του Γκέρλιτσερ, που έλαβε χώρα το 1921 και ψήφισε και το λεγόμενο Πρόγραμμα του Γκέρλιτσερ (το οποίο συνέγραψε κυρίως ο Μπερνστάιν), σημείωνε ότι το SPD μετατρέπεται από κόμμα της εργατικής τάξης σε «κόμμα του εργαζόμενου λαού στην πόλη και την ύπαιθρο», ενώ αποφάσισε ότι κάθε πολιτικός χειρισμός του κόμματος πρέπει να κινείται στα πλαίσια της ισχύουσας νομιμότητας, δίνοντας ταυτόχρονα όρκους πίστης στη Δημοκρατία της Βαϊμάρης. Τέλος αποφάσισε με μεγάλη πλειοψηφία τη συνεργασία με τα λεγόμενα αστικά κόμματα, εφόσον αυτά στήριζαν τη Δημοκρατία. Τις αποφάσεις αυτές τις εφάρμοσε κατά γράμμα κατά τη διάρκεια της Δημοκρατίας της Βαϊμάρης. Στο μόνο σημείο στο οποίο «έκανε σκόντο» είναι η προϋπόθεση του σεβασμού έστω κι αυτής της ταξικής, της αστικής «Δημοκρατίας της Βαϊμάρης». Το SPD δεν είχε κανένα πρόβλημα να στηρίξει τον οποιοδήποτε συνέβαλλε στην εδραίωση του καπιταλισμού, όπως π.χ. τις παραστρατιωτικές ακροδεξιές ομάδες.

47. Winkler Heinrich: «Βαϊμάρη, η Ανάπηρη Δημοκρατία», εκδ. «Πόλις», 2010, σελ. 82-83.

48. Βλ. Wolfgang Ruge, Weimar, Republik auf Zeit, VEB Deutscher Verlag, 1982, σελ. 12.

49. Μόνο στο Βερολίνο πάνω από 1.000 άνθρωποι έχασαν τη ζωή τους στις μάχες του Μάρτη του 1919.

50. Βλ. Βόλφγκανγκ Ρούγκε: «Η Επανάσταση του Νοέμβρη του 1918 στη Γερμανία», εκδ. «Σύγχρονη Εποχή», 1999, σελ. 100.

51. Winkler Heinrich: «Βαϊμάρη, η Ανάπηρη Δημοκρατία», εκδ. «Πόλις», 2010, σελ. 82.

52. Η απόφαση του δικαστηρίου ανέφερε ότι όλοι οι κατηγορούμενοι είχαν οδηγηθεί «στις ενέργειες τους από πνεύμα καθαρά πατριωτικό και με την πιο ευγενή και ανιδιοτελή βούληση» και πως είχαν ειλικρινή πίστη και συνείδηση «ότι όφειλαν να ενεργήσουν για τη σωτηρία της πατρίδας και ότι έπραξαν αυτό ακριβώς το οποίο, λίγο καιρό πριν, σκόπευαν να πράξουν οι κυβερνώντες της Βαυαρίας».

53. Βλ. Wolfgang Ruge, Weimar, Republik auf Zeit, VEB Deutscher Verlag, 1982, σελ. 38.

54. Λόγω των αμερικανικών δανείων από τις ΗΠΑ προς τη Γερμανία, του πολύ μεγάλου όγκου των Αμεσων Ξένων Επενδύσεων αμερικανικών επιχειρήσεων στη Γερμανία και άλλων αιτιών που σχετίζονται με την πολύ μεγάλη αλληλεξάρτηση των δύο οικονομιών αυτή την περίοδο.

55. Αναφορά στο: Wolfgang Ruge, 1982, Weimar, Republik auf Zeit, VEB Deutscher Verlag, σελ. 262.

56. Winkler Heinrich: «Βαϊμάρη, η Ανάπηρη Δημοκρατία», εκδ. «Πόλις», 2010, σελ. 254-255.

57. Βλ. Wolfgang Ruge, Weimar, Republik auf Zeit, VEB Deutscher Verlag, 1982, σελ 161.

58. Ο Σλάιχερ ήταν Γερμανός στρατηγός και προτελευταίος Καγκελάριος της Δημοκρατίας της Βαϊμάρης από τις 2 Δεκέμβρη 1932 μέχρι τις 28 Γενάρη 1933. Στις 30 Γενάρη τον διαδέχτηκε στην Καγκελαρία της χώρας ο Αδόλφος Χίτλερ.

59. Winkler Heinrich: «Βαϊμάρη, η Ανάπηρη Δημοκρατία», εκδ. «Πόλις», 2010, σελ. 330.

60. Winkler Heinrich: «Βαϊμάρη, η Ανάπηρη Δημοκρατία», εκδ. «Πόλις», 2010, σελ. 304-305.

61. Ο.π., σελ. 241.

62. Το οποίο από 10,6% στις βουλευτικές εκλογές του Μάη του 1928 πήγε στο 13,1% στις εκλογές του Σεπτέμβρη του 1929, στο 14,3% στις εκλογές του Ιούλη του 1932 και στο 16,9% στις εκλογές λίγους μήνες μετά, το Νοέμβρη του 1932.

63. Αυτή η πορεία συνεχίστηκε και μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Το Πρόγραμμα του Γκόντεσμπεργκ, που ψηφίστηκε στην ομώνυμη πόλη το 1959, διαγράφει κάθε αναφορά στο Μαρξ, χαρακτηρίζει το SPD λαϊκό κόμμα που απευθύνεται σε όλα τα στρώματα της κοινωνίας.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου