Δευτέρα, 24 Δεκεμβρίου 2012

Χ. Μπαλωμένος-Από τον οπορτουνισμό στην αστική διακυβέρνηση: Το παράδειγμα του SPD (τρίτο μέρος)

Πρώτο μέρος
Δεύτερο μέρος

Η θεωρία των άκρων: Προεκλογικό πόστερ του SPD, 1932

ΚΟΙΝΩΝΙΚΟΠΟΙΗΣΗ ΧΩΡΙΣ …ΚΑΤΑΡΓΗΣΗ ΤΗΣ ΚΑΠΙΤΑΛΙΣΤΙΚΗΣ ΙΔΙΟΚΤΗΣΙΑΣ

Ας επιστρέψουμε όμως για λίγο στο ζήτημα της κοινωνικοποίησης των μέσων παραγωγής, το οποίο παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον. Η απαίτηση πραγματοποίησης αυτής της κοινωνικοποίησης ως απαραίτητης προϋπόθεσης για τη βελτίωση της ζωής των εργαζόμενων είχε μάλλον πλειοψηφική επιρροή στις εργατικές συνειδήσεις. Η συνειδητοποίηση όμως αυτής της αναγκαιότητας δε συνοδευόταν από τη διαπαιδαγώγηση στους όρους πραγματοποίησής της, δηλαδή στην αναγκαιότητα η εργατική τάξη «να βάλει πλάτη» και να πραγματοποιήσει η ίδια αυτό το καθήκον, φέρνοντας τα «πάνω κάτω» στο πεδίο ακριβώς που κρίνεται το ποια τάξη έχει την εξουσία στα χέρια της, στο πεδίο της οικονομίας. Ο συνδυασμός της απαίτησης κοινωνικοποίησης των μέσων παραγωγής από τη μία με τη συντριπτική κυριαρχία των κοινοβουλευτικών αυταπατών από την άλλη έδωσε τη δυνατότητα στη γερμανική αστική τάξη να αξιοποιήσει προς όφελός της τις εξελίξεις και σε αυτό τον τομέα.

Μέσα στην Επανάσταση του Νοέμβρη, η «επανάσταση από τα πάνω», δηλαδή η κυβέρνηση συνεργασίας SPD και Ανεξάρτητου Σοσιαλδημοκρατικού Κόμματος που έφερε το βαρύγδουπο τίτλο του Συμβουλίου των Λαϊκών Επιτρόπων, σύστησε στις 21 Νοέμβρη 1918 τη λεγόμενη «Επιτροπή Κοινωνικοποίησης» με επικεφαλής τον «Ανεξάρτητο» κεντριστή Κάουτσκι και μέλη της αστούς οικονομολόγους, οπορτουνιστές πολιτικούς, ακόμα και μεγάλους επιχειρηματίες. Την ίδια περίοδο οι δρόμοι της Γερμανίας πλημμύριζαν από πανό που ανέγραφαν: «Η κοινωνικοποίηση παρελαύνει», «Ο Σοσιαλισμός είναι εδώ». Ετσι η «επανάσταση από τα πάνω» υποσχέθηκε και την κοινωνικοποίηση «από τα πάνω», η οποία -όπως ήδη έχουμε σημειώσει- καθόλου δε θα έπρεπε να ανησυχεί τους εργάτες, αφού μπορούσε να πραγματοποιηθεί «ήρεμα και χωρίς ταραχές».
Ταυτόχρονα με τις διαβεβαιώσεις περί «ήσυχης» κοινωνικοποίησης και τη σύσταση αντίστοιχων επιτροπών, οι σοσιαλδημοκράτες προσπαθούσαν να ξεριζώσουν από τη συνείδηση των εργαζόμενων την αναγκαιότητα της κοινωνικοποίησης των μέσων παραγωγής. Από το Συνέδριο των Συμβουλίων κιόλας ο Χίλφερντινγκ, εισηγητής των «Ανεξάρτητων», σημείωνε ότι η κοινωνικοποίηση των μέσων παραγωγής δεν είναι απλό ζήτημα, αλλά μια δύσκολη διαδικασία. Το SPD ισχυριζόταν ότι στην κατάσταση που βρίσκεται η μεταπολεμική γερμανική οικονομία δεν υπάρχουν περιθώρια για δαπανηρά «πειράματα» και γι’ αυτό το ζήτημα έπρεπε να τεθεί όταν η (καπιταλιστική) οικονομία σηκωνόταν και πάλι στα πόδια της.[39] Επίσης προπαγάνδιζαν ότι οι νικητές Σύμμαχοι μπορεί να έπαιρναν τις «κοινωνικοποιημένες» επιχειρήσεις ως μέρος των αποζημιώσεων. Ταυτόχρονα όμως σημείωναν ότι, ανεξαρτήτως συνθηκών, με την κοινωνικοποίηση υπάρχει ο κίνδυνος της γραφειοκρατίας και ότι εντέλει είναι ενάντια στη φύση του ανθρώπου. Φαίνεται ότι οι σοσιαλδημοκράτες είχαν ανακαλύψει και το γονίδιο της ατομικής ιδιοκτησίας στα μέσα παραγωγής και ως καλοί «γιατροί στο πλευρό του άρρωστου καπιταλισμού» προσπάθησαν να το περιφρουρήσουν.

Ας αφήσουμε όμως το σοσιαλδημοκράτη Βίνκλερ να μας πει τη γνώμη του για τους νόμους των «κοινωνικοποιήσεων» που ψήφισε η σοσιαλδημοκρατική κυβέρνηση συνεργασίας τους πρώτους μήνες του 1919: «Η “κοινωνικοποίηση” που η κυβέρνηση είχε υποσχεθεί στους εκπροσώπους των εργατών και η οποία πήρε σάρκα και οστά με διάφορους νόμους μεταξύ Μάρτη και Απρίλη του 1919, δεν άλλαξε τίποτα στις σχέσεις ιδιοκτησίας. Στην εξορυκτική βιομηχανία άνθρακα και ανθρακούχου καλίου, συγκροτήθηκαν υποχρεωτικά, κατόπιν κρατικής παρέμβασης, κοινοπραξίες, με εποπτικά συμβούλια (το Συμβούλιο Ανθρακα και το Συμβούλιο Ανθρακούχου Καλίου), στα οποία συμμετείχαν εκπρόσωποι της κυβέρνησης, των κρατιδίων, των ιδιοκτητών, των βιομηχάνων, των εμπόρων και των εργαζόμενων. Αυτό το είδος της “συνεργατικής οικονομίας”, όμως, δεν περιόριζε την εξουσία των ιδιοκτητών»[40]. Οι Γερμανοί σοσιαλδημοκράτες κατάφεραν να «κοινωνικοποιήσουν» τα μέσα παραγωγής χωρίς να καταργήσουν την ατομική ιδιοκτησία στα μέσα παραγωγής. Πρόκειται για πραγματικό επίτευγμα …αντάξιο της καπατσοσύνης της γερμανικής σοσιαλδημοκρατίας.

Αυτή η «συνεργατική οικονομία» δείχνει ότι οι σοσιαλδημοκράτες όχι μόνο ξερίζωσαν την αναγκαιότητα των κοινωνικοποιήσεων και της οικοδόμησης ουσιαστικά μιας ριζικά διαφορετικής οικονομίας και κοινωνίας, αλλά και ότι εκμεταλλεύτηκαν αυτό το αίτημα για να περάσουν την ταξική ειρήνη. Αυτή η «συνεργατική οικονομία», η οποία επέκτεινε -σύμφωνα με το SPD- τη δημοκρατία από τη σφαίρα της πολιτικής στη σφαίρα της οικονομίας, στηριζόταν στη «συμμετοχή των εργατών στη διοίκηση των επιχειρήσεων», η οποία σύμφωνα με τον Βίνκλερ «ανέδειξε τη Γερμανία πρωτοπόρο χώρα στα θέματα οικονομικής δημοκρατίας»… Ετσι από την κοινωνικοποίηση περάσαμε στη «συνδιαχείριση», δηλαδή στην υποταγή των εργαζόμενων στα συμφέροντα των μεγαλοκαπιταλιστών.

Κάθε φορά που φούντωναν οι κινητοποιήσεις και οι εργατικές εξεγέρσεις με βασικό αίτημα την κοινωνικοποίηση των μεγάλων καπιταλιστικών επιχειρήσεων, η κυβέρνηση σύστηνε και επανασύστηνε επιτροπές κοινωνικοποίησης. Ετσι, μετά την εξέγερση στο Ρουρ με κεντρικό αίτημα την κοινωνικοποίηση, ο σοσιαλδημοκράτης υπουργός Σμιτ διαβεβαίωνε τους εργάτες ότι επανεκκίνησαν οι εργασίες της Επιτροπής Κοινωνικοποίησης και γι’ αυτό οι εργάτες έπρεπε να μείνουν ήσυχοι, να εμπιστευτούν τη Δημοκρατία και να μη σαμποτάρουν με τη στάση τους τις ηρωικές προσπάθειες της …επαναστατικής κυβέρνησης. Οι αστοί, προκειμένου να προστατεύσουν την εξουσία τους, επιστράτευαν (μέσω του SPD) στο έπακρο τη λογική της ανάθεσης και του εφησυχασμού, με την οποία το SPD είχε διαπαιδαγωγήσει τους εργάτες.

Ο όλος χειρισμός του ζητήματος των κοινωνικοποιήσεων έχει πολλές ομοιότητες με την επιχειρηματολογία των ανά τον κόσμο αστών και οπορτουνιστών περί κρατικοποιήσεων, ακόμα και κοινωνικοποιήσεων (με ό,τι μπορεί να εννοεί βέβαια ο καθένας με τη λέξη αυτή). Υποσχέσεις, κρατικοποιήσεις προς όφελος του κεφαλαίου και φυσικά καμία κοινωνικοποίηση, αφού η κοινωνικοποίηση προϋποθέτει την ανατροπή του αστικού κράτους, της εξουσίας των μεγάλων επιχειρηματιών και την οικοδόμηση της εξουσίας της εργατικής τάξης.

Και στη χώρα μας έχουμε σημαντική συσσωρευμένη εμπειρία γύρω από τη σχετική επιχειρηματολογία αστικών και οπορτουνιστικών δυνάμεων. Η επιχειρηματολογία και η πολιτική της γερμανικής σοσιαλδημοκρατίας έχει πολλά κοινά στοιχεία με τις «κοινωνικοποιήσεις» και τον «εργατικό έλεγχο» που εφάρμοσε η ΝΔ και με μεγαλύτερη ένταση το ΠΑΣΟΚ της πρώτης κυβερνητικής του περιόδου. Φυσικά, αυτές οι «κοινωνικοποιήσεις» δεν έγιναν σε επαναστατική περίοδο, αλλά αποτελούσαν απαραίτητο στοιχείο της καπιταλιστικής ανάπτυξης εκείνης της περιόδου. Αυτές οι κρατικοποιήσεις έγιναν είτε για να φορτωθούν στις πλάτες των εργαζόμενων οι ζημιές και τα χρέη των πρώην ιδιοκτητών τους είτε για να διευκολυνθεί η συνολική αναπαραγωγή του κοινωνικού κεφαλαίου (π.χ. εξασφάλιση φθηνού ρεύματος για τους επιχειρηματίες σε κάθε γωνιά της Ελλάδας). Αντίστοιχο περιεχόμενο είχαν και οι προεκλογικές δηλώσεις στελεχών του ΣΥΡΙΖΑ που ανοιχτά δήλωναν ότι το κράτος πρέπει να πάρει στα χέρια του τις ζημιογόνες επιχειρήσεις, τράπεζες κλπ., να τις εξυγιάνει και στη συνέχεια να τις παραδώσει και πάλι στους καπιταλιστές.

Η θεωρία των άκρων: Προεκλογικό πόστερ του SPD, 1932


Η ΣΤΑΣΗ ΤΟΥ SPD ΚΑΤΑ ΤΗ «ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ΤΗΣ ΒΑΪΜΑΡΗΣ»

Καταρχήν πρέπει να ξεκαθαρίσουμε ότι ως «Δημοκρατία της Βαϊμάρης»[41] χαρακτηρίζεται η περίοδος εκείνη της γερμανικής ιστορίας που οριοθετείται χρονικά από το τέλος της Επανάστασης του Νοέμβρη του 1918 μέχρι την ανάληψη της εξουσίας από το Χίτλερ το Γενάρη του 1933. Η περίοδος αυτή αξιοποιείται σε μεγάλο βαθμό από αστικές και οπορτουνιστικές δυνάμεις για να στηρίξει το ιδεολόγημα της εξίσωσης φασισμού και κομμουνισμού ως δύο «άκρων»[42]. Μέσω της «θεωρίας των άκρων» προσπαθούν να ταυτίσουν μία μορφή της ταξικής κυριαρχίας του κεφαλαίου με το καθεστώς της εργατικής εξουσίας. Το συγκεκριμένο ιδεολόγημα έχει απαντηθεί πολλές φορές από το κομμουνιστικό κίνημα, αλλά και από το Κόμμα μας, αναδεικνύοντας ακριβώς το φασισμό ως μορφή της αστικής πολιτικής και ιδεολογίας σε στρατηγική σύμπλευση με τις αστικές «δημοκρατικές» δυνάμεις.

Μέσω αυτής της επιχειρηματολογίας η αστική τάξη προσπαθεί να υποστηρίξει το «μονόδρομο της μέσης οδού», τον καπιταλιστικό δρόμο ανάπτυξης, περιφρουρώντας με αυτό τον τρόπο την ταξική της κυριαρχία. Το επιχείρημα αυτό χρησιμοποιείται ως «μπάλωμα» για τις τρύπες εκείνες από τις οποίες μπορεί να διεισδύσει η αμφισβήτηση των «ιερών και όσιων» του καπιταλιστικού τρόπου οργάνωσης της οικονομίας και του αντίστοιχου εποικοδομήματος. «Κάτσε ήσυχα, γιατί αλλιώς υπάρχει ο κίνδυνος των “άκρων”», φωνάζουν οι αστοί και οι γραφιάδες τους στους «ανήσυχους» εργάτες. Οπως όμως ήδη είδαμε και θα δούμε και στη συνέχεια, η στράτευση του ενός υποτιθέμενου «άκρου», του φασισμού, και της «μέσης οδού» της αστικής δημοκρατίας λειτουργούσαν ως «δύο χέρια που το ’να νίβει τ’ άλλο και τα δυο μαζί το καπιταλιστικό πρόσωπο». Σαν μια γροθιά χτυπούσαν το άλλο υποτιθέμενο «άκρο», την εργατική εξέγερση, την προοπτική της σοσιαλιστικής επανάστασης, τόσο κατά τη διάρκεια της πρώτης μεταπολεμικής περιόδου όσο και κατά τη διάρκεια της Δημοκρατίας της Βαϊμάρης.

Η περίοδος αυτή, η οποία χαρακτηρίζεται από την ψήφιση του αντίστοιχου Συντάγματος, καθιέρωσε για πρώτη φορά στη Γερμανία την αστική κοινοβουλευτική δημοκρατία και κατέλυσε την πολιτειακή μορφή της συνταγματικής μοναρχίας που ίσχυε από την ίδρυση του γερμανικού έθνους-κράτους το 1871 μέχρι το 1918. Το Σύνταγμα ενώ καθιέρωνε για πρώτη φορά στη Γερμανία μια μορφή αστικής κοινοβουλευτικής δημοκρατίας, περιείχε το σπέρμα της αναίρεσης αυτής της μορφής, ιδιαίτερα με τα άρθρα 25, 48 και 53, τα οποία προέβλεπαν πολύ ενισχυμένες εξουσίες για τον Πρόεδρο του Ράιχ σε «καταστάσεις έκτακτης ανάγκης».[43] Τα άρθρα αυτά αξιοποιήθηκαν ευρέως κατά τη διάρκεια της Δημοκρατίας της Βαϊμάρης, ιδιαίτερα μετά το ξέσπασμα της καπιταλιστικής οικονομικής κρίσης το 1929, ενώ αξιοποιήθηκαν και από το Χίτλερ για να κερδίσει και να εδραιώσει την εξουσία του. Με το άρθρο αυτό τσακίστηκαν απεργίες και εξεγέρσεις, εκλεγμένες κυβερνήσεις κρατιδίων [44], πέρασαν αντιλαϊκά μέτρα και φυσικά αξιοποιήθηκε για το πέρασμα της εξουσίας στο Χίτλερ.

Οπως είδαμε, η Δημοκρατία της Βαϊμάρης γεννήθηκε μέσα στο λουτρό αίματος της αντεπανάστασης του 1918-1819. Εδώ βρίσκεται μια σημαντική της διαφορά με άλλες αστικές δημοκρατίες, οι οποίες γεννήθηκαν μέσα από επαναστάσεις και όχι μέσα από αντεπαναστάσεις. Αυτό εξηγείται από το γεγονός ότι ο καπιταλισμός στον 20ό αιώνα ήταν καπιταλισμός στην εποχή περάσματος από τον ιμπεριαλισμό στο σοσιαλισμό και με το καμπανάκι της σοβιετικής Ρωσίας να ηχεί πολύ δυνατά στα αυτιά της αντιδραστικής παγκόσμιας αστικής τάξης. Η συγκεκριμένη περίοδος έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον τόσο γιατί χαρακτηρίστηκε από σημαντικές προσαρμογές στο πολιτικό εποικοδόμημα της ηττημένης από τον πόλεμο Γερμανίας[45] όσο και γιατί αποτέλεσε πεδίο έντονων διεργασιών με κατάληξη τη νομή της εξουσίας από το Εθνικοσοσιαλιστικό Κόμμα του Χίτλερ και την αντίστοιχη προετοιμασία του Β΄ Παγκόσμιου Πολέμου.

Η περίοδος αυτή χαρακτηρίζεται από πολύ μεγάλη ρευστότητα. Τα κοινοβούλια και οι κυβερνήσεις που εκλέγονται αποτελούν «κινούμενη άμμο». Το πλέγμα των αντιθέσεων που σιγοβράζει στο υπέδαφος της Δημοκρατίας της Βαϊμάρης είναι πολύ σύνθετο. Πρόκειται καταρχήν για τις αντιθέσεις μεταξύ των διάφορων αστικών τάξεων της μεταπολεμικής Ευρώπης στη βάση των συνεχόμενων διαβουλεύσεων για τις πολεμικές αποζημιώσεις, αλλά και των μεγάλων επενδύσεων που αυτές έχουν στη Γερμανία της Βαϊμάρης. Πρόκειται επίσης για τις αντιθέσεις στο εσωτερικό της γερμανικής αστικής τάξης, με τα διάφορα τμήματά της να έχουν διαφορετική δυναμική και να συνδέονται σε διαφορετικό βαθμό με τις διάφορες νικήτριες καπιταλιστικές χώρες. Τέλος υπάρχουν, αν και σε δευτερεύοντα βαθμό, οι αντιθέσεις μεταξύ των δυναμικών στοιχείων της αστικής τάξης και διάφορων στοιχείων που συνδέονται ακόμα με το προπολεμικό εποικοδόμημα του Κάιζερ. Και όλο αυτό το καζάνι των αντιθέσεων «βράζει» σε ένα περιβάλλον όπου αναπτύσσεται η Οκτωβριανή Επανάσταση και το εργατικό κίνημα ιδιαίτερα της Γερμανίας έχει ήδη θέσει και θέτει επανειλημμένα κατά τη διάρκεια της Δημοκρατίας της Βαϊμάρης (ιδιαίτερα την περίοδο 1919-1923) το ζήτημα της εργατικής εξουσίας, όπως κι αν το αντιλαμβάνεται αυτό. Χαρακτηριστικό για αυτή τη ρευστότητα είναι το γεγονός ότι στα 14 χρόνια της Δημοκρατίας της Βαϊμάρης υπήρξαν 20 αλλαγές του Υπουργικού Συμβουλίου, ενώ σχηματίστηκαν και 11 υπουργικά συμβούλια μειοψηφίας, τα οποία εξαρτιόνταν από την ανοχή των υπόλοιπων κομμάτων.

Οσον αφορά τη στάση του SPD μέσα σε αυτό το περιβάλλον, όχι μόνο δεν αξιοποίησε αυτή τη ρευστότητα προς όφελος της εργατικής τάξης, αλλά έκανε ό,τι μπορούσε για να την περιορίσει και για να επαναφέρει τη σταθερότητα του αστικού πολιτικού συστήματος. Η δράση του SPD προσαρμόστηκε στα νέα δεδομένα εξυπηρέτησης του καπιταλισμού. Εδραιώθηκε πλέον ως κυβερνητικό κόμμα και αφού κέρδισε την εμπιστοσύνη της αστικής τάξης τόσο για την διακυβέρνηση της χώρας όσο και για την άσκηση «σοβαρής και υπεύθυνης» αντιπολίτευσης.[46] Τόσο ως συμμετέχον στην κυβέρνηση (Γενάρης 1918 - Νοέμβρης 1922, Αύγουστος 1923 - Νοέμβριος 1923, Ιούνης 1928 - Μάρτης 1930) όσο και ως αντιπολίτευση, το SPD στήριξε όλες τις αντεπαναστατικές ενέργειες, όλα τα αντιλαϊκά μέτρα και συνέβαλε αποφασιστικά στη δημιουργία ανοχών απέναντι στον ανερχόμενο φασισμό.

Ιδιαίτερος ήταν ο ρόλος του στην ανασυγκρότηση του γερμανικού αστικού κράτους. Επιτακτικό καθήκον του κυβερνητικού SPD κατά τη διάρκεια της Επανάστασης του Νοέμβρη αλλά και κατά τη διάρκεια των πρώτων χρόνων της Δημοκρατίας της Βαϊμάρης ήταν ο αφοπλισμός των εργατών και ο εξοπλισμός και η οργάνωση του τακτικού στρατού, της Ράιχσβερ και των ακροδεξιών παραστρατιωτικών ομάδων, με πιο γνωστά τα Freikorps, στα οποία ήδη αναφερθήκαμε.

Μία από τις πρώτες αποφάσεις της πρώτης εκλεγμένης κυβέρνησης της Δημοκρατίας της Βαϊμάρης (η οποία προέκυψε από τις εκλογές της 19ης Γενάρη 1919) με Καγκελάριο το σοσιαλδημοκράτη Σάιντεμαν ήταν η ανασύσταση της Ράισχβερ, του επίσημου γερμανικού στρατού, από τους αξιωματικούς και υπαξιωματικούς του στρατού του Κάιζερ, δηλαδή του Αυτοκρατορικού Στρατού. Οπως μας ενημερώνει ο Βίνκλερ, στη Δημοκρατία της Βαϊμάρης «Τα αντιδημοκρατικά φρονήματα δεν αποτελούσαν τροχοπέδη για την ανέλιξη στο στρατό»[47]. Η ίδια ακριβώς ιστορία επρόκειτο να επαναλειφθεί και μετά το Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, όπου επίσης η ραχοκοκαλιά του στρατού της ΟΔΓ, αλλά και ολόκληρος ο κρατικός μηχανισμός ανασυγκροτήθηκε κυρίως από τα στελέχη του ναζιστικού κόμματος και των SS. Ισως η συνέχεια στη σύνθεση του στρατεύματος να αποτελεί την καλύτερη και την πιο αλάθητη απόδειξη για την ταξική συνέχεια ενός κράτους, για το γεγονός δηλαδή ότι η τάξη που έχει την εξουσία στα χέρια της παραμένει η ίδια, ενώ αυτό που αλλάζει είναι μόνο η μορφή της δικτατορίας της.

Η κυβέρνηση συνασπισμού υπό την ηγεσία του SPD ψήφισε σχετικό νόμο για τον οποίο ο Γκρένερ, επικεφαλής του Στρατεύματος (με τον οποίο υπενθυμίζουμε ο Εμπερτ είχε κάνει συμφωνία από το Νοέμβρη του 1918 για την κατάπνιξη της εξέγερσης), έλεγε ότι έδινε την ευκαιρία «στο σώμα των αξιωματικών να καθαρίσει τη σκουριά που είχε αναπτυχθεί στο στράτευμα από τον πόλεμο και από τον καιρό της Επανάστασης», ενώ διευκόλυνε «τη διάσωση των καλύτερων και ισχυρότερων στοιχείων του Πρωσισμού στη νέα Γερμανία»[48]. Από τα παραπάνω γίνεται εύκολα κατανοητό πόσο νέα, όσον αφορά το ταξικό της περιεχόμενο, ήταν η Γερμανία που οικοδομούνταν πάνω στα θεμέλια του Συντάγματος της Βαϊμάρης.

Οι σοσιαλδημοκράτες δεν περιορίζονταν στους νόμους, αλλά απέδειξαν στην πράξη τους δεσμούς τους με τα «καλύτερα και ισχυρότερα στοιχεία του Πρωσισμού», τα οποία στελέχωναν τα ακροδεξιά παραστρατιωτικά σώματα εθελοντών. Ράιχσβερ και Freikorps τσακίζανε σαν ένα χέρι όλες τις εργατικές εξεγέρσεις, οι οποίες ήταν πάρα πολλές, ιδιαίτερα την περίοδο της εδραίωσης της «Δημοκρατίας της Βαϊμάρης», δηλαδή την περίοδο 1919-1923, το μεγαλύτερο διάστημα της οποίας το SPD ήταν το μεγαλύτερο κόμμα της κυβέρνησης συνασπισμού των λεγόμενων Κομμάτων της Βαϊμάρης (SPD, Κόμμα του Κέντρου, Δημοκρατικό Κόμμα).

Ως κυβερνητικό πλέον κόμμα το SPD δεν μπορούσε να παίζει μόνο ή κυρίως το ρόλο που έπαιζε κατά την Επανάσταση του Νοέμβρη, το ρόλο δηλαδή της διείσδυσης και του στραγγαλισμού της εξέγερσης «από τα μέσα». Χωρίς να εγκαταλείπει και αυτή τη μέθοδο (τα στηρίγματα άλλωστε του SPD στους εργάτες ήταν πολύ μεγάλα και αυτό το γεγονός αξιοποιήθηκε από την αστική τάξη καθ’ όλη τη διάρκεια της Δημοκρατίας της Βαϊμάρης), με την εδραίωσή του σε κυβερνητικό κόμμα αναβάθμισε τη μέθοδο του τσακίσματος «από τα έξω». Ο νέος ρόλος που του ανέθεσε το αστικό πολιτικό σύστημα ανάγκασε το SPD να πετάξει τη φιλεργατική και δημοκρατική μάσκα.

Ετσι, στο αίμα πνίγηκε το απεργιακό κίνημα που ξεκίνησε από το Δεκέμβρη του 1918 στην περιοχή του Ρουρ και κορυφώθηκε το Μάρτη στο Βερολίνο [49]. Τον επόμενο μήνα, τον Απρίλη του 1919, Ράιχσβερ και παραστρατιωτικοί επιτέθηκαν στις δύο ολιγοήμερες «Δημοκρατίες των Συμβουλίων των Εργατών» στο Μόναχο, συντρίβοντας τη δεύτερη στις 2 Μάη. Το Μάρτη του 1920 η απεργία ενάντια στο λεγόμενο πραξικόπημα Kapp μετατράπηκε πάλι σε εξέγερση στην περιοχή Ρουρ, η οποία και αυτή τσακίστηκε από την κυβέρνηση των κομμάτων της Βαϊμάρης (με μεγαλύτερο το SPD) και από το ενιαίο μέτωπο Ράιχσβερ και ακροδεξιών παραστρατιωτικών με πολλές εκατοντάδες εργάτες νεκρούς και βασανισμένους. Το Μάρτη του 1921 καταστάλθηκε η εξέγερση στο Αμβούργο και την Κεντρική Γερμανία (η λεγόμενη και «Δράση του Μάρτη»). Την ίδια τύχη είχε και η εξέγερση των εργατών το Μάη του 1923 πάλι στην περιοχή του Ρουρ.

Χαρακτηριστική επίσης είναι η περίπτωση της Πρωτομαγιάς του 1929, γνωστής και ως ο γερμανικός «ματωμένος Μάης». Ο σοσιαλδημοκράτης αρχηγός της βερολινέζικης Αστυνομίας επέβαλε απαγόρευση συγκεντρώσεων και συλλαλητηρίων από το Δεκέμβρη του 1928. Η απαγόρευση αυτή ίσχυε ακόμα την Πρωτομαγιά του 1929. Φυσικά οι εργάτες αψήφησαν την απαγόρευση και 200.000 διαδήλωσαν για να τιμήσουν την ημέρα της παγκόσμιας εργατικής τάξης. Η διαδήλωση δέχτηκε την επίθεση της «σοσιαλδημοκρατικής» Αστυνομίας με άρματα μάχης και πυροβόλα όπλα. Απολογισμός: 33 νεκροί εργάτες, 200 τραυματίες και 1.000 συλληφθέντες.

Ταυτόχρονα με τα παραπάνω η Δημοκρατία προσπαθούσε να αφοπλίσει ή να αποτρέψει τον εξοπλισμό των επαναστατικών δυνάμεων. Χαρακτηριστικό είναι το παράδειγμα της προσπάθειας συγκρότησης δυνάμεων κόκκινης πολιτοφυλακής στο Βερολίνο, η οποία τσακίστηκε από την κυβέρνηση των Λαϊκών Επιτρόπων, δηλαδή από τους σοσιαλδημοκράτες, με τον εξής πανέξυπνο τρόπο: Οταν το Εκτελεστικό Συμβούλιο του Βερολίνου προσέφερε για την ασφάλεια της επανάστασης «2.000 σοσιαλιστικά διαπαιδαγωγημένους και πολιτικά οργανωμένους συντρόφους, στρατιωτικά εκπαιδευμένους», οι σοσιαλδημοκράτες Λαϊκοί Επίτροποι άσκησαν πίεση για αναστολή της απόφασης, ισχυριζόμενοι ότι ο σχηματισμός κόκκινης πολιτοφυλακής θα σήμαινε τη «δυσπιστία στην επαναστατική αξιοπιστία» της βερολινέζικης φρουράς. Ετσι, το Εκτελεστικό Συμβούλιο του Βερολίνου απέσυρε την προσφορά του για να μη θέσει σε κίνδυνο την …επαναστατική αξιοπιστία των βερολινέζικων στρατευμάτων, τα οποία -όπως έχουμε ήδη δει- δρούσαν στα πλαίσια της συμφωνίας του Εμπερτ με το Γενικό Επιτελείο Στρατού του Γκρένερ, δηλαδή δούλευαν για τη βίαιη κατάπνιξη της επανάστασης.

Το πώς δρούσε αυτή η βερολινέζικη φρουρά φάνηκε με τα αποτυχημένα πραξικοπήματα απέναντι στο Εκτελεστικό Συμβούλιο των βερολινέζικων Συμβουλίων και στη Μεραρχία του Λαϊκού Ναυτικού στις αρχές και τα τέλη του Δεκέμβρη 1918 αντίστοιχα. Ιδιαίτερα για την πρώτη ο Γκρένερ σημείωνε: «Τι θα έπρεπε να γίνει: ο αφοπλισμός του Βερολίνου, η εκκαθάρισή του από τους Σπαρτακιστές κ.ά. Ολα είχαν προβλεφτεί με συγκεκριμένο καταμερισμό ανά ημέρα και ανά μεραρχία. Τα πάντα είχαν συζητηθεί επίσης από τον αξιωματικό που έστειλα στο Βερολίνο, με τον κ. Εμπερτ»[50].

Ενδεικτική είναι επίσης η στάση της «Δημοκρατίας της Βαϊμάρης» απέναντι στα δύο πραξικοπήματα ανατροπής της. Η αστική αυτή Δημοκρατία ήταν πολύ γενναιόδωρη απέναντι στους επίδοξους «ανατροπείς» της. Το λεγόμενο πραξικόπημα «Kapp» το 1920 και το πραξικόπημα του Χίτλερ στο Μόναχο το 1923 συνάντησαν την απέραντη γενναιοδωρία της αστικής Δημοκρατίας της Βαϊμάρης. Ο Βίνκλερ σημειώνει: «Οσοι συμμετείχαν στην εξέγερση του Ρουρ τιμωρήθηκαν πολύ πιο σκληρά από εκείνους που συμμετείχαν στο στρατιωτικό πραξικόπημα»[51]. Οσον αφορά το λεγόμενο πραξικόπημα Kapp, τον Αύγουστο του 1920 -με νόμο που στήριξαν και οι σοσιαλδημοκράτες- δόθηκε αμνηστία στους αξιωματικούς των Freikorps που είχαν υποστηρίξει το πραξικόπημα με συνέπεια να στελεχώσουν τον αναδιοργανωμένο τακτικό στρατό, τη Ράιχσβερ ενώ σε κάποιους δόθηκε και σύνταξη.

Την ίδια επιείκεια επέδειξε η «πρώτη Γερμανική Δημοκρατία» και απέναντι στο λεγόμενο «Πραξικόπημα της Μπυραρίας», το πραξικόπημα των Χίτλερ, Γκέρινγκ και Λούντερντορφ στο Μόναχο το 1923. Ο Λούντερντορφ, ο δεύτερος στρατάρχης του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου, ο οποίος κυκλοφορούσε φυσικά ελεύθερος, αθωώθηκε και πάλι πλήρως, ενώ ο Χίτλερ καταδικάστηκε σε 5 χρόνια φυλάκιση. Από αυτά ο Χίτλερ έμεινε μόλις 8 μήνες στη φυλακή και μάλιστα σε φυλακή τύπου Festungshaft (φρουρίου κράτησης) στο Λάντσμπεργκ, όπου φυλακίζονταν μόνο όσοι αναγνωρίζονταν από τον Πρόεδρο του Δικαστηρίου ότι είχαν έντιμα κίνητρα και απλά είχαν …παραπαλανηθεί.[52]

Εννοείται ότι οι συνθήκες κράτησης σε αυτές τις φυλακές ήταν κάτι παραπάνω από ευνοϊκές και ήπιες. Δεν υπήρχε καταναγκαστική εργασία, ενώ οι επισκέψεις επιτρέπονταν σε καθημερινή βάση και δεν είχαν κανένα χρονικό όριο. Οι ιδιαίτερα ευνοϊκές συνθήκες κράτησης φαίνεται ότι ενέπνευσαν τον Χίτλερ, ο οποίος κατά τη διάρκεια της «φυλάκισής» του συνέγραψε το μεγάλο του «πόνημα» «Ο Αγών μου» (Mein Kampf). Υπενθυμίζουμε ότι σε αντίθεση με τους πραξικοπηματίες του Μονάχου, που είτε αφέθηκαν ελεύθεροι είτε έκαναν βραχύβιες διακοπές σε υποτιθέμενες φυλακές, το χέρι της Δημοκρατίας ήταν πολύ βαρύ για τους κομμουνιστές. Ο ηγέτης της δεύτερης φάσης της Δημοκρατίας των Συμβουλίων της ίδιας πόλης, του Μονάχου, Οϊγκεν Λεβίν, μέλος του ΚΚΓ, συνελήφθη και εκτελέστηκε για «εσχάτη προδοσία» το 1919.

Οσον αφορά την εξωτερική πολιτική της Βαϊμάρης, αυτή ήταν καθαρά στραμμένη κατά της Σοβιετικής Ενωσης. Ενώ οι Γερμανοί διατηρούσαν τα στρατεύματά τους στις Βαλτικές χώρες για την αποτροπή επαναστατικών εξελίξεων, οι Γερμανοί στρατηγοί δε σταματούσαν να προπαγανδίζουν ότι αποτελούσαν την αντεπαναστατική πρωτοπορία εναντίον των μπολσεβίκων. Ο συνεργάτης της Ανώτατης Στρατιωτικής Διοίκησης (υπενθυμίζουμε υπό καθεστώς σοσιαλδημοκρατικής Προεδρίας και Καγκελαρίας του Ράιχ) Στουλπνάγκελ, μετέπειτα στρατηγός του Χίτλερ, σημείωνε ότι έπρεπε αμέσως να καταρτιστεί «ένα σχέδιο επιχείρησης εναντίον των Μπολσεβίκων […] που θα έβαζε τέλος στη σοβιετική κυριαρχία». Να λοιπόν που η «Δημοκρατία της Βαϊμάρης» και η σοσιαλδημοκρατική ηγεσία της διεκδικούσαν και πέτυχαν πρωταγωνιστικό ρόλο στην προσπάθεια ανατροπής της εργατικής εξουσίας.

Η ενότητα εσωτερικής και εξωτερικής πολιτικής φαίνεται καθαρά από τις δηλώσεις του Γάλλου Προέδρου Κλεμανσό, ο οποίος ανέφερε ότι η τακτική των Γερμανών διαπραγματευτών στις διαπραγματεύσεις μετά τον Πόλεμο συνίσταντο στον «ισχυρισμό ότι θα ηττηθούν από τον μπολσεβικισμό, αν δεν τους βοηθήσουμε εμείς στην αντίσταση εναντίον του και ότι αυτή η πανούκλα θα μολύνει και εμάς […] Εξήγησαν […] ότι τους πήραμε πολλά πολυβόλα και δεν τους έμειναν πολυβόλα για να πυροβολούν τους δικούς τους πολίτες»[53]. Ο διεθνισμός της αστικής τάξης σε πλήρη ανάπτυξη…

Η μετεξέλιξη του οπορτουνισμού σε ανοιχτά αντεπαναστατική δύναμη εντός και εκτός Γερμανίας είχε ολοκληρωθεί.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου