Κυριακή, 23 Δεκεμβρίου 2012

Χ. Μπαλωμένος-Από τον οπορτουνισμό στην αστική διακυβέρνηση: Το παράδειγμα του SPD (δεύτερο μέρος)

Η προλεταριακή εξέγερση, Βερολίνο, 1918
(Το πρώτο μέρος εδώ).

Η ΕΔΡΑΙΩΣΗ ΤΟΥ SPD ΩΣ ΚΥΒΕΡΝΗΤΙΚΟΥ ΚΟΜΜΑΤΟΣ

Από τα τέλη του Σεπτέμβρη του 1918 η Ανώτατη Στρατιωτική Διοίκηση[14] βεβαιώθηκε ότι ο πόλεμος είναι αδύνατον να κερδηθεί. Η κατάσταση αυτή σε συνδυασμό με την επαναστατική «μόλυνση» σημαντικής μερίδας των Γερμανών στρατιωτών και τη σοσιαλιστική επανάσταση στη Ρωσία δημιουργούσε ένα εκρηκτικό σκηνικό για τους Γερμανούς βιομήχανους. Ενας γερμανικός Οκτώβρης ήταν ίσως πολύ κοντά. Μπροστά σε αυτή την κατάσταση, η αστική τάξη αποφάσισε να πάρει την κατάσταση στα χέρια της. Δεν υπάρχει καλύτερη περιγραφή της προσπάθειας «κατάσβεσης» της επαναστατικής πυρκαγιάς από αυτή του Ρόμπερτ Μπος, ιδιοκτήτη της ομώνυμης βιομηχανίας ηλεκτρικών ειδών: «Οταν το σπίτι σου καίγεται, θα χρησιμοποιήσεις και βρωμόνερα». Αυτά τα βρωμόνερα δεν ήταν τίποτα άλλο από τη γερμανική σοσιαλδημοκρατία, η οποία άλλωστε από τον πόλεμο είχε αποδείξει τη συστράτευσή της με τη γερμανική αστική τάξη.[15]

Στη συνέχεια ανέλαβε ο αντιδραστικός στρατηγός Λούντερντορφ, ο οποίος πρότεινε τη δημιουργία «κυβέρνησης του λαού» με τη συμμετοχή των υπαρχόντων κομμάτων -του SPD, του Κόμματος του Κέντρου και των Φιλελεύθερων- υπό τον πρίγκιπα Μαξ της Βάδης. Το SPD δέχτηκε για άλλη μία φορά να «βοηθήσει την πατρίδα σε αυτή τη δύσκολή ώρα». Με τη συμμετοχή του σε αυτή τη βραχύβια κυβέρνηση ανέλαβε για πρώτη φορά κυβερνητικές ευθύνες, αναλαμβάνοντας να βγάλει «τα κάστανα από τη φωτιά» της ηττημένης στον πόλεμο γερμανικής αστικής τάξης, κατασβήνοντας ταυτόχρονα τις «φωτιές» που έκαιγαν «από τα κάτω», από την πλευρά της γερμανικής εργατικής τάξης.

Η προλεταριακή εξέγερση, Wilhelmshaven, 6 Νοεμβρίου 1918

Οι σοσιαλδημοκράτες παρουσίασαν τη συμμετοχή τους σε αυτή τη βραχύβια κυβέρνηση ως «επανάσταση από τα πάνω». Δηλαδή παρουσίασαν ως επανάσταση, ως αλλαγή δηλαδή της τάξης που βρίσκεται στην εξουσία, τις αναγκαίες προσαρμογές στις οποίες προχώρησε ένα αστικό κράτος[16] που μόλις έβγαινε από έναν πόλεμο, ενώ ταυτόχρονα απειλούνταν από ένα επαναστατικό κύμα.[17] Παρά τις σημαντικότατες ιστορικές διαφορές, η λογική της «επανάστασης από τα πάνω» των προδοτών σοσιαλδημοκρατών του 1918 και η λογική «ειρηνική επανάσταση μέσω της συμμετοχής σε κυβέρνηση» που προπαγάνδιζε ο ΣΥΡΙΖΑ έχουν τον ίδιο πυρήνα: Επικαλούνται τη ριζική αλλαγή και την επανάσταση για να τις αποτρέψουν, ταυτίζουν την επανάσταση με την αλλαγή της σύνθεσης της αστικής κυβέρνησης, αποκόβουν την επανάσταση από τη δράση της εργατικής τάξης, η οποία πρέπει να πάρει στα χέρια της τα συγκεντρωμένα μέσα παραγωγής και να οικοδομήσει με την καθοδήγηση του κόμματός της τη νέα κοινωνία.
Η προλεταριακή εξέγερση, Κίελο, Νοέμβριος 1918

Η εξέγερση των ναυτών του Κίελου, που λάμβανε χώρα την ίδια περίοδο, αποτέλεσε τη σπίθα για να ξεσπάσει η επαναστατική πυρκαγιά σε ολόκληρη τη Γερμανία.[18] Σε λίγες μέρες το επαναστατικό ρεύμα συνεπήρε σχεδόν ολόκληρη τη Γερμανία. Συμβούλια στρατιωτών, ναυτών και εργατών συγκροτούνταν σε όλες σχεδόν τις γερμανικές πόλεις. Οι κόκκινες σημαίες κυμάτιζαν παντού. Η επαναστατική πυρκαγιά ήταν εκτός ελέγχου. Επρεπε γρήγορα να ξεριζωθούν οι πυρήνες, τα κύτταρα της νέας εξουσίας που είχαν δημιουργηθεί σε πολλές πόλεις. Αν δε γινόταν αυτό έγκαιρα, τότε το καρκίνωμα του κομμουνισμού, που ήδη είχε κάνει την εντυπωσιακή του εμφάνιση στο σώμα του γερμανικού καπιταλισμού, θα πάθαινε μετάσταση σε όλα του τα μέρη και ο θάνατός του θα ήταν το μόνο σίγουρο αποτέλεσμα.
Οι Σπαρτακιστές καλούν σε επανάσταση στους δρόμους του Βερολίνου, 1 Δεκεμβρίου 1918

Είχε έρθει η ώρα να αξιοποιηθούν τα «βρωμόνερα» της σοσιαλδημοκρατίας. Ο σοσιαλδημοκράτης βουλευτής Νόσκε πήγε ως κυβερνητικό στέλεχος πλέον στο επαναστατημένο Κίελο. Με το κύρος του παλιού σοσιαλδημοκράτη, ο Νόσκε αυτοανακηρύχθηκε κυβερνήτης του Κίελου, άρπαξε την προεδρία του Συμβουλίου των στρατιωτών και γρήγορα κατέπνιξε «από τα πάνω» την εξέγερση. Οπως έγραφε τριάντα χρόνια αργότερα: «Αν εκείνη την εποχή έπαιρνα και μετέφερα την κόκκινη σημαία της εξέγερσης, τότε από το Κίελο θα απλωνόταν σε όλη τη Γερμανία ένα κύμα που τις διαστάσεις του δεν μπορεί να υπολογίσει κανείς σήμερα»[19]. Η ίδια μέθοδος ακολουθήθηκε και στις υπόλοιπες πόλεις. Χαρακτηριστική είναι η περίπτωση του σοσιαλδημοκράτη πρωθυπουργού της Στουτγάρδης Βίλχελμ Μπλος, ο οποίος έκανε τα πάντα «για να προστατέψει το κράτος από μία δικτατορία τύπου μπολσεβίκων», όπως έλεγε ο ίδιος. Οι σοσιαλδημοκράτες, αφού διακήρυξαν την «επανάσταση από τα πάνω», μπήκαν μέσα στις εξεγέρσεις για να προλάβουν και να στραγγαλίσουν εν τη γενέσει της την επανάσταση «από τα κάτω», από την εργατική τάξη.
Ο σοσιαλδημοκράτης Gustav Noske με τον στρατηγό von Luttwitz, ηγέτη των Freikorps και πρωταγωνιστή του αποτυχημένου πραξικοπήματος κατά των σοσιαλδημοκρατών τον Μάρτιο του 1920

Φυσικά, αυτή η επανάσταση «από τα κάτω» προϋπέθετε την ύπαρξη επαναστατικού κόμματος της εργατικής τάξης. Αυτές τις ημέρες όμως τέτοιο κόμμα δεν υπήρχε. Αν και είχε διαμορφωθεί ένας κομμουνιστικός πυρήνας, αυτός παρέμενε σιδεροδέσμιος μέσα στα ασφυκτικά γι’ αυτόν πλαίσια του σοσιαλδημοκρατικού κόμματος, με συνέπεια να μην μπορεί να παίξει το ρόλο του ως πρωτοπορία της εργατικής εξέγερσης. Η αναγκαιότητα πλήρους οργανωτικής ρήξης αυτού του κομμουνιστικού πυρήνα συνειδητοποιήθηκε στο έδαφος της εξελισσόμενης αντεπανάστασης δύο περίπου μήνες αργότερα. Δυστυχώς όμως πλέον ήταν αργά.
O Noske επιθεωρεί τα Freikorps

Ενώ οι επαναστάτες ταλαντεύονταν γι’ αυτή την οργανωτική ρήξη, οι αντεπαναστάτες δεν είχαν καμία ταλάντευση. Αυτό φάνηκε και όταν στις 9 Νοέμβρη η επανάσταση έφτασε στην πρωτεύουσα, στο Βερολίνο. Τότε ξέσπασε μεγάλη απεργία, οι απεργοί συμφιλιώθηκαν με τους στρατιώτες και κατέλαβαν τα στρατόπεδα και πολλά κυβερνητικά κτήρια. Πλέον απαιτούνταν τεράστιες δόσεις «βρωμόνερων». Ο πρίγκιπας Μαξ παραιτείται και παραδίδει οικειοθελώς την Καγκελαρία του Ράιχ στον ηγέτη των σοσιαλδημοκρατών, στον Εμπερτ. Η αιτιολόγηση από τον ίδιο της απόφασής του δε χωράει κανένα σχολιασμό: «Σκέφτηκα: είναι σχεδόν βέβαιο ότι η επανάσταση θα νικήσει. Δεν μπορούμε να την καταστείλουμε, ίσως όμως καταφέρουμε να την πνίξουμε»[20]. Μία ώρα αργότερα ο σοσιαλδημοκράτης Σάιντεμαν κηρύσσει από ένα παράθυρο του Ράιχσταγκ την «Ελεύθερη Γερμανική Δημοκρατία» για να προλάβει αυτό που έγινε λίγες ώρες μετά, την ανακήρυξη από τον Λίμπκνεχτ της «Ελεύθερης Σοσιαλιστικής Δημοκρατίας της Γερμανίας». Το αποτέλεσμα ήταν το Σοσιαλδημοκρατικό Κόμμα να μη συμμετέχει απλώς στην αστική κυβέρνηση (όπως έκανε από τις αρχές του μήνα), αλλά να έχει και την κεφαλή της, τον Καγκελάριο του Ράιχ.
Ο Karl Liebknecht σε ομιλία του μπροστά από το υπουργείο Εσωτερικών, Ιανουάριος 1919

Οι διαδικασίες σχηματισμού της κυβέρνησης έχουν ιδιαίτερη σημασία και σημαντικά κοινά στοιχεία με ζητήματα της τρέχουσας πολιτικής αντιπαράθεσης: Πρώτον, ο Εμπερτ κατάφερε να τραβήξει στην κυβέρνηση και το Ανεξάρτητο Σοσιαλδημοκρατικό Κόμμα [21], προσπαθώντας και με αυτό τον τρόπο να τραβήξει ακόμα και τους απογοητευμένους με το SPD εργάτες στην «κυβερνητική στρούγκα» και να χρησιμοποιήσει τους «Ανεξάρτητους» ως «φύλλο συκής» της αντεπανάστασης. Η προσπάθεια αυτή έγινε από την πλευρά του SPD με τα επιχειρήματα περί «ενότητας των σοσιαλιστών» και «τερματισμού της σοσιαλιστικής διχόνοιας», επιχειρήματα τα οποία αξιοποιούνται στο έπακρο και στις μέρες μας για την ενσωμάτωση και τον αφοπλισμό του κινήματος. Δεύτερον, ιδιαίτερη σημασία έχει η στάση του Λίμπκνεχτ της ομάδας Σπάρτακος [22], τον οποίο οι «Ανεξάρτητοι» πρότειναν να συμμετέχει στην κυβέρνηση. Ο Λίμπκνεχτ αρνήθηκε κατηγορηματικά, πηγαίνοντας κόντρα στο ρεύμα των προσδοκιών και των αυταπατών που είχαν δημιουργηθεί. Οι εργάτες πίεζαν τον Λίμπκνεχτ να συμμετάσχει στην κυβέρνηση γιατί τον θεωρούσαν ως το πιο συνεπές στοιχείο της σοσιαλδημοκρατίας (το Κομμουνιστικό Κόμμα Γερμανίας δεν είχε ιδρυθεί ακόμα και η ομάδα Σπάρτακος συμμετείχε ως «αριστερή πτέρυγα» στο Ανεξάρτητο Σοσιαλδημοκρατικό Κόμμα) και εγγύηση ότι η κυβέρνηση θα πραγματοποιούσε τις δεσμεύσεις της και πάνω απ’ όλα τη γρήγορη σύναψη ειρήνης.
Πανώ των Λίμπκνεχτ και Λούξεμπουργκ, διαδήλωση στο Ανατολικό Βερολίνο, 1953

Ετσι, στις 10 Νοέμβρη η συνεδρίαση της Γενικής Συνέλευσης των «επαναστατικών» Συμβουλίων των Εργατών και των Στρατιωτών του Βερολίνου, η οποία αποτελούνταν στη συντριπτική τους πλειοψηφία από σοσιαλδημοκράτες, κατέληξε στο σχηματισμό κυβέρνησης συνεργασίας του SPD και των «Ανεξάρτητων» υπό την Καγκελαρία του Εμπερτ. Η καινούρια κυβέρνηση πήρε την ονομασία «Συμβούλιο των Λαϊκών Επιτρόπων» για να υπενθυμίζει στους εργαζόμενους ότι πρόκειται για μία κυβέρνηση που προέκυψε από την …«επανάσταση από τα πάνω». Πρόκειται για πρωτάκουστη απάτη της πολύ έμπειρης και ικανής γερμανικής αστικής τάξης, η οποία βάφτισε την κυβέρνηση που ήταν επιφορτισμένη με την αντεπανάσταση ως «Κυβέρνηση των Σοβιέτ». Αλλη μία ιστορική απόδειξη του γεγονότος ότι το όνομα της κυβέρνησης δεν έχει σε τίποτα να κάνει με το ταξικό περιεχόμενο της πολιτικής της. Ας θυμηθούμε και τα δικά μας περί «σοσιαλιστικής κυβέρνησης» παλαιότερα ή «κυβέρνησης της αριστεράς» σήμερα.
O Ebert με τον von Seeckt και άλλους στρατιωτικούς αρχηγούς

Ιδιαίτερο ρόλο στη στάση των εργατών απέναντι στη νέα αντεπαναστατική κυβέρνηση έπαιξε η απαράδεκτη καθυστέρηση στη δημιουργία επαναστατικού κόμματος από τα επαναστατικά στοιχεία στη Γερμανία. Το γεγονός ότι δεν υπήρχε επαναστατικό κόμμα «να τους χαλάσει τη σούπα» δημιουργούσε στους εργάτες την ιδέα ότι αφού όλα τα εργατικά κόμματα ήταν μαζί στην κυβέρνηση, δεν υπήρχε καμία περίπτωση προδοσίας ή τουλάχιστον δεν υπήρχε άλλη προοπτική.

Αντί με αποφασιστικότητα να διαχωρίσουν τη θέση τους από τα μεταλλαγμένα σοσιαλδημοκρατικά κόμματα, οι Γερμανοί επαναστάτες «βολόδερναν» ανάμεσά τους, έχοντας την αντίληψη ότι με αυτό τον τρόπο προστάτευαν την ενότητα του εργατικού κινήματος και ότι μπορούσαν να «τραβήξουν προς τα αριστερά» τους κεντριστές, ακόμα και κάποιους δεξιούς μέσα σε αυτά τα κόμματα. Η ιστορία από τότε έχει αποδείξει ότι το ζήτημα της ταξικής ενότητας του εργατικού κινήματος όχι μόνο δεν περνάει μέσα από την ενότητα στην κορυφή του εργατικού κινήματος, αλλά προϋποθέτει την ανοιχτή πολιτική, ιδεολογική και οργανωτική σύγκρουση με τα συμβιβαστικά στοιχεία μέσα σε αυτό. Μόνο έτσι διασφαλίζεται η πολιτική αυτοτέλεια του κινήματος της εργατικής τάξης σε όλες τις φάσεις.
Από την εξέγερση των Σπαρτακιστών, Ιανουάριος 1919

Αυτή η αυτοτέλεια τελικά δεν μπόρεσε να κερδηθεί έγκαιρα στη Γερμανία. Η αγωνία για την ενότητα στην κεφαλή του κινήματος παρέδωσε το κίνημα σιδηροδέσμιο στην αγκαλιά της αντεπανάστασης και τσάκισε οποιαδήποτε προοπτική επικράτησης της επανάστασης και ταξικής ενότητας στη βάση. Τελικά αυτό που πέτυχαν με τη διστακτικότητα και τις αυταπάτες τους οι επαναστάτες είναι η ενότητα των αντεπαναστατικών στοιχείων και η στοίχιση πίσω τους αρκετών επαναστατικών στοιχείων τα οποία σταδιακά τραβήχτηκαν «προς τα δεξιά». Οπως σημείωνε και ο Λένιν: «Το μεγάλο ατύχημα και ο κίνδυνος για την Ευρώπη είναι ότι δεν υπάρχει στην Ευρώπη ένα επαναστατικό κόμμα. Υπάρχουν κόμματα προδοτών τύπου Σάιντεμαν, Ρενοντέλ, Χέντερσον, Βεμπ και Σία ή λακέδων τύπου Κάουτσκι. Δεν υπάρχει ένα κόμμα επαναστατικό»[23]. Επαληθεύτηκε με τραγικό τρόπο για άλλη μια φορά ότι η εργατική τάξη συγκροτείται ως κυρίαρχη τάξη πρώτα απ’ όλα με το κόμμα της ή με άλλα λόγια ότι δεν μπορεί να γίνει και να διατηρηθεί ως κυρίαρχη τάξη αν δε διαθέτει το δικό της επαναστατικό κόμμα.
Από την εξέγερση των Σπαρτακιστών

Ο σχηματισμός αντεπαναστατικής κυβέρνησης ξεκίνησε με τη λογική της ανάθεσης και του εφησυχασμού, με τον Εμπερτ να δηλώνει ότι «οι εργάτες και οι στρατιώτες δε χρειάζεται να ανησυχούν για τα κοινωνικά επιτεύγματα της επανάστασης», τα οποία θα εξασφάλιζε το Συμβούλιο των Λαϊκών Επιτρόπων, το γερμανικό …Ανώτατο Σοβιέτ. Αρα, όχι εξουσία της εργατικής τάξης, όχι δημιουργία της νέας κοινωνίας με τα ίδια τα χέρια της εργατικής τάξης, αλλά ανάθεση και εφησυχασμός. Η αντεπαναστατική κυβέρνηση, θέλοντας να αποτρέψει την προοπτική μετεξέλιξης των Συμβουλίων σε όργανα επαναστατικής πάλης, αρχικά τους προσέδωσε τον κάλπικο και εφησυχαστικό χαρακτήρα των «οργάνων εξουσίας». Στη συνέχεια αναίρεσε και αυτό το χαρακτηρισμό, κάνοντας λόγο για «όργανα ελέγχου»[24], για να περάσουμε λίγο μετά στον Σάιντεμαν να αναιρεί και αυτό τον κάλπικο χαρακτηρισμό και να δηλώνει ότι: «Ο,τι είναι να ελεγχθεί, θα το ελέγξουμε εμείς». Πολύ γρήγορα τα Συμβούλια καταργήθηκαν και τυπικά για να εδραιωθεί στη Δημοκρατία της Βαϊμάρης, ένα σύστημα καθαρού αστικού κοινοβουλευτισμού.
Από την εξέγερση των Σπαρτακιστών

Η συνέλευση των Συμβουλίων ανακήρυξε ότι: «η Γερμανία έγινε Δημοκρατία, μια Σοσιαλιστική Δημοκρατία […] Οι φορείς της πολιτικής εξουσίας είναι τώρα τα Συμβούλια των εργατών και των στρατιωτών», ενώ καθησύχαζε τη γενικευμένη απαίτηση για κοινωνικοποίηση των μέσων παραγωγής, διαβεβαιώνοντας ότι: «Η γρήγορη και συνεπής κοινωνικοποίηση των καπιταλιστικών μέσων παραγωγής, με βάση την κοινωνική δομή της Γερμανίας και το βαθμό ωρίμανσης της οικονομικής και πολιτικής της οργάνωσης, είναι πραγματοποιήσιμη χωρίς έντονες αναταραχές».[25] Το «χωρίς έντονες αναταραχές» σήμαινε ότι δεν έπρεπε να αγωνιστούν οι εργάτες γι’ αυτή την κοινωνικοποίηση, αλλά να έμεναν ήσυχοι ότι αυτή θα πραγματοποιούνταν από τα πάνω, με τα διατάγματα του «Συμβουλίου των Λαϊκών Πληρεξουσίων».
Από την εξέγερση των Σπαρτακιστών

Χαρακτηριστική είναι η τοποθέτηση του Λίμπκνεχτ, ο οποίος κόντρα στο ρεύμα δήλωνε: «Πρέπει να ρίξω νερό στο κρασί του ενθουσιασμού σας. Η αντεπανάσταση βρίσκεται ήδη εν εξελίξει. Βρίσκεται εδώ, ανάμεσά μας». Ο ηγέτης των Γερμανών επαναστατών αποδοκιμάστηκε από τις μάζες, οι οποίες… ορκίζονταν στην επανάσταση. Επίσης σημείωνε: «Μπορεί να αρκεστεί το προλεταριάτο στην εξουδετέρωση των Χοεντσόλερν [26]; Ποτέ πια! Η κατάργηση της κυριαρχίας των τάξεων, της εκμετάλλευσης και της καταπίεσης, η εγκαθίδρυση του σοσιαλισμού - αυτός είναι ο σκοπός μας. Η σημερινή κυβέρνηση αυτοονομάζεται σοσιαλιστική. Μέχρι τώρα, όμως, ενήργησε μόνο για τη διατήρηση της καπιταλιστικής ατομικής ιδιοκτησίας».[27]
Από την εξέγερση των Σπαρτακιστών

Την ίδια μέρα, ενώ στην αίθουσα της συνεδρίασης οι εκλεγμένοι αντιπρόσωποι των Συμβουλίων ζητωκραύγαζαν υπέρ της επανάστασης και της νέας «επαναστατικής» κυβέρνησης, ο Εμπερτ ήρθε από το γραφείο του σε συμφωνία με την Ανώτατη Στρατιωτική Διοίκηση υπό το στρατηγό Γκρένερ, αντικαταστάτη του Λούντεντορφ, συνάπτοντας το λεγόμενο σύμφωνο Εμπερτ-Γκρένερ [28]. Τα στρατεύματα του Ράιχ ήταν στη διάθεση της «επανάστασης από τα πάνω», δηλαδή της αντεπανάστασης. Ο ίδιος ο Γκρένερ δήλωνε το 1925: «Το απόγευμα της 10ης Νοέμβρη έκλεισα με το Λαϊκό Επίτροπο Εμπερτ τηλεφωνικά μία συμμαχία με στόχο την καταπολέμηση της επανάστασης. Από την αρχή κιόλας παλέψαμε μαζί ενάντια στην επανάσταση και μάλιστα, κάτω από δική μου πρωτοβουλία, σύμφωνα με το δικό μου καθορισμό στόχων και με όλα τα μέσα που εγώ θεωρούσα κατάλληλα για τη συντριβή της επανάστασης»[29]. Η ανάλυση του Λένιν επιβεβαιώθηκε και στη Γερμανία: «Ο σοσιαλσωβινισμός είναι ολοκληρωμένος οπορτουνισμός. Εχει ωριμάσει για μια ανοιχτή, συχνά πρόστυχη, συμμαχία με την αστική τάξη και τα γενικά επιτελεία»[30].
Σπαρτακιστής συλλαμβάνεται από τα Freikorps

Αντί της κοινωνικοποίησης όμως - στην οποία θα σταθούμε παρακάτω - ήρθε η ταξική ειρήνη. Μετά από την επαίσχυντη «Burgfrieden», την ταξική ειρήνη που είχαν υποσχεθεί οι γερμανοί σοσιαλδημοκράτες για τη διάρκεια του πολέμου, ήρθε η ανανέωση της ταξικής ειρήνης και για τη διάρκεια της ειρήνης. Στις 15 Νοέμβρη οι συμβιβασμένοι συνδικαλιστές ηγέτες ήρθαν σε συνεννόηση με τους μεγαλοκαπιταλιστές και ίδρυσαν τη λεγόμενη Κεντρική Εργατική Ενωση. Με αυτήν οι καπιταλιστές πέταγαν λίγα πρόσκαιρα ψίχουλα στους εργάτες και αντ’ αυτού εξασφάλιζαν την υποστήριξη της διοίκησης των συνδικάτων στα ζωτικά γι’ αυτούς ζητήματα, την αποτροπή της κοινωνικοποίησης, την αθώωση των επιχειρήσεων που κερδοσκοπούσαν στον πόλεμο κλπ. Για άλλη μια φορά επιβεβαιώθηκε ότι οι καπιταλιστές είναι διατεθειμένοι να κάνουν κάποιες παραχωρήσεις, πάντα κάτω από την πίεση του εργατικού κινήματος, μόνο εφόσον αυτές διευκολύνουν την απειλούμενη σταθερότητα της εξουσίας τους και εφόσον φυσικά αυτές οι παραχωρήσεις δε δυσκολεύουν την καπιταλιστική αναπαραγωγή. Βέβαια ούτε αυτές οι κατακτήσεις είναι στέρεες στο έδαφος της κυριαρχίας των μονοπωλίων. Αυτό αποδείχτηκε και στην περίπτωση αυτή όταν, μετά τη σταθεροποίηση του γερμανικού καπιταλισμού στη Δημοκρατία της Βαϊμάρης και ακόμα πιο γρήγορα μετά το ξέσπασμα της παγκόσμιας καπιταλιστικής κρίσης το 1929, όλες αυτές οι κατακτήσεις αναιρέθηκαν.
Τα Freikorps συλλαμβάνουν Σπαρτακιστές

Η εφημερίδα του Σπάρτακου επέμενε κόντρα στο ρεύμα του εφησυχασμού και της ανάθεσης, υποστηρίζοντας ότι: «Δεν έχει λυθεί το ζήτημα με την καθαίρεση μερικών Χοεντσόλερν, πολύ λιγότερο αν προστεθούν στην ηγεσία μερικοί κυβερνητικοί σοσιαλιστές παραπάνω. Αυτοί υποστηρίζουν εδώ και τέσσερα χρόνια την αστική τάξη και δεν μπορούν να κάνουν τίποτε άλλο από το να συνεχίσουν να την υποστηρίζουν. Μην εμπιστεύεστε αυτούς που πιστεύουν ότι έχουν το δικαίωμα να διευθύνουν τις τύχες σας από την έδρα του Καγκελάριου του Ράιχ και τις υπουργικές θέσεις. Οχι στην κάλυψη των θέσεων από τα πάνω προς τα κάτω· καινούρια οργάνωση της εξουσίας από τα κάτω προς τα πάνω»[31].
Freikorps, αναμνηστική φωτογραφία

Το Συνέδριο των Συμβουλίων του Ράιχ [32], που έλαβε χώρα στο Βερολίνο από τις 16 ως τις 21 Δεκέμβρη 1918, έλυσε το ζήτημα της εξουσίας προς όφελος της αστικής τάξης. Η απάντηση στο ζήτημα «εργατική εξουσία στη βάση των συμβουλίων ή εθνοσυνέλευση» απαντήθηκε με τον ακριβώς αντίθετο τρόπο απ’ ό,τι απάντησε η Οκτωβριανή Επανάσταση στη Ρωσία. Το Συνέδριο αποφάσισε το πέρασμα της εξουσίας στην Εθνοσυνέλευση που θα προέκυπτε μετά τις εκλογές που ορίστηκαν για τις 19 Γενάρη 1919. Ο αστικός κοινοβουλευτισμός είχε θριαμβεύσει μέσα από το …Συνέδριο των Εργατικών Συμβουλίων.
Ο Ebert στο γραφείο του

Στις αρχές Γενάρη και αφού το πρώτο επαναστατικό κύμα είχε αποκρουστεί επιτυχώς υπό την καθοδήγηση της κυβέρνησης με κορμό το SPD, ξεκίνησε από το Βερολίνο η μεγάλη αντεπαναστατική αντεπίθεση.[33] Η επιβολή της τάξης έπρεπε να ξεκινήσει από το «ανήσυχο» Βερολίνο και να εξαπλωθεί σε ολόκληρη τη χώρα. Οπως έλεγε ο Γκρένερ: «Μέσα Φλεβάρη το Μούνστερ και η περιοχή του Ρουρ, το δεύτερο τρίτο του Φλεβάρη η βιομηχανική περιοχή της Κεντρικής Γερμανίας, αρχές Μάρτη και πάλι το Βερολίνο στην κατάπνιξη της γενικής απεργίας, αρχές Μάρτη επίσης το Μπράουνσβαϊχ, τον Απρίλη το Ελεύθερο Κράτος της Σαξονίας»[34], ενώ το Μάη ακολούθησε το Μόναχο κλπ.
Τα Freikorps σε θέση μάχης

Στο Βερολίνο όλα άρχισαν με αφορμή το «ξήλωμα» του λαοφιλή αστυνομικού διευθυντή του Βερολίνου Αϊχορν και την αντικατάστασή του από μέλος του Σοσιαλδημοκρατικού Κόμματος, η οποία ξεσήκωσε θύελλα αντιδράσεων, πανεργατική απεργία με τεράστια επιτυχία και εντέλει εξέγερση με κατάληψη κυβερνητικών κτηρίων, εφημερίδων κλπ. Η εξέγερση έπρεπε να στραγγαλιστεί. Ο σοσιαλδημοκράτης Νόσκε (ο άνθρωπος που λίγες βδομάδες πριν πήγε στο Κίελο για να πνίξει την εξέγερση ανακηρύσσοντας τον εαυτό του ηγέτη της) είπε το φοβερό: «Τι να γίνει! Κάποιος πρέπει να γίνει το αιμοβόρο σκυλί. Εγώ δε φοβάμαι τις ευθύνες»[35]. Αυτό το σοσιαλδημοκρατικό σκυλί της αντεπανάστασης πήρε την κατάσταση στα χέρια του. Εκανε έκκληση για την ανάπτυξη των παραστρατιωτικών ακροδεξιών σωμάτων εθελοντών, γνωστών ως Freikorps [36], χρηματοδότησε και στήριξε την ανάπτυξή τους και τους κάλεσε να παίξουν πιο ενεργό ρόλο στην κατάπνιξη της εξέγερσης.
Η κηδεία του Karl Leibknecht

Το αποτέλεσμα ήταν το Βερολίνο να πνιγεί στο αίμα των εργατών. Αποκορύφωμα του οργίου της καθοδηγούμενης από τους σοσιαλδημοκράτες αντεπαναστατικής βίας ήταν η άγρια δολοφονία των ηγετών του ΚΚ, των «σπαρτακιστών» Καρλ Λίμπκνεχτ και Ρόζας Λούξεμπουργκ στις 15 Γενάρη 1919.[37] Η γερμανική σοσιαλδημοκρατία απέδειξε ότι εκτός από το καρότο ήξερε πολύ καλά να χρησιμοποιεί και το μαστίγιο της αντεπανάστασης. Η ανταμοιβή από την αστική τάξη τα επόμενα 14 χρόνια της Δημοκρατίας της Βαϊμάρης θα ήταν αντίστοιχη των υπηρεσιών της.
Kathe Kollwitz, Μνήμη Karl Liebknecht, 1919

Συμπερασματικά, μπορούμε να πούμε ότι το γενικό αποτέλεσμα της δράσης του SPD κατά την Επανάσταση του Νοέμβρη ήταν η περιφρούρηση και διατήρηση της αστικής κρατικής μηχανής και η συνέχεια της στις νέες μεταπολεμικές συνθήκες. Ενδεικτικό είναι το σχόλιο του σοσιαλδημοκράτη Χ. Βίνκλερ στο πρόσφατο βιβλίο του «Βαϊμάρη, η Ανάπηρη Δημοκρατία», στο οποίο χαρακτηρίζει ως υπερσυνέχεια τη διακυβέρνηση των σοσιαλδημοκρατών στα τέλη του 1918 και το 1919, ακριβώς για να αναδείξει την πλήρη απουσία επαναστατικής ρήξης σε αυτή την περίοδο.
Λουλούδια στο μνημείο Liebknecht-Luxemburg

Ο επίσης σοσιαλδημοκράτης Γκούσταφ Αουερνχάιμερ ξεχωρίζει κι αυτός το μεγάλο σοσιαλδημοκρατικό κατόρθωμα της περιόδου, υποστηρίζοντας ότι «παρά τις διαφοροποιήσεις […] η έννοια “αστική κοινωνία” φαίνεται ως πρόσφορη για τον χαρακτηρισμό της ιστορικής συνέχειας της Γερμανίας στο ίδιο χρονικό διάστημα. Ο πυρήνας της αστικής κοινωνίας - η ατομική ιδιοκτησία στα μέσα παραγωγής - πήρε άλλη μορφή αλλά δεν καταργήθηκε. Η επανάσταση του 1918, με την πτώση της Μοναρχίας, σηματοδοτεί μία διπλή ρήξη: Αφενός η αρχή της καπιταλιστικής ιδιοκτησίας απελευθερώθηκε από τους τελευταίους φεουδαλικούς περιορισμούς, αφετέρου κατόρθωσε να αντιμετωπίσει με επιτυχία τον κίνδυνο των κοινωνικοποιήσεων, αν και παράλληλα υποχρεώθηκε σε διάφορες (σ.σ. πολύ πρόσκαιρες, όπως θα δούμε) υποχωρήσεις κοινωνικοκρατικού χαρακτήρα. Η έννοια “αστική κοινωνία” μπορεί να χρησιμοποιηθεί για έναν επιπλέον λόγο, εφόσον περιλαμβάνει κατά κάποιο τρόπο ως αντίποδά της το προλεταριάτο και το κίνημα χειραφέτησής του»[38].

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου