Τετάρτη, 26 Δεκεμβρίου 2012

Joseph Conrad-Η καρδιά του σκότους. Η περιγραφή των Βρυξελλών

Οὐαὶ ὑμῖν, γραμματεῖς καὶ Φαρισαῖοι ὑποκριταί, ὅτι παρομοιάζετε τάφοις κεκονιαμένοις, οἵτινες ἔξωθεν μὲν φαίνονται ὡραῖοι, ἔσωθεν δὲ γέμουσιν ὀστέων νεκρῶν καὶ πάσης ἀκαθαρσίας
Κατά Ματθαίον, ΚΓ 

Joseph Conrad
Η καρδιά του σκότους
1899/1902
Μτφρ.: Lenin Reloaded

...Σε πολύ λίγες ώρες έφτασα σε μια πόλη που με κάνει πάντα να σκέφτομαι έναν τάφο ασπρισμένο. Αναμφίβολα, πρόκειται περί προκατάληψης. Δεν δυσκολεύτηκα να βρω τα γραφεία της Εταιρείας. Ήταν το μεγαλύτερο πράγμα στην πόλη, και όλοι όσοι συνάντησα είχαν να λένε. Θα διοικούσαν μια υπεράκτια αυτοκρατορία και θα πνιγόντουσαν στο τάληρο απ' το εμπόριο.

Ένας στενός, ερημωμένος δρόμος, μες στη βαθιά σκιά, σπίτια ψηλά, αμέτρητα παράθυρα με στόρια, μια νεκρική σιγή, το γρασίδι να φυτρώνει ανάμεσα στις πέτρες, επιβλητικές αψίδες για τις άμαξες δεξιά κι αριστερά, τεράστιες διπλές θύρες να στέκουν μυστηριωδώς μισάνοιχτες. Γλύστρισα μέσα από μια απ' αυτές τις χαραμάδες, ανέβηκα μια σκουπισμένη και χωρίς διακόσμηση σκάλα, άγονη σαν την έρημο, κι άνοιξα την πρώτη πόρτα που βρήκα. Δυο γυναίκες, μια χοντρή και μια λεπτή, καθόντουσαν σε ψάθινες καρέκλες και έπλεκαν μαύρο μαλλί. [...] Άρχισα να νιώθω παράξενα. Ξέρετε, δεν έχω συνηθίσει τέτοιες τελετουργικότητες, κι υπήρχε κάτι το απειλητικό στην ατμόσφαιρα. Ήταν σαν να με είχαν βάλει μέσα σε κάποιου είδους συνομωσία --δεν ξέρω-- κάτι που δεν ήτανε σωστό. Στο έξω δωμάτιο οι δυο γυναίκες έπλεκαν το μαύρο μαλλί πυρετωδώς. Ερχόταν κόσμος, και η νεαρότερη πήγαινε μπρος πίσω και τους σύστηνε. Η γριά καθόταν στην καρέκλα της. [...] Φορούσε κάτι λευκό και κολλαρισμένο στο κεφάλι, είχε μια κρεατοελιά στο μάγουλο και γυαλιά με ασημένιο σκελετό, που κρέμονταν από την άκρη της μύτης της. Με κοίταξε με το βλέμμα πάνω απ' τους φακούς. Η γρήγορη και αδιάφορη ηρεμία αυτού του βλέμματος με τάραξε. Δυο νεαροί με ανόητα και χαρούμενα πρόσωπα πήγαιναν να συστηθούν, και τους έριξε το ίδιο γρήγορο βλέμμα αδιάφορης σοφίας. Έμοιαζε να τα ξέρει όλα για αυτούς, αλλά και για μένα. Με κατέλαβε ένα συναίσθημα φόβου. Έμοιαζε ανοίκεια και μοιραία. Συχνά, εκεί μακριά [στο βελγικό Κογκό] σκεφτόμουν για αυτές τις δυο, να φυλούν την πύλη του Σκότους, να πλέκουν μαύρο μαλλί ωσάν για ένα ζεστό σάβανο, η μία να συστήνει, να συστήνει διαρκώς στο άγνωστο, η άλλη να εξετάζει τα χαρούμενα κι ανόητα πρόσωπα με αδιάφορα, γέρικα μάτια. Άβε! Γριά υφάντρα του μαύρου μαλλιού. Morituri te salutant. Δεν ήταν πολλοί αυτοί που έβλεπε που θα την ξανάβλεπαν. Ούτε οι μισοί, ούτε κατά διάνοια. 

7 σχόλια:

  1. Και να φανταστείς ότι έμαθε αγγλικά στα καράβια που εργάζονταν. Πάνω "στην καρδιά του κτήνους" στηρίχθηκε η ταινία "αποκάλυψη τώρα"Ilief.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Πολυ ενδιαφερον.
    Μου θυμισες οτι εχω εναν ογκοδεστατο τομο (περι τις 1400 μεγαλες, πυκνοτυπωμενες σελιδες) με επιλεγμενα εργα του Κονραντ που μαζευει σκονη εδω κ καμποσα χρονια.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  3. Πολύ καλός ο Κόνραντ -το τελευταίο του που διάβασα όμως, «Με τα μάτια ενός Δυτικού», είναι μεγάλη πατάτα. Θα μπορούσε να έχει υπότιτλο: Πώς εξηγείτε την προεπαναστατική περίοδο στη Ρωσία βάσει της "ρώσικης ψυχής", ή: πώς να προσπαθήσετε ανεπιτυχώς να παραστήσετε τον Ντοστογέφσκι. Απογοήτευση... αλλά συμβαίνει και στις καλύτερες οικογένειες βέβαια.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  4. http://www.telegraph.co.uk/news/worldnews/asia/india/9767629/Indian-tea-workers-burn-boss-and-his-wife-to-death-in-Assam.html

    john

    ΑπάντησηΔιαγραφή