Σάββατο, 29 Δεκεμβρίου 2012

Hermann Broch-Οι τέσσερις ομιλίες του καθηγητή γυμνασίου Ζαχαρία (ΙΙ)

...Έτσι κι οι δυο τους πήγαν στην ανδρική τουαλέτα στο πίσω μέρος του μπαρ. Κι εκεί, στέκοντας μπροστά απ' το ουρητήριο, ο Ζαχαρίας αισθάνθηκε αίφνης συνεπαρμένος από μια υψηλότερη σφαίρα, μια σφαίρα την οποία, όσο κι αν είναι παράξενο, ο άνθρωπος μοιράζεται με τον πιστό του τετράποδο φίλο, τον σκύλο. Διότι οι πρώτες τελετές του ανθρώπου γεννήθηκαν από την λατρεία του δέντρου και της πέτρας, και μέχρι σήμερα ενσωματώνει τελετουργικές, χαραγμένες με ρούνες κορωνίδες για τα κρατικά του κτήρια. Μέχρι σήμερα, δεν μπορεί παρά να χαράξει τις ρούνες του έρωτά του πάνω στο φλοιό των δέντρων -- και δεν είναι το δέντρο και η πέτρα, και κυρίως η κορωνίδα, επίσης πράγματα ιερά για τον σκύλο; Δεν είναι η ανακούφιση της ουροδόχου κύστης, για την οποία ο σκύλος, μόνος αυτός ανάμεσα στα ζώα, απαιτεί δέντρα και κορωνίδες, πάντοτε το πρελούδιο μιας ευγενέστερης τελετουργίας, της τελετουργίας του ραντίσματος του ύδατος, η οποία είναι πάντοτε στενά συνδεδεμένη με την αγάπη; Αμφότερες είναι τελετές της αναγέννησης. Στον σκύλο, βεβαίως, είναι πρωτόγονες, τόσο πρωτόγονες που η εγκόσμια και η ιερή ανάγκη είναι αδύνατον να διαχωριστούν και κυριολεκτικά συγχέονται· πλην όμως, αυτή η παράξενη σύνδεση επιβιώνει επίσης στον άνθρωπο, διότι εξαιτίας μιας αξιοσημείωτης συγγένειας μεταξύ του ανθρώπινου και του σκυλίσιου οργανισμού, μεταξύ της ανθρώπινης και της σκυλίσιας ψυχής, ο άνθρωπος έχει επίσης από αρχαιοτάτων χρόνων χρειαστεί δέντρα και τοίχους για τις εγκόσμιες και τις ιερές του δουλειές, και αναμφιβόλως εμπνέεται εντελώς αναπόφευκτα να περάσει από τις πρώτες στις δεύτερες. Η αλήθεια αυτή πιστοποιούνταν ξεκάθαρα από τον τοίχο πάνω στον οποίο ήταν προσκολλημένο το βλέμμα του Ζαχαρία καθώς επιτελούσε την εγκόσμια σωματική του πράξη, θαυμάζοντας την λακωνικά Υψηλή ευγλωττία του ανθρώπου. Όντας ο ίδιος άνθρωπος μες στους ανθρώπους, πήρε ένα μολύβι από την τσέπη του γιλέκου του και, αφού επέλεξε έναν ελεύθερο χώρο από τις λίγο-πολύ απαραίτητες, λίγο-πολύ αισχρές, λίγο-πολύ συμβολικές, ρουνικού χαρακτήρα επιγραφές και ζωγραφιές, ζωγράφισε μιαν όμορφη καρδιά στον τοίχο, μέσα στην οποία τοποθέτησε τα γράμματα Α και Ζ σε σημαίνουσα σύζευξη. Ο νεαρός, που παρακολουθούσε στενά, τον εξήρε.


Κατόπιν, κάθισαν με το τέταρτο μπουκάλι ανάμεσά τους. Η γκαρσόνα τούς είχε φέρει πολλά κουτιά πούρα για να διαλέξουν, και ο Ζαχαρίας, που είχε ξεκουμπώσει το γιλέκο του και είχε χαλαρώσει τη γραβάτα του λόγω της αποπνικτικής ζέστης, σκούπισε τα γυαλιά του με τη γραβάτα του για να βεβαιωθεί ότι θα επέλεγε το σωστό χαρμάνι ανάπαυσης. Οι προσπάθειές του στέφτηκαν από επιτυχία. Μύρισε το πούρο και άφησε τον συνοδό του να το μυρίσει, με στόχο την συναίνεση. Αφού βρέθηκε ένα δεύτερο πούρο, παρόμοιο σε χρώμα και άρωμα, τα έκρυψε και τα δύο κάτω από την πετσέτα του και ρώτησε πονηρά: "Αριστερά ή δεξιά;" "Αριστερά", είπε ο Α. Στο οποίο ο Ζαχαρίας απάντησε θριαμβευτικά: "Λάθος! Εγώ είμαι ο άνθρωπος της αριστεράς, εσύ θα είσαι πάντοτε στη δεξιά. Παίρνω αυτό που είναι στα αριστερά." Το πούρο στα δεξιά δόθηκε στον νεαρό και απήλαυσαν αμφότεροι το έξυπνο πολιτικό αστείο. Η συζήτηση χαλάρωσε. Απασχολημένοι με τη λάμψη από την κάφτρα των πούρων τους, κάθισαν ήσυχα, πίνοντας το ευγενές υγρό, γυρίζοντάς το στις γλώσσες τους, απολαμβάνοντας τη γεύση που άφηνε ωσάν να έπαιρνε άδεια, όλα πολύ αργά και προσεκτικά, αφού αυτό θα ήταν το τελευταίο τους μπουκάλι.

Κατά τα φαινόμενα απρόκλητα, αλλά πιθανώς υπό την έμπνευση της ανάμνησης της έντονης μυρωδιάς των ούρων, την οποία, έστω και με τη μορφή ίχνους, η μύτη του κουβάλησε απ' την τουαλέτα, και η οποία κατάφερε να επιβεβαιώσει την παρουσία της ενάντια στα νέφη από καπνό πούρου ωσάν να υπήρχε κάποια προκαθορισμένη αναγκαιότητα σ' αυτή τη μίξη από μυρωδιές --σ' αυτό το νεφέλωμα καπνού με γευστικές πινελιές αηδίας-- ο Ζαχαρίας εξαπέλυσε την τρίτη του ομιλία, αρχικά με ήρεμη αυτοσυγκράτηση και κατόπιν, καθώς η μέθη του ξαναφούσκωσε μέσα του, με αυξανόμενο πάθος:

"Η αδελφότητα και μοιάζει και δεν μοιάζει με τον έρωτα. Μοιάζει με τον έρωτα στον βαθμό που αμφότερα εργάζονται για την εξάλειψη του ανθρώπου. Αλλά ενώ ο έρωτας εξαλείφεται στην εξάλειψη την οποία αναζητά, αποκαλύπτοντας και αναδεικνύοντας έτσι την μη ύπαρξή του, η αληθινή αδελφότητα εκκινεί απ' αυτή την εξάλειψη. Διότι ο έρωτας είναι απλό παιχνίδι με την εξάλειψη και με τον θάνατο στον οποίο ορθώς θα έπρεπε να κορυφώνεται η εξάλειψη. Δεν μπορεί να είναι περισσότερο από παιχνίδι διότι η όμορφη διπλή αυτοχειρία την οποία ονειρεύεται ο έρωτας θα ήταν αναπόφευκτα ο θάνατος του τέκνου που έχει μόλις συλληφθεί. Στην πραγματικότητα, οι εραστές φοβούνται τον θάνατο, και η απόλαυσή τους είναι μη θάνατος, υπέρβαση του θανάτου, υπέρβαση του θανάτου-αηδίας. Καλώ πράγματι αυτή την εργασία των εραστών ανεύθυνο παιχνίδι με τον θάνατο, παιχνίδι που έχει ως στόχο να αυξήσει την απόλαυση, να ξεπεράσει την αηδία, παιχνίδι με την ιδέα της εξάλειψης στην ζωώδη κατάσταση και στην συμπαντική ενότητα, διότι στην ζωώδη κατάσταση ή στην συμπαντική ενότητα δεν υπάρχει χώρος για την αηδία. Αλλά ο θάνατος δεν ξεγελιέται από τα παιχνίδια· διακόπτοντας το παιχνίδι τους, εξφενδονίζει τους εραστές πίσω, από την ψευτοεξάλειψή τους στην νηφάλια πραγματικότητα, στην κόλαση της σβησμένης επιθυμίας, στην κόλαση της αηδίας. Οι εραστές --ή ακριβέστερα, αυτοί που ήθελαν να είναι εραστές-- τιμωρούνται με διπλά και τριπλά βασανιστήρια αηδίας. Ο καθένας τους παρακολουθεί τον άλλο με τη μύτη, έχοντας ως στόχο να μυριστεί αιφνιδιαστικά τη μυρωδιά του θανάτου, τη μυρωδιά της γήρανσης προς τον θάνατο, την μυρωδιά τουσ τόματος που ανακοινώνει την αρχή της σήψης. Ο θάνατος εκρήγνυται με διπλή και τριπλή ισχύ, επιβάλλοντας τις τιμωρίες της κολάσεως, και κάτω απ' την εξουσία του ο άνθρωπος χάνει κάθε βεβαιότητα για τον κόσμο τούτο και για τον επόμενο. Απογοητευμένος από το παιχνίδι, απογοητεύεται από όλα ανεξαιρέτως, και όχι αμελητέα, από τα ονόματα των πραγμάτων. Καταντά να πλησιάζει τα πράγματα με διαρκώς μεταβαλλόμενες κατασκευές και θεωρίες και στο τέλος τις εγκαταλείπει και αυτές αηδιασμένος, σκοτωμένος όχι από απόλαυση αλλά από μίσος για τον εαυτό του και αηδία για τον εαυτό του. Τέτοιος είναι ο έρωτας, η ανυπαρξία του, το παιχνιδιάρικο όνειρό του για τη διττότητα, για τον Liebestod και την θαυματουργό αυτοκτονία, το παιχνίδι του με την ψευδοεξάλειψη! Η αδελφότητα είναι κάτι τελείως διαφορετικό! Σε αντίθεση με τα δυστυχή πλάσματα που εκμεταλλεύονται τη σεξουαλική τους διαφορά για να ονειρευτούν νέα επίπεδα απόλαυσης, το παιχνίδι της μεγάλης ανδρικής κοινότητας, το Υψηλό προαιώνιο όνειρο, κατακτά το μεγαλείο της πραγματικότητας μέσα απ' το πλήθος. Είναι το όνειρο της ανθρωπότητας που ξανά και ξανά κατακτά την πραγματικότητα κάνοντας την πραγματικότητα να υποτάσσεται σ' αυτό. Η αδελφότητα δεν προσπαθεί να εξορκίσει τον θάνατο και την αηδία του θανάτου με την ψευδοεξάλειψη. Όχι, επιτυγχάνει την πραγματική εξάλειψη αναλαμβάνοντας θαρραλέα τον θάνατο και την αηδία του θανάτου η ίδια. Ας αφήσουμε τις γυναίκες να μείνουν σπίτι και να γεννήσουν το παιδί που συνέλαβαν· οι άνδρες φέρουν τον θάνατο στον κόσμο και φέρονται απ' τον θάνατο, εξαλειφόμενοι στο πλήθος που αντηχεί το ατέρμονο, στην ηχώ της ολότητας. Αλλά πού θα βρεθεί μια τέτοια αδελφότητα σήμερα; Απάντησέ μου· περιμένω την απάντησή σου. Δεν έχει κανείς την απάντηση; Τότε θα χρειαστεί να τη δώσω εγώ. Σου εφιστώ την προσοχή στον θεσμό του σύγχρονου στρατού, και κυρίως του γερμανικού στρατού, ο οποίος είναι η κύρια, και πιθανώς η μόνη πραγματική κοινότητα των ανδρών και ο οίκος της πραγματικής αδελφότητας. Αλλά μπορείς να φανταστείς μια τέτοια κοινότητα χωρίς μια ιδέα να την οδηγεί, μια ιδέα επαναστατική στην αυστηρότητά της; Η πρώτη προϋπόθεση είναι να εξαλειφθεί κάθε σκέψη εξέγερσης, και για να γίνει αυτό πρέπει να εξαλειφθεί κάθε αίσθημα πόνου αλλά και αηδίας. Η στρατιωτική αδελφότητα επιτελεί ακριβώς αυτό. Ξεκινά με τη μπόχα, τη μπόχα των καταλυμμάτων των στρατιωτών και των ομαδικών τουαλετών, τη μπόχα των παρατεταγμένων για παρέλαση ταγμάτων, τη μπόχα των νοσοκομείων, τη μπόχα του πανταχού παρόντος θανάτου. Η απόλαυση δεν συγχωρεί τίποτε· η αδελφότητα συγχωρεί εκ των προτέρων, η βρωμερότερη κλανιά δεν μπορεί να θίξει την συντροφικότητα. Πριν να το καταλάβει καν, ο νεοσύλλεκτος, έχοντας ταπεινωθεί απ' την αηδία, αναγκασμένος να την ξεπεράσει, βρίσκεται στον δρόμο για την αυτοπειθαρχία και την αυτοεξάλειψη. Σύντομα, αρχίζει να χάνει τον φόβο του για την μυρωδιά της σήψης, και άρα και του θανάτου, και είναι έτοιμος για την ολοκληρωτική αυτοθυσία. Ο στρατός είναι όργανο του θανάτου· ο άνθρωπος που μπαίνει σ' αυτόν είναι από την στιγμή εκείνη άψυχος, έχει ξεφορτωθεί την ατομική του ψυχή, αλλά εμπνέεται από μια νέα ψυχή, διότι όντας ενωμένο άρρηκτα με αμέτρητα άλλα σώματα, το σώμα του χάνει την σωματική του αίσθηση και γίνεται άφοβο. Εδώ ξεκινά η πραγματική εξάλειψη, όχι η ψευδοεξάλειψη στην αφηρημένη απεραντότητα που αποτελεί τον στόχο, το ψευδοπαιχνίδι του έρωτα· όχι, τώρα αρχίζει η εξάλειψη στην ολότητα, μια εξάλειψη που βασίζεται όχι σ' έναν άλλο κόσμο αλλά σ' αυτόν, και της οποίας το μεγαλείο είναι ίσο με το άπειρο και ομοιάζει με το αέναο άπειρο. Εδώ υπάρχει απόλυτη βεβαιότητα, και όσο σκληρότερη είναι η ταπείνωση που δέχεται ο νεοσύλλεκτος στην αρχή, όσο βαθύτερη είναι η αρχική του αηδία, τόσο πιο βέβαιος θα γίνει για την συμπαντική ολότητα που είναι το πεπρωμένο του, όταν λευτερωθεί από την αηδία και τον φόβο, ώστε να ενωθεί στην εξάλειψη. Χωρίς να προβάλλει αντιστάσεις, δέχεται τις διαταγές της ολότητας, και για αυτόν κάθε διαταγή εγγυάται την βεβαιότητα των λέξεων, των πραγμάτων και των ονομάτων. Σώζεται από κάθε αμφιβολία για την πραγματικότητα. Ελευθερωμένος από όλα τα άχρηστα θεωρήματα και από τον επαμφοτερισμό, η ζωή της ολότητας που έχει ως κατεύθυνση τον θάνατο --δηλαδή, η αδελφότητα-- λάμπει πάνω στη ζωή του ατόμου. Αυτή είναι η εξάλειψή του και η ευτυχία του. Αυτό ορίζουμε ως γερμανική αδελφότητα."

Κατά τη διάρκεια της τελευταίας του πρότασης, ο Ζαχαρίας είχε σηκωθεί όρθιος και είχε αρχίσει να χτυπά ρυθμικά τον ρυθμό των λέξεών του με τις γροθιές στο τραπέζι, ωσάν να έκανε διάλεξη στην τάξη του. Όταν τέλειωσε, έμοιαζε να μην έχει συναίσθηση ότι μπροστά του βρισκόταν μόνο ο συνοδός του και όχι ολόκληρη τάξη. Κοίταξε τον νεαρό με ένα κενό βλέμμα, και ο νεαρός τον κοίταξε πίσω με απορημένα και θολά μάτια. Και αφού δεν ήταν ξεκάθαρο στον Ζαχαρία ποιος απ' τους δυο καθόταν και ποιος ήταν όρθιος, διέταξε: "Κάτσε κάτω."

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου