Σάββατο, 22 Δεκεμβρίου 2012

Κ. Σκολαρίκος-Ο ευρωκομμουνισμός και η ελληνική του έκφραση (δεύτερο μέρος)

3. Η ΠΡΑΚΤΙΚΗ ΚΑΤΑΛΗΞΗ ΤΗΣ «ΕΥΡΩΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗΣ» ΣΤΡΑΤΗΓΙΚΗΣ

Φυσικά, μέσα στο πλαίσιο αυτού του άρθρου δεν είναι δυνατόν να αντιμετωπίσουμε ολοκληρωμένα την ιστορία των τριών κομμάτων (Ιταλικό ΚΚ, Γαλλικό ΚΚ και Ισπανικό ΚΚ) και κατ' επέκταση την πολιτική ιστορία τριών χωρών. Στην παρούσα φάση παρουσιάζονται άξονες με τους σταθμούς της πορείας των τριών κομμάτων με σκοπό να βοηθήσουν στην περαιτέρω κατανόηση του ζητήματος.
TO ΙΤΑΛΙΚΟ ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΟ ΚΟΜΜΑ

Μετά την εκδίωξή του από την κυβέρνηση (1948) και αργότερα, το Ιταλικό Κομμουνιστικό Κόμμα ακολούθησε μια εξαιρετικά νομιμόφρονη στάση (το διάστημα 1948 - 1968 ψήφισε τα νομοσχέδια που κατατέθηκαν στην ιταλική Βουλή [24]), προωθώντας διαρκώς την εικόνα του παράγοντα σταθερότητας.

Αρχικά, το κόμμα διατήρησε σχέσεις φιλίας με τη Σοβιετική Ένωση. Το 1964 πεθαίνει ο ιστορικός Γραμματέας Παλμίρο Τολιάτι και λίγο μετά το θάνατό του δημοσιεύεται το γράμμα του προς τον Χρουστσόφ, όπου τάσσεται υπέρ του «πολυκεντρισμού», βασικό σημείο αναφοράς στην πολιτική των «ευρωκομμουνιστικών» κομμάτων.[25] Την ίδια στιγμή, το Ιταλικό Κομμουνιστικό Κόμμα είναι το μόνο αντιπολιτευόμενο κόμμα, μετά το σχηματισμό κυβέρνησης από τους χριστιανοδημοκράτες σε συνεργασία με τους σοσιαλδημοκράτες, τους «σοσιαλιστές» και τους ρεπουμπλικάνους. Το κρίσιμο δίλημμα που τέθηκε ήταν: μια πολιτική ρήξης με το αστικό πολιτικό σύστημα, με σκοπό την ανατροπή του καπιταλισμού ή μια προσπάθεια αναβάθμισης του ρόλου του κομμουνιστικού κόμματος στο πλαίσιό του; Το Ιταλικό Κομμουνιστικό Κόμμα επέλεξε ξεκάθαρα το δεύτερο δρόμο.


Το φθινόπωρο του 1969 σημειώνονται διευρυμένες κινητοποιήσεις στα εργοστάσια της Ιταλίας, οι οποίες αποτέλεσαν τη μεγαλύτερη κοινωνική κρίση που γνώρισε η Ιταλία μετά το Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο [26]. Οι καταληψίες ξεπέρασαν τις συμβιβασμένες συνδικαλιστικές ηγεσίες, οι οποίες στο σύνολό τους υιοθετούσαν τη λογική της διαχείρισης, και συσπείρωσαν το 80% των εργατών. Παρ' όλα αυτά, κάτω από την έλλειψη οποιουδήποτε πολιτικού στόχου και την απουσία κομμουνιστικού πολιτικού φορέα, οι εργατικές κινητοποιήσεις έληξαν με την ικανοποίηση κάποιων οικονομικών αιτημάτων.

Στο 13ο Συνέδριο (1972) το κόμμα για πρώτη φορά διακηρύσσει ότι δεν είναι αρκετή μια πολιτική συνεργασιών με την αριστερά για την αλλαγή του πολιτικού σκηνικού. Τα γεγονότα της Χιλής (1973) [27] αποτέλεσαν το πρόσχημα για την εμφάνιση του «ιστορικού συμβιβασμού». Το Ιταλικό Κομμουνιστικό Κόμμα, με ηγέτη τον Ενρίκο Μπερλίνγκουερ, μετά την ανατροπή της κυβέρνησης της «Λαϊκής Ενότητας» από τη δικτατορία του Πινοσέτ, δεν οδηγείται στο συμπέρασμα για ανάγκη προετοιμασίας του κινήματος για την αξιοποίηση όλων των μορφών πάλης και της ένοπλης ενάντια στην άσκηση βίας από την αστική τάξη και το διεθνή ιμπεριαλισμό, αλλά, αντίθετα, καταλήγει στο συμπέρασμα για την ανάγκη μιας ευρύτερης συμμαχίας κομμουνιστών - σοσιαλδημοκρατών - χριστιανοδημοκρατών (ιδεολόγημα του «ιστορικού συμβιβασμού»), η οποία δε θα φοβίζει την αστική τάξη [28]. Είναι φανερό από την πολιτική αυτή τοποθέτηση ότι το Ιταλικό Κομμουνιστικό Κόμμα δεν αποσκοπούσε να αξιοποιήσει την οικονομική κρίση για να φανερώσει τα αδιέξοδα του καπιταλισμού, αλλά για να αναβαθμίσει το ρόλο του στο πλαίσιο της αστικής διαχείρισης και γι' αυτό το λόγο ο Μπερλίνγκουερ κάλεσε τους εργάτες να επωμιστούν από κοινού την κρίση. Στις εκλογές του 1976 το Ιταλικό Κομμουνιστικό Κόμμα έλαβε το 34,4% των ψήφων, γεγονός που αποτέλεσε τη μεγαλύτερη εκλογική του επιτυχία. Το αποτέλεσμα αυτής της επιτυχίας ήταν η στήριξη της κυβέρνησης το 1977, με αντάλλαγμα την προεδρία στο Κοινοβούλιο και σε κάποιες από τις σημαντικότερες επιτροπές του.

Μέσα σε αυτό το κλίμα το Ιταλικό Κομμουνιστικό Κόμμα προσπάθησε να διαμορφώσει μια κοινή στρατηγική με τα υπόλοιπα «ευρωκομμουνιστικά» κόμματα στις συναντήσεις του 1975 και στη συνδιάσκεψη των κομμουνιστικών κομμάτων της Ευρώπης στο Βερολίνο το 1976 [29]. Αποκορύφωμα αυτής της διαδικασίας ήταν η κοινή συνάντηση των τριών βασικών «ευρωκομμουνιστικών» κομμάτων στη Μαδρίτη το 1977.

Η συμμετοχή στην κυβέρνηση όμως δεν αποτέλεσε τη δικαίωση, αλλά τη χρεοκοπία των «ευρωκομμουνιστικών» θεωριών, τουλάχιστον με αυτή τη μορφή. Το Ιταλικό Κομμουνιστικό Κόμμα, αντί να διαβρώσει την αστική εξουσία, διαβρώθηκε το ίδιο. Το περιβόητο σύνθημα του Ιταλικού Κομμουνιστικού Κόμματος, ότι αποτελεί ταυτόχρονα κόμμα διαμαρτυρίας και κόμμα εξουσίας, έγινε σμπαράλια στη μέγγενη του κυβερνητισμού, μέλη και ψηφοφόροι του άρχισαν να απογοητεύονται, γεγονός με άμεσο αντίκρισμα στα εκλογικά του ποσοστά. Οι προσπάθειες «διάσωσης» του κύρους του κόμματος στηρίζονταν στην όλο και μεγαλύτερη απομάκρυνση από το μαρξισμό - λενινισμό, αναπαράγοντας τα πολιτικά του αδιέξοδα [30]. Ως νέα πρόταση εξουσίας σερβιρίστηκε ξαναζεσταμένη η πολιτική συνεργασίας με τους σοσιαλδημοκράτες. Η πορεία ταχύτατης σοσιαλδημοκρατικοποίησης ολοκληρώθηκε με τη διάλυση του κόμματος στις αρχές της δεκαετίας του 1990, υπό το φως των αντεπαναστατικών εξελίξεων στην ΕΣΣΔ και στην Ανατολική Ευρώπη και το βάρος των οικονομικών σκανδάλων που συντάραξαν και τα τρία κόμματα (που θα ενσάρκωναν, κατά τον Μπερλίνγκουερ, τον ιστορικό συμβιβασμό) [31].
ΤΟ ΓΑΛΛΙΚΟ ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΟ ΚΟΜΜΑ

Η πορεία του Γαλλικού Κομμουνιστικού Κόμματος προς τον «ευρωκομμουνισμό» αρχίζει το 1964, όταν κατά τη διάρκεια του 17ου Συνεδρίου του αποκηρύσσονται η δικτατορία του προλεταριάτου και η βίαιη κατάληψη της εξουσίας [32]. Το 1965 κοινός υποψήφιος κομμουνιστών και σοσιαλδημοκρατών ορίζεται ο Φρανσουά Μιτεράν. Για τα γεγονότα της Τσεχοσλοβακίας το Γαλλικό Κομμουνιστικό Κόμμα άσκησε ήπια κριτική στην ΕΣΣΔ και το Σύμφωνο της Βαρσοβίας, γεγονός που δεν εμπόδισε την αποχώρηση του ηγέτη των «ανανεωτικών» Γκαροντί, αλλά που οδήγησε σε παραίτηση από την άλλη πλευρά τη χήρα του Μορίς Τορέζ.

Τα γεγονότα του Μάη του 1968, τα οποία διογκώθηκαν με τη συμμετοχή της εργατικής τάξης και τις καταλήψεις εργοστασίων, βρήκαν το Γαλλικό Κομμουνιστικό Κόμμα - παρά τη συμμετοχή του στις κινητοποιήσεις - να μην μπορεί να αποδείξει την ιδεολογικοπολιτική του πρωτοπορία. Υιοθέτησε την πρόταση των σοσιαλδημοκρατών για μεταβατική κυβέρνηση και όταν ο Ντε Γκολ αποφάσισε την προκήρυξη πρόωρων εκλογών, έχοντας ως εχέγγυο τα προηγούμενα εκλογικά του αποτελέσματα, ρίχτηκε στην εκλογική μάχη, συμβάλλοντας στο σταμάτημα των κινητοποιήσεων. Δεν προσπάθησε να θέσει αιτήματα πέραν του οικονομισμού και της διαχείρισης. Από την άλλη πλευρά, η έλλειψη σαφούς επαναστατικής στρατηγικής ήταν η τροφή της υπερεπαναστατικής φρασεολογίας και ταυτόχρονα αντικομμουνιστικής δράσης των ηγετών των αριστεριστών φοιτητών. Μέσα σε αυτές τις συνθήκες το πολιτικό καθεστώς κατόρθωσε εύκολα να διαχειριστεί την κρίση μέσω των εκλογών και να οδηγήσει σε απογοήτευση τους αγωνιζόμενους φοιτητές και εργάτες. Η αντιπαράθεση του Γαλλικού ΚΚ με τις αριστερίστικες ομάδες (οι οποίες ανέπτυξαν θεωρίες περί κατάργησης της ιστορικής αποστολής της εργατικής τάξης και προωθούσαν τον αντισοβιετισμό) δεν αφορούσε την πάλη για το σωστό πολιτικό προσανατολισμό και την αντιμετώπιση των στρεβλώσεών τους, αλλά γινόταν στο όνομα της υπεράσπισης της «κοινωνικής ειρήνης». Το γεγονός αυτό επιβεβαιώνεται από τη διακήρυξη του Σαμπινί (1969), αλλά και από το κοινό εκλογικό πρόγραμμα κομμουνιστών - σοσιαλδημοκρατών στις εκλογές του 1972, όπου, ανάμεσα στα άλλα, αναγνωρίζεται η αναγκαιότητα συμμετοχής της χώρας στην ΕΟΚ και το ΝΑΤΟ [33].

Στις προεδρικές εκλογές του 1974 η συνεργασία κομμουνιστών - σοσιαλδημοκρατών πέτυχε ένα καλό αποτέλεσμα. Το 1976 το Γαλλικό Κομμουνιστικό Κόμμα, κατά τη διάρκεια του 22ου Συνεδρίου, εναρμονίζει τις θέσεις του με τον «ευρωκομμουνισμό» και αποδέχεται τον πολυκομματισμό μέσα στο πλαίσιο του σοσιαλισμού, ενώ δεν παρίσταται στο 25ο Συνέδριο του ΚΚΣΕ αντιπρόσωπος του κόμματος [34]. Το 1977 συμμετέχει στην κοινή διακήρυξη των «ευρωκομμουνιστικών» κομμάτων στη Μαδρίτη.

Την επόμενη όμως χρονιά, στις εκλογές και τις ευρωεκλογές, καταγράφεται εξασθένιση των κομμουνιστών σε σχέση με τους σοσιαλδημοκράτες. Από την άλλη, το Γαλλικό Κομμουνιστικό Κόμμα προσπάθησε να επαναπροσεγγίσει τη Σοβιετική Ένωση, δραστηριότητα που θα κορυφωθεί μέσω της διακοπής της συνεργασίας με τους σοσιαλδημοκράτες και της υποστήριξης της Σοβιετικής Ένωσης στον πόλεμο του Αφγανιστάν (1979). Η νέα στάση απέναντι στη Σοβιετική Ένωση επιβεβαιώνεται και στο 23ο Συνέδριο του Γαλλικού Κομμουνιστικού Κόμματος (1979), οι αποφάσεις του οποίου συνεχίζουν να κλείνουν το μάτι και στους «ευρωκομμουνιστές». Το πρόγραμμα του 23ου Συνεδρίου προσεγγίζει κατά πολύ αυτό των σοσιαλδημοκρατών και ταυτόχρονα αποκηρύσσει το «σταλινισμό» [35].

Η παλινωδία του κόμματος θα συνεχιστεί, όταν το 1981 οδηγείται μετά από ένα κακό εκλογικό ποσοστό - και αφού το ίδιο όλα τα προηγούμενα χρόνια έχει καλλιεργήσει τις αυταπάτες περί κυβέρνησης της αριστεράς - σε κυβερνητική συνεργασία με τους σοσιαλδημοκράτες συμμετέχοντας με τέσσερις υπουργούς [36]. Το Γαλλικό Κομμουνιστικό Κόμμα υιοθέτησε τα βασικά σημεία του κυβερνητικού προγράμματος των σοσιαλδημοκρατών και τα τρία επόμενα χρόνια παραπαίει ανάμεσα στην «προοδευτική διακυβέρνηση» και την αντιπολίτευση, για να αποχωρήσει από την κυβέρνηση το 1984. Έχει όμως χάσει το κύρος του αγωνιζόμενου κόμματος και παράλληλα τα ποσοστά του δεν μπορούν πια να εγγυηθούν ούτε καν τη διαχειριστική του χρησιμότητα. Ο διμέτωπος αγώνας (έναντι των σοσιαλδημοκρατών και των γκολικών) που θα κηρυχτεί στα πλαίσια του 25ου Συνεδρίου συνιστά περισσότερο μια νέα καιροσκοπική αλλαγή [37], η οποία όμως δε θα συγκινήσει ακόμα και τους πιο πιστούς οπαδούς του Γαλλικού Κομμουνιστικού Κόμματος, που κουράστηκαν από τις συνεχείς του ταλαντεύσεις.

Στα τέλη της δεκαετίας του 1980 το Γαλλικό Κομμουνιστικό Κόμμα κινήθηκε πια οριστικά στην κατεύθυνση της συνεργασίας με τους σοσιαλδημοκράτες και της αναθεώρησης των αρχών του, ενώ λίγο αργότερα αφαίρεσε από το σήμα του και το σφυροδρέπανο, το οποίο έτσι και αλλιώς για πολλά χρόνια βρισκόταν μακριά από την πολιτική του πρακτική.

ΤΟ ΙΣΠΑΝΙΚΟ ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΟ ΚΟΜΜΑ

Στο 5ο Συνέδριο του Ισπανικού Κομμουνιστικού Κόμματος (1954) εκφράστηκε η διαμάχη ανάμεσα στην «παραδοσιακή» του ηγεσία και τον μετέπειτα Γενικό Γραμματέα του κόμματος, Σαντιάγκο Καρίγιο, η οποία ολοκληρώθηκε στο 6ο Συνέδριο (1959) με την υιοθέτηση από την πλευρά του κόμματος της πολιτικής της «εθνικής συμφιλίωσης» για την ανατροπή της φρανκικής δικτατορίας με ειρηνικά μέσα [38]. Η αποδοχή της πολιτικής του 20ού Συνεδρίου αποτελεί ουσιαστικά την αφετηρία για την προσπάθεια διαχωρισμού του κόμματος από την ως τότε πολιτική του πρακτική. Το γεγονός αυτό πιστοποιείται από τη δραστηριότητα του κόμματος την επόμενη δεκαετία, οπότε και κατευθύνθηκε στην προσπάθεια οικοδόμησης ευρέων συμμαχιών στη βάση της κατοχύρωσης της αστικής δημοκρατίας και στην καταδίκη της πολιτικής του ΚΚΣΕ, με αποκορύφωμα τη στάση του απέναντι στα γεγονότα της Τσεχοσλοβακίας. Παρά τις όποιες εκτιμήσεις, ωστόσο, σε όλη τη διάρκεια της δεκαετίας του 1960, το φρανκικό καθεστώς παραμένει ακμαίο. Την ίδια στιγμή όμως, οι δυνάμεις του κόμματος πολλαπλασιάζονται, όπως και η δράση του στους διάφορους εργατικούς χώρους [39]. Η αυγή της δεκαετίας του 1970 θα βρει το κόμμα με ανεβασμένη επιρροή σε μια σειρά χώρους, αλλά και με μια προσπάθεια συνεργασιών, η οποία εκτεινόταν από το μικρό Λαϊκό Σοσιαλιστικό Κόμμα ως και τους οπαδούς του πρίγκιπα Κάρλος, στη βάση της οποίας ιδρύθηκε η Junta Democratica. Το Ισπανικό Κομμουνιστικό Κόμμα δηλώνει ότι οι επιλογές αφορούν και τη μετά Φράνκο εποχή και δέχεται την προοπτική μιας μελλοντικής εισόδου της χώρας σε ΝΑΤΟ και ΕΟΚ [40]. Έτσι και αλλιώς, το 8ο Συνέδριο του κόμματος (1972) και το Προγραμματικό του Κείμενο (1973) είχαν στηριχτεί στο βασικό ιδεολογικό πυρήνα του «ευρωκομμουνισμού» [41].

Η ασθένεια και ο θάνατος του Φράνκο πυροδοτεί μια έντονη κινητικότητα από την πλευρά της αστικής τάξης και των κομμάτων της, φανερώνοντας πως οι ημέρες του δικτατορικού καθεστώτος ήταν μετρημένες. Απόρροια αυτής της νέας συνθήκης είναι και η ένωση της Junta Democratica με τη Platforma de Convergencia (αντιδικτατορική οργάνωση συνεργασίας σοσιαλδημοκρατών και χριστιανοδημοκρατών), που δήλωνε όχι μόνο τη θέληση του λαού για την ανατροπή του δικτατορικού καθεστώτος, αλλά και την επιθυμία της εγχώριας αστικής τάξης και των ιμπεριαλιστών για μετάβαση σε μια αστική δημοκρατία, αφού και το παλιό καθεστώς δεν μπορούσε πια να ανταποκριθεί στα συμφέροντά τους [42]. Η κατάσταση αυτή πολιτικά αποκρυσταλλώνεται με το διορισμό στη θέση του δοτού (από το βασιλιά) πρωθυπουργού του μετριοπαθούς Αδόλφο Σουάρεθ (Ιούνιος 1976), ο οποίος υπόσχεται εκδημοκρατισμό και εκλογές για την επόμενη χρονιά. Μέσα σε ένα κλίμα αισιοδοξίας για τον αστικό εκδημοκρατισμό και τη νομιμοποίηση του Ισπανικού Κομμουνιστικού Κόμματος, το Μάρτιο του 1977, το Ισπανικό Κομμουνιστικό Κόμμα θα συνυπογράψει τη διακήρυξη της Μαδρίτης. Η αλλαγή της μορφής της αστικής εξουσίας δε συνοδεύεται από αλλαγές στην πολιτική του κόμματος. Η ηγεσία του κόμματος υπό τον Καρίγιο προσπαθεί να κατοχυρώσει και ιδεολογικοπολιτικά τον «ευρωκομμουνισμό», μιλώντας για την ανάγκη μιας κοινής πολιτικής κομμουνιστών - σοσιαλδημοκρατών και φιλελεύθερων δημοκρατών για την εδραίωση της δημοκρατίας. Το αποτέλεσμα είναι το Ισπανικό Κομμουνιστικό Κόμμα να λάβει χαμηλό ποσοστό σε σχέση με τις προσδοκίες του στις πρώτες ελεύθερες εκλογές του 1977 [43] και να μην μπορέσει να καρπωθεί (εκλογικά) την τεράστια συμβολή του σε όλες τις φάσεις του αντιδικτατορικού αγώνα. Ακολουθώντας την ίδια πολιτική, το κόμμα συνυπόγραψε μαζί με το κυβερνών Λαϊκό Κόμμα και τους σοσιαλδημοκράτες μια κοινή διακήρυξη, η οποία προέβλεπε τη συμφωνία των κομμάτων για μια συναινετική αντιμετώπιση της κρίσης και για μια κατασταλτική πολιτική έναντι της βασκικής οργάνωσης ΕΤΑ, με αντάλλαγμα την κάλυψη περιορισμένων οικονομικών αιτημάτων των εργαζομένων και των συνταξιούχων. Ενώ οι «ευρωκομμουνιστές» προσπάθησαν να περιορίσουν τις εργατικές κινητοποιήσεις για να αποδείξουν ότι αποτελούν παράγοντα σταθερότητας, οι σοσιαλδημοκράτες αξιοποίησαν την πολιτική του Ισπανικού Κομμουνιστικού Κόμματος για την αναρρίχησή τους στην εξουσία. Έτσι οι σοσιαλδημοκράτες εμφανίστηκαν μαχητικά αντιπολιτευόμενοι της φιλελεύθερης κυβέρνησης και κατάφεραν να αποκτήσουν κύρος και στον προνομιακό χώρο του Ισπανικού Κομμουνιστικού Κόμματος, δηλαδή στα συνδικάτα. Το 1978, το 9ο Συνέδριο του κόμματος απορρίπτει το λενινισμό, συνεχίζοντας την πορεία μετάλλαξής του [44]. Πρόσκαιρα στις εκλογές του 1979 βελτιώνει το ποσοστό του, λόγω της έντασης και της βίας από παραστρατιωτικούς και την ΕΤΑ που κάνουν να φαίνεται θελκτική η πρόταση ευρείας συνεργασίας για αποφυγή ενός νέου πραξικοπήματος. Το 10ο Συνέδριο (1981) θα είναι μια διαμάχη ανάμεσα στους οπαδούς της συνολικής αναθεώρησης και τους «ευρωκομμουνιστές», η οποία δε θα μπορέσει να σώσει το κόμμα από την εκλογική κατρακύλα στις εκλογές του 1982. Το σημαντικότερο όμως είναι ότι το κόμμα, όλα αυτά τα χρόνια, απομακρύνθηκε από τις αρχές του και έχασε την παραδοσιακή του εργατική βάση, με αποτέλεσμα η πολιτική του πρόταση σταδιακά να εκπέσει σε καιροσκοπικές συμμαχίες, οι οποίες γίνονταν στο όνομα κάποιου αόρατου εχθρού της αστικής δημοκρατίας και άφηναν άθικτη την αστικοδημοκρατική διαχείριση των συμφερόντων του κεφαλαίου. Ο επόμενος Γενικός Γραμματέας προσανατόλισε το κόμμα σε μια πολιτική διάχυσης στο ευρύτερο σχήμα της «Ενωμένης Αριστεράς» και συνεργασίας με τους σοσιαλδημοκράτες. Αυτή η πολιτική συνεχίζεται ως τις ημέρες μας.

4. ΟΡΙΣΜΕΝΕΣ ΣΚΕΨΕΙΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗ ΒΑΣΗ ΤΟΥ ΕΥΡΩΚΟΜΜΟΥΝΙΣΜΟΥ

Οι «ευρωκομμουνιστές» εμφάνιζαν τη στρατηγική τους ως αποτέλεσμα των ιδιαίτερων χαρακτηριστικών που παρουσιάστηκαν στις δυτικές καπιταλιστικές κοινωνίες μετά το τέλος του Β` Παγκοσμίου Πολέμου. Οι δεδομένες συνθήκες της καπιταλιστικής Δυτικής Ευρώπης δε σηματοδότησαν αλλαγή εποχής στο καπιταλιστικό σύστημα, αλλά, αντίθετα, επιβεβαίωσαν το χαρακτήρα της εποχής, ως εποχή του ιμπεριαλισμού και της αναγκαιότητας των σοσιαλιστικών επαναστάσεων και κατά συνέπεια δε δικαιολογούν την αλλαγή της στρατηγικής των κομμουνιστικών κομμάτων. Μήπως όμως οι συνθήκες αυτές ευνόησαν παράλληλα την ανάπτυξη του «ευρωκομμουνισμού»; Ο προσδιορισμός της κοινωνικοταξικής αναφοράς του «ευρωκομμουνισμού» είναι απαραίτητος, αν θέλουμε να ξεφύγουμε από το επίπεδο του ιδεολογικού υποκειμενισμού. Πρέπει να δούμε την «ευρωκομμουνιστική» στροφή στα κομμουνιστικά κόμματα ως αποτέλεσμα δεδομένων συνθηκών, δίχως αυτό να σημαίνει ότι δε θα μπορούσε να ακολουθηθεί ένας διαφορετικός επαναστατικός δρόμος. Βεβαίως αυτός ο προβληματισμός δεν μπορεί να εξαντληθεί στο παρόν άρθρο. Το ακόλουθο σκεπτικό έχει αποκλειστικό σκοπό να συμβάλει στον προβληματισμό, στην κατεύθυνση της μαρξιστικής - λενινιστικής ανάλυσης, για τη ρίζα του «ευρωκομμουνισμού» και του σύγχρονου δεξιού οπορτουνισμού γενικότερα.

Ξεκινώντας από τη μεταπολεμική κατάσταση της Ευρώπης, παρατηρούμε ότι μετατρέπεται ακόμα περισσότερο σε επίκεντρο της αντιπαράθεσης ανάμεσα στα δύο οικονομικοκοινωνικά συστήματα (σοσιαλιστικό και καπιταλιστικό). Για πρώτη φορά, οι πόθοι των εκμεταλλευόμενων έχουν ενσαρκωθεί στη σοσιαλιστική εξουσία. Η σύγκριση με την ΕΣΣΔ και τις κατακτήσεις της εγείρει αυξημένες αξιώσεις και από το εργατικό κίνημα των δυτικών χωρών. Όλα αυτά συμβαίνουν τη στιγμή που αρκετά κομμουνιστικά κόμματα, πρωτοστατώντας στον αντιφασιστικό αγώνα των λαών της Ευρώπης, απολαμβάνουν διευρυμένο κύρος σε όλη την ευρωπαϊκή ήπειρο, γεγονός που εκφράζεται και με την άνοδο των εκλογικών ποσοστών τους και την κυριαρχία τους στα συνδικάτα [45]. Η νίκη της ΕΣΣΔ στον αντιφασιστικό αγώνα αυξάνει την επιρροή του πρώτου σοσιαλιστικού κράτους στους λαούς.

Παράλληλα, στη μεταπολεμική εποχή η Ευρώπη αποτελεί ένα κρίσιμο κέντρο από οικονομική και γεωστρατηγική άποψη για τον ιμπεριαλισμό και ταυτόχρονα στις χώρες της βρίσκεται συγκεντρωμένη μια πολυπληθής εργατική τάξη, έντονα συνδικαλισμένη και πολιτικά οργανωμένη. Το σχέδιο Μάρσαλ δηλώνει σαφώς την προσπάθεια θωράκισης της κυριαρχίας των ευρωπαϊκών αστικών τάξεων, ενώ τα κεφάλαια που χρησιμοποιούνται δίνουν τη δυνατότητα διαμόρφωσης νέων συμμαχιών της αστικής τάξης με τα μεσαία στρώματα και εξαγοράς ευρύτερων τμημάτων της εργατικής τάξης. Επιπρόσθετα, οι ηγετικές ιμπεριαλιστικές δυνάμεις της Ευρώπης, αν και δέχονται πλήγμα από τους αντιαποικιακούς αγώνες και τη συντριβή της αποικιοκρατίας στις περισσότερες χώρες, τις δεκαετίες του 1950 και του 1960, διατηρούν την οικονομική «επιρροή» τους στη βάση της εντεινόμενης εκμετάλλευσης της εργατικής τάξης και των προνομιακών συμφωνιών με τις αναδυόμενες αστικές τάξεις των πρώην αποικιών.

Από τα παραπάνω χαρακτηριστικά γίνεται αντιληπτό πως το εργατικό κίνημα της δυτικής Ευρώπης είχε αρκετά καλές προϋποθέσεις για να αποσπάσει κατακτήσεις και από την άλλη πλευρά μεγάλους κινδύνους να συμπαρασυρθεί στο ρεφορμισμό και τον οπορτουνισμό, λόγω των ιμπεριαλιστικών υπερκερδών [46].

Οι οικονομικοί κυρίως αγώνες που ξέσπασαν την επόμενη του πολέμου οδήγησαν στην κατοχύρωση πολλών δικαιωμάτων για την εργατική τάξη, κάτω από το φόβο μιας νέας επαναστατικής κρίσης, αλλά και την οικονομική δυνατότητα παραχωρήσεων που προσέφερε η (δεδομένης της καταστροφής των παραγωγικών δυνάμεων από τον πόλεμο) μεταπολεμική καπιταλιστική ανάπτυξη. Οι αστικές τάξεις, πιο έμπειρες από παλιότερα στην αντιπαράθεση με το κομμουνιστικό κίνημα, διαμόρφωσαν μια νέα τακτική υπεράσπισης της κυριαρχίας τους, η οποία ήταν σε θέση να εναλλάσσει την καταστολή με την πολιτική παραχωρήσεων, ενσωμάτωσης και τον αντικομμουνισμό με την προσπάθεια χειραγώγησης των κομμουνιστικών κομμάτων.

Η ευρεία κατοχύρωση πολιτικών δικαιωμάτων και η βελτίωση του οικονομικού επιπέδου της εργατικής τάξης οδήγησε σε δύο αποτελέσματα. Κατ' αρχήν αναπτύχθηκαν ευρέως μέσα στο εργατικό και στο κομμουνιστικό κίνημα αντιλήψεις περί αταξικότητας του κράτους [47]. Επιπλέον, στο πλαίσιο μιας σχετικής πολιτικής σταθεροποίησης, οι αστικές τάξεις χρησιμοποίησαν την τεράστια εμπειρία τους από τη λειτουργία του κοινοβουλευτισμού (σειρά πολιτικών δικαιωμάτων, νόμιμη δραστηριότητα συνδικάτων, λειτουργία εκλεγμένης τοπικής αυτοδιοίκησης, εκπροσώπηση των κομμουνιστών στο κοινοβούλιο) για τη δημιουργία μιας πληθώρας μηχανισμών ενσωμάτωσης, στους κόλπους των οποίων άνθησε μια πολυπληθής εργατική αριστοκρατία [48]. Αυτή συνέδραμε σε πολύ μεγάλο βαθμό στον αποπροσανατολισμό του εργατικού και κομμουνιστικού κινήματος, αφού είχε πολύ περισσότερα να χάσει από τις αλυσίδες της [49]. Οι δύο συνέπειες λειτούργησαν συμπληρωτικά στην όλο και μεγαλύτερη απομάκρυνση των κομμουνιστικών κομμάτων από μια επαναστατική γραμμή πλεύσης.

Η επικράτηση μιας οπορτουνιστικής στρατηγικής στο πλαίσιο των «ευρωκομμουνιστικών» κομμάτων βοήθησε στην κυριαρχία και την αναπαραγωγή των αντιλήψεων της εργατικής αριστοκρατίας, αφού θεώρησε την πάλη για την κατάληψη αστικών θεσμών μέσα στο αστικό κράτος πρωταρχικό της μέλημα και συνέβαλε στην ισχυροποίηση μικροαστικών στοιχείων στην οργανωτική τους βάση [50]. Τα μικροαστικά στοιχεία με τη σειρά τους βοήθησαν στην παραπέρα μετάλλαξή τους. Με αυτό τον τρόπο σχηματίστηκε στην ουσία ένας φαύλος κύκλος, όπου κάθε βήμα οδηγούσε στην όλο και μεγαλύτερη απομάκρυνση από το μαρξισμό - λενινισμό. Μελετώντας την πολιτική ιστορία της μεταπολεμικής Ευρώπης, θα διαπιστώσουμε ότι τα πρώτα χρόνια την πολιτική διαχείριση ανέλαβαν τα αστικά κόμματα, τα οποία, βασιζόμενα στην οικονομική ανάπτυξη, θεμελίωσαν μια εικόνα συμμαχίας των τάξεων για την κοινωνική προκοπή και την ανοικοδόμηση, που συμπληρωνόταν από τη ρεφορμιστική γραμμή πάλης των συνδικάτων. Τα συνδικάτα, μην τολμώντας να αμφισβητήσουν ποτέ το ίδιο το καθεστώς της μισθωτής εργασίας σε κοινωνικό επίπεδο [51] και του ιμπεριαλισμού σε διεθνές, διαδραμάτισαν καθοριστικό ρόλο στην εξιδανίκευση της αστικής δημοκρατίας (γεγονός ακόμα πιο έντονο σε χώρες όπως η Ισπανία, όπου το δίλημμα, αντί να είναι καπιταλισμός ή σοσιαλισμός, μεταφέρθηκε από το χαρακτήρα στη μορφή της πολιτικής εξουσίας, με το δίλημμα ανοιχτή στρατιωτική δικτατορία ή δημοκρατική μορφή δικτατορίας της αστικής τάξης). Η κρίση που ξέσπασε όμως απαιτούσε τη συναίνεση και των «ευρωκομμουνιστικών» κομμάτων, προκειμένου να είναι «αναίμακτη» για τον ιμπεριαλισμό.

Η πολιτική μετάλλαξη των «ευρωκομμουνιστικών» κομμάτων, σε αντιστοιχία και με την απώλεια της εργατικής ταυτότητάς τους, τα οδήγησε στην αδυναμία να ακολουθήσουν μια πολιτική ρήξης σε κρίσιμες περιόδους της ταξικής πάλης. Η συνεχή τους μετατόπιση προς τη σοσιαλδημοκρατία αποτέλεσε παράγοντα σταθερότητας του αστικού πολιτικού συστήματος βραχυπρόθεσμα και μακροπρόθεσμα. Η οικονομική κρίση που άρχισε στα τέλη της δεκαετίας του 1960, μέσα στην οποία τα κομμουνιστικά κόμματα μπορούσαν και όφειλαν να προβάλλουν την επικαιρότητα και αναγκαιότητα του σοσιαλισμού, μετατράπηκε σε ταφόπλακα της «ευρωκομμουνιστικής» στρατηγικής, προσφέροντας - σε συνδυασμό και με τις εξελίξεις στα σοσιαλιστικά κράτη - παράταση ζωής στην ιμπεριαλιστική κυριαρχία.

Οι «ζημιές» που προκάλεσαν στο κομμουνιστικό κίνημα τα «ευρωκομμουνιστικά» κόμματα δεν ήταν προσωρινές. Συνέβαλαν στη διαστρέβλωση της κομμουνιστικής στρατηγικής, στην απομαζικοποίηση των συνδικάτων και στην πολιτική ενσωμάτωση. Επιπρόσθετα, τα «ευρωκομμουνιστικά» κόμματα αποτέλεσαν έναν από τους παράγοντες οπορτουνιστικής πίεσης προς τα κομμουνιστικά κόμματα των σοσιαλιστικών κρατών, συμβάλλοντας στη νίκη της αντεπανάστασης. Η συγκεκριμένη δραστηριότητά τους, σε συνδυασμό με την υποχώρηση του παγκόσμιου κομμουνιστικού κινήματος, εξακολουθεί να επιδρά αρνητικά στο διεθνές κομμουνιστικό κίνημα και τη διαπάλη για τον επαναστατικό προσανατολισμό του αγώνα της εργατικής τάξης.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου