Σάββατο, 22 Δεκεμβρίου 2012

Νίκος Πουλαντζάς-Προς ένα δημοκρατικό σοσιαλισμό (δεύτερο μέρος)

(Το πρώτο μέρος εδώ).

Θα πω τούτο μόνο: η δικτατορία του προλεταριάτου ήταν για τον Μαρξ μια στρατηγική έννοια με πρακτικό περιεχόμενο που λειτουργούσε το πολύ σαν πίνακας-οδηγός. Αναφερόταν στην ταξική φύση του Κράτους, στην ανάγκη του μετασχηματισμού του για τη μετάβαση στον σοσιαλισμό και στη διαδικασία του μαρασμού του Κράτους. Αν και όλα τούτα στα οποία αναφερόταν παραμένουν πραγματικά, ωστόσο η έννοια αυτή είχε, κατοπινά, μια συγκεκριμένη λειτουργία: να κουκουλώσει το θεμελιακό πρόβλημα, το πρόβλημα ακριβώς της σπονδύλωσης μιας μετασχηματισμένης αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας με την άμεση δημοκρατία στη βάση. Να ποιοι είναι οι αληθινοί λόγοι που, κατά τη γνώμη μου, δικαιώνουν την εγκατάλειψή της και όχι επειδή η έννοια αυτή κατέληξε να ταυτιστεί μόνο με τον σταλινικό ολοκληρωτισμό. Ακόμα κι όταν πήρε διαφορετικά νοήματα, εξακολούθησε να διατηρεί την πιο πάνω ιστορική λειτουργία της: αυτό έγινε με τον Λένιν στις αρχές της Οκτωβριανής επανάστασης, αυτό έγινε, πιο κοντά σε μας, και με τον Γκράμσι. Ασφαλώς, δεν μπορεί κανείς να αμφισβητήσει τη σημαντική θεωρητικο-πολιτική συνεισφορά του Γκράμσι και είναι γνωστή η απόσταση που πήρε από το σταλινικό πείραμα. Παραμένει γεγονός ωστόσο ότι ούτε αυτός (κι ας τον τραβάνε σήμερα πότε αριστερά και πότε δεξιά) μπόρεσε να θέσει το πρόβλημα σ' όλη του την έκταση. Οι περίφημες αναλύσεις του για τις διαφορές ανάμεσα στον πόλεμο κινήσεων (τον πόλεμο των μπολσεβίκων στη Ρωσία) και στον πόλεμο θέσεων νοούνται βασικά ως εφαρμογή της λενινιστικής στρατηγικής-μοντέλου σε "διαφορετικές συγκεκριμένες καταστάσεις", τις καταστάσεις της Δύσης. Πράγμα που, παρά τις αξιοσημείωτες ενοράσεις του τον οδηγεί σε ολόκληρη σειρά αδιέξοδα στα οποία δεν υπάρχει λόγος να σταθούμε εδώ.


Να ποιο είναι επομένως το πρόβλημα ουσίας ενός δημοκρατικού σοσιαλισμού: δεν αφορά μόνο τις λεγόμενες αναπτυγμένες χώρες, με την έννοια ότι πρόκειται εδώ για ένα στρατηγικό μοντέλο προσαρμοσμένο μόνο στην κατάσταση αυτών των χωρών. [...] το πρόβλημα αυτό αφορά κάθε μετάβαση στο σοσιαλισμό, έστω κι αυτή παρουσιάζεται με πολύ διαφορετικό τρόπο στις διάφορες χώρες. Είναι τώρα γνωστό ότι δεν μπορεί να υπάρχει, ανάλογα με τις διάφορες χώρες, πότε ένας δημοκρατικός σοσιαλισμός, πότε ένας άλλος. Το ότι οι συγκεκριμένες καταστάσεις είναι διαφορετικές, το ότι οι στρατηγικές οφείλουν να προσαρμόζονται στις ιδιομορφίες των διαφόρων χωρών δεν υπάρχει καμία αμφιβολία, αλλά δεν μπορεί να υπάρχει σοσιαλισμός παρά μόνο δημοκρατικός.
Όσο για αυτόν τον σοσιαλισμό, όσο για τον δημοκρατικό δρόμο προς τον σοσιαλισμό, η σημερινή κατάσταση στην Ευρώπη παρουσιάζει ολοφάνερες ιδιομορφίες: αυτές αφορούν ταυτόχρονα τις νέες κοινωνικές σχέσεις, την κρατική μορφή που επιβάλλεται, τη μοναδικότητα της κρίσης του Κράτους. Αυτές οι ιδιομορφίες αποτελούν, για ορισμένες ευρωπαϊκές χώρες, ισάριθμες ευκαιρίες και δυνατότητες, ίσως για πρώτη φορά στην παγκόσμια ιστορία, μίας επιτυχίας του πειράματος ενός δημοκρατικού σοσιαλισμού, μιας επιτυχημένης συνάρθρωσης ανάμεσα σε μια μετασχηματισμένη αντιπροσωπευτική δημοκρατία και την άμεση δημοκρατία στη βάση. Πράγμα που συνεπάγεται μια νέα στρατηγική, τόσο για την κατάληψη της κρατικής εξουσίας από τις λαϊκές μάζες και τις οργανώσεις όσο και για τις μεταβολές του Κράτους: είναι αυτό που ονομάζεται δημοκρατικός δρόμος προς τον σοσιαλισμό.
Το Κράτος είναι σήμερα λιγότερο από ποτέ ένας φιλντισένιος πύργος αποκομμένος από τις λαϊκές μάζες. Οι αγώνες των τελευταίων διαπερνούν συνεχώς το Κράτος, ακόμα κι όταν πρόκειται για μηχανισμούς όπου οι μάζες δεν είναι παρούσες οι ίδιες. Η κατάσταση διπλής εξουσίας, κατάσταση μετωπικού αγώνα συγκεντρωμένου σε μία συγκεκριμένη στιγμή, δεν είναι η μόνη που επιτρέπει μια δράση λαϊκών μαζών μέσα στο Κράτος. Ο δημοκρατικός δρόμος προς τον σοσιαλισμό είναι μια μακρά πορεία, όπου ο αγώνας των λαϊκών μαζών δεν αποβλέπει στην δημιουργία μιας πραγματικής εξουσίας, παράλληλης και εξωτερικής προς το Κράτος, αλλά εφαρμόζεται στις εσωτερικές αντιφάσεις του Κράτους. Η κατάληψη της εξουσίας προϋποθέτει ασφαλώς πάντα μία κρίση του Κράτους (αυτού που υπάρχει σήμερα σε ορισμένες ευρωπαϊκές χώρες), αλλά η κρίση αυτή, που οξύνει ακριβώς τις εσωτερικές αντιφάσεις του Κράτους, δεν ανάγεται σε μια κρίση κατάρρευσης του κράτους. Κατάληψη ή κατάκτηση της κρατικής εξουσίας δεν μπορεί να σημαίνει ένα απλό πάρσιμο των εξαρτημάτων της κρατικής μηχανής, με σκοπό την υποκατάστασή της υπέρ της δεύτερης εξουσίας. Η εξουσία δεν είναι μια ουσία ποσοποιήσιμη που την κατέχει το Κράτος και που θα πρέπει να του την αφαιρέσουμε. Η εξουσία συνίσταται σε μια σειρά σχέσεις ανάμεσα στις διάφορες κοινωνικές τάξεις, κατεξοχήν συγκεντρωμένες στο Κράτος που αποτελεί την συμπύκνωση ενός συσχετισμού δυνάμεων μεταξύ των τάξεων. Το Κράτος δεν είναι ούτε ένα πράγμα-εργαλείο που μπορεί κανείς να βάλει χέρι πάνω του, ούτε ένα φρούριο όπου εισδύει κανεις με δούρειους ίπους, ούτε ένα χρηματοκιβώτιο που το ανοίγει κανείς με διάρρηξη: είναι το κέντρο άσκησης της πολιτικής εξουσίας.
Πάρσιμο της κρατικής εξουσίας σημαίνει ανάπτυξη ενός μαζικού αγώνα, τέτοιου που να αλλάζει τον συσχετισμό δυνάμεων μέσα στους κρατικούς μηχανισμούς, μέσα στο ίδιο δηλαδή το στρατηγικό πεδίο των πολιτικών αγώνων. Ενώ για τη στρατηγική του τύπου διπλής εξουσίας η αποφασιστική αλλαγή του συσχετισμού δυνάμεων δεν συντελείται μέσα στο Κράτος αλλά ανάμεσα στο Κράτος και τη δεύτερη εξουσία, το αντι-Κράτος που υποτίθεται ότι βρίσκεται ριζικά εκτός Κράτους, ανάμεσα στο Κράτος και τις μάζες που υποτίθεται πως είναι εξωτερικές προς το Κράτος.
Αυτή η μακρόχρονη πορεία για την κατάληψη της εξουσίας σ' ένα δημοκρατικό δρόμο προς τον σοσιαλισμό συνίσταται βασικά στην ανάπτυξη, ενίσχυση, συντονισμό και καθοδήγηση των σκόρπιων κέντρων αντίστασης που διαθέτουν πάντα οι μάζες μέσα στα κρατικά δίκτυα, με τη δημιουργία και ανάπτυξη και νέων, έτσι που τούτα τα κέντρα να γίνουν, πάνω στο στρατηγικό κέντρο που είναι το Κράτος, τα ουσιαστικά κέντρα της πραγματικής εξουσίας.
Δεν πρόκειται επομένως για μιαν απλή διάζευξη ανάμεσα στον μετωπικό πόλεμο κινήσεων και στον πόλεμο θέσεων, αφού ο τελευταίος, κατά τον Γκράμσι, συνίσταται πάντα σε μια περικύκλωση του Κράτους-φρουρίου.
Προβάλλει το ερώτημα: μήπως αποδεχόμαστε έτσι τον παραδοσιακό ρεφορμισμό; Για ν' απαντήσουμε πρέπει να δούμε πώς έχει τεθεί το ζήτημα του ρεφορμισμού από την 3η Διεθνή. Γι' αυτήν, ρεφορμιστική είναι κάθε στρατηγική που ξεχωρίζει από εκείνην της διπλής εξουσίας. Η μόνη ριζική ρήξη ως προς την κατάληψη της κρατικής εξουσίας, η μόνη χαρακτηριστική ρήξη που μας επιτρέπει να ξεφύγουμε από τον ρεφορμισμό είναι η ρήξη ανάμεσα στο Κράτος (απλό εργαλείο της αστικής τάξης έξω από τις μάζες) και στο υποτιθέμενο απόλυτο εξωτερικό του, τη δεύτερη εξουσία (τις μάζες/ Σοβιέτ). Πράγμα που --μικρή παρένθεση-- δεν εμπόδισε, το αντίθετο μάλιστα, έναν ιδιαίτερο ρεφορμισμό της 3ης Διεθνούς, που οφειλόταν ακριβώς στην εργαλειακή αντίληψη του Κράτους. [...] στην περίπτωση ενός δημοκρατικού δρόμου προς τον σοσιαλισμό, το κριτήριο του ρεφορμισμού δεν είναι τόσο αποφασιστικό όσο στη στρατηγική της διπλής εξουσίας, και οι κίνδυνοι σοσιαλδημοκρατικοποίησης -περιττό να το αρνηθούμε-- είναι μεγαλύτεροι. Οπωσδήποτε, αλλαγή του συσχετισμού δυνάμεων [...] σημαίνει κατηγορηματικά μια πορεία ουσιαστικών ρήξεων που το κορυφαίο σημείο τους --και θα υπάρξει αναγκαστικά ένα τέτοιο σημείο-- βρίσκεται στην ανατροπή του συσχετισμού δυνάμεων υπέρ των λαϊκών μαζών πάνω στο στρατηγικό έδαφος του Κράτους.

4 σχόλια:

  1. ...Και το παπαντζιλίκι του Νίκου πάει σύννεφο. Αμ πώς; Έτσι σου φτιάχνουνε κοτζάμ ΕΕ-χρηματοδοτούμενο ινστιτούτο να φέρνουν τη Σπίβακ να σου πει για "αρπαγή της Ευρώπης απ' το κεφάλαιο" (aka "τραβάτε με κι ας κλαίω;");

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Κορυφαία στιγμή αυτού του άρθρου είναι εκεί όπου έμμεσως παραδέχεται ότι ούτε ο ίδιος δεν μπορεί να βρει κάποια διαφορά ανάμεσα σ' αυτά που λέει και την παραδοσιακή σοσιλδημοκρατία και αμέσως μετά το αντιπαρέρχεται λέγοντας "νταξ μωρέ, πώς κάνετε έτσι, σταλινικοί θέλετε να γίνουμε;".

    Μπάμπης

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Είναι ατυχές ότι αυτό είναι το τελευταίο κεφάλαιο του τελευταίου του βιβλίου. Πελαγοδρομεί από την αρχή ως το τέλος εδώ.

      Διαγραφή
  3. Το καλό (τι καλό θα μου πείτε) με την κρίση, είναι πως τέτοιου είδους «θεωρίες» «ερμηνείες» από Αμερικανοβρεταννούς τροτσκιστές, ή αποστάτες του Τροτσκισμού, από φιλομαοϊκούς καταλήξανε στα σκουπίδια. Ας μας τα πει ο Μαρξ στο Οι ταξικοί αγώνες στη Γαλλία από το 1848 έως το 1850

    (…)Στην εθνοσυνέλευση, ολόκληρη η Γαλλία δίκαζε το παρισινό προλεταριάτο. Η εθνοσυνέλευση ξέκοψε αμέσως με τις κοινωνικές αυταπάτες της επανάστασης του Φλεβάρη, ανακήρυξε ορθά - κοφτά την αστική δημοκρατία και μονάχα την αστική δημοκρατία. Απέκλεισε αμέσως από την εκτελεστική επιτροπή, που την είχε διορίσει η ίδια η εθνοσυνέλευση, τους αντιπροσώπους του προλεταριάτου, τον Λουί Μπλαν και τον Αλμπέρ, απέρριψε την πρόταση για ένα ειδικό υπουργείο Εργασίας και αποδέχτηκε με θυελλώδικες επευφημίες τη δήλωση του υπουργού Τρελά ότι: «Πρόκειται μονάχα να επαναφέρουμε την εργασία στους παλιούς όρους της».
    Ολα αυτά όμως δεν αρκούσαν. Η δημοκρατία του Φλεβάρη καταχτήθηκε από τους εργάτες με την παθητική υποστήριξη της αστικής τάξης. Οι προλετάριοι με το δίκιο τους θεωρούσαν τον εαυτό τους νικητή του Φλεβάρη, και προβάλανε τις υπερφίαλες αξιώσεις του νικητή. Επρεπε να νικηθούν στους δρόμους, έπρεπε να τους δείξουν ότι ήταν καταδικασμένοι σε ήττα, μόλις θα πολεμούσαν όχι με την αστική τάξη, αλλά ενάντια στην αστική τάξη. Οπως η δημοκρατία του Φλεβάρη, με τις σοσιαλιστικές παραχωρήσεις της, χρειάστηκε μια μάχη του προλεταριάτου που είχε ενωθεί μαζί με την αστική τάξη ενάντια στη βασιλεία, έτσι χρειαζόταν και μια δεύτερη μάχη για να απαλλαχθεί η δημοκρατία από τις σοσιαλιστικές παραχωρήσεις, για να αποκρυσταλλωθεί επίσημα η κυριαρχία της αστικής δημοκρατίας. Η αστική τάξη έπρεπε ν' αποκρούσει, με το όπλο στο χέρι, τις διεκδικήσεις του προλεταριάτου. Και το πραγματικό λίκνο της αστικής δημοκρατίας δεν είναι η νίκη του Φλεβάρη, είναι η ήττα τον Ιούνη.

    (…)Στους εργάτες δεν έμενε άλλη εκλογή: έπρεπε ή να πεθάνουν από την πείνα, ή να χτυπήσουν. Απάντησαν στις 22 του Ιούνη με μια γιγάντια εξέγερση όπου δόθηκε η πρώτη μεγάλη μάχη ανάμεσα στις δύο τάξεις που χωρίζουν τη σύγχρονη κοινωνία. Ηταν ένας αγώνας για τη διατήρηση ή την εκμηδένιση του αστικού καθεστώτος. Ξεσκίστηκε το πέπλο που κάλυπτε τη δημοκρατία.
    Είναι γνωστό ότι οι εργάτες με πρωτοφανέρωτη γενναιότητα και μεγαλοφυία, χωρίς αρχηγούς, χωρίς κοινό σχέδιο, χωρίς μέσα και στο μεγαλύτερο μέρος τους, χωρίς όπλα, πέντε ολόκληρες μέρες κρατούσαν σε δύσκολη θέση το στρατό, την κινητή φρουρά, την παρισινή εθνοφρουρά και την εθνοφρουρά που ήρθε από τις επαρχίες. Είναι γνωστό ότι η αστική τάξη, για τη θανάσιμη αγωνία που πέρασε, αποζημιώθηκε με μιαν ανήκουστη κτηνωδία κι έσφαξε πάνω από 3.000 αιχμαλώτους.

    (…)Η αστική τάξη εξανάγκασε το παρισινό προλεταριάτο να κάνει την εξέγερση του Ιούνη. Σ' αυτό το γεγονός βρισκόταν κιόλας η καταδίκη του. Ούτε οι άμεσες ομολογημένες ανάγκες του το έσπρωχναν να θέλει τη βίαιη ανατροπή της αστικής τάξης, ούτε μπορούσε ν' ανταποκριθεί σ' αυτό το καθήκον. Χρειάστηκε να το πληροφορήσει επίσημα η Μονιτέρ, ότι πέρασε ο καιρός που η δημοκρατία έκρινε σκόπιμο να υποκλίνεται μπρος στις αυταπάτες του και μόνο η ήττα του το έπεισε για την αλήθεια ότι κι η πιο παραμικρή καλυτέρευση της κατάστασής του παραμένει ουτοπία μέσα στα πλαίσια της αστικής δημοκρατίας, μια ουτοπία που γίνεται έγκλημα μόλις θελήσει να γίνει πραγματικότητα. Στη θέση των διεκδικήσεων που ήταν υπερβολικές στη μορφή, μικρόπρεπες και μάλιστα αστικές στο περιεχόμενο, και που ήθελε να τις αποσπάσει από τη δημοκρατία του Φλεβάρη, μπήκε το θαρραλέο επαναστατικό μαχητικό σύνθημα: Ανατροπή της αστικής τάξης! Δικτατορία της εργατικής τάξης!(..) Ilief

    ΑπάντησηΔιαγραφή