Δευτέρα, 31 Δεκεμβρίου 2012

Μ. Παπαδόπουλος-Η κοινωνική ρίζα του οπορτουνισμού (τελευταίο μέρος)

Πρώτο μέρος
Δεύτερο μέρος

Γ. ΣΧΕΤΙΚΑ ΜΕ ΤΗ ΣΥΓΧΡΟΝΗ ΟΠΟΡΤΟΥΝΙΣΤΙΚΗ ΠΡΟΣΕΓΓΙΣΗ

Ο ρόλος του στρώματος της «εργατικής αριστοκρατίας» σαν κοινωνικής βάσης του οπορτουνισμού μέσα στο πολιτικό εργατικό κίνημα εξηγεί τόσο την πολυμορφία όσο και την επιμονή της οπορτουνιστικής πολεμικής ενάντια στη λενινιστική θέση για το συγκεκριμένο ζήτημα. Στο περιορισμένο πλαίσιο του παρόντος άρθρου δε θα επιχειρήσουμε μια αναλυτική ιστορική επισκόπηση των ποικίλων κριτικών προσεγγίσεων στη χρονική εξέλιξή τους. Θα σταθούμε όμως συνοπτικά στην κριτική ορισμένων βασικών επιχειρημάτων και θέσεων του οπορτουνιστικού ρεύματος που δεσπόζουν στις σύγχρονες προσεγγίσεις του ζητήματος.

Καταρχήν θα εστιάσουμε σε ορισμένους εκπροσώπους του τροτσκισμού και του λεγόμενου «δυτικού μαρξισμού», που επιχειρούν να υποβαθμίσουν την ίδια τη σημασία του ζητήματος.
Στην κατηγορία αυτή ξεχωρίζει η άποψη των Kevin Corr και Andy Brown [21] ότι οι Μαρξ και Ενγκελς προσεγγίζουν το θέμα με περιγραφικό, ασαφή τρόπο.

Αντίθετα με τους οπορτουνιστικούς ισχυρισμούς, οι Μαρξ και Ενγκελς είναι απρόσμενα σαφείς για την ουσία του ζητήματος, συγκριτικά με το περιορισμένο διαθέσιμο ερευνητικό υλικό τους.

Παράλληλα με την πολιτική αντιπαράθεση με τους ηγέτες των αγγλικών Τρέιντ Γιούνιονς στο πλαίσιο της Διεθνούς των Εργατών, προσδιορίζουν -όπως ήδη αναφέραμε- στην περίοδο 1850-1892, τόσο τη βασική αιτία γέννησης της «εργατικής αριστοκρατίας» στη Βρετανία, καθώς και την έκτασή της.


Μόλις το 1858 ο Ενγκελς, σε γράμμα του προς το Μαρξ, αναφέρεται συνολικά στην όλο και μεγαλύτερη αστικοποίηση του αγγλικού προλεταριάτου και γενικεύει χαρακτηρίζοντας συνολικά το βρετανικό έθνος, σαν έθνος που εκείνη την περίοδο εκμεταλλεύεται ολόκληρο τον κόσμο. Είναι η περίοδος του «μονοπωλίου της Αγγλίας στην παγκόσμια αγορά». Δεκαετίες αργότερα στο μνημειώδη πρόλογό του στη 2η έκδοση της «Κατάστασης της εργατικής τάξης στην Αγγλία» (1892) θα διακρίνει την εργατική αριστοκρατία των παλιών Τρέιντ Γιούνιονς από τη μάζα των ανειδίκευτων εργατών.

Νωρίτερα ο Μαρξ, μιλώντας το 1871 στο Συνέδριο του Λονδίνου της Πρώτης Διεθνούς, είχε κι αυτός περιλάβει στην εργατική αριστοκρατία όλους τους Βρετανούς εργάτες που ανήκουν στα Τρέιντ Γιούνιονς, σε αντιπαράθεση με τους φτωχότερους εργάτες που δεν ανήκουν σε αυτά εκείνη την περίοδο [22].

Θεωρούμε ότι η επίθεση των Corr & Brown δε γίνεται στην πραγματικότητα από ακαδημαϊκό ερευνητικό ενδιαφέρον για τις λεπτομέρειες. Είναι ενταγμένη στη δικαιολόγηση της συμμαχικής πολιτικής που ακολουθεί σταθερά το τροτσκιστικό Σοσιαλιστικό Εργατικό Κόμμα (SWP) απέναντι στις βασικές επιλογές του βρετανικού Εργατικού κόμματος, του βασικού σημερινού εκφραστή της βρετανικής εργατικής αριστοκρατίας.

Γενικότερα δεν είναι τυχαίο ότι το άθλημα εύρεσης αντιφάσεων στα σχετικά κείμενα των κλασικών του μαρξισμού ανθεί ιδιαίτερα στη Βρετανία και στις ΗΠΑ.

Μια δεύτερη κατηγορία επικριτών (Charlie Post, Kim Moody, Bob Brenner) είναι αυτοί που αρνούνται συνολικά τη λενινιστική θεωρία του ιμπεριαλισμού και τις αιτίες που προσδιορίζει για τη δημιουργία μαζικής «εργατικής αριστοκρατίας» [23]. Ισχυρίζονται ότι αντίθετα από τη λενινιστική πρόβλεψη η εργατική αριστοκρατία έπαιξε πρωταγωνιστικό ρόλο για τη νικηφόρα πορεία των μπολσεβίκων στη Ρωσία.

Στη συνέχεια αναφέρονται στο θετικό ρόλο της «εργατικής αριστοκρατίας» στους μαζικούς εργατικούς αγώνες στη Δυτική Ευρώπη, π.χ. Γαλλία και Ιταλία (1968-69), Βρετανία (1967-75), Γαλλία (1995). Τονίζουν ότι αυτά τα προνομιούχα στρώματα της εργατικής τάξης πρωταγωνίστησαν στην αντίσταση ενάντια στην πολιτική των αναδιαρθρώσεων τις δύο τελευταίες δεκαετίες (π.χ. εργαζόμενοι σε μεγάλες δημόσιες επιχειρήσεις τηλεπικοινωνιών, ενέργειας, μεταφορών κλπ.).

Οι επισημάνσεις τους δεν ευσταθούν για τους μπολσεβίκους της δεκαετίας του 1920. Στη συγκεκριμένη περίπτωση επιχειρείται αυθαίρετα να ταυτιστεί με την εργατική αριστοκρατία το βιομηχανικό προλεταριάτο των μεγάλων πόλεων, συγκρινόμενο με τους εξαθλιωμένους εργάτες γης στη ρωσική επαρχία. Ταυτίζεται δηλαδή λαθεμένα με την εργατική αριστοκρατία όλο το τμήμα του προλεταριάτου που δε ζει σε συνθήκες απόλυτης εξαθλίωσης.

Αντίθετα, για τις μεταπολεμικές εξελίξεις στη Δυτική Ευρώπη επισημαίνουν σωστά ως ένα βαθμό ορισμένα γεγονότα, δε βγάζουν όμως τα ορθά συμπεράσματα. Πράγματι η εργατική αριστοκρατία συμμετείχε και συνέβαλε στην οργάνωση εργατικών αγώνων ενάντια στην πολιτική των καπιταλιστικών αναδιαρθρώσεων. Ταυτόχρονα, λόγω της φύσης της έπαιξε καθοριστικό ρόλο στην κυριαρχία του ρεφορμιστικού προσανατολισμού σε αυτούς τους αγώνες, του εγκλωβισμού του εργατικού κινήματος στη λογική της ταξικής συνεργασίας [24].

Η παραίτηση από την επαναστατική, ανατρεπτική πολιτική και ο εγκλωβισμός του εργατικού κινήματος στο ασφυκτικό πλαίσιο διαπραγμάτευσης των όρων πώλησης της εργατικής δύναμης, η οποία δε θίγει την ανταγωνιστικότητα της αστικής τάξης, είναι η συνταγή της ήττας που χάρισε στο ευρωπαϊκό εργατικό κίνημα η «εργατική αριστοκρατία». Συμμετείχε στους αγώνες για να διαχειριστεί τη λαϊκή διαμαρτυρία και να διαπραγματευτεί με την αστική τάξη για τα προνόμιά της.

Παράλληλα παρεμπόδισε τη λαϊκή αμφισβήτηση του συστήματος, συσκοτίζοντας τον πραγματικό αντίπαλο και τις πραγματικές αιτίες των αναδιαρθρώσεων, δηλαδή τις σύγχρονες δυσκολίες του καπιταλιστικού συστήματος να αναπαράγει το κοινωνικό κεφάλαιο με εκτεταμένες άμεσες επενδύσεις στηριγμένες στο κρατικό μονοπώλιο. Οδήγησε σε ουτοπικές και αποπροσανατολιστικές προτάσεις μιας δήθεν φιλολαϊκής διαχείρισης της «απελευθέρωσης» της καπιταλιστικής αγοράς (π.χ. ισχυρές ανταγωνιστικές δημόσιες επιχειρήσεις μέσα στο πλαίσιο της καπιταλιστικής «απελευθέρωσης» που μπορούν τάχα να ικανοποιήσουν τις λαϊκές ανάγκες).

Η υποβάθμιση του ρόλου της εργατικής αριστοκρατίας συνοδεύεται επίσης στις συγκεκριμένες μικροαστικές αναλύσεις με τη σκόπιμη ταύτισή της με τους αξιωματούχους - επαγγελματικά στελέχη εργατικών κομμάτων και συνδικάτων. Η εργατική γραφειοκρατία αναγορεύεται σαν η μόνη ουσιαστική τροχοπέδη για το μέλλον του εργατικού κινήματος. Και φυσικά προτείνεται και η αντίστοιχη λύση:

«Η πάλη με εργατική αυτοοργάνωση και αυτενέργεια στο χώρο δουλειάς είναι το εναρκτήριο σημείο για τη δημιουργία υλικών και ιδεολογικών συνθηκών για μια αποτελεσματική απάντηση στο ρεφορμισμό και το συντηρητισμό της εργατικής τάξης» [25].

Η συγκεκριμένη οπορτουνιστική πρόταση εδράζεται στη λαθεμένη θέση ότι οι οικονομικοί αγώνες της εργατικής τάξης, μπορούν στην ουσία από μόνοι τους να οδηγήσουν στην ανατροπή της αστικής τάξης. Η άποψη αυτή ισοδυναμεί με άρνηση του καθοδηγητικού ρόλου του Κομμουνιστικού Κόμματος και της σημασίας της ιδεολογικής - πολιτικής πάλης για την κατάκτηση της εξουσίας.

Δεν είναι τυχαία η επιμονή του Λένιν στην εποχή του ότι όσο και αν παιδευτούν οι μπολσεβίκοι, δε θα μπορέσουν ποτέ να αναπτύξουν την επαναστατική πολιτική συνείδηση των εργατών αν περιοριστούν στα στενά πλαίσια της οικονομικής πάλης. Γι’ αυτό και στη διαπάλη του με το Μαρτίνοφ τονίζει ότι δεν αρκεί να προσδώσουμε πολιτικό χαρακτήρα στην οικονομική πάλη και επιμένει ότι την ταξική πολιτική συνείδηση μπορούμε να τη φέρουμε στους εργάτες μόνο έξω από την οικονομική πάλη [26].

Η άποψη αυτή οδηγεί στην πράξη στην υποταγή στους αυθόρμητους αμυντικούς οικονομικούς αγώνες, εγκλωβίζει το εργατικό κίνημα στο μονόδρομο της διαπραγμάτευσης της τιμής της εργατικής του δύναμης, υπηρετεί τη ρεφορμιστική γραμμή της υποταγής.

Σε αυτή τη βάση ο Λένιν αναδεικνύει την ανάγκη στελεχών που μπορούν να συνοψίζουν όλες τις καθημερινές εκδηλώσεις εργοδοτικής καταπίεσης σε μια ενιαία εικόνα κρατικής βίας και καπιταλιστικής εκμετάλλευσης και ταυτόχρονα να πείθουν συστηματικά για την κοσμοϊστορική σημασία του απελευθερωτικού αγώνα του προλεταριάτου.

Επίσης δεν πρέπει να μας διαφύγουν οι σύγχρονοι εκπρόσωποι της λεγόμενης αλτουσεριανής σχολής (Jessop, Carchedi, Μηλιός, Οικονομάκης, κ.ά.) που επιμένουν ότι «ένας πλήρης προσδιορισμός των τάξεων πρέπει να διενεργηθεί σε όρους οικονομικών, πολιτικών και ιδεολογικών παραγόντων» [27].

Το συγκεκριμένο ρεύμα αμφισβητεί συνολικά τα λενινιστικά κριτήρια προσδιορισμού των τάξεων. Εξετάζει λαθεμένα τον προσδιορισμό της ταξικής θέσης σε συνάρτηση και με το επίπεδο της ταξικής συνείδησης. Διαιρεί τις σχέσεις παραγωγής σε σχέσεις κυριότητας, κατοχής και χρήσης των μέσων παραγωγής, συσκοτίζοντας τη στρατηγική σημασία της ιδιοκτησίας των μέσων παραγωγής (π.χ. ένας μεγαλομέτοχος μονοπωλιακού ομίλου που δε μετέχει ενεργά στη διοίκηση της επιχείρησης, θεωρείται ότι δεν έχει «σχέση κατοχής», αλλά μόνο τυπική - νομική σχέση κυριότητας με την καπιταλιστική επιχείρηση).

Σε αυτό το πλαίσιο ένας βασικός εκπρόσωπος του συγκεκριμένου οπορτουνιστικού ρεύματος, ο Ν. Πουλαντζάς, υποστήριξε στη δεκαετία του ’80 ότι η εργατική τάξη οριοθετείται με βάση το κριτήριο της παραγωγικής εργασίας [28].

Σύμφωνα με την άποψη αυτή όλοι οι μισθωτοί υπάλληλοι του εμπορίου, των τραπεζών, της λογιστικής κλπ., δεν μπορούν να αποτελούν μέρος της εργατικής τάξης γιατί η εργασία τους δεν παράγει αξίες χρήσης, δε συμμετέχουν στην υλική παραγωγή. Ανήκουν σύμφωνα με το Ν. Πουλαντζά στη μικροαστική τάξη. Η μεθοδολογία Πουλαντζά οδηγεί σε τεχνητή συρρίκνωση του μεγέθους της εργατικής τάξης και αντίστοιχη διόγκωση των μεσαίων στρωμάτων, συσκοτίζει το ζήτημα της εργατικής αριστοκρατίας. Για τους λόγους αυτούς έχει ήδη δεχτεί αναλυτική κριτική [29]. Η αποσαφήνιση του θέματος έχει σημασία και για την επεξεργασία της πολιτικής κοινωνικών συμμαχιών της εργατικής τάξης. Ωστόσο, το περιορισμένο πλαίσιο του άρθρου δεν επιτρέπει μια αναλυτική αναφορά στις συγκεκριμένες προσεγγίσεις.

Περιοριζόμαστε να διευκρινίσουμε ότι σύμφωνα με το Μαρξ το κριτήριο για το χαρακτηρισμό μιας εργασίας ως παραγωγικής για το κεφάλαιο δεν περιορίζεται στο αν αυτή η εργασία δημιουργεί άμεσα υπεραξία. Σύμφωνα με το Μαρξ: «Παραγωγικός είναι ο εργάτης εκείνος που παράγει υπεραξία για τον κεφαλαιοκράτη ή που εξυπηρετεί την αυταξιοποίηση του κεφαλαίου. Αν έχουμε το δικαίωμα να διαλέξουμε ένα παράδειγμα έξω από τη σφαίρα της υλικής παραγωγής τότε ένας δάσκαλος είναι παραγωγικός εργάτης, όταν όχι μόνο επεξεργάζεται παιδικά κεφάλια, αλλά τσακίζεται ο ίδιος στη δουλειά για να πλουτίζει ο επιχειρηματίας» [30].

Στο συγκεκριμένο ζήτημα επανέρχεται σε αρκετά σημεία του έργου του. Γράφει χαρακτηριστικά: «Λόγου χάρη, στα εκπαιδευτικά ιδρύματα οι δάσκαλοι μπορούν να είναι μόνο μισθωτοί εργάτες για τον επιχειρηματία του εκπαιδευτικού ιδρύματος. Τέτοια εκπαιδευτικά εργοστάσια υπάρχουν πολυάριθμα στην Αγγλία. Παρ’ όλο που οι δάσκαλοι δεν είναι παραγωγικοί εργάτες σε σχέση με τους μαθητές, είναι σε σχέση με τον επιχειρηματία τους. Ο επιχειρηματίας ανταλλάσσει το κεφάλαιό του με την εργατική τους δύναμη και με αυτήν τη διαδικασία πλουτίζει» [31].

Σε τελευταία ανάλυση το ζήτημα της καπιταλιστικής εκμετάλλευσης καθορίζεται από τις σχέσεις παραγωγής, αφορά την πώληση της εργατικής δύναμης σαν εμπόρευμα, την ανταλλαγή της με το μεταβλητό κεφάλαιο και όχι την παραγωγή συγκεκριμένων αξιών χρήσης.

Οι Γ. Μηλιός - Γ. Οικονομάκης, λαμβάνοντας υπόψη τη συγκεκριμένη κριτική, επιχειρούν να αναδιατυπώσουν τη θέση Πουλαντζά και προτείνουν μια νέα κατηγοριοποίηση (μεσαία αστική τάξη, παραδοσιακή μικροαστική τάξη, νέα μικροαστική τάξη κλπ.), διατηρώντας ουσιαστικά την ίδια λαθεμένη μεθοδολογία. Δε θα επεκταθούμε σε όλο το εύρος των απόψεών τους. Θα σταθούμε μόνο στον ασαφή ορισμό τους για τη νέα μικροαστική τάξη, στην οποία περιλαμβάνουν τμήματα της εργατικής τάξης με κριτήριο το ότι βρίσκονται σε απόσταση από την άμεση χειρωνακτική εργασία και υλοποιούν μορφές διοίκησης - επιτήρησης της εργασίας. Σε αυτούς περιλαμβάνουν επαγγελματικές δραστηριότητες στο σύνολό τους, όπως οι τεχνικοί, οι μηχανικοί κλπ.

Αν ακολουθήσει κανείς με συνέπεια το συγκεκριμένο κριτήριο μπορεί να περιορίσει την εργατική τάξη στους χειρώνακτες εργάτες της παραγωγής. Ευτυχώς η μαρξιστική θεωρία μας προφυλάσσει από παρόμοια ατοπήματα.

Αναλύοντας την τάση εξέλιξης της εργασίας στον καπιταλισμό ο Μαρξ προσδιορίζει καταρχήν την έννοια του συνολικού εργάτη:

«Το προϊόν μετατρέπεται γενικά από άμεσο προϊόν του ατομικού παραγωγού σε κοινωνικό, στο κοινό προϊόν ενός συνολικού εργάτη, δηλαδή ενός συνδυασμένου εργατικού προσωπικού, που τα μέλη του βρίσκονται πιο κοντά ή πιο μακριά στο χειρισμό του αντικειμένου εργασίας. Γι’ αυτό μαζί με το συνεργατικό χαρακτήρα του ίδιου του προτσές εργασίας, ευρύνεται κατ’ ανάγκην η έννοια της παραγωγικής εργασίας και του φορέα της, του παραγωγικού εργάτη. Για να εργάζεται κανείς παραγωγικά δε χρειάζεται πια να χρησιμοποιεί άμεσα τα χέρια του, αρκεί να είναι όργανο του συνολικού εργάτη, να εκτελεί κάποια από τις υπολειτουργίες του. Ο πιο πάνω αρχικός ορισμός της παραγωγικής εργασίας, βγαλμένος από τη φύση της ίδιας της υλικής παραγωγής, μένει πάντα αληθινός για το συνολικό εργάτη, όταν τον εξετάζουμε σαν σύνολο.

Δεν ισχύει όμως πια για τον καθένα από τα μέλη του, παρμένα χωριστά.

Από την άλλη μεριά όμως στενεύει η έννοια της παραγωγικής εργασίας. Η κεφαλαιοκρατική παραγωγή δεν είναι μόνο παραγωγή εμπορευμάτων, είναι στην ουσία παραγωγή υπεραξίας. Ο εργάτης δεν παράγει για τον εαυτό του, αλλά για το κεφάλαιο» [32].

Εξετάζοντας επίσης το προτσές δημιουργίας αξίας θα επισημάνει ότι «…για το προτσές αξιοποίησης είναι τελείως αδιάφορο αν η εργασία που ιδιοποιείται ο κεφαλαιοκράτης είναι απλή, κοινωνική μέση εργασία ή συνθετότερη εργασία, εργασία μεγαλύτερου ειδικού βάρους. Η εργασία που σε σύγκριση με την κοινωνική μέση εργασία ισχύει σαν ανώτερη συνθετότερη εργασία, είναι η εκδήλωση μιας εργατικής δύναμης στην οποία μπαίνουν μεγαλύτερα έξοδα κατάρτισης, που η παραγωγή της κοστίζει περισσότερο χρόνο εργασίας και που γι’ αυτό έχει μεγαλύτερη αξία από την απλή εργατική δύναμη. Αν η αξία της δύναμης αυτής είναι ανώτερη, εκδηλώνεται σε αντιστάθμισμα με ανώτερη εργασία, και γι’ αυτό στα ίδια χρονικά διαστήματα αντικειμενοποιείται σε σχετικά ανώτερες αξίες. Οποιοσδήποτε ωστόσο κι αν είναι ο βαθμός διάκρισης ανάμεσα στην εργασία του κλώστη και στην εργασία του χρυσοχόου, το μέρος της εργασίας με το οποίο ο εργάτης χρυσοχόος αναπληρώνει μόνο την αξία της δικής του εργατικής δύναμης, δε διακρίνεται καθόλου ποιοτικά από το πρόσθετο μέρος της εργασίας που με αυτό δημιουργεί υπεραξία» [33].

Θα επαναλάβουμε λοιπόν για μια φορά ακόμα ότι από μόνη της η διάκριση της εργασίας σε πνευματική και χειρωνακτική, απλή και σύνθετη δεν μπορεί να οδηγήσει σε σαφή ταξικό διαχωρισμό. Απαιτείται η εφαρμογή των λενινιστικών κριτηρίων στο σύνολό τους.

Με βάση αυτά τα κριτήρια καμιά επαγγελματική ειδικότητα και κανένα επίπεδο μόρφωσης δεν οδηγεί αυτόματα και μονοδιάστατα σε μια συγκεκριμένη ταξική θέση.

Για παράδειγμα, στην επαγγελματική κατηγορία των τεχνικών θα συναντήσουμε σήμερα ανθρώπους που ανήκουν στην αστική τάξη, αυτοαπασχολούμενους, υψηλόμισθους και χαμηλόμισθους μισθωτούς εργαζόμενους. Επίσης όλοι οι τεχνικοί δεν κατέχουν την ίδια θέση και ρόλο στη μεγάλη σύγχρονη πυραμίδα της οργάνωσης της εργασίας. Συναντάμε βέβαια διευθυντές και προϊσταμένους-επόπτες μεγάλων τομέων της επιχείρησης, αλλά και απλούς επιτηρητές-συντονιστές συνδυασμένης τεχνικής εργασίας σε κάθε τομέα, καθώς και αρκετούς εκτελεστές υπαλλήλους (π.χ. προγραμματιστές, σχεδιαστές). Στα χαμηλόμισθα τμήματα των μηχανικών-τεχνικών με εκτελεστικό ρόλο εφαρμόζονται σήμερα μαζικά οι πιο σκληρές ελαστικές εργασιακές σχέσεις, προσωρινής απασχόλησης, χωρίς καν τα δικαιώματα των συλλογικών συμβάσεων μισθωτής εργασίας (π.χ. δήθεν «αυτοαπασχολούμενοι» που εργάζονται με «δελτίο παροχής υπηρεσιών» αποκλειστικά σε έναν εργοδότη). Είναι λοιπόν τουλάχιστον άστοχη και ανιστόρητη η θεώρηση των μηχανικών σαν ενιαίας ταξικής κατηγορίας από το Γ. Μηλιό.

Αξίζει επίσης να θυμίσουμε μια σημαντική διάκριση του Μαρξ κατά την εξέταση του ζητήματος της εργασίας της διεύθυνσης και εποπτείας. Ο Μαρξ διακρίνει την εργασία της εποπτείας σαν ιδιαίτερης λειτουργίας που απορρέει από τη φύση κάθε συνδυασμένης εργασίας, από την εποπτεία που είναι αναγκαία για τη διαχείριση της αντίθεσης ανάμεσα στον ιδιοκτήτη μέσων παραγωγής και στον ιδιοκτήτη αποκλειστικά εργατικής δύναμης [34].

Στον καπιταλισμό όμως η δουλειά της εποπτείας είναι διευρυμένη, αφού προκύπτει και υπηρετεί την κυριαρχία του κεφαλαίου πάνω στην εργασία. Στο σοσιαλισμό ο αντιφατικός ρόλος της εποπτείας θα λυθεί και θα διατηρηθεί μόνο η αναγκαία εποπτεία της συνδυασμένης εργασίας και βέβαια η αναγκαία εποπτεία απέναντι στην ακόμη μη διαμορφωμένη κομμουνιστική συνείδηση και στάση στην εργασία.

Τέλος, δεν πρέπει να μας διαφύγουν ορισμένες οπορτουνιστικές προσεγγίσεις που δεν περιορίζονται μόνο στη συσκότιση του θέματος της εργατικής αριστοκρατίας, αλλά αμφισβητούν συνολικά το ρόλο και την ιστορική αποστολή της εργατικής τάξης. Πρόκειται για διάφορες παραλλαγές που παρουσιάζουν κάποια δήθεν νέα επαναστατικά υποκείμενα. Π.χ. ο Κ. Πρέβε [35] προτείνει σαν επαναστατικό υποκείμενο τον «πολιτικά οργανωμένο, συλλογικό εργαζόμενο (από το διευθυντή του εργοστασίου μέχρι τον τελευταίο χειρώνακτα εργάτη)». Κάθε αναφορά στην ταξική θέση που καθορίζει αντικειμενικά τον πρωτοπόρο ρόλο της εργατικής τάξης για την κατάργηση της καπιταλιστικής εκμετάλλευσης χαρακτηρίζεται αυθαίρετα από τους συγκεκριμένους σύγχρονους οπορτουνιστές σαν «μεσσιανικός ιστορικισμός».

ΑΝΤΙ ΕΠΙΛΟΓΟΥ
Σε ένα άρθρο που φιλοδοξεί στην ουσία να αποτελέσει έναν πρόλογο των επόμενων αναγκαίων μελετών για το ζήτημα δύσκολα μπορεί να υπάρξει πραγματικός επίλογος.

Σε κάθε περίπτωση η περαιτέρω μελέτη του ζητήματος της κοινωνικής βάσης του οπορτουνισμού στις σύγχρονες συνθήκες μπορεί να συμβάλει ουσιαστικά, έτσι ώστε οι κομμουνιστές, αξιοποιώντας τη θετική και αρνητική πείρα του 20ού αιώνα, να ανταποκριθούν στα σύγχρονα καθήκοντα της περιόδου μιας νέας απότομης όξυνσης της ταξικής πάλης. Να βάλουν τις βάσεις για μια νικηφόρα πορεία του παγκόσμιου επαναστατικού κινήματος.

Σε αυτό το πλαίσιο προβάλλει επιτακτική και η ανάγκη ανάλυσης της σύγχρονης κατάστασης και της θέσης της εργατικής αριστοκρατίας στην Ελλάδα.

ΣHMEIΩΣEIΣ:
* Ο Μάκης Παπαδόπουλος είναι υπεύθυνος του Τμήματος Οικονομίας της ΚΕ του ΚΚΕ.
1. Κ. Μαρξ: «Το Κεφάλαιο», τ. ΙΙΙ, σελ. 550-551.
2. Β. Ι. Λένιν: Απαντα, τ. 27, σελ. 314.
3. Β. Ι. Λένιν: Απαντα, τ. 27, σελ. 409.
4. Β. Ι. Λένιν: Απαντα, τ. 30, σελ. 170.
5. Β. Ι. Λένιν: Απαντα, τ. 30, σελ. 170-171.
6. Κ. Μαρξ: «Το Κεφάλαιο», τ. ΙΙΙ, σελ. 1087.
7. Β. Ι. Λένιν: Απαντα, τ. 39, σελ. 15.
8. Β. Ι. Λένιν: Απαντα, τ. 41, σελ. 58-59.
9. Β. Ι. Λένιν: Απαντα, τ. 27, σελ. 413.
10. Κ. Μαρξ: «Το Κεφάλαιο», τ. ΙΙΙ, σελ. 248.
11. Β. Ι. Λένιν: Απαντα, τ. 27, σελ. 366.
12. Κ. Μαρξ: «Το Κεφάλαιο», τ. ΙΙΙ, σελ. 299-304.
13. Β. Ι. Λένιν: Απαντα, τ. 30, σελ. 175.
14. «Η Κομμουνιστική Διεθνής», εκδ. «Σύγχρονη Εποχή», σελ. 138.
15. Κ. Μαρξ: «Το Κεφάλαιο», τ. ΙΙΙ, σελ. 381.
16. ΙΝΕ ΓΣΣΕ: «Η ελληνική οικονομία και η απασχόληση», (Ετήσια Εκθεση 2007), σελ. 118.
17. Β. Ι. Λένιν: Απαντα, τ. 27, σελ. 368.
18. Paul Krugman: «In Praise of Cheap Labor», Slate Magazine (21.3.97).
19. Xavier Sala - i - Martin: «The Disturbing Rise of Clobal Income Inequality», NBER Working Paper, 2002.
20. Αναδημοσίευση στην εφημερίδα «Ημερησία» στις 4.4.2006.
21. K. Corr - A. Brown: Labour Aristocracy, and the roots of reformism. Περιοδικό International Socialism, τ. 59 (1993).
22. «Στιγμές από το Συνέδριο του Λονδίνου της Α΄ Διεθνούς», στη Συλλογή: Marx & Engels, Collected Works, t. 22.
23. Charlie Post: «Εξηγώντας το συντηρητισμό της εργατικής τάξης: Ο μύθος της «εργατικής αριστοκρατίας» (www.allacademic.com, 2006).
24. Δες και Ελένης Μπέλλου: «Για την ανάπτυξη επαναστατικής συνείδησης σε μη επαναστατικές συνθήκες», ΚΟΜΕΠ, τ. 6/2006.
25. Charlie Post: «Εξηγώντας το συντηρητισμό της εργατικής τάξης: Ο μύθος της «εργατικής αριστοκρατίας» (www.allacademic.com, 2006).
26. Β. Ι. Λένιν: Απαντα, τ. 6, σελ. 79-83.
27. Γ. Μηλιός, Γ. Οικονομάκης: «Εργατική τάξη και Μεσαίες τάξεις». Περιοδικό «Θέσεις», Απρίλιος - Ιούνιος 2007.
28. Ν. Πουλαντζάς: «Οι κοινωνικές τάξεις στο σύγχρονο καπιταλισμό», εκδ. «Θεμέλιο» (1982).
29. Δες ενδεικτικά: Περ. Παπαδόπουλος: «Η ταξική διάρθρωση της σύγχρονης ελληνικής κοινωνίας», εκδ. «Σύγχρονη Εποχή»..
30. Κ. Μαρξ: «Το Κεφάλαιο», τ. Ι, σελ. 525.
31. Κ. Μαρξ: «Θεωρίες για την υπεραξία», σελ. 460.
32. Κ. Μαρξ: «Το Κεφάλαιο», τ. Ι, σελ. 524-525.
33. Κ. Μαρξ: «Το Κεφάλαιο», τ. Ι, σελ. 210.
34. Κ. Μαρξ: «Το Κεφάλαιο», τ. ΙΙΙ, σελ. 486.
35. Εισήγηση Κ. Πρέβε στο Διεθνές Συνέδριο: «Ιμπεριαλισμός: Αντιθέσεις και αντιστάσεις», εκδόσεις ΚΨΜ.

1 σχόλιο: