Κυριακή, 30 Δεκεμβρίου 2012

Μ. Παπαδόπουλος-Η κοινωνική ρίζα του οπορτουνισμού (πρώτο μέρος)

Η ΚΟΙΝΩΝΙΚΗ ΡΙΖΑ ΤΟΥ ΟΠΟΡΤΟΥΝΙΣΜΟΥ: «ΕΡΓΑΤΙΚΗ ΑΡΙΣΤΟΚΡΑΤΙΑ», ΔΙΑΣΠΑΣΗ ΤΗΣ ΕΡΓΑΤΙΚΗΣ ΕΝΟΤΗΤΑΣ
του Μάκη Παπαδόπουλου
ΚΟΜΕΠ, Τεύχος: 2008 Τεύχος 1

H επιστροφή στα διδάγματα του Οκτώβρη, 90 χρόνια μετά τη νικηφόρα έκβαση της Σοσιαλιστικής Επανάστασης στη Ρωσία, αποτελεί αναγκαίο όρο για κάθε ουσιαστική προσπάθεια ανασύνταξης του διεθνούς κομμουνιστικού κινήματος στον 21ο αιώνα.

Η μελέτη της μακρόχρονης διαδικασίας οπορτουνιστικής διάβρωσης των επαναστατικών δυνάμεων τον προηγούμενο αιώνα, απαιτεί να ερευνήσουμε ξανά τις οικονομικές, κοινωνικές και πολιτικές συνθήκες που οδήγησαν σε αυτόν τον ολισθηρό δρόμο.

Στα προεπαναστατικά χρόνια της θεωρητικής και πολιτικής προετοιμασίας του κόμματος των μπολσεβίκων, ο Λένιν ανέδειξε το ζήτημα της «εργατικής αριστοκρατίας», στο πλαίσιο της μελέτης της ισχυρής κοινωνικής βάσης του οπορτουνισμού μέσα στο εργατικό κίνημα. Ανέπτυξε παραπέρα σημαντικές επισημάνσεις των Μαρξ - Ενγκελς για το συγκεκριμένο ζήτημα. Η έγκαιρη ανάδειξη του ρόλου της «εργατικής αριστοκρατίας» ήταν μια σημαντική συμβολή στον αγώνα για τη χειραφέτηση του επαναστατικού ρεύματος του εργατικού κινήματος από τη χρεοκοπημένη ηγεσία της Β΄ Διεθνούς, που συγκάλυψε εκείνη την εποχή τον ιμπεριαλιστικό χαρακτήρα του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου.


Ωστόσο στις επόμενες δεκαετίες δεν υπήρξε συστηματική μαρξιστική έρευνα αυτού του κοινωνικού φαινομένου και των συνεπειών του. Το γεγονός αυτό συνδέεται και με την πορεία σταδιακής μετεξέλιξης των στρατηγικών επιλογών τμημάτων του διεθνούς κομμουνιστικού κινήματος σε σχέση με τις κοινωνικές συμμαχίες και τους δρόμους πάλης για την κατάληψη της εξουσίας από την εργατική τάξη.

Στις σημερινές συνθήκες κρίσης του διεθνούς κομμουνιστικού κινήματος επιβάλλεται να επιστρέψουμε στη μελέτη αυτού του ζητήματος που είναι σημαντικό για τη χάραξη μιας νικηφόρας στρατηγικής.

Το παρόν άρθρο επιδιώκει να επαναφέρει το θέμα ως βασικό στοιχείο του προβληματισμού μας και να λειτουργήσει ως έναυσμα για παραπέρα έρευνα.

Α. Η ΠΡΟΣΕΓΓΙΣΗ ΤΩΝ ΚΛΑΣΙΚΩΝ ΤΟΥ ΜΑΡΞΙΣΜΟΥ ΓΙΑ ΤΗΝ «ΕΡΓΑΤΙΚΗ ΑΡΙΣΤΟΚΡΑΤΙΑ»
Ο Λένιν χαρακτηρίζει τον ιμπεριαλισμό σαν καπιταλισμό που σαπίζει και πεθαίνει, σαν ιστορική εποχή που είναι αναπόφευκτη η όξυνση στο έπακρο της βασικής αντίθεσης της καπιταλιστικής κοινωνίας, η αντίθεση ανάμεσα στον κοινωνικό χαρακτήρα της παραγωγής και στην ατομική μορφή ιδιοποίησής της. Εξηγεί πώς η κυριαρχία των μονοπωλίων, των ισχυρών μετοχικών εταιριών, αναδεικνύει όλο και περισσότερο τον παρασιτικό χαρακτήρα του καπιταλισμού.

Τα μονοπώλια εκφράζουν κεφαλαιακή συσσώρευση μετοχικών επιχειρήσεων που συγκεντρώνουν σημαντικά μερίδια της καπιταλιστικής αγοράς. Στη μετοχική εταιρία εμφανίζεται η συλλογική ιδιοκτησία των μετοχών και ο διαχωρισμός των λειτουργιών της διεύθυνσης της καπιταλιστικής επιχείρησης από την ιδιοκτησία των μετόχων κεφαλαιοκρατών. Ετσι οι μέτοχοι δε συμμετέχουν πλέον άμεσα στην παραγωγική διαδικασία.

Ο Μαρξ αναφέρεται καθώς μελετά τη συγκεκριμένη εξέλιξη σε μια «νέα οικονομική αριστοκρατία», σε «παράσιτα νέου είδους» που ασχολούνται με την έκδοση και το εμπόριο μετοχών [1]. Ομως αυτός ο παρασιτικός χαρακτήρας δεν αφορά μόνο την αστική τάξη, αλλά το σύνολο της κοινωνίας στην εποχή του ιμπεριαλισμού. Δίπλα στους μετόχους-παράσιτα αναδεικνύεται ένα στρώμα αστοποιημένων εργατών, η «εργατική αριστοκρατία».

Ο Λένιν το προσδιορίζει ως το στρώμα «που είναι πέρα για πέρα μικροαστικό ως προς τον τρόπο ζωής του, το μέγεθος των απολαβών του και την όλη κοσμοθεωρία του, το κύριο στήριγμα της Β΄ Διεθνούς και στις μέρες μας το κύριο κοινωνικό στήριγμα της αστικής τάξης»[2].

Αναφέρεται στη δυνατότητα η οποία εμφανίζεται στην εποχή του μόνο στους καπιταλιστές λίγων πολύ ισχυρών ιμπεριαλιστικών κρατών, να εξαγοράζουν τους εργάτες χάρη στα γιγαντιαία υπερκέρδη που διασφαλίζουν από την εξαγωγή κεφαλαίου και γενικότερα τη δράση μεγάλων μονοπωλιακών ομίλων. Χαρακτηρίζει αυτούς τους εργάτες σαν «πράκτορες της αστικής τάξης μέσα στο εργατικό κίνημα», αληθινούς εντολοδόχους των καπιταλιστών, αγωγούς του ρεφορμισμού και του σωβινισμού. Εστιάζει δηλαδή τόσο στην ταξική θέση, όσο και στην ταξική συνείδηση αυτού του στρώματος και τονίζει ότι αν δεν κατανοηθούν οι οικονομικές ρίζες του φαινόμενου και η πολιτική σημασία του «δεν μπορεί να γίνει ούτε βήμα στον τομέα της λύσης των πρακτικών καθηκόντων του κομμουνιστικού κινήματος».

Στις οικονομικές ρίζες του φαινόμενου επανέρχεται συχνά. Γράφει χαρακτηριστικά:

«Ο ιμπεριαλισμός που σημαίνει μοίρασμα του κόσμου και εκμετάλλευση όχι μόνο της Κίνας, που σημαίνει μονοπωλιακά υψηλά κέρδη για μια χούφτα πλουσιότατες χώρες, δημιουργεί την οικονομική δυνατότητα για την εξαγορά των ανώτερων στρωμάτων του προλεταριάτου κι έτσι θρέφει, διαμορφώνει, δυναμώνει τον οπορτουνισμό»[3].

Στο σημείο αυτό πρέπει να επισημάνουμε ότι ο Λένιν εξετάζει ένα φαινόμενο που εξελίσσεται αλλά δεν έχει γενικευθεί στην εποχή του. Εχει ως αφετηρία του τις επισημάνσεις των Μαρξ - Ενγκελς για το βρετανικό προλεταριάτο. Ο Λένιν κωδικοποιεί στο έργο του αυτό τον προβληματισμό των Μαρξ - Ενγκελς, που περιορίζεται όπως είναι φυσικό στην Αγγλία, δηλαδή σε εκείνη τη χώρα η οποία παρουσιάζει ήδη πολύ μεγάλα διακριτικά γνωρίσματα του ιμπεριαλισμού.

Γράφει ο Λένιν σχετικά: «Η ιδιομορφία όμως της Αγγλίας από τα μέσα ήδη του 19ου αιώνα ήταν ότι είχε τουλάχιστον δυο πολύ μεγάλα διακριτικά γνωρίσματα του ιμπεριαλισμού: (1) απέραντες αποικίες και (2) μονοπωλιακά κέρδη (σαν αποτέλεσμα της μονοπωλιακής θέσης στη παγκόσμια αγορά). Και από τις δυο απόψεις η Αγγλία αποτελούσε τότε εξαίρεση ανάμεσα στις καπιταλιστικές χώρες και ο Ενγκελς με το Μαρξ, αναλύοντας αυτή την εξαίρεση, έδειξαν τελείως καθαρά και συγκεκριμένα τη σύνδεσή της με τη νίκη (προσωρινή) του οπορτουνισμού στο αγγλικό εργατικό κίνημα»[4].

Η ζωή έδειξε την πολύ μεγαλύτερη αντοχή του οπορτουνισμού εξ αιτίας της διεύρυνσης της οικονομικής του βάσης.

Στο γράμμα του προς το Μαρξ της 7ης Οκτώβρη 1858, ο Ενγκελς αναφέρεται συνολικά στο αγγλικό προλεταριάτο και επισημαίνει ότι «αστικοποιείται ολοένα και περισσότερο». Στο γράμμα του προς τον Κάουτσκι της 12ης Σεπτέμβρη 1882, ο Ενγκελς γράφει: «Με ρωτάτε τι σκέπτονται οι Αγγλοι εργάτες για την αποικιακή πολιτική; Το ίδιο ακριβώς που σκέπτονται και για την πολιτική γενικά. Εδώ δεν υπάρχει εργατικό κόμμα, υπάρχουν μόνο συντηρητικοί και φιλελεύθεροι ριζοσπάστες και οι εργάτες απολαβαίνουν μακαριότατα μαζί μ’ αυτούς το αποικιακό μονοπώλιο της Αγγλίας και το μονοπώλιό της στην παγκόσμια αγορά»[5].

Με το πέρασμα του χρόνου ο Ενγκελς προβληματίζεται βέβαια για τις συνέπειες που θα έχει σε αυτό το κοινωνικό φαινόμενο η συρρίκνωση του βιομηχανικού μονοπωλίου της Αγγλίας στη διεθνή αγορά. Ετσι, στο διάσημο πρόλογο του στη δεύτερη έκδοση της «κατάστασης της εργατικής τάξης στην Αγγλία» του 1892, θα επισημάνει ότι «με την κατάρρευση του βιομηχανικού μονοπωλίου της Αγγλίας, η αγγλική εργατική τάξη θα χάσει την προνομιακή της θέση». Στο ίδιο κείμενο θα επιχειρήσει μια σαφή πλέον διάκριση ανάμεσα στην «προνομιούχα μειοψηφία των εργατών στη Βρετανία και στην πλατιά μάζα των συνδικάτων των ανειδίκευτων εργατών» που η «νοοτροπία τους είναι ακόμα παρθένο έδαφος».

Βλέπουμε ότι ο Μαρξ και κυρίως ο Ενγκελς ασχολήθηκαν ιδιαίτερα με το ρόλο της «εργατικής αριστοκρατίας», παρότι δεν πρόλαβαν να ολοκληρώσουν τη συνολική επεξεργασία τους για τις τάξεις.

Η τελευταία ημιτελής εργασία του Μαρξ εντοπίζεται στον τρίτο τόμο του Κεφαλαίου, όπου γίνονται οι θεμελιώδεις διαχωρισμοί: «Τι αποτελεί μια τάξη; - αυτό προκύπτει μάλιστα μόνο του από την απάντηση στο άλλο ερώτημα: Τι είναι αυτό που κάνει τους εργάτες, τους κεφαλαιοκράτες, τους γαιοκτήμονες να αποτελούν τις τρεις μεγάλες κοινωνικές τάξεις; Από πρώτη ματιά φαίνεται να είναι η ταυτότητα των εισοδημάτων και των πηγών του εισοδήματος. Πρόκειται για τρεις μεγάλες κοινωνικές ομάδες τα συστατικά μέρη των οποίων, τα άτομα που τις συγκροτούν, ζουν αντίστοιχα από το μισθό εργασίας, από το κέρδος και από τη γαιοπρόσοδο, από την αξιοποίηση της εργατικής τους δύναμης, του κεφαλαίου τους και της γαιοκτησίας τους. Ωστόσο, από την άποψη αυτή, λ.χ. οι γιατροί και οι δημόσιοι υπάλληλοι θα αποτελούσαν επίσης δυο τάξεις γιατί ανήκουν σε δυο διαφορετικές κοινωνικές ομάδες, στις οποίες τα εισοδήματα των μελών της καθεμιάς από αυτές προέρχονται από την ίδια πηγή. Το ίδιο θα ίσχυε για τον ατέλειωτο κατακερματισμό των συμφερόντων και των θέσεων στις οποίες ο καταμερισμός της κοινωνικής εργασίας διασπά τους εργάτες, τους κεφαλαιοκράτες και τους γαιοκτήμονες - τους τελευταίους λ.χ. σε κατόχους αμπελιών, αγρών, δασών, ορυχείων, ψαρότοπων κλπ.»[6]. Ο Ενγκελς μας πληροφορεί ότι σ’ αυτό το σημείο δυστυχώς κόβεται το χειρόγραφο.

Ο Λένιν συνέχισε για χρόνια αυτή την προσπάθεια και μετά από αρκετή μελέτη, κατέληξε το 1919 στο διάσημο πλέον ορισμό του για τα κύρια χαρακτηριστικά μιας τάξης: «Τάξεις ονομάζονται μεγάλες ομάδες ανθρώπων που ξεχωρίζουν μεταξύ τους από τη θέση που κατέχουν μέσα σε ένα ιστορικά καθορισμένο σύστημα της κοινωνικής παραγωγής, από τη σχέση τους (στο μεγαλύτερο μέρος κατοχυρωμένη και διατυπωμένη σε νόμους) προς τα μέσα παραγωγής, από το ρόλο τους στην κοινωνική οργάνωση της εργασίας και συνεπώς από τους τρόπους που ιδιοποιούνται τη μερίδα του κοινωνικού πλούτου που διαθέτουν και από το μέγεθος αυτής της μερίδας. Τάξεις είναι οι ομάδες εκείνες ανθρώπων, που η μια μπορεί να ιδιοποιείται τη δουλειά της άλλης χάρη στη διαφορά της θέσης που κατέχει μέσα σε ένα καθορισμένο σύστημα της κοινωνικής οικονομίας»[7].

Από τον ίδιο τον ορισμό γίνεται φανερό ότι ο προσδιορισμός της ταξικής θέσης απαιτεί την εφαρμογή όλων των κριτηρίων σαν ενιαίο σύνολο. Η εφαρμογή αυτή δεν είναι στην πράξη απλή υπόθεση και δεν οδηγεί πάντα σε καθαρές διακρίσεις. Ο ίδιος ο Λένιν έχει επίγνωση αυτών των προβλημάτων και επιχειρεί να προχωρήσει βαθύτερα την επεξεργασία αναφερόμενος στη διαστρωμάτωση της εργατικής τάξης. Γράφει τον Απρίλιο του 1920: «Ο καπιταλισμός δεν θα ήταν καπιταλισμός, αν το “καθαρό” προλεταριάτο δεν ήταν περιτριγυρισμένο από ένα σωρό εξαιρετικά πολύμορφους μεταβατικούς τύπους, από τον προλετάριο ως τον μισοπρολετάριο (εκείνον που κατά το μισό βγάζει το ψωμί του, πουλώντας την εργατική του δύναμη), από το μισοπρολετάριο ως τον μικροαγρότη (και το μικροβιοτέχνη, το χειροτέχνη, τον μικρονοικοκύρη γενικά), από το μικρό ως το μεσαίο αγρότη κλπ. Αν μέσα στο ίδιο το προλεταριάτο δεν υπήρχαν διαιρέσεις σε περισσότερο και λιγότερο αναπτυγμένα στρώματα, διαιρέσεις τοπικές, επαγγελματικές, κάποτε θρησκευτικές κλπ.» [8].

Ειδικά για τη διερεύνηση της «εργατικής αριστοκρατίας» αυτό που έχει ιδιαίτερη σημασία είναι η λενινιστική πρόβλεψη για την ιστορική εξέλιξη του φαινόμενου. Ο Λένιν μπορεί να συγκρίνει με ασφάλεια στην εποχή του την ιστορική περίοδο που το φαινόμενο ήταν περιορισμένο στη Βρετανία, σε σχέση με την επόμενη που ξαπλώνεται σε νέα ιμπεριαλιστικά κράτη. Ας του δώσουμε το λόγο: «Η σημερινή κατάσταση διακρίνεται από τέτοιες οικονομικές και πολιτικές συνθήκες, που δεν μπορούσαν παρά να δυναμώσουν το ασυμβίβαστο του οπορτουνισμού με τα γενικά και θεμελιακά συμφέροντα του εργατικού κινήματος: ο ιμπεριαλισμός από έμβρυο αναπτύχθηκε σε κυρίαρχο σύστημα. Τα καπιταλιστικά μονοπώλια κατέλαβαν την πρώτη θέση στην εθνική οικονομία και στην πολιτική. Το μοίρασμα του κόσμου ολοκληρώθηκε. Από την άλλη μεριά στη θέση του αδιαίρετου μονοπωλίου της Αγγλίας βλέπουμε έναν αγώνα ανάμεσα σ’ ένα μονοπώλιο, αγώνα που χαρακτηρίζει όλη την περίοδο των αρχών του 20ού αιώνα. Ο οπορτουνισμός δεν μπορεί τώρα να γίνει απόλυτος νικητής για πολλές δεκαετίες μέσα στο εργατικό κίνημα σε οποιαδήποτε χώρα, όπως είχε νικήσει ο οπορτουνισμός στην Αγγλία στο δεύτερο μισό του 19ου αιώνα, όμως σε μια σειρά χώρες έχει οριστικά ωριμάσει, παραωριμάσει και σαπίσει και έχει συγχωνευτεί απόλυτα με την αστική πολιτική, σαν σοσιαλσωβινισμός»[9].

Ο Μαρξ επεσήμαινε έγκαιρα και εύστοχα ότι η ευκολία κίνησης του κεφαλαίου «προϋποθέτει πλήρη ελευθερία του εμπορίου στο εσωτερικό της κοινωνίας και παραμέριση όλων των μονοπωλίων, (εκτός από τα φυσικά μονοπώλια) δηλαδή των μονοπωλίων που προκύπτουν από τον ίδιο τον κεφαλαιοκρατικό τρόπο παραγωγής»[10].

Ο ιμπεριαλισμός χαρακτηρίζεται από πολύ μεγαλύτερη κινητικότητα του κεφαλαίου στη διεθνή καπιταλιστική αγορά, από τη μεγάλη συγκέντρωση και συγκεντροποίηση του κεφαλαίου σε μονοπωλιακούς ομίλους, από τον οξύτατο ανταγωνισμό στο μοίρασμα αγορών και εδαφών. Ετσι αναβαθμίζεται αντικειμενικά η δυνατότητα δημιουργίας ενός μαζικού στρώματος εργατικής αριστοκρατίας από τα μονοπωλιακά υπερκέρδη.

Εξετάζοντας τα στοιχεία της εποχής του, ο Λένιν διαπιστώνει ότι η εξαγωγή κεφαλαίου πήρε γιγαντιαία ανάπτυξη μόνο στις αρχές του 20ού αιώνα και επισημαίνει: «Η ανάγκη της εξαγωγής κεφαλαίου δημιουργείται από το γεγονός ότι σε μερικές χώρες ο καπιταλισμός έχει “παραωριμάσει” και για το κεφάλαιο δεν υπάρχει πεδίο για επικερδή τοποθέτηση» [11].

Η σημασία που έχει αυτή η αλματώδης αύξηση εξαγωγής κεφαλαίου και εμπορευμάτων είχε ήδη εξεταστεί από το Μαρξ κατά την εξέταση των παραγόντων που αντιδρούν στην τάση πτώσης του γενικού ποσοστού κέρδους. Εκεί ο Μαρξ αναδεικνύει σαν παράγοντες που αντιδρούν στην πτώση του γενικού ποσοστού κέρδους μεταξύ άλλων την επίδραση της αύξησης του μετοχικού κεφαλαίου, του εξωτερικού εμπορίου και των επενδύσεων στις αποικίες [12].

Αναφέρεται στη δυνατότητα των επενδύσεων στις αποικίες να αποφέρουν υψηλότερο ποσοστό κέρδους και στη συνέχεια στη μεταφορά κερδών πίσω στη χώρα που εξάγει το κεφάλαιο. Υπογραμμίζει επίσης τη δυνατότητα του εξωτερικού εμπορίου να επιδρά ανοδικά στο ποσοστό κέρδους, εφόσον «φτηναίνει εν μέρει το στοιχείο του σταθερού κεφαλαίου και εν μέρει τα αναγκαία μέσα συντήρησης στα οποία μετατρέπεται το μεταβλητό κεφάλαιο».

Το άπλωμα και το βάθεμα των καπιταλιστικών σχέσεων παραγωγής στην εποχή του ιμπεριαλισμού θα γενικεύει λοιπόν σταδιακά το φαινόμενο της «εργατικής αριστοκρατίας», καθώς και τη διάσπαση της εργατικής τάξης στο εσωτερικό μιας χώρας, τη διείσδυση μικροαστικών αντιλήψεων και στάσης στο συνδικαλιστικό και πολιτικό της κίνημα. Ολα αυτά θα επιδράσουν στην αποδυνάμωση του προλεταριακού διεθνισμού και μάλιστα στις συνθήκες που ξεσπούν ιμπεριαλιστικοί πόλεμοι.

Ενα ακόμη στοιχείο, που θα πρέπει να προσεχθεί στη λενινιστική ανάλυση, είναι ότι η προσπάθεια διαφθοράς και ενσωμάτωσης δεν περιορίζεται μόνο στο άμεσα υλικό σκέλος της εξαγοράς. Με προφητική διαύγεια ο Λένιν κάνει την ακόλουθη επισήμανση ένα χρόνο πριν την Οκτωβριανή επανάσταση: «Πάνω στην οικονομική βάση που αναφέραμε οι πολιτικοί θεσμοί του νεότατου καπιταλισμού -τύπος, κοινοβούλιο, ενώσεις συνέδρια κλπ.- έχουν δημιουργήσει για τους σεβόμενους τα καθιερωμένα, τους φρόνιμους ρεφορμιστές και πατριώτες υπαλλήλους και εργάτες, πολιτικά προνόμια και ψιχία που αντιστοιχούν στα οικονομικά προνόμια και ψιχία. Προσοδοφόρες και ζεστές θεσούλες στα Υπουργεία ή στην Επιτροπή πολεμικής βιομηχανίας, στο Κοινοβούλιο και στις διάφορες επιτροπές, στις συντάξεις των “σοβαρών” νομίμων εφημερίδων ή στις διοικήσεις των όχι λιγότερο σοβαρών και “αστικά-πειθήνιων” εργατικών συνδικάτων - να με τι προσελκύει και αμείβει η ιμπεριαλιστική αστική τάξη τους εκπροσώπους και οπαδούς των “αστικών εργατικών κομμάτων”» [13].

Η συγκεκριμένη επισήμανση βοηθά όποιον θέλει να δει ιστορικά και ολοκληρωμένα τις δυσκολίες και τις συνθήκες της αναμέτρησης του επαναστατικού και του οπορτουνιστικού ρεύματος για τη διαμόρφωση της ταξικής συνείδησης του προλεταριάτου.

Τα «οικονομικά και πολιτικά ψιχία» λειτούργησαν πράγματι σαν βαρίδια για το επαναστατικό πέταγμα του εργατικού κινήματος, δυνάμωσαν το συντεχνιασμό και τον οικονομισμό. Γι’ αυτό και το Β΄ Συνέδριο της Κομμουνιστικής Διεθνούς θα υπογραμμίσει (στις «Θέσεις για το Αγροτικό Ζήτημα» καθώς και στο αντίστοιχο «Πρωταρχικό σχέδιο»), τη σημασία της υπέρβασης των στενών συντεχνιακών και επαγγελματικών συμφερόντων των εργατών ώστε αυτοί να δράσουν σαν πρωτοπορία όλων των εκμεταλλευόμενων και καταπιεζόμενων λαϊκών στρωμάτων. Οι θέσεις τονίζουν: «Εξάλλου, το βιομηχανικό προλεταριάτο δε θα μπορέσει να εκπληρώσει την παγκόσμια ιστορική αποστολή του, δηλαδή την απελευθέρωση της ανθρωπότητας από το ζυγό του καπιταλισμού και των πολέμων, εάν κλειστεί μέσα στα όρια των ιδιαίτερων σωματειακών συμφερόντων του και περιοριστεί σε ήμερα διαβήματα και προσπάθειες που τείνουν στην καλυτέρευση της αστικής του θέσης, η οποία πολλές φορές είναι αρκετά ικανοποιητική. Αυτό γίνεται σε πολλές προοδευμένες χώρες, όπου υπάρχει μια “εργατική αριστοκρατία”, που αποτελεί το θεμέλιο των δήθεν σοσιαλιστικών αλλά πραγματικά θανάσιμων εχθρών του σοσιαλισμού, κομμάτων της Β΄ Διεθνούς, κομμάτων που έχουν προδώσει τις αρχές της Διεθνούς, και έχουν καταντήσει αστικά και σοβινιστικά κόμματα, εκτελώντας χρέη πρακτόρων του καπιταλισμού μέσα στους εργάτες» [14].

Η αποφασιστική σύγκρουση με την «εργατική αριστοκρατία» και τον οπορτουνισμό είναι αναγκαίος όρος για να δράσει το προλεταριάτο ως πραγματικά επαναστατική τάξη. Η θέση που διαμόρφωσε το 2ο Συνέδριο της ΚΔ επιβεβαιώθηκε δυστυχώς με αρνητική ιστορική πείρα, ιδιαίτερα στην πορεία του εργατικού κινήματος της Δυτικής Ευρώπης.

2 σχόλια:

  1. Μεγάλο μυαλό ο Μάκης. Και στην πένα και στο "γυαλί". Σπουδαίο άρθρο και μπράβο Αντώνη, που το ξέθαψες.

    - Άρης

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Πολύ μπροστά.
    Για όποιον ψάχνει αναρτήσεις από τα πρόσφατα σχόλια, ας το διαβάσει με προσοχή κάθε λέξη. Πραγματικά, αξίζει τον κόπο να διαβαστούν όλα τα μέρη πολλές φορές ή με πολύ προσοχή.

    ΑπάντησηΔιαγραφή