Σάββατο, 22 Δεκεμβρίου 2012

Κ. Σκολαρίκος-Ο ευρωκομμουνισμός και η ελληνική του έκφραση (πρώτο μέρος)

Ο ευρωκομμουνισμός και η ελληνική του έκφραση
Του Κώστα ΣΚΟΛΑΡΙΚΟΥ
Ο Κώστας Σκολαρίκος είναι κοινωνιολόγος, συνεργάτης του ΚΜΕ
Δημοσιεύτηκε σε συνέχειες στον Ριζοσπάστη
Με ευχαριστίες στον Subutai Red για τον σύνδεσμο

Ο «ευρωκομμουνισμός» είναι η οπορτουνιστική πολιτική που ακολούθησαν μια σειρά από κομμουνιστικά κόμματα της Δυτικής Ευρώπης από τη δεκαετία του 1960. Την ονομασία του την πήρε από έναν Ιταλό δημοσιογράφο το 1975 και υιοθετήθηκε στη συνέχεια και από τους ίδιους τους «ευρωκομμουνιστές» [1]. Το ζήτημα της διαφορετικής στάσης των κομμουνιστικών κομμάτων πάνω στο δίλημμα επανάσταση ή μεταρρύθμιση, δηλαδή ανατροπή ή διαχείριση του συστήματος, κάνει και σήμερα εξαιρετικά επίκαιρη την αποτίμηση του «ευρωκομμουνισμού». Επιδιωκόμενος στόχος αυτού του άρθρου είναι μια κριτική του «ευρωκομμουνισμού» υπό το πρίσμα του μαρξισμού - λενινισμού. Η ανάλυση εστιάζει στη δραστηριότητα των τριών κύριων κομμουνιστικών κομμάτων που θεωρούνται βασικοί εκφραστές του «ευρωκομμουνιστικού» ρεύματος (Ιταλικό Κομμουνιστικό Κόμμα, Γαλλικό Κομμουνιστικό Κόμμα, Ισπανικό Κομμουνιστικό Κόμμα). Επιχειρείται η κωδικοποίηση της επιχειρηματολογίας των «ευρωκομμουνιστών» και η ανάλυση της κοινωνικής τους βάσης. Σε ένα δεύτερο μέρος δίνεται η σύνδεση με την ελληνική εκδοχή του «ευρωκομμουνισμού» («ΚΚΕ Εσωτερικού»), στη γέννηση και την ιστορική διαδρομή της.


1. ΟΙ ΙΣΤΟΡΙΚΕΣ ΚΑΤΑΒΟΛΕΣ ΤΟΥ "ΕΥΡΩΚΟΜΜΟΥΝΙΣΜΟΥ" 
Πρώτα απ' όλα πρέπει να ξεκαθαρίσουμε πως τα καινούρια ρούχα του «ευρωκομμουνισμού» δεν είναι τόσο καινούρια, όσο παρουσιάστηκαν. Η υπερτίμηση των μεταρρυθμίσεων και των οικονομικών αγώνων, η αμφισβήτηση της πρωτοπορίας του προλεταριάτου, η αποκήρυξη της δικτατορίας του, η αποδοχή της δυνατότητας ειρηνικής μετεξέλιξης του καπιταλισμού σε σοσιαλισμό κλπ., αποτελούν στην ουσία τον πυρήνα των αναθεωρητικών θεωριών, που εμφανίστηκαν αρχικά στα τέλη του 19ου αιώνα, μέσα από την αντιπαράθεση της ευρωπαϊκής σοσιαλδημοκρατίας με τον Μπερνστάιν [2]. Η θεωρητική απόρριψη της οπορτουνιστικής παρέκκλισης του Μπερνστάιν από τη Β΄ Διεθνή δε συνδυάστηκε με μια ιδεολογική και οργανωτική θωράκιση των κομμάτων απέναντι στον οικονομισμό και στον οπορτουνισμό (με εξαίρεση το κόμμα των μπολσεβίκων στη Ρωσία), ενώ υποτιμήθηκε η κοινωνική βάση της διαμόρφωσης του οπορτουνισμού στα πλαίσια της ευρωπαϊκής σοσιαλδημοκρατίας. Έτσι, ο «εφιάλτης» για την εργατική τάξη έγινε πραγματικότητα στα χρόνια του Α΄ Παγκόσμιου Πολέμου, όταν η συντριπτική πλειοψηφία των σοσιαλδημοκρατών ηγετών συνέδραμε στους ιμπεριαλιστικούς σκοπούς των αστικών τάξεων των χωρών τους, κραδαίνοντας τα θεωρητικά όπλα του οπορτουνισμού [3]. Η Κομμουνιστική Διεθνής, που ιδρύθηκε το 1919, εξέφραζε την ανάγκη κάθαρσης του εργατικού κινήματος από τον οπορτουνισμό και προσανατολισμού του στην επαναστατική πάλη για την κατάκτηση της δικτατορίας του προλεταριάτου, στην εποχή του ιμπεριαλισμού, εποχή των σοσιαλιστικών επαναστάσεων [4]. Ωστόσο, η περίπτωση του «ευρωκομμουνισμού» έχει ένα ιδιαίτερο ενδιαφέρον μελέτης σε σχέση με τον οπορτουνισμό της Β΄ Διεθνούς και την κλασική σοσιαλδημοκρατία, επειδή εμφανίζεται στο εσωτερικό των κομμουνιστικών κομμάτων, δηλαδή των επαναστατικών κομμάτων «νέου τύπου», που προήλθαν ως αποτέλεσμα της ρήξης με την παλιά σοσιαλδημοκρατία. Μια προσπάθεια ανεύρεσης των «πηγών» του «ευρωκομμουνισμού» στο διεθνές κομμουνιστικό κίνημα απαιτεί μια βαθύτερη και εκτενέστερη μελέτη. Παρ' όλα αυτά θα πρέπει να μας προβληματίσει η επίδραση που είχε στην εμφάνισή του η αδυναμία πολλών κομμουνιστικών κομμάτων την περίοδο του Β΄ Παγκόσμιου Πολέμου να συνδέσουν τον εθνικοαπελευθερωτικό και αντιφασιστικό αγώνα με την πάλη για την εργατική εξουσία και μάλιστα σε καιρό επαναστατικής κατάστασης σε μια σειρά από χώρες [5]. Ιδιαίτερα η συμμετοχή των κομμουνιστικών κομμάτων της Ιταλίας και της Γαλλίας στις μεταπολεμικές κυβερνήσεις (1945-1948) [6] είναι έκφραση αυτής της αδυναμίας. Τα συγκεκριμένα κομμουνιστικά κόμματα, μάλιστα, δέχτηκαν κριτική από την Κομινφόρμ (Γραφείο Πληροφοριών). Μια πρώτη ολοκληρωμένη προσπάθεια μετάλλαξης της κομμουνιστικής στρατηγικής με το πρόσχημα των «εθνικών ιδιομορφιών» έγινε από το ΚΚ Μεγάλης Βρετανίας, το οποίο το 1951 υιοθέτησε τη θέση για ένα «βρετανικό δρόμο προς το σοσιαλισμό». Παρά τη μικρή επιρροή του κόμματος και τη ρεφορμιστική παράδοση του εργατικού κινήματος στη χώρα (από τον καιρό της Α΄ Διεθνούς), η θέση αυτή έχει ξεχωριστή σημασία για την κατανόηση της κοινωνικοταξικής υφής του «ευρωκομμουνισμού». Η αλληλεπίδραση των οπορτουνιστικών αντιλήψεων στο πλαίσιο των κομμουνιστικών κομμάτων της Δυτικής Ευρώπης και των κομμουνιστικών κομμάτων των σοσιαλιστικών χωρών θα αποτυπωθεί στην πολιτική της «ειρηνικής συνύπαρξης» με τον καπιταλισμό, που υιοθετήθηκε στο 20ό Συνέδριο του ΚΚΣΕ (και σε ένα βαθμό είχε διατυπωθεί και στο 19ο Συνέδριο) και στην αντίληψη για μια ειρηνική και κοινοβουλευτική μετάβαση στο σοσιαλισμό στις χώρες της Δυτικής Ευρώπης [7]. Η παγκόσμια συνδιάσκεψη των Κομμουνιστικών και Εργατικών Κομμάτων [8] (Νοέμβρης 1957) υιοθέτησε τη λογική του ειρηνικού περάσματος, ενώ το 22ο Συνέδριο του ΚΚΣΕ προχώρησε στην αποδοχή της θεωρίας του «παλλαϊκού κράτους», η οποία δηλώνει εμμέσως την παύση της ταξικής πάλης στα πλαίσια της Σοβιετικής Ένωσης και των υπόλοιπων σοσιαλιστικών κρατών [9]. Από εκεί και πέρα θα αρχίσει με μια διαφορετική επιτάχυνση η πορεία των κομμουνιστικών κομμάτων των χωρών της Δυτικής Ευρώπης προς τον «ευρωκομμουνισμό». Σημαντικές στιγμές, οι οποίες αξιοποιήθηκαν από τους «ευρωκομμουνιστές» αντιπαραθετικά προς τη Σοβιετική Ένωση, είναι τόσο η διαμάχη των Κομμουνιστικών Κομμάτων της Κίνας και της ΛΔ της Κορέας και του Εργατικού Κόμματος Αλβανίας με το ΚΚΣΕ (1961), όσο και η διεθνιστική βοήθεια των στρατευμάτων του Συμφώνου της Βαρσοβίας στην Τσεχοσλοβακία (1968).


2. Η ΙΔΕΟΛΟΓΙΚΗ ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΤΟΥ ΕΥΡΩΚΟΜΜΟΥΝΙΣΜΟΥ 
Οι «ευρωκομμουνιστές», όπως και γενικά οι οπορτουνιστές, δεν παρουσίασαν ποτέ μια ολοκληρωμένη συνεκτική αντίληψη για τη στρατηγική, γεγονός που εξηγείται από τους ίδιους στο όνομα της εθνικής ιδιομορφίας. Ακόμα και κριτικοί του «ευρωκομμουνιστικού» ρεύματος επισημαίνουν την αοριστία των θέσεών του, μη αντιλαμβανόμενοι ότι ο υποκειμενισμός και ο εκλεκτικισμός είναι στοιχεία της ιδεολογίας και πολιτικής του οπορτουνισμού που «παντρεύει» το μαρξισμό με αστικές θεωρήσεις. Αν δούμε όμως τα πράγματα με λίγη περισσότερη προσοχή και αν διακρίνουμε κάτω από τις υπαρκτές διαφορές κουλτούρας, ιστορίας, συμφερόντων, πολιτικής συγκυρίας [10] κλπ. τον πολιτικό λόγο των «ευρωκομμουνιστών», μπορούμε να εντοπίσουμε τους βασικούς πυλώνες μιας πολιτικής αντίληψης, η οποία - αντίθετα με ό,τι διατείνεται - έρχεται σε σύγκρουση με τον πυρήνα της ταυτότητας του κομμουνιστικού κινήματος και των στόχων του. Συγκεκριμένα, ενώ η εργατική τάξη αυξάνεται, ως συνέπεια της ένταξης στις γραμμές της μικροαστικών στρωμάτων που καταστρέφονται, αλλά κι εξαιτίας επέκτασης των καπιταλιστικών σχέσεων σε νέους κλάδους της βιομηχανίας, οι «ευρωκομμουνιστές» θεωρούσαν ότι η εργατική τάξη μειωνόταν, επειδή μειωνόταν ο αριθμός των χειρώνακτων εργατών. Και ταυτόχρονα, ότι ο μειωμένος - όπως εκτιμούσαν - ρόλος της στην παραγωγική διαδικασία έφερνε στην πρωτοπορία τους διανοούμενους. Με άλλα λόγια, η νόθευση του εργατικού χαρακτήρα του κομμουνιστικού κόμματος εκφράζεται στην αναθεώρηση της μαρξιστικής θέσης για την ιστορική αποστολή της εργατικής τάξης στην κοινωνική εξέλιξη. Η απώλεια της ταξικής ουσίας και αποστολής του κομμουνιστικού κόμματος έχει ως συνέπεια ο ρόλος των «ευρωκομμουνιστικών» κομμάτων να αναλώνεται σε κενές φράσεις και να οδηγείται σε μια συνύπαρξη της εργατικής τάξης με τα μικροαστικά στοιχεία στην κοινωνική του σύνθεση και της μαρξιστικής παράδοσης με τη ρεφορμιστική ταυτότητα στην ιδεολογική του αναφορά. Ως αποτέλεσμα, η οποιαδήποτε κομμουνιστική φρασεολογία αποσκοπούσε απλά και μόνο στην κάλυψη της ανάγκης για διαφοροποίηση από τα σοσιαλδημοκρατικά κόμματα. Οι «ευρωκομμουνιστές» παρουσιάζουν την τεχνολογική πρόοδο και την καπιταλιστική οικονομική ανάπτυξη ως στοιχεία μεταρρύθμισης του καπιταλισμού σε σοσιαλισμό, δίχως τη σοσιαλιστική επανάσταση και την αντίστοιχη κατάκτηση της εξουσίας από την εργατική τάξη (προλεταριακή εξουσία) [11], η οποία θα λύσει την αντίφαση ανάμεσα στις «γέρικες» σχέσεις παραγωγής και τις διαρκώς αναπτυσσόμενες παραγωγικές δυνάμεις που ασφυκτιούν μέσα σε αυτές, αντιστοιχίζοντας την κοινωνικοποίηση της εργασίας με την κοινωνική ιδιοκτησία. Πρόκειται για μια γνωστή από την εποχή του Μπερνστάιν μεταρρυθμιστική αντίληψη που αντιστρατεύεται την επαναστατική πάλη και το διαλεκτικό υλισμό γενικότερα. Κάτω από το φως της «ευρωκομμουνιστικής» ανάλυσης, ο σοσιαλισμός παρουσιάζεται ως απότοκος μιας μακρόχρονης πορείας μεταρρυθμίσεων στο οικονομικό και το πολιτικό πεδίο [12]. Ο Λένιν επισήμαινε για τις μεταρρυθμίσεις: «Οι οπαδοί των μεταρρυθμίσεων θα εξαπατούνται από τους υπερασπιστές του παλιού, εφόσον δε θα καταλάβουν ότι κάθε παλιός θεσμός, όσο παράλογος και σάπιος και αν φαίνεται, κρατιέται από τις δυνάμεις τούτων ή εκείνων των κυρίαρχων τάξεων. Και για να σπάσουμε την αντίσταση αυτών των τάξεων υπάρχει μόνο ένα μέσο: να βρούμε μέσα στην ίδια την κοινωνία που μας περιβάλλει, να διαφωτίσουμε και να οργανώσουμε για την πάλη τις δυνάμεις εκείνες, που μπορούν - και λόγω της κοινωνικής τους θέσης οφείλουν - να αποτελέσουν τη δύναμη την ικανή να σαρώσει το παλιό και να δημιουργήσει το νέο» [13]. Οι «ευρωκομμουνιστές», προσπαθώντας να διαχωριστούν από τον κλασικό ρεφορμισμό, μιλούσαν για «βαθιές μεταρρυθμίσεις», για «μετασχηματισμούς» στην οικονομία. Όμως στην πράξη αναγόρευαν - με μια φωνή μαζί με τους σοσιαλδημοκράτες - τις «εθνικοποιήσεις» (κρατικοποιήσεις κάποιων μονοπωλίων) ως πορεία προς το σοσιαλισμό, αποκρύπτοντας ότι οι εθνικοποιήσεις δεν είναι έξω από την αστική διαχείριση, στην εποχή του μονοπωλιακού καπιταλισμού μπορούν να γίνονται, υπηρετώντας τα συμφέροντα των μονοπωλίων. Τα «ευρωκομμουνιστικά» κόμματα δεν πρότειναν την κοινωνικοποίηση των συγκεντρωμένων μέσων παραγωγής, πάνω στην οποία θα στηριχτεί ο κεντρικός σχεδιασμός και ο εργατικός έλεγχος, αλλά μια «πιο δίκαιη συναινετική ανακατανομή ανάμεσα στο κεφάλαιο και την εργασία». Κατ' αυτό τον τρόπο, το αστικό κρατικό εποικοδόμημα εμφανίζεται ως ρυθμιστής της ταξικής πάλης, αφού αρκούν κάποιες πολιτικές επιλογές για την οικονομία για να καθορίσουν την έκβασή της. Έτσι ανατρέπεται η διαλεκτική σχέση βάσης και εποικοδομήματος και το κράτος προβάλλεται ως όργανο που μπορεί να κατακτηθεί από «τις ζημιούμενες τάξεις».[14] Αυτή η προσέγγιση αντιστρατεύεται την πεμπτουσία της μαρξιστικής διδασκαλίας για την πάλη των τάξεων που στον καπιταλισμό κορυφώνεται με το τσάκισμα του αστικού κράτους. Επακόλουθο αυτής της προσέγγισης είναι μια αταξική προβολή της δημοκρατίας, η οποία βρίσκεται υπεράνω των σχέσεων παραγωγής και του «γενετικού υλικού» του κράτους. Η δημοκρατία παρουσιάζεται ως εγγυητής της κοινωνικής προόδου και της δυνατότητας του προλεταριάτου να κατακτήσει την εξουσία, αποκαθαρμένη από τις ταξικές της δεσμεύσεις. [15] Στο όνομα μιας πραγματικής δημοκρατίας, μιας «καθαρής» δημοκρατίας που θα είναι η έκφραση της μεγάλης πλειοψηφίας του πληθυσμού, εσκεμμένα λησμονείται ότι η αστική δημοκρατία ήταν και παραμένει μορφή της ταξικής κυριαρχίας (δικτατορίας) και πως όταν τα οικονομικά βάθρα της κυριαρχίας του κεφαλαίου αμφισβητούνται, η αστική δημοκρατία γρήγορα αποκαλύπτει ανοιχτά τον πραγματικό χαρακτήρα της, διεξάγοντας έναν ταξικό αγώνα ζωής ή θανάτου για την επιβίωση της κυριαρχίας του κεφαλαίου.[16] Ως απόρροια αυτής της λογικής, αντί ο σοσιαλισμός να συνιστά δημοκρατία για τους εργάτες και τους εκμεταλλευόμενους, της συντριπτικής πλειοψηφίας του πληθυσμού, καταπιέζοντας τους καταπιεστές, ταυτίζεται με τη διεύρυνση της αστικής δημοκρατίας.[17]

Τα «ευρωκομμουνιστικά» κόμματα, μπολιασμένα με τα αστικά ιδεολογήματα για τη δημοκρατία, δε βλέπουν τις οικονομικές και πολιτικές κρίσεις ως καταλύτη για τη διαμόρφωση επαναστατικής κατάστασης που θα φέρει τη σοσιαλιστική επανάσταση στην ημερήσια διάταξη, αλλά καλούν την εργατική τάξη να συμμορφωθεί στο πλαίσιο της αστικής δημοκρατίας, μπροστά στο φόβο της βίαιης αντίδρασης της αστικής τάξης.[18] Ως άμεση συνέπεια, οι «ευρωκομμουνιστές» μιλούν για την ανάγκη η εργατική τάξη να φορτωθεί από κοινού με τους αστούς το βάρος των αδιεξόδων του καπιταλισμού.[19] Αποτέλεσμα είναι η επανάσταση να λοιδορείται ως «ξεπερασμένο» μέσο, το οποίο δύναται να χρησιμοποιηθεί μόνο μέσα στο πλαίσιο προγενέστερων οικονομικοκοινωνικών συστημάτων, ενώ η πάλη μέσα από τα αστικά κοινοβούλια να υπερτιμάται και να απολυτοποιείται και η αστική νομιμότητα να εξυμνείται.[20] Η δε πάλη των κομμουνιστικών κομμάτων για την προλεταριακή εξουσία αντικαθίσταται - από τους «ευρωκομμουνιστές» - με την από τα μέσα κατάκτηση των θεσμών του καπιταλιστικού συστήματος, όπως προαναφέρθηκε.

Στο επίπεδο των διεθνών σχέσεων, οι «ευρωκομμουνιστές», αξιοποιώντας την οπορτουνιστική αντίληψη για «ειρηνική συνύπαρξη» του σοσιαλισμού και του καπιταλισμού που είχε επικρατήσει εκείνη την περίοδο στο κομμουνιστικό κίνημα, οδηγήθηκαν στο μικροαστικό πασιφισμό, «ξεχνώντας» πως ο Λένιν υποστήριζε ότι ο ιμπεριαλιστικός πόλεμος δεν είναι τίποτα άλλο από τη συνέχεια της ιμπεριαλιστικής ειρήνης και κατά συνέπεια, μόνο η μετατροπή του σε σοσιαλιστική επανάσταση μπορεί να χτυπήσει τη ρίζα του «κακού».[21]

Πώς όμως οι «ευρωκομμουνιστές» θα υπερασπιστούν τη διαφορετική τους υπόσταση μέσα σε μια Ευρώπη χωρισμένη σε «δύο αντίπαλους στρατιωτικοπολιτικούς σχηματισμούς», όπως οι ίδιοι επανειλημμένα καταγγέλλουν, αναπαράγοντας τις αντιλήψεις περί δύο υπερδυνάμεων, που σήμαινε ότι στην πράξη εξομοίωναν τα σοσιαλιστικά κράτη με τα ιμπεριαλιστικά; Σε πολιτικό επίπεδο επιχειρηματολογούσαν με εκλεκτικισμό υπέρ ενός εναλλακτικού σχεδίου για μια ανεξάρτητη «Ευρώπη των λαών», η οποία θα μπορούσε να επιβιώσει ανάμεσα στο ΝΑΤΟ και το Σύμφωνο της Βαρσοβίας (τις δύο αντίπαλες συμμαχίες). Διακήρυσσαν μια συμμαχία των καπιταλιστικών κρατών της Ευρώπης, παρακάμπτοντας το πραγματικό ερώτημα του Λένιν για το αν θα πρόκειται για μια καπιταλιστική - επομένως αντιδραστική - ή σοσιαλιστική ένωση της Ευρώπης.[22]

Στην πραγματικότητα και πέρα από το επίπεδο των διακηρύξεων, οι «ευρωκομμουνιστές» ξεπέρασαν και την προβεβλημένη θέση της ουδετερότητας. Στήριξαν την είσοδο των χωρών τους στο ΝΑΤΟ, προς χάριν της «ισορροπίας», ενώ η φιλειρηνική και ανεξάρτητη Ευρώπη ταυτίστηκε με την ΕΟΚ. Σε όχι λίγες περιπτώσεις τα λευκά περιστέρια της ειρήνης γίνονταν γεράκια του πολέμου για να υπερασπιστούν τις χώρες τους, «παραλείποντας» το ιμπεριαλιστικό παρελθόν και παρόν τους [23], προτάσσοντας την υπεράσπιση της ιμπεριαλιστικής τάξης πραγμάτων και εγκαταλείποντας το δίκαιο πόλεμο της εργατικής τάξης.

Σαφώς οι παραπάνω στρεβλώσεις των «ευρωκομμουνιστών» δεν έγιναν από τη μια μέρα στην άλλη, αλλά ήταν αποτέλεσμα σταδιακών παρεκκλίσεων και διολισθήσεων προς τη γραμμή ενός διαφορετικού δρόμου προς το σοσιαλισμό, ο οποίος ευνοούνταν, δήθεν, από τη μεταπολεμική αποδυνάμωση του καπιταλισμού. Ας δούμε όμως και τα αποτελέσματα από την εφαρμογή της στρατηγικής τους.

2 σχόλια:

  1. http://www.liberation.fr/politiques/2012/08/15/le-communisme-n-est-pas-une-societe-parfaite-a-atteindre_839913

    «Mais cela n’est pas contradictoire avec l’existence d’entreprises privées !»
    Μα [η «κομμουνιστική» αναδιανομή πλούτου] δεν είναι έννοια αντιφατική προς την ύπαρξη ιδιωτικών επιχειρήσεων![!!!] --- Ο Γάλλος Πι-Πι

    Εδώ ο Λοράν (FdG) μιλάει για υπέρβαση τού σχίσματος τής Τουρ, «αναγκαία» λόγω τής νεοφιλελεύθερης μετατόπισης των σοσιαλδημοκρατικών κομμάτων (Ολάντ). «Διαβάστε τα σοσιαλιστικά κείμενα τού 36 [πχ. Μπλουμ και Σι-άι-έι, «οι απεργίες τού 36 ήταν σταλινική συνωμοσία»], και θα δείτε την απόσταση από τα όσα λέει το σημερινό Σοσιαλιστικό Κόμμα [τού Ολάντ τής αλλαγής]. Το ΓΓΚ τού σήμερα είναι κληρονόμος των σοσιαλιστικών και κομμουνιστικών παραδόσεων τού πρώτου μισού τού 20 αιώνα [εννοεί τής πρώτης εικοσαετίας], ενώ η πλειοψηφία των σοσιαλδημοκρατών έχει χάσει το νήμα τής παράδοσης αυτής.»

    Τα άνω σε συνάρτηση με την «Kehre» τού Κουβελάκη (εξάμηνο προ των εκλογών) και την επανανακάλυψη τής σοσιαλδημοκρατικής Αμερικής.

    Ενδεικτικά: «Ανάμεσα στο φθινόπωρο τού 45 και τον Φλεβάρη τού 46, ο Λε Μπάιγ, εκπρόσωπος τού «μη αντιστασιακού»[*] ρεύματος --- και σφόδρα αντικομμουνιστικού --- ρεύματος τού SFIO, διατύπωσε, υπό το πρίσμα των εσωτερικών αναγκαιοτήτων και των επιταγών που συνδέοντο με τη δημιουργία τού «δυτικού μπλοκ» --- ζωτικής σημασίας οχυρού ενάντια στον κομμουνισμό---, μια γραμμή «ρήξης με το ΚΚΓ» με σαφή συνδικαλιστικά παρεπόμενα: αναφέρθηκε μάλιστα στην ανάγκη υπέρβασης τού σχίσματος τής Τουρ και συνέστησε, σε αντιδιαστολή με το «μέγα σφάλμα που χρονολογείται από το '34», την «υιοθέτηση αυτού τού αντικομμουνισμού τον οποίο εσφαλμένα απορρίψαμε από το 1934».

    A.Lacroix-Riz LA SCISSION DE 1947

    [*] ευφημισμός

    ΑπάντησηΔιαγραφή