Παρασκευή, 21 Δεκεμβρίου 2012

Το "ΒΗΜΑ", ο Bernstein και το φάντασμα του Marx

Σχόλιο Praxis: Μια ανάγνωση των αστών για τον Μάρξ που καταλαβαίνουν ότι το πρόβλημα είναι η τοποθέτηση του για την ανατροπή του καπιταλισμού και για αυτό προσπαθούν -για πολλοστή φορά- να φέρουν τον Μπερνστάιν στο προσκήνιο, ως διανοητή που -σε αντίθεση με τον Μάρξ- υποτίθεται ότι "επιβεβαιώθηκε".

Ο Μπερνστάιν βέβαια ήταν αυτός που υποστήριζε στα τέλη του 19ου αιώνα ότι...ο καπιταλισμός είχε ξεπεράσει όλες τις κρίσεις του (ακολούθησαν ως γνωστό οι μεγαλύτερες κρίσεις και οι παγκόσμιοι πόλεμοι). Ο Μπερνστάιν ήταν αυτός που υποστήριζε ότι η κοινωνία δεν οδηγούνταν στην προλεταριοποίηση. Και σε αυτό διαψέυστηκε οικτρά. Ο Μπερνστάιν ήταν αυτός που υποστήριζε ότι η καπιταλιστική κοινωνία μπορεί να γίνει προοδευτική μέσω του "εκδημοκρατισμού" του καπιταλιστικού κράτος. Ούτε και σε αυτό επιβεβαιώθηκε. Επιβεβαιώθηκε όμως στο ότι χρειάζονται πάντα τέτοιοι αριστεροί "διανοούμενοι" για να κάνει τη δουλειά της η αστική τάξη και να παρουσιάζει την δική της εξουσία ως το τέλος της ανθρωπότητας. Το πιο ενδιαφέρον όμως είναι η επισήμανση του άρθρου ότι όλη η σημερινή "αριστερά", παρά τους ισχυρισμούς της, έχει περισσότερη σχέση με τον Μπερνστάιν και τον Κάουτσκυ παρά τον Μάρξ (αριστερές κυβερνήσεις, σχέδια Β, μεταβατικά αιτήματα καπιταλιστικού τύπου που πλασάρονται ως επαναστατικά, αντικαπιταλιστικές "καμπές" που υποτίθεται ότι οδηγούν εξελικτικά σε μια άλλη κατάκτηση επαναστατικής συνείδησης κλπ). Αυτό για τους αστούς είναι "δικαίωση" του Μπερνστάιν (τότε όμως πρός τι άγχος του αρθογράφου;) ενώ στην πραγματικότητα δείχνει την ανάγκη επανεξόρμησης του Μαρξισμού, του Κομμουνισμού και του ταξικού εργατικού κινήματος σαν την μόνη προοπτική για τον κόσμο της εργασίας.


Ενώ η αστική τάξη πάντα προσπαθούσε να αποκόψει και να διαστρεβλώσει, αφού δεν κατάφερε να τα αποσιωπήσει, τα οικονομικά έργα του Μάρξ, εκεί που δεν μπορούσε με τίποτα να επιχειρήσει μια τέτοια προσαρμογή ήταν με την επαναστατική του τοποθέτηση. Για αυτό προσπαθούσε πάντα να την ακυρώνει στο όνομα "ότι δε έχει πρόταση". Ενώ η πρόταση του Μάρξ -και αυτό αποδείχθηκε περίτρανα- ήταν ακριβώς ότι συνολικές "προτάσεις" υπέρ του εργατικού κινήματος δεν υπάρχουν στον καπιταλισμό (δεν λέμε για επιμέρους μέτρα που δεν αλλάζουν τον εκμεταλλευτικό χαρακτήρα του συστήματος που προφανως έχουν -σαν τέτοια- τη σημασία τους) και χρειάζεται επανάσταση. Για αυτό λοιπόν χρειαζόντουσαν πάντα "άλλες" προσεγγίσεις που να αρνούνται την επανάσταση και με διάφορους τρόπους να δικαιώνουν τον καπιταλισμό.

Ο Μάρξ λοιπόν είχε δίκιο όταν στην κριτική του στο πρόγραμμα της Γκότα είχε προβλέψει τους Μπερνστάιν που θα έρχονταν (πού να φανταστεί βέβαια ότι θα ήταν, όπως ο Μπερνστάιν, συνεργάτες του Ένγκελς επί χρόνια που τον θαύμαζαν και μόλις πέθανε πλαστογράφησαν και έκρυψαν τα κείμενα του, βάζοντας τον νεκρό Ενγκελς να υποστηρίζει ρεφορμιστικές θέσεις). Το γεγονός ότι σήμερα, που έχουμε την απουσία επαναστατικού κομμουνιστικού ρεύματος οι αστοί κυνηγάνε ακόμα το φάντασμα του Μάρξ, δείχνει την σημασία και την επικαιρότητα των κομμουνιστικών ιδεών, της Μαρξιστικής Θεωρίας, και του ταξικού εργατικού κινήματος σαν τη μόνη απειλή για τα σύστημα. Οι αστοί ξέρουν ότι αυτά το μεγαλύτερο μέρος της αριστεράς τα έχει εγκαταλείψει εδώ και χρόνια. Όμως ακόμα τα φοβούνται και έχουν δίκιο. Για αυτό φροντίζουν να τα χτυπήσουν πριν καν ξαναγεννηθούν. Η ιστορία όμως, όπως και άλλες φορές, θα τους διαψεύσει.

Γιατί ο Μαρξ είχε άδικο

Μπορεί ο Καρλ Μαρξ να δώσει την απάντηση στην κρίση της ευρωζώνης; Ο Ντόναλντ Σασούν υποστηρίζει ότι οι απόψεις του μαθητή του Μαρξ, Εντουαρντ Μπερνστάιν, αντέχουν στον χρόνο περισσότερο από εκείνες του δασκάλου του

Εδώ και τέσσερα χρόνια το όνομά του πλανιέται πάνω από την Ευρώπη ως φάντασμα. Το «Time» και το «Newsweek» τού αφιέρωναν το 2009 εξώφυλλα με προτροπές («ας τον ξανασκεφτούμε») και διαβεβαιώσεις («είμαστε όλοι σοσιαλιστές τώρα»). Διαπρεπείς καθηγητές, όπως ο Νουριέλ Ρουμπινί, έβρισκαν το 2011 ότι «εν μέρει είχε δίκιο ότι η παγκοσμιοποίηση, η ασύδοτη χρηματοπιστωτική διαμεσολάβηση και η αναδιανομή πλούτου και εισοδημάτων σε βάρος του εργατικού δυναμικού προς όφελος του κεφαλαίου θα μπορούσαν να οδηγήσουν τον καπιταλισμό στην αυτοκαταστροφή». Οταν το καλοκαίρι του 2012 η γερμανική τράπεζα Sparkasse ζητούσε από τους πελάτες της να επιλέξουν μεταξύ δέκα διαφορετικών εκδοχών εκείνη που θα κοσμούσε τη νέα έκδοση της πιστωτικής της κάρτας, η δική του γενειοφόρος μορφή πλειοψηφούσε θριαμβευτικά.

Από εκείνη την αποφράδα Δευτέρα της 15ης Σεπτεμβρίου 2008, οπότε η Lehman Brothers κατέληξε στα χέρια των θεραπόντων της αμερικανικής οικονομίας, κάθε λογής δημοσιολόγοι, οικονομολόγοι, πιστοί και αμφισβητίες της οικονομίας της αγοράς έρχονται τακτικά αντιμέτωποι με το ερώτημα αν ο Καρλ Μαρξ είχε τελικά δίκιο. Καθώς, όμως, οι απανταχού της Δύσης «Αγανακτισμένοι» διόλου διατεθειμένοι φαίνεται να είναι να κάνουν πράξη την επαναστατική απάλειψη του συστήματος, εμμένοντας σε ζητήματα δικαιοσύνης και ισότητας, οι ανησυχούντες μάλλον θα έπρεπε να αναρωτιούνται περισσότερο μήπως δεν ήταν ο ίδιος ο Μαρξ, αλλά ένας ελάσσων μαρξιστής που δικαιώνεται τελικά, με έναν αιώνα καθυστέρηση. Γιατί εκείνος που μίλησε πρώτος για πρακτικές επιδιώξεις σε βάρος των θεωρητικών, για μεταρρύθμιση του συστήματος αντί της βίαιης κατάλυσής του, δεν ήταν ο δάσκαλος, αλλά ένας μαθητής του, ο Εντουαρντ Μπερνστάιν.

Ποιος Μαρξ;

Ο Καρλ Μαρξ (1818-1883) μπορεί να επιστρέφει, συνήθως όμως δεν διευκρινίζεται ποιος ακριβώς Μαρξ είναι αυτός – ο οπαδός της οικονομικής αιτιοκρατίας, ο επαναστάτης του «Κομμουνιστικού μανιφέστου» ή ο αμείλικτος κριτικός των δομικών ελαττωμάτων του καπιταλισμού; Η οικονομική σκέψη μετά το 2008 δέχθηκε (έστω και απρόθυμα) να μπολιαστεί ξανά με κάποιες δόσεις κεϊνσιανισμού, δεν έδειξε, όμως, οποιαδήποτε τάση αποδοχής των δικών του υποδείξεων. Τα πολυπληθή κινήματα «Αγανακτισμένων» σε Ευρώπη και Αμερική μπορεί να χρησιμοποίησαν την εικόνα του ή τη συνθηματολογία των κληρονόμων του, ουδέποτε όμως εξέφρασαν τη διάθεση να σπάσουν τις αλυσίδες τους. Οχι, η αλήθεια είναι ότι ο Καρλ Μαρξ εκτιμάται σήμερα για μια συμβολή η οποία ουδέποτε στην πραγματικότητα ξεχάστηκε: υπήρξε ο πιο οξυδερκής και πλήρης κριτικός του καπιταλισμού σε επίπεδο πολιτικής οικονομίας, αναδεικνύοντας με ακρίβεια τόσο τα επιτεύγματα όσο και τις δομικές στρεβλώσεις του. Αν, όμως, περιμένει κανείς από τον δάσκαλο πρακτικές συμβουλές και οδηγίες για το εδώ και το τώρα, είναι καταδικασμένος να απογοητευθεί.

«Είναι εξαιρετικά προβληματικό να αναρωτιόμαστε τι θα είχε πει ο Μαρξ ή ο Πλάτωνας σήμερα – και μετά να το επινοούμε» μας εξηγεί ο Ντόναλντ Σασούν, καθηγητής Συγκριτικής Ευρωπαϊκής Ιστορίας στο Πανεπιστήμιο Κουίν Μέρι του Λονδίνου και συγγραφέας του έργου αναφοράς «Εκατό χρόνια σοσιαλισμού – Η δυτικοευρωπαϊκή Αριστερά στον 20ό αιώνα» (εκδ. Καστανιώτη). «Ο Μαρξ, για παράδειγμα, δεν λέει και πολλά για τις κρίσεις του καπιταλισμού. Και το είδος καπιταλισμού που έχουμε σήμερα είναι πολύ διαφορετικό από εκείνο της εποχής του, ειδικά όσον αφορά τον βαθμό της χρηματοπιστωτικής τροπής της διεθνούς οικονομίας, γεγονός που δεν θα μπορούσε να είχε προβλέψει – και, για την ακρίβεια, δεν το προέβλεψε. Για τον Μαρξ, οι τράπεζες ήταν σημαντικό στοιχείο της κεφαλαιοκρατίας επειδή ανακύκλωναν τις αποταμιεύσεις σε επενδύσεις. Στις μέρες μας, αυτό αποτελεί μικρό μέρος της δραστηριότητάς τους – διαφορετικά δεν θα βρισκόμασταν, άλλωστε, στο χάος που βρισκόμαστε σήμερα».

Ποιος Μπερνστάιν;

«Σήμερα ούτε καν η τροτσκιστική Αριστερά δεν μιλά για ένοπλη επανάσταση» έλεγε ο αριστερός αρθρογράφος του βρετανικού «Independent» Οουεν Τζόουνς τον Ιούλιο του 2012. Οντως, μεταξύ των πολυάριθμων αιτημάτων που καταγράφηκαν πέρυσι από μέσα ενημέρωσης όπως το περιοδικό «Bloomberg Businessweek», το δίκτυο MNBC ή η εφημερίδα «Los Angeles Times» ως στόχοι του κινήματος Occupy Wall Street μπορεί να βρει κανείς εκείνα του μετριασμού των οικονομικών ανισοτήτων, της μείωσης της επιρροής των οικονομικών συμφερόντων στην πολιτική σφαίρα, της καταπολέμησης της διαφθοράς, της αύξησης των θέσεων εργασίας, της τραπεζικής μεταρρύθμισης, όχι όμως αυτό της κατάργησης της οικονομίας της αγοράς ή της επαναστατικής εγκαθίδρυσης μιας σοσιαλιστικής κοινωνίας. Η κοινωνία της κατανάλωσης δεν αναζητεί ριζοσπαστικές λύσεις, αλλά διορθώσεις πορείας, δεν επιδιώκει την έξωση του καπιταλισμού, αλλά τη μεταρρύθμισή του. Και αυτή δεν είναι η επικράτεια του Μαρξ, είναι εκείνη του Μπερνστάιν.

Εξέχουσα προσωπικότητα των γερμανών σοσιαλδημοκρατών της εποχής του, επιφανής ακτιβιστής, φίλος του Μαρξ κατά τα τελευταία χρόνια της ζωής του και μετέπειτα προστατευόμενος του Φρίντριχ Ενγκελς, ο Εντουαρντ Μπερνστάιν (1850-1932) υπήρξε ένα από τα «τρομερά παιδιά» του μαρξισμού των αρχών του 20ού αιώνα – και πρώτος μεγάλος διαφωνών του. Συγγραφέας το 1891 (από κοινού με τον Καρλ Κάουτσκι) του λεγόμενου «Προγράμματος της Ερφούρτης» το οποίο καθόρισε για δεκαετίες τους βασικούς πολιτικούς στόχους των σοσιαλιστών, τόλμησε το 1899 να ασκήσει κριτική στον Μαρξ για τις μη επαληθευόμενες προβλέψεις του περί επικείμενης κατάρρευσης του καπιταλισμού: «Οι χωρικοί δεν καταποντίζονται, η μεσαία τάξη δεν εξαφανίζεται, οι κρίσεις δεν μεγεθύνονται, η αθλιότητα και η δουλοπαροικία δεν αυξάνονται».

Αντί να αναμένει ή να απεργάζεται μια απίθανη πτώση του συστήματος, το κίνημα όφειλε να επιδιώξει άμεσα πολιτικά και κοινωνικά οφέλη εντός του, οι μεταρρυθμίσεις από απλή προπαγάνδα έπρεπε να μεταβληθούν σε ρεαλιστικούς στόχους. Για τις αναθεωρητικές αυτές απόψεις του ο Μπερνστάιν αποκηρύχθηκε από τους «ορθόδοξους» συμμαρξιστές του ως «ρεβιζιονιστής», εγκαινιάζοντας μια καθαγιασμένη έκτοτε από τον χρόνο αριστερή παράδοση καταδίκης όσων παρεξέκλιναν από τα καθιερωμένα. Ο αποσυνάγωγος, ωστόσο, δεν άργησε να δικαιωθεί, έστω και σιωπηρά. «Μετά τη Ρωσική Επανάσταση του 1917», μας λέει ο Ντόναλντ Σασούν, «όταν το σοσιαλιστικό κίνημα διασπάστηκε, η σοσιαλδημοκρατική πλειοψηφία, οι μη κομμουνιστές σοσιαλιστές, πρακτικά ασπάζονταν όλο και περισσότερο τις απόψεις του Μπερνστάιν, οι οποίες κυριάρχησαν μετά το 1945, καθώς ο αντικομμουνισμός ενισχυόταν από τον Ψυχρό Πόλεμο και την εμπειρία του σταλινισμού».

Ποιος από τους δύο είχε δίκιο;

Αν στην επέτειο των 90 χρόνων από τον θάνατό του το όνομα του γερμανού θεωρητικού είναι πλέον παντελώς άγνωστο, αυτό συμβαίνει γιατί οι θέσεις του διαχύθηκαν στη μεταπολεμική παράδοση των «εκσυγχρονιστών», «ανανεωτικών» ή «μεταρρυθμιστών» της σοσιαλδημοκρατίας και στην ανοικοδόμηση του ευρωπαϊκού κράτους πρόνοιας: «Η ουσία σε όσα έλεγε ο Μπερνστάιν», εκτιμά ο Σασούν, «ήταν η ιδέα ότι θα έφτανε κανείς στον σοσιαλισμό αυξάνοντας το εκτός αγοράς τμήμα της οικονομίας. Και είναι αλήθεια ότι το εκτός αγοράς τμήμα της οικονομίας, η κατανομή των πόρων διά πολιτικών μέσων, μέσω του κράτους, αυξήθηκε σε τεράστιο βαθμό την εποχή της συγκρότησης του κράτους πρόνοιας. Οι υπηρεσίες Υγείας στην Ευρώπη, όχι τόσο στις ΗΠΑ, θεωρήθηκε ότι δεν πρέπει να λειτουργήσουν ως αγορά Υγείας: αν αρρωστήσει κανείς, απλώς θεραπεύεται. Το ίδιο και στον χώρο της εκπαίδευσης – δωρεάν Παιδεία. Υπήρχαν οπωσδήποτε ανισότητες και ορισμένες αυξάνονταν, η βασική, όμως, αρχή ότι οι αγορές δεν ρυθμίζουν τα πάντα έγινε μεταπολεμικά αποδεκτή από την Αριστερά στη δυτική Ευρώπη. Εγινε αποδεκτή ακόμη και από τη Δεξιά – κάτι που δείχνει την επιτυχία της.

Η Δεξιά δεν επιχείρησε να εξαλείψει τη δωρεάν Παιδεία ή τα εθνικά συστήματα Υγείας ούτε στη Γερμανία, ούτε στη Βρετανία, ούτε στη Γαλλία, ούτε στην Ιταλία. Ακόμη και η ριγκανική επανάσταση ή ο θατσερισμός της δεκαετίας του ’80, τα αμφισβήτησαν μεν, χωρίς όμως να μπορέσουν να τα καταβάλουν. Ωστόσο, αυτό που δεν αντιλήφθηκε ο Μπερνστάιν, ή οποιοσδήποτε άλλος σύγχρονός του, είναι ότι πολλές από αυτές τις μεταρρυθμίσεις είναι απόλυτα συμβατές με τον καπιταλισμό – για την ακρίβεια, κάποιοι ισχυρίζονται ότι αποτελούν αναπόσπαστο τμήμα του, γιατί τον καθιστούν περισσότερο συμπονετικό, λιγότερο σκληρό ή κτηνώδη».

Είναι βέβαιο ότι κανείς δεν πρόκειται να μπει στον κόπο να γράψει για τον Μπερνστάιν κάτι αντίστοιχο με το πρόσφατο βιβλίο του διάσημου μαρξιστή κριτικού λογοτεχνίας Τέρι Ιγκλετον «Γιατί ο Μαρξ είχε δίκιο» (εκδ. Πατάκη)». Από τη μία πλευρά η διαφορά βεληνεκούς είναι μεγάλη: ο δάσκαλος διέθετε τέτοιο εύρος κριτικού στοχασμού, ώστε να χρειάζεται ανασκευαστές, αναθεωρητές, κριτικούς και υπερασπιστές. Από την άλλη, μπορεί ο μαθητής να αποδείχθηκε ρεαλιστικότερος του δασκάλου όσον αφορά τη μέθοδο οικοδόμησης μιας πιο δίκαιης κοινωνίας, ούτε όμως οι δικοί του μύχιοι πόθοι ευοδώθηκαν: ο καπιταλισμός δεν υποσκελίστηκε βαθμιαία από τον σοσιαλισμό, ενώ, όπως σημειώνει ο Σασούν «ο Μπερνστάιν υποστήριζε ότι ο καπιταλισμός θα ρύθμιζε το πρόβλημα των κρίσεών του», κάτι που η πραγματικότητα πρόσφατα διέψευσε πανηγυρικά.

Ωστόσο, αν κατά τη Eurostat και τον ΟΟΣΑ η Ευρωπαϊκή Ενωση έχει τη δυνατότητα κατά τη διάρκεια της χειρότερης κρίσης από το 1929 να δαπανά το 5% του ΑΕΠ της για την Παιδεία και το 9,6% για την περίθαλψη, αν, παρά την επικράτηση μιας αδιέξοδης λογικής περικοπών, «ο δυτικοευρωπαϊκός καπιταλισμός διατηρείται ως σήμερα σε μεγάλο βαθμό διαμορφωμένος όπως συγκροτήθηκε στις δεκαετίες του ’50 και του ’60», σύμφωνα με τον Ντόναλντ Σασούν, αν οι διαμαρτυρόμενοι της τελευταίας διετίας ζητούν επιτακτικά την ευνομία αντί τη ριζική μεταβολή, τότε ένα είναι σαφές. Ζούμε (ακόμη) στον κόσμο του Μπερνστάιν, όχι του Μαρξ.

Καρασαρίνης Μάρκος
Πηγή: το Βήμα

1 σχόλιο:

  1. «Σήμερα ούτε καν η τροτσκιστική Αριστερά δεν μιλά για ένοπλη επανάσταση»

    Ασχολούνται με σοβαρότερα προβλήματα, όπως την εγκαθίδρυση τού δημοκρατικού σοσιαλισμού στη Συρία.

    «Οι υπηρεσίες Υγείας στην Ευρώπη, όχι τόσο στις ΗΠΑ»

    Σχήμα κοινωνικο-προνοιακής λιτότητας από τον Σασούν, συγκριτικός «ιστορικός» τής ριζοαριστεράς. Τι άλλα σκατά θα μεταφραστούν στα ελληνικά.

    ΑπάντησηΔιαγραφή