Τετάρτη, 31 Οκτωβρίου 2012

Grover Furr-Τα τεκμήρια για τη συνεργασία του Τρότσκι με τη Γερμανία και την Ιαπωνία. Έκτο μέρος

Τεκμήρια από τις τρεις δίκες της Μόσχας
Οι μαρτυρίες των κατηγορουμένων στις τρεις δίκες της Μόσχας απορρίπτονται ως ψευδείς ως ζήτημα ρουτίνας. Οι κατηγορούμενοι, λέγεται, απειλήθηκαν, βασανίστηκαν, ή με κάποιον άλλο τρόπο εξαναγκάστηκαν να ομολογήσουν παράλογα αδικήματα που δεν θα μπορούσαν ποτέ να έχουν διαπράξει. Όλα αυτά είναι εσφαλμένα.

Δεν υπάρχει κανένα τεκμήριο που να αξίζει το όνομά του που να δείχνει πως οι κατηγορούμενοι απειλήθηκαν, ή βασανίστηκαν ή εξαναγκάστηκαν με υποσχέσεις κάποιου είδους να δώσουν ψευδείς ομομολογίες. Υπό την ηγεσία του Χρουτσόφ, και ξανά υπό την ηγεσία Γκορμπατσόφ, και στην πραγματικότητα ακόμα και σήμερα, η επίσημη στάση του Σοβιετικού και του Ρωσικού καθεστώτος είναι πως οι καταθέσεις των κατηγορουμένων είναι ψευδείς. Το ανακριτικό υλικό, το οποίο στην συντριπτική του πλειοψηφία παραμένει απόρρητο στη Ρωσία σήμερα, έχει "χτενιστεί" σε αναζήτηση τεκμηρίων που θα διέψευδαν τις δίκες και θα αποδείκνυαν πως οι μαρτυρίες των κατηγορουμένων ήταν ψευδείς. Όμως τέτοια τεκμήρια δεν έχουν ανακαλυφθεί. Για τον λόγο αυτό μπορούμε να είμαστε αρκετά βέβαιοι ότι τέτοια τεκμήρια δεν υπάρχουν.

Το 1992, και κατά τη διάρκεια της βραχύβιας περιόδου της "γκλασνόστ" υπό τον Γιέλτσιν, δημοσιεύτηκαν οι προσφυγές δέκα από τους κατηγορουμένων των δικών της Μόσχας. Όλοι οι κατηγορούμενοι είχαν καταδικαστεί σε θάνατο στη βάση των δικών τους ομολογιών και των κατηγοριών άλλων κατηγορουμένων. Αν είχαν ποτέ τη δυνατότητα να ανακαλέσουν τις ομολογίες τους και να δηλώσουν αθώοι, αυτή ήταν η τελευταία τους ευκαιρία. Δεν το έκανε κανείς. Όλοι τους επιβεβαίωσαν την ενοχή τους.

Ο Δρ. ντ. Ντ. Πλέτνεφ, ήσσονος σημασίας κατηγορούμενος στην δίκη της Μόσχας που έγινε το 1938, απετέλεσε το θέμα πολλών άρθρων που τον ανακήρυξαν αθώο θύμα σκευωρίας, ισχυριζόμενα ότι μετά τη δίκη, και καθόσο ήταν στη φυλακή, διακήρυξε την αθωότητά του. Όμως μια μελέτη όλων αυτών των άρθρων και των σπαραγμάτων της αλληλογραφίας του Πλέτνεφ τα οποία δημοσίεσυαν δείχνει πως ο ισχυρισμός είναι ψευδής. Ο Πλέτνεφ δεν δήλωσε ποτέ αθώος για το έγκλημα για το οποίο καταδικάστηκε σε δίκη. Τα άρθρα είναι γεμάτα αντιφάσεις και ανέντιμες δηλώσεις. Δεν υπάρχει καμία βάση για να ισχυριστεί κανείς ότι ο Πλέτνεφ υπήρξε θύμα σκευωρίας. Στην περίπτωση κάποιων από τους πιο διάσημους κατηγορούμενους, όπως σ' αυτή του Ζινόβιεφ και του Μπουχάριν, υπάρχουν αρκετά στοιχεία ότι δεν απειλήθηκαν, ούτε έτυχαν κακομεταχείρισης.

Οι περισσότεροι από όσους απορρίπτουν την εξέταση των ομολογιών των δικών της Μόσχας δεν έχουν ποτέ μελετήσει τα πρακτικά των δικών αυτών. Τις απορρίπτουν επειδή τους έχουν πει ότι οι ομολογίες των κατηγορουμένων ήταν κατασκευασμένες. Στην πραγματικότητα, δεν υπάρχουν τεκμήρια ότι έγινε κάτι τέτοιο. Όπως θα δούμε τα τεκμήρια τα οποία παρουσιάστηκαν στις ομολογίες αυτές στην πραγματικότητα επαληθεύονται από το αρχειακό υλικό, που είναι και το βασικό θέμα αυτής της μελέτης. Και ανεξάρτητα από όλα αυτά, οι ομολογίες των κατηγορουμένων στις δίκες της Μόσχας θα πρέπει να αντιμετωπίζονται με τον ίδιο σεβασμό που έχουν τα υπόλοιπα τεκμήρια, ή κάθε τεκμήριο. Πρέπει να ταυτοποιηθούν, να συλλεχθούν, και να μελετηθούν. Αυτό το κάναμε πιο κάτω.

Αρκετοί από τους κατηγορούμενους στις δίκες της Μόσχας κατέθεσαν πως ο Τρότσκι συνεργαζόταν με τη Γερμανία ή την Ιαπωνία. Οι περισσότεροι από αυτούς τους μάρτυρες είπαν ότι έμαθαν για τη συνεργασία του Τρότσκι από άλλους. Κάποιοι όμως από τους κατηγορουμένους κατέθεσαν ότι είχαν μάθει για την συνεργασία του Τρότσκι από τον ίδιο τον Τρότσκι, από τον γιό του Τρότσκι Σέντοφ, ή από σημειώματα ή επιστολές των Τρότσκι και Σέντοφ.

Το στάτους των μαρτυριών αυτών λοιπόν είναι πιο άμεσο. Στο άρθρο αυτό θα επικεντρωθούμε στις μαρτυρίες από πρώτο χέρι για την συνεργασία του Ττότσκι. Δεν θα εξετάσουμε λεπτομερώς έμμεσα τεκμήρια που έρχονται από δεύτερο χέρι. Ωστόσο θα πούμε κάποια πράγματα για τα στοιχεία αυτά στο τέλος του άρθρου για να σημειώσουμε πώς ενισχύει τα πρωτογενή τεκμήρια 

Δίκη Αυγούστου του 1936: Όλμπεργκ
Κατά τη δίκη του Ζινόβιεφ, του Κάμενεφ και άλλων τον Αύγουστο του 1936, τα μόνα από πρώτο χέρι στοιχεία για συνεργασία του Τρότσκι και της Γερμανικής κυβέρνησης αφορούν συνεργασία με την γερμανική κατασκοπία. Ο κατηγορούμενος Βαλεντίν Όλμπεργκ ισχυρίστηκε ότι πήρε από την Γκεστάπο ένα διαβατήριο της Ονδούρας ώστε να μπει στην ΕΣΣΔ με την βοήθεια του αδελφού του Πολ, που ήταν Γερμανός πράκτορας. Κατέθεσε επίσης ότι του δόθηκαν τα χρήματα να το αγοράσει από την Γερμανική Τροτσκιστική οργάνωση, επειδή ο Σέντοφ τους είχε δώσει οδηγίες να τα πληρώσουν. Ο J Arch Getty ανακάλυψε στοιχεία στο Αρχείο Τρότσκι ότι ο Τρότσκι είχε "ασφαλείς επαφές στο Βερολίνο, την Πράγα, και την Κωνσταντινούπολη" (Getty, σ. 28). Στον βαθμό λοιπόν που υπήρχαν Γερμανοί Τροτσκιστές, η επαφή την οποία ανέφερε ο  Όλμπεργκ, θα μπορούσε να έχει λάβει χώρα. Περισσότερα δεν μπορούμε να πούμε. Οι υποτιθέμενες επαφές ανάμεσα σε Τροτσκιστές και στη Γκεστάπο έγιναν για τον σκοπό της οργάνωσης αποπειρών δολοφονίας των Στάλιν και Βοροσίλοφ. Δεν υπάρχουν καταθέσεις στη δίκη αυτή για οποιεσδήποτε επαφής του Τρότσκι με Γερμανούς ή Ιάπωνες για στρατιωτικούς σκοπούς.

Ο Όλμπεργκ ισχυρίστηκε ότι υπήρχε συστηματική συνεργασία ανάμεσα στη Γκεστάπο και σε Γερμανούς Τροτσκιστές, με την συναίνεση του Τρότσκι. Παραθέτουμε από την εισηγητική ομιλία του εισαγγελέα Βισίνσκι:

Όπως έχει αποδείξει η έρευνα, ο Β. Όλμπεργκ έφτασε στην ΕΣΣΔ με διαβατήριο πολίτη της δημοκρατίας της Ονδούρας, το οποίο απέκτησε με την βοήθεια της γερμανικής μυστικής αστυνομίας (Γκεστάπο).

Σχετικά με το θέμα αυτό, ο Β. Όλμπεργκ κατέθεσε τα εξής κατά τη διάρκεια εξέτασης στο γραφείο του κρατικού εισαγγελέα της ΕΣΣΔ:
Ο Σέντοφ υποσχέθηκε να με βοηθήσει να αποκτήσω διαβατήριο ώστε να επιστρέψω στην ΕΣΣΔ. Αλλά κατάφερα να αποκτήσω διαβατήριο με τη βοήθεια του νεότερου αδελφού μου, Πολ Όλμπεργκ. Χάρη στις επαφές μου με τη γερμανική αστυνομία και τον πράκτορά της στην Πράγα, Β. Π. Τουκαλέφσκι, απέκτησα, μέσω δωροδοκίας, το διαβατήριο πολίτη της δημοκρατίας της Ονδούρας. Τα χρήματα για το διαβατήριο --13.000 τσεχοσλοβάκικα Κρόνεν-- τα πήρα από τον Σέντοφ, ή ακριβέστερα, από την τροτσκιστική οργάνωση, κατόπιν σχετικών οδηγιών του Σέντοφ (Τομ. 21, σελ. 262).
Όταν επανεξετάστηκε για το θέμα της σύνδεσής του με τη Γκεστάπο, ο Β. Όλμπεργκ κατέθεσε στις 31 Ιουλίου:
Επιβεβαιώνοντας, ακόμη, την κατάθεσή μου της 9ης Μαϊου φέτος, τονίζω πως η σύνδεσή μου με την Γκεστάπο δεν ήταν καθόλου εξαίρεση, για την οποία να μπορεί κάποιος να μιλήσει ως αποστασία κάποιου τροτσκιστή ατομικά. Ήταν γραμμή των τροτσκιστών, σε συμφωνία με τις οδηγίες του Λ. Τρότσκι που δόθηκαν μέσω Σέντοφ. Η σύνδεση με την Γκεστάπο ακολούθησε τη γραμμή της διοργάνωσης τρομοκρατίας στην ΕΣΣΔ ενάντια στους ηγέτες του ΚΚΣΕ και της Σοβιετικής κυβέρνησης.
Από τα πρακτικά της δίκης:
Μετά, συνεχίζει ο Όλμπεργκ, έγραψα μια επιστολή στον Σέντοφ στο Παρίσι που τον ενημέρωνε για την πρόταση που έγινε από τον πράκτορα της Γκεστάπο, και του ζήτησε να με πληροφορήσει αν ο Λ. Τρότσκι θα ενέκρινε συμφωνία με έναν τέτοιο πράκτορα. Μετά από ένα διάστημα, έλαβα απάντηση που έδινε έγκριση στις δράσεις μου, δηλαδή, στην συνεννόησή μου με τον Τουκαλέφσκι. Ο Σέντοφ έγραψε λέγοντας πως ήταν απαραίτητη η πιο μεγάλη μυστικότητα, και πως κανένα από τα άλλα μέλη της τροτσκιστικής οργάνωσης δεν έπρεπε να πληροφορηθεί για την συνεννόηση αυτή (Πράβδα, 21 Αυγούστου 1936, σελ. 2).
Ο κατηγορούμενος Νάταν Λούρε ομολόγησε ότι είχε σχεδιάσει δολοφονίες κάτω από την ηγεσία του Φραντς Βάιτς, πράκτορα της Γκεστάπο. Ο Λούρε ισχυρίστηκε πως ο Βάιτς είχε ισχυριστεί πως οι Τροτσκιστές και η Γκεστάπο θα πρέπει να συνεργάζονται για κοινούς στόχους. ο Λούρε δεν ισχυρίστηκε ποτέ ότι οι ίδιοι οι Τρότσκι ή Σέντοφ του είχαν ζητήσει να κάνει κάτι τέτοιο. Δεν ισχυρίστηκε ποτέ ότι τους συνάντησε προσωπικά.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου