Δευτέρα, 29 Οκτωβρίου 2012

Grover Furr-Τα τεκμήρια για την συνεργασία του Τρότσκι με τη Γερμανία και την Ιαπωνία. Τέταρτο μέρος

[παραλείπονται οι σελίδες 19 (τέλος) έως 22 (μέση)]

Στην εργασία αυτή υποθέτω πως όσο περισσότερα τα ατομικά αντικείμενα στοιχειοθέτησης που είναι όλα σύμφωνα με μία ερμηνεία τόσο μικρότερη η πιθανότητα αυτά, και η ερμηνεία τους, να είναι το αποτέλεσμα κάποιου είδους "ενορχήστρωσης" ή φαλκίδευσης σύμφωνα με προκαθορισμένο σχέδιο. Αυτό θα πρέπει να ισχύει ιδιαίτερα σε περιπτώσεις όπου τα έγγραφα δεν είχαν ποτέ στόχο να δημοσιοποιηθούν. όταν συνδυάζονται με στοιχεία που δεν είχαν ποτέ άμεση σχέση με καμία ακροαματική διαδικασία, η πιθανότητα της φαλκίδευσης γίνει πολύ μικρή. Πρόκειται για κάτι παρόμοιο με αυτό που ονομάζουμε "περιστασιακές ενδείξεις" στο νομικό σύστημα. Όταν υπάρχουν αρκετές, οι περιστασιακές ενδείξεις" είναι τα πιο ισχυρά στοιχεία που υπάρχουν.

Αυτή ισχυρίζομαι πως είναι η περίπτωση με το τηλεγράφημα Τρότσκι της 18ης Ιουνίου 1937. Όπως αναγνώρισε ο Ρογκόβιν, το πιο σημαντικό στοιχείο σχετικά με αυτό το τηλεγράφημα είναι ότι ο Στάλιν έγραψε επάνω του. Αλλά το συμπέρασμα του Ρογκόβιν δεν έχει πειστική συλλογισιτκή. Κανείς που να μην είχε ήδη πειστεί ότι ο Τρότσκι ήταν αθώος για τις κατηγορίες συνεργασίας με τη Γερμανία δεν θα υποπτευόταν ότι ο Στάλιν δεν πίστευε στην αλήθεια όσων έγραφε για το ακροατήριο των στενότερων συνεργατών του, σχολίων που δεν είχαν ποτέ στόχο να κυκλοφορήσουν περισσότερο. Ίσως "τα πάντα (να) είναι πιθανά", αλλά τι είναι αληθοφανώς πιθανό; Ο Ρογκόβιν θα ήθελε να πιστέψουμε πως ο Στάλιν, ο Μολότωφ, ο Μικόιαν και ο Ζντάνοφ "υποκρινόντουσαν" μεταξύ τους πως ο Τρότσκι συνεργαζόταν με τους Γερμανούς αν και ήξεραν πεντακάθαρα ότι οι ίδιοι επινόησαν την ιστορία. Δεν υπάρχουν στοιχεία που να υποστηρίζουν ένα τέτοιο συμπέρασμα.

Αν οι λέξεις στο τηλεγράφημα ήταν οι μόνες αποδείξεις που μας οδηγούσαν να υποπτευθούμε ότι δεν ήταν κατασκευασμένες οι κατηγορίες ενάντια στον Τρότσκι --τουλάχιστο όχι από τον Στάλιν ή όχι εν γνώσει του-- θα ήταν ωστόσο πολύ σημαντικές. Ο Στάλιν επέβλεπε όλα τα ανακριτικά έγγραφα, περιλαμβανομένων τεράστιων ποσοτήτων στοιχείων που είτε παραμένουν απόρρητα στη σημερινή Ρωσία είτε έχουν καταστραφεί. Παρ' όλα αυτά, υπάρχουν πολύ περισσότερα στοιχεία που τείνουν στην ίδια αυτή κατεύθυνση.

Η "κατασκευή" των ομολογιών
Σε συζητήσεις όπως αυτή, όπου κάθε αμφισβήτηση του κυρίαρχου παραδείγματος αντιμετωπίζεται με δυσπιστία και ακόμα και φρίκη, είναι δύσκολο να ξεχωρίσεις την παρουσίαση των στοιχείων από την πράξη της απόκρισης σε προβλέψιμες αντιρρήσεις για τα στοιχεία αυτά που προέρχονται από το ίδιο αυτό παράδειγμα. Έτσι, παρακάτω θα παρουσιάσουμε μια συνοπτική απόρριψη παραδειγματικών αντιρρήσεων για κάποια από τα στοιχεία που παρουσιάζουμε. Θα δώσουμε τις λεπτομέρειες αργότερα.

Η "κανονιστική οπτική" ή το "κυρίαρχο παράδειγμα" της σοβιετικής ιστορίας είναι πως όλοι οι κατηγορούμενοι στις δίκες της Μόσχας ήταν αθώοι των κατηγοριών για τις οποίες ομολόγησαν. Δεν υπάρχει όμως "κανονιστική οπτική" για το πως εξασφαλίστηκε η παραχάραξη αυτών των ομολογιών.

Τα πρακτικά των τριών δικών της Μόσχας είναι διαθέσιμα από τα τέλη της δεκαετίας του 1930. Σύμφωνα με το κυρίαρχο παράδειγμα της σοβιετικής ιστορίας, τα πρακτικά αυτά είναι ανέντιμα και οι ομολογίες των κατηγορουμένων που καταγράφονται είναι προϊόντα φαλκίδευσης. 

Αλλά ο όρος "φαλκίδευση" δεν έχει σταθερό νόημα. Κανείς δεν έχει παρουσιάσει κανένα απολύτως στοιχείο ότι οι ομολογίες δεν ήταν αληθείς, άρα κανείς δεν είναι σε θέση να πει οτιδήποτε οριστικό. Οι κατηγορίες ενάντια στους κατηγορούμενους απλώς ανακηρύσσονται "παράλογες" και αντλείται το συμπέρασμα πως οι κατηγορούμενοι πρέπει να εξαναγκάστηκαν να ομολογήσουν ψευδώς με κάποιο μέσο. Η "φαλκίδευση" είναι μια λέξη αρκετά πλατιά ώστε το νόημά της να καλύπτει κάθε είδους ψευδολογίας.

Η κατηγορία πως οι ομολογίες ήταν πλαστές, όπως και κάθε άλλη βεβαίωση κάποιου γεγονότος μπορεί και πρέπει να ελεγχθεί στο φως όλων των άλλων διαθέσιμων στοιχείων. Φυσικά αυτό γίνεται ως δεδομένο στις υποθέσεις ποινικού δικαίου.

Οι ιστορικοί έχουν παρόμοια υποχρέωση να επαληθεύουν τις ομολογίες όπως και τα άλλα είδη στοιχείων. Αναλαμβάνουμε αυτή την ευθύνη στο παρόν δοκίμιο. Στην αρχή, ήμουν έτοιμος να βρω στοιχεία ότι οι ομολογίες των κατηγορουμένων ή/και άλλων στοιχείων είναι πλαστές. Στην πραγματικότητα, φαίνεται να ισχύει το αντίθετο. Τα στοιχεία που υπάρχουν τώρα τείνουν έντονα όχι να διαψεύσουν αλλά να επιβεβαιώσουν την αλήθεια των ομολογιών και των άλλων στοιχείων στα οποία παραπέμπουμε εδώ.

Το ζήτημα των βασανιστηρίων
Στο δοκίμιο αυτό δίνουμε σοβαρή σημασία στην υπόθεση ότι οι κατηγορούμενοι στις δίκες της Μόσχας και άλλοι, οι οποίοι είτε άμεσα είτε έμμεσα ενέπλεξαν τον Τρότσκι σε σενάρια συνεργασίας με την Γερμανία ή την Ιαπωνία μπορεί να εξαναγκάστηκαν να ψευδομαρτυρήσουν με τον ένα ή τον άλλο τρόπο. Πιο βαριά είναι η κατηγορία της πραγματικής χρήσης βασανιστηρίων ή της απειλής χρήσης τους. Πιο συγκεκριμένα, συζητούμε την υπόθεση ύπαρξης βασανιστηρίων σε σχέση με τους Ζινόβιεφ, Γιεζόφ, Ουρίτσκι και Γιάκοβλεφ (βλ. πιο κάτω). Εξετάζουμε την πεποίθηση του συνταγματάρχη Alksnis ότι οι κατηγορούμενοι της δίκης Τουχατσέφσκι δεν βασανίστηκαν. Στο τέλος του δοκιμίου αφιερώνουμε και ένα δεύτερο τμήμα στο θέμα της χρήσης βασανιστηρίων. Έχουμε πολλά στοιχεία ότι οι κατηγορούμενοι της δίκης της Μόσχας δεν βασανίστηκαν ούτε απειλήθηκαν με άλλον τρόπο να κάνουν ψευδείς καταθέσεις ενοχής.

Όλες οι ερμηνείες των μαρτυριών της δίκης, όπως κάθε ερμηνεία κάθε στοιχείου, είναι υποθέσεις. "Τα βασανιστήρια" είναι μια υπόθεση. Όπως κάθε υπόθεση, χρειάζονται αποδείξεις για να γίνει έλλογη θεωρία με την ισχύ εξήγησης. Στην περίπτωση αυτή δεν υπάρχουν τέτοιες αποδείξεις.

Έχουμε παραθέσει τις εκκλήσεις στο σοβιετικό ανώτατο δικαστήριο δέκα κατηγορουμένων των δικών της Μόσχας. Όλοι τους δέχονται ενοχή. Τα έγγραφα αυτά δεν είχαν ποτέ στόχο να δημοσιευτούν.

Ο Ράντεκ δήλωσε ξεκάθαρα στην δεύτερη δίκη της Μόσχας (Ιανουάριος 1937) ότι δεν τον βασάνιζαν οι ανακριτές, αλλά ότι αυτός τους βασάνιζε. Ο Μπουχάριν δήλωσε ότι "τα ενοχοποιητικά στοιχεία" (uliki) ήταν αυτά που τον έκαναν να αρχίσει να ομολογεί μετά από τρεις μήνες σιωπής. Σε άλλη έρευνα παραθέσαμε το συμπέρασμα του Stephen Cohen ότι ο Μπουχάριν δεν βασανίστηκε. Δεν υπάρχει λόγος να επαναλάβουμε εδώ την συλλογιστική του Cohen. Ο Cohen είναι ο υπαριθμόν ένα ειδικός παγκόσμια στον Μπουχάριν και συνεχίζει να επιμένει ότι ο Μπουχάριν ήταν απόλυτα αθώος ενώ παραδέχεται ότι δεν βρήκε στοιχεία που να υποστηρίζουν αυτό το συμπέρασμα.

Στις αρχές του 2006, δημοσιεύτηκε μια ομολογία του Μιχαήλ Φρινόφσκι, δεύτερου τη τάξει μετά τον Νικολάι Γιεζόφ στην NKVD. Σ' αυτή, ο Φρινόφσκι παραδέχτηκε πως ο Γιεζόφ και οι συν-συνομώτες του, περιλαμβανομένου του ίδιου, είχαν βασανίσει και είχαν φαλκιδεύσει ψευδείς κατηγορίες ενάντια σε πολλούς ανθρώπους. Αλλά ο Φρινόφσκι δήλωσε ρητά ότι κάτι τέτοιο δεν έγινε στην περίπτωση της δίκης του Μαρτίου του 1938, του "μπλοκ δεξιών και τροτσκιστών", την δίκη "Μπουχάριν."

Στην ίδια ομολογία, ο Φρινόφσκι δηλώνει επίσης ρητά ότι ο Μπουχάριν και οι άλλοι ήταν ένοχοι. Δηλώνει επιπλέον ότι ο ίδιος και ο Γιεζόφ ήταν οι ίδιοι μέλη αυτής της δεξιάς συνομωσίας. Επίσης δηλώνει ότι ο Μπουχάριν γνώριζε πως ο Γιεζόφ ήταν εμπλεκόμενος στην συνομωσία και κράτησε το στόμα του κλειστό στη δίκη, παίρνοντας το μυστικό αυτό μαζί του.

Ο Φρινόφσκι δήλωσε:
Προετοιμασία της δίκης Ρικόφ, Μπουχάριν, Γιαγκόντα και άλλων. Ενεργός συμμετέχων στις ανακρίσεις γενικά, ο Γιεζόφ έμεινε απόμακρος από την προετοιμασία αυτής της δίκης. Πριν πραγματοποιηθεί η δίκη, πρόσωπο με πρόσωπο συναντήσεις με τους υπόπτους, ανακρίσεις, εκλεπτύνσεις, στις οποίες δεν συμμετείχε ο Γιεζόφ. Μίλησε πολύ ώρα με τον Γιαγκόντα και το θέμα της συνομιλίας ήταν βασικά, το να διαβεβαιώσει τον Γιαγκόντα ότι δεν θα τον εκτελούσαν. 
Ο Γιεζόφ συζήτησε πολλές φορές με τον Μπουχάριν και τον Ρικόφ και τους διαβεβαίωσε επίσης για να τους ηρεμήσει ότι δεν θα τους εκτελούσαν για οποιοδήποτε λόγο. Ο Γιεζόφ είχε μια συνομιλία με τον Μπουλάνοφ και ξεκίνησε αυτή τη συνομιλία υπό την παρουσία του ανακριτή και εμού του ιδίου, και τελείωσε την συζήτηση ένας με έναν, αφού μας ζήτησε να φύγουμε. 
Την ώρα εκείνη ο Μπουλάνοφ είχε ξεκινήσει να μιλά για τη δηλητηρίαση του Γιεζόφ. Το τι αφορούσε η κουβέντα τους δεν το είπε ο Γιεζόφ. Όταν μας ζήτησε να ξαναμπούμε είπε: "Να συμπεριφερθείς καλά στη δίκη--θα ζητήσω να μην εκτελεστείς." Μετά τη δίκη ο Γιεζόφ πάντα εξέφραζε μετάνοια για τον Μπουλάνοφ. Όταν έγιναν οι εκτελέσεις, ο Γιεζόφ πρότεινε να εκτελέσουν πρώτο τον Μπουλάνοφ και ο ίδιος δεν μπήκε στο κτήριο όπου έγιναν οι εκτελέσεις. Στο θέμα αυτό ο Γιεζόφ χωρίς αμφιβολία ελεγχόταν από την ανάγκη να καλύψει τους δικούς του δεσμούς με τους συλληφθέντες ηγέτες της δεξιάς που περνούσαν από δημόσια δίκη.
Με κανένα τρόπο δεν αρνήθηκε ο Φρινόφσκι ότι προέβη σε βασανισμούς και φαλκίδευση πλαστών ομολογιών ενάντια σε αθώους. Μάλλον αντιπαρέβαλε τον τρόπο με τον οποίο ο Γιεζόφ χειρίστηκε τη δίκη "Μπουχάριν" με τον τρόπο με τον οποίο χειρίστηκε ένα σωρό αθώα θύματα, τα οποία είχε βασανίσει με τους "κοκκαλοσπάστες" του ώστε να υπογράψουν ομολογίες που έγραφαν οι μπράβοι του στην NKVD. Στους κατηγορούμενους της δίκης αυτής, ο Γιεζόφ δεν χρησιμοποίησε βασανιστήρια.

Για να συνοψίσω: Ο Φρινόφσκι ομολόγησε εκτεταμένη χρήση βασανιστηρίων αλλά (α) εξαίρεσε συγκεκριμένα τους κατηγορούμενους της δίκης του 1938 και (β) δήλωσε συγκεκριμένα ότι ο Μπουχάριν ήταν όντως ένοχος. Η επιβεβαίωση της ενοχής του Μπουχάριν και των άλλων από τον Φρινόφσκι επιβεβαιώνει όλα τα άλλα στοιχεία που έχουμε σε ό,τι αφορά τον Μπουχάριν.

Πριν δημοσιευτεί η ομολογία του Φρινόφσκι το 2006, είχε παρατεθεί επίπλαστα από ιστορικούς και από το ίδιο το Ανώτατο Δικαστήριο της ΕΣΣΔ, διότι είχε λογοκριθεί ανάλογα ώστε να μοιάζει να αποδεικνύει την αθωότητα, και όχι την ενοχή των κατηγορουμένων της δίκης του 1938. Τούτο έγινε με τον ίδιο τρόπο όπως και η ανέντιμη παράθεση της επιστολής Ιακίρ από τον Σελέπιν, την οποία εξετάσαμε εν συντομία πιο πάνω (επίκειται δημοσίευση άρθρου μου στη Ρωσία για το θέμα).

Καμία υπόθεση δεν αξίζει τίποτε αν δεν στηρίζεται από στοιχεία. Δεν υπάρχουν στοιχεία που να στηρίζουν την υπόθεση χρήση βασανιστηρίων, και υπάρχουν πολλά που την διαψεύδουν. Συνεπώς η υπόθεση της χρήσης βασανιστηρίων πρέπει να απορριφθεί.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου