Πέμπτη, 4 Οκτωβρίου 2012

Δέκα σύντομες παρατηρήσεις σχετικά με το ζήτημα των διανοουμένων

1. Το θεμελιώδες ζήτημα σε ό,τι αφορά τους διανοούμενους μπορεί να τεθεί ως εξής:  εάν η "διανόηση" είναι μια δραστηριότητα που επικεντρώνεται στην καλλιέργεια και όξυνση της σκέψης, ποιος είναι ο βασικός παράγοντας που εμπλέκεται σε μια τέτοια καλλιέργεια και όξυνση;

2. Στο ερώτημα αυτό υπάρχουν τρεις βασικές διαθέσιμες απαντήσεις:

α) Η "φυσιοκρατική": εμπλέκεται η φυσική ευφυϊα του καθενός, το εκ γενετής ταλέντο του ή η έφεσή του προς την σκέψη.

β) Η "εκπαιδευτική": εμπλέκεται το εκπαιδευτικό σύστημα ως μέσο διάδοσης και καλλιέργειας δεξιοτήτων.

γ) Η "ταξική": οι δύο πρώτες διαστάσεις δεν μπορούν ποτέ να αποσπαστούν από την σύνδεση της σκέψης με τις αναζητήσεις, τις μέριμνες, τις προτεραιότητες, τις αξίες, τις ανάγκες μιας συγκεκριμένης τάξης. 

3. Το χαρακτηριστικό γνώρισμα της σύνδεσης της διανόησης με τις αναζητήσεις και μέριμνες της αστικής τάξης είναι η καλλιέργεια στον νου της ψευδαίσθησης της αυτονομίας από το ταξικό συμφέρον. 

α) Στην φάση της ηρωϊκής ανόδου της τάξης, η ψευδαίσθηση αυτή παίρνει τον χαρακτήρα του ιδεαλιστικού οικουμενισμού: ο διανοούμενος νιώθει την ώθηση μιας αφηρημένης αντίληψης καθολικών συμφερόντων, αναζητήσεων, αξιών και αναγκών και ανταποκρίνεται σε αυτές, είτε εργάζεται στις ανθρωπιστικές είτε στις θετικές επιστήμες.

β) Στην φάση της παρακμής της τάξης, που σημαίνει την αδυναμία της να εξελίξει τον τρόπο παραγωγής πέρα από ένα πεπερασμένο σημείο και την διόγκωση του παρασιτικού της χαρακτήρα, ο ιδεαλιστικός οικουμενισμός δίνει την θέση του στην τεχνοκρατική υπερειδίκευση, που βοηθά τον διανοούμενο να αποσυνδέσει την σκέψη του εντελώς από το άβολο ζήτημα της σχέσης της με αυτή την παρασιτική, κυριολεκτικά αντιδραστική λειτουργία της αστικής τάξης.

4. Τόσο στην πρώτη όσο και στην δεύτερη φάση, η τάση της διανόησης είναι να υποκαταστήσει την σχέση της με την αστική τάξη και το κεφάλαιο με την σχέση της με το κράτος.

α) Στην πρώτη φάση, η σχέση αυτή διαμορφώνεται με όρους μεταβίβασης στην ιδέα του κράτους του ιδεαλιστικού οικουμενισμού. Η διανόηση εξυψώνει το κράτος σε έκφανση της αυτόνομης δύναμης του Λόγου. Αυτή είναι η στιγμή της Φιλοσοφίας του δικαίου του Χέγκελ.

β) Στην δεύτερη φάση, η σχέση αυτή μεταμορφώνεται σε σχέση αποδοχής της εξάρτησης της σκέψης από το κράτος, δηλαδή του περιορισμού της από τον κρατικό λόγο. Αυτό φυσιολογικοποιείται επειδή ένα σημαντικό μερίδιο διανοουμένων εργοδοτείται και αμείβεται από το κράτος, επειδή ένα άλλο μέρος αναζητά την διάκριση και την καταξίωση μέσα από θεσμούς (βραβεία, υποτροφίες, εκδόσεις που είτε επιχορηγούνται από το κράτος είτε εξαρτώνται οικονομικά από τις σχέσεις του εκδότη με αυτό, κλπ) που ελέγχονται από το κράτος και θεσμοθετούνται από αυτό, και επειδή, στην πιο πρόσφατη εποχή, η συμμετοχή σε διεθνείς ομάδες συνεργασίας, "δεξαμενές σκέψης", κλπ, διαμεσολαβείται πάντοτε από το κράτος και την ιδιότητά του ως μέλους διακρατικών οργανισμών.

5. Όμως το κράτος στον καπιταλισμό δεν είναι μια ουδετερότητα, αλλά αποκρυστάλλωση της ταξικής ηγεμονίας της κυρίαρχης τάξης. Η φαινομενική ανεξαρτησία του διανοούμενου από το μεγάλο ιδιωτικό κεφάλαιο είναι στην ουσία ανύπαρκτη γιατί το κράτος από το οποίο εξαρτάται είναι η έκφραση των συμφερόντων αυτού ακριβώς του κεφαλαίου. Κατά συνέπεια, η εξάρτηση από το κράτος, η αναφορά της σκέψης, άμμεσα ή έμμεσα, στο κράτος, είναι επίσης εξάρτηση από και αναφορά στην κυρίαρχη τάξη, από και στο οικονομικό σύστημα στο οποίο βασίζει την κυριαρχία της, από και στην ιδεολογία της. 

6. Η "κρίση στην διανόηση" είναι μια απατηλή κρίση: δεν είναι ότι ξαφνικά οι διανοούμενοι έπαψαν να σκέφτονται· είναι ότι, στον βαθμό που η σκέψη τους παρέμεινε στενά δεμένη με τον ορίζοντα του κράτους, παρέμεινε επίσης στενά δεμένη με τις προτεραιότητες και μέριμνες της τάξης της οποίας την κυριαρχία αυτό εκφράζει, εξασφαλίζει και αναπαράγει. Η παρακμή αυτής της τάξης, που συνοδεύεται απαραίτητα από την αυξανόμενη αποτυχία της να εξασφαλίσει την συναίνεση βάσει ιδεών και ιδεωδών και την αναγκαστική της πρόσβαση στη βία, εκθέτει τον ρόλο των διανοουμένων --τον ρόλο που πάντα είχαν-- όπως η θάλασσα που αποσύρεται στην άμπωτι εκθέτει τον βυθό της ακρογιαλιάς. Δεν μετακινείται δηλαδή η διανόηση, αλλά ο ρόλος της τάξης με την οποία αυτή συνδέεται.

7. Στο πέρασμα της κυρίαρχης τάξης από την εξουσία κυρίως δια της συναίνεσης στην εξουσία κυρίως δια της βίας, ο ρόλος της διανόησης απαξιώνεται από την ίδια την κυρίαρχη τάξη, από τις τακτικές της επιλογές. Η ίδια εκθέτει την διανόηση στο γελοίο θέαμα της γύμνιας της, της απουσίας "ηθικού μανδύα" από την δράση της, του περιφραγμένου και ελεγχόμενου χώρου όπου της επιτρέπεται να σκέφτεται, του στενόχωρου παρτεριού ειδίκευσης που αναλογεί και αντιστοιχεί στον καθένα όταν η ψευδαίσθηση της οικουμενικότητας έχει ξεθωριάσει και ατονήσει. Οι προσπάθειες των διανοουμένων να αγνοήσουν αυτή την αντικειμενική πραγματικότητα και να εξακολουθήσουν να μιμούνται έναν καθαρά πια ξεφτισμένο οικουμενικό λόγο ακούγονται κούφιες και κίβδηλες ακριβώς επειδή η ουσία της οικουμενικότητας έχει προ πολλού συρρικνωθεί στο μηδέν, αφήνοντας πίσω της μόνο τις άδειες λέξεις της οικουμενικής απεύθυνσης, που τώρα εμφανίζονται ως αστείες καρικατούρες.

8. Ο διανοούμενος που επιμένει να προσποιείται πως μιλά οικουμενικά όταν δεν έχει απομείνει τίποτε το οικουμενικό στον ρόλο και τον χαρακτήρα της τάξης με την οποία συνδέεται λέγεται δημοσιογράφος.

9. Η απείθεια και η ανυπακοή σε αυτόν τον ρόλο, μαζί με όλες της τις συνέπειες, αρχής γενομένης από την δραστική απώλεια ενός τεχνητού "πρεστίζ" και κάθε απομειναριού αστικής "ευπρέπειας", είναι ο τρόπος με τον οποίο η σκέψη διαμαρτύρεται για τον στραγγαλισμό που της επιβάλλει ο βιολογικός φορέας της ως συμφεροντολογικό ζώον, δηλαδή ως ενεργός καταστολέας των δικαιωμάτων της σκέψης πάνω στο συμφέρον και πέρα από το συμφέρον.

10. Σε περιόδους όξυνσης της ταξικής πάλης, αυτή η απείθεια δεν μπορεί να βρει "πάτημα", δεν μπορεί να στηρίξει ένα υποκείμενο και να το συγκρατήσει στην επιμονή του να εναντιώνεται στο στραγγάλισμα της σκέψης, παρά μόνο ωθώντας το στην σύνδεση με μια άλλη τάξη, η οποία εφεξής γίνεται η ενεργός προϋπόθεση του δικαιώματος κάποιου να σκέφτεται. Και η τάξη αυτή δεν μπορεί παρά να είναι η τάξη που, έχοντας εξοβελιστεί ως κατώτερη από το πεδίο της σκέψης των κυρίαρχων, έχει διατηρήσει τις στοιχειώδεις προϋποθέσεις του σκέπτεσθαι διαφορετικά, κρατά δηλαδή τα κλειδιά της επανεκκίνησης της σκέψης, της επιστροφής της στην αρχή και στις αρχές της, στο σκέπτεσθαι εκ νέου που είναι στην ουσία το σκέπτεσθαι ως τέτοιο.

1 σχόλιο:

  1. Ένσταση για το 8: οι δημοσιογράφοι στους οποίους αναφέρεσαι δεν μπορούν να χαρακτηρισθούν διανοούμενοι, γιατί αυτό έρχεται σε αντίθεση με το 1 "των τριών διαθέσιμων απαντήσεων".

    ΑπάντησηΔιαγραφή