Παρασκευή, 26 Οκτωβρίου 2012

Ο μοναχικός τυφλοπόντικας (Πετροπόλεμος)

Αλλά η επανάσταση είναι συστηματική. Ακόμα, ταξιδεύει μέσα στο καθαρτήριο. Κάνει τη δουλειά της μεθοδικά...Και όταν έχει ολοκληρώσει το δεύτερο μισό της προκαταρκτικής της εργασίας, η Ευρώπη θα αναπηδήσει απ' το κάθισμά της και θα φωνάξει: έσκαψες καλά, γερο- τυφλοπόντικα!
Μαρξ Κ., 18η Μπρυμαίρ του Λουδοβίκου Βοναπάρτη

Στα 1977, στην Ιταλία, ο Sergio Bologna, θεωρητικός και στέλεχος του ρεύματος του Εργατισμού και της Εργατικής Αυτονομία συγγράφει ένα εμβληματικό κείμενο με τίτλο «Η φυλή των τυφλοποντίκων», το οποίο δημοσιεύθηκε στο περιοδικό Primo Maggio. To κείμενο πραγματεύεται τις αλλαγές, τις οποίες επέφερε η καπιταλιστική κρίση της δεκαετίας του ’70 στην τεχνική σύνθεση της ιταλικής εργατικής τάξης και στην μορφή-κράτος. Ανασκοπώντας τις έντονες αγωνιστικές και εξεγερσιακές εμπειρίες του ’77, ο συγγραφέας διαβλέπει την ανάδυση μιας διαδικασίας εν δυνάμει πολιτικής ανασύνθεσης της εργατικής τάξης. Εκτίμησή του και αισιοδοξία, η οποία –φευ- θα διαψευσθεί τους επόμενους μήνες και έτη από την ίδια την πορεία της ταξικής πάλης, καθ’ όσον οι «πρωτοπορίες» του ταξικού κινήματος θα δεχθούν μία άνευ προηγουμένου κατασταλτική επίθεση από πλευράς κράτους (στην οποία θα πρωτοστατήσει το ΚΚΙ, το οποίο βρίσκεται σε φάση πλήρους εφαρμογής της στρατηγικής του «Ιστορικού Συμβιβασμού») και επί της ουσίας θα αποδιοργανωθούν και θα εισέλθουν στη φάση της παρακμής τους. Εντούτοις έχει μια θεωρητικοπολιτική αξία σήμερα να κρατήσουμε από αυτό το κείμενο όχι τόσο την αισιοδοξία του, όχι τόσο τις «ιστορικές λογικές», οι οποίες διέπουν την καπιταλιστική κρισιακή διαδικασία, αλλά την επιδίωξη του συγγραφέα να εντοπίσει και να ιχνηλατήσει τον μαρξικό «τυφλοπόντικα της επανάστασης».
 
Τί σημαίνει ότι η προλεταριακή επανάσταση είναι μια εργασία τυφλοπόντικα, έτσι όπως παραστατικά και μνημειωδώς το έθεσε ο Μαρξ; Σημαίνει προφανώς ότι δεν είναι μια προ/εμ-φανής εργασία, αλλά μια εργασία «underground». Παλαιότερα σε ένα κείμενο, το οποίο είχε δημοσιευθεί στο ιστολόγιο Radical Desire, o συντάκτης του κειμένου ασχολούταν υπό το πρίσμα της προκειμένης μαρξικής αλληγορίας με αυτή την underground διάσταση της προλεταριακής επανάστασης, σε διάκριση με την πιο «φανταιζί» διάσταση του αστικού και μικροαστικού επαναστατικού ρομαντισμού. Εν τούτοις το πιο σημαντικό, το οποίο απορρέει από την συγκεκριμένη μαρξική αλληγορία, πιστεύουμε ότι είναι το ακόλουθο:


Η προλεταριακή επανάσταση είναι μια εργώδης διαδικασία, με συνέχεια, η οποία ούτε εξαντλείται, ούτε ταυτίζεται απόλυτα με την στιγμή της «επαναστατικής εξέγερσης», αλλά σχηματικά μπορούμε να πούμε ότι το μισό της βρίσκεται κάτω από το έδαφος, προτού δηλαδή ο τυφλοπόντικας προβάλει το κεφάλι του στην επιφάνεια. Αυτό σημαίνει ότι η προλεταριακή επανάσταση, τουλάχιστον ως προς το μισό της, είναι «εμμενής» και «καταφατική», με την έννοια οτι εν-μένει και κατα-φάσκει σε κοινωνικές σχέσεις, οι οποίες ήδη υπάρχουν ή ότι ο τυφλοπόντικας μέσα σε ένα δοσμένο υπέδαφος δημιουργεί και αναπτύσσει αυτές τις σχέσεις, δηλαδή σκάβει τη γη, προκειμένου να φτάσουν αυτές στην επιφάνεια.

Εν τούτοις φιλοδοξία του παρόντος κειμένου δεν είναι να αναλωθεί σε μία συζήτηση περί της διάστασης μεταξύ μαρξιστικών και «μετα-μαρξιστικών» αναγνώσεων αφενός στον Χέγγελ και αφετέρου στον Σπινόζα. Συνεπώς το ερώτημα, το οποίο θέτουμε, είναι: Που βρίσκεται ο ελλαδικός τυφλοπόντικας; Έχει αρχίσει να ανοίγει δρόμους; Τί δρόμους ανοίγει;
Θεωρούμε ότι αν υπάρχει απάντηση σε αυτό το ερώτημα, αυτή θα πρέπει να αναζητηθεί στο πεδίο των σχέσεων που διαμορφώνουν αφενός η καπιταλιστική κρίση και η αστική στρατηγική επ’ αυτής και αφετέρου οι εργατικές αντιστάσεις και υποκειμενικότητες, όπως συγκροτούνται πρώτ’ απ’ όλα στο πεδίο της παραγωγής και από εκεί σε όλη τη γεωγραφία των κοινωνικών σχέσεων.

Η αστική επιστήμη και προπαγάνδα το ξέρει αυτό καλύτερα από εμάς. Γι’ αυτό και έχει διαμορφώσει μια λίγο-πολύ συνεκτική και συστηματική «ιδεολογία της κρίσης» με βασικό άξονα το ιδεολόγημα του «παρασιτικού και κρατικοδίαιτου τρόπου παραγωγής και αναπαραγωγής». Ο οπορτουνισμός και ο ρεφορμισμός επίσης το ξέρει κι αυτός το παραμύθι, γι’ αυτό και αυτός με τη σειρά του διαμόρφωσε μια περισσότερο αντιφατική, αλλά σχετικά καλοδουλεμένη μικροαστική «ιδεολογία της κρίσης» με βασικό άξονα τον «εξαρτημένο και υποτακτικό τρόπο παραγωγής και αναπαραγωγής». Στη συνέχεια στο παιχνίδι μπήκε και όλος ο εσμός των εθνικοπατριωτών, ακροδεξιών και φασιστών, οι οποίοι σε πολλούς «ρητορικούς τόπους» σχεδόν ταυτίζονται με τον ρεφορμισμό και τον οπορτουνισμό της «αριστεράς».

Σε αυτά τα πλαίσια το δίλημμα το οποίο θα κυριαρχήσει –αν δεν κυριαρχεί ήδη- στην κεντρική πολιτική σκηνή, μετατοπίζεται από το μνημόνιο-αντιμνημόνιο στο ευρώ-όχι ευρώ και αυτό από μόνο του είναι μια επιτυχία του αστισμού, την οποία την καρπώθηκε ποικιλλοτρόπως στις δεύτερες εκλογές. Εντούτοις θεωρούμε και τα δύο διλήμματα κάλπικα και πολύ περισσότερο πιστεύουμε ότι ο τυφλοπόντικάς μας βρίσκεται κάπου, όπου η εργατική τάξη εκδηλώνει την ταξική της αυτονομία σε σχέση με τα παραπάνω διλήμματα, εγκαθιδρύοντας επί της ουσίας μια ζώνη ταξικής αδιαφορίας, εντός της οποίας μπορεί να προβάλει τις δικές της ανάγκες, επιθυμίες και συμφέροντα.

Συνεπώς δεν μας απασχολεί σε τί νόμισμα θα είναι ο μισθός μας, αλλά το αν ο μισθός μας θα ενσωματώνει ή όχι έναν ευνοϊκότερο ταξικό συσχετισμό, του οποίου το μέτρο στην προκειμένη μισθολογική συνθήκη κρίνεται στον αν υπερκαλύπτει ή αν υπολείπεται της παραγωγικότητας της εργασίας. Οπότε το αν η έξοδος από το ευρώ μπορεί να επιτελέσει ρόλο «οργανωτή μιας κοινωνικής συμμαχίας για την ανατροπή», μάλλον είναι ένα ερώτημα το οποίο άπτεται των ενασχολήσεων και των ευαισθησιών της αστικής πολιτικής οικονομίας, η οποία μπορεί μετά χαράς μπορεί να απαντήσει σε αυτό, έχοντας κατά νου ένα εναλλακτικό «Σχέδιο Β», σε περίπτωση που τα πράγματα πάνε εντελώς σκατά.

Μπορούμε να πούμε και άλλα επ’ αυτού και προφανώς ίσως να έχουν ειπωθεί από ανθρώπους πιο καταρτισμένους από εμάς, αλλά το πρόβλημα είναι ότι, όσο μένουμε σε αυτή την διαπάλη περί «ευρώ», «χρέους», «συμμαχίας» κλπ, τόσο δυσκολευόμαστε να αφουγκραστούμε την υπόγεια δραστηριότητα του τυφλοπόντικα.

Αυτός βρίσκεται αλλού: Βρίσκεται στα ταμεία και στα παρασκευαστήρια των αλυσίδων εστίασης, ξεσκονίζει κάμαρες και σκαλιά, ασταμάτητα καταχωρεί εμπορικά, λογιστικά και επικοινωνιακά δεδομένα σε ηλεκτρονικούς υπολογιστές, οργώνει τους δρόμους της πόλης πάνω στο τιμόνι μεταφέροντας εμπορεύματα και έγγραφα, συντάσσει σχέδια ισολογισμών και δικόγραφα, στέλνει ατέλειωτα mails για να κλείσει τις δουλειές της επιχείρησης, λιώνει μπροστά από το AutoCad και το Excel, περιστρέφει το κατσαβίδι και το γαλλικό κλειδί σε αλυσίδες συνεργείων, χειρίζεται το κλαρκ σε αποθήκες και εργοστάσια, στριμώχνεται έξω από τους ΟΑΕΔ...Έστω ότι με αυτήν την παραστατική και δειγματοληπτική αναφορά απαντήσαμε ακροθιγώς στο πού βρίσκεται ο τυφλοπόντικας. Απέχουμε πολύ από το να πούμε πώς κινείται, πώς σκάβει.

Από εδώ ξεκινάει και η δυσκολία της εργατικής επιστήμης να αντιπαραβάλει με μαζικούς όρους την δική της ταξική εκδοχή για την πραγματικότητα της κρίσης. Βέβαια από την άλλη πρέπει να πούμε ότι αυτή η δυσκολία δεν έχει να κάνει μόνο με υποκειμενικές αδυναμίες της εργατικής επιστήμης και της επαναστατικής θεωρίας, αλλά και με το ότι ο τυφλοπόντικάς μας απ’ ό,τι φαίνεται βρίσκεται βαθιά μέσα στο έδαφος, ανάμεσα σε βαριές κοτρώνες και επικίνδυνα ερπετά και δυσκολεύεται να σκάψει. Όμως τα σπαράγματά και οι συσπάσεις του λειτουργούν ήδη ως τροχιοδεικτική βολή.

Ας αναρωτηθούμε:

Τι είναι αυτό, το οποίο αναγκάζει το κεφάλαιο να εφαρμόσει μια στρατηγική, της οποίας άμεση συνέπεια είναι η βίαιη προλεταριοποίηση κοινωνικών κομματιών με πάλαι ποτέ «εγγυημένη θέση»; Τι είναι αυτό που αναγκάζει το κεφάλαιο να προσδώσει χαρακτηριστικά επισφάλειας στην εργασία ακόμα και του δημόσιου υπαλλήλου; Τι είναι αυτό που αναγκάζει το κεφάλαιο να απαλλοτριώσει τη μεγάλη μάζα των ελλήνων μικροϊδιοκτητών στα πρότυπα της στρατηγικής των «περιφράξεων» και της «πρωταρχικής συσσώρευσης»; Κοντολογίς τι είναι αυτό που αναγκάζει το κεφάλαιο να συγκροτήσει μια ολόκληρη στρατιά προς το παρόν μισοκοιμισμένων τυφλοπόντικων;

-Μα είναι ακριβώς η ίδια η δραστηριότητα του τυφλοπόντικα. Μια δραστηριότητα, η οποία με πρωτόλειο τρόπο συγκροτείται στο πεδίο της παραγωγής ως προλεταριακή εργασία, η οποία αποκτά υποκειμενικότητα και είτε λιγότερο είτε περισσότερο αρνείται να υπαχθεί στο κεφάλαιο ή καλύτερα αρνείται μορφές και όψεις τυπικής και πραγματικής υπαγωγής. Η απάντηση του κεφαλαίου στην Ελλάδα σήμερα απέναντι σε αυτήν την κίνηση, έρχεται όχι τόσο μέσα από την πραγματική υπαγωγή (τεχνολογική-διοικητική αναδιάρθρωση, αύξηση της οργανικής σύνθεσης, αύξηση της απόσπασης σχετικής υπεραξίας), αλλά κατά κύριο λόγο με τη στρατηγική της ολοένα και περισσότερο τυπικής υπαγωγής (ανεργία, μείωση μισθολογικού κόστους, αύξηση ωραρίου, αύξηση της απόσπασης απόλυτης υπεραξίας).

Μπροστά σε αυτό το κουβάρι, οι «αριστεροί» αναλυτές μπερδεύονται από την επίθεση, την οποία διεξάγει το κεφάλαιο μέσω του κράτους στην έγγειο/εμπράγματη ατομική ιδιοκτησία (χαράτσια, φόροι κλπ) και επί της ουσίας μιλάνε για ένα καθεστώς, το οποίο δήθεν στρέφεται ενάντια στα ίδια του τα στηρίγματα, λόγω της δήθεν δουλικότητάς του απέναντι στα ξένα αφεντικά. Τους ανταπαντά ο «φύλαρχος των τυφλοπόντικων»:
«Υπάρχει μία ιδιαίτερη σχέση μεταξύ της αγοράς ακινήτων και της νομισματικής κρίσης. Η ιδιοκτησία αποτελεί το πρώτο καταφύγιο διασφάλισης των αποταμιεύσεων για τους «μικροαστούς», όπως επίσης για τις επενδύσεις των πετροδολάριων (τη βάση της αυτοκρατορίας των κτηματομεσιτικών επενδυτικών ιδρυμάτων), τις ασφαλιστικές εταιρείες, τα συνταξιοδοτικά ταμεία ενώ περιλαμβάνει τα πιο ριψοκίνδυνα είδη κερδοσκοπίας…Με τον τρόπο αυτό, οι τιμές στις περιοχές των προαστίων αυξήθηκαν, καθιστώντας πιο παραγωγικό για το κεφάλαιο να αναπτύξει τη στέγαση στα προάστια, απομακρύνοντας παράλληλα τα υψηλότερα εισοδηματικά στρώματα από το κέντρο της πόλης, ενόσω, κατά το ίδιο χρονικό διάστημα, έπαψε τους τόκους, τους φόρους κλπ. από τα κέντρα των πόλεων θέτοντας σε κίνηση το μηχανισμό της «δημοσιονομικής κρίσης» της δημόσιας δαπάνης…Συνεπώς, μεγάλες εκτάσεις γης ετοιμάζονται να δομηθούν στα προάστια με σκοπό να κάνουν παραγωγικό το εκεί «σταθερό» κεφάλαιο. Στα μητροπολιτικά κέντρα, όπου μετατράπηκαν σε προνομιούχες ζώνες παράλυσης του κεφαλαίου, ο μηχανισμός διαφέρει.

Προκειμένου το κεφάλαιο αυτό να αρχίσει να κινείται και να λαμβάνει τη μορφή εμπορεύματος και ανταλλακτικής αξίας δημιουργήθηκε μία ιδιαίτερη χρηματοοικονομική μορφή: μία σειρά από ειδικούς κερδοσκοπικούς θεσμούς, που αναδύθηκαν μέσα από την κρίση και οι οποίοι έχουν αυξήσει το ρυθμό μεταφοράς συμβολαιογραφικών πράξεων ιδιοκτησίας, δίνοντας μια σημαντική ώθηση στην κίνηση κυκλοφορίας του χρήματος, χωρίς αυτό το τελευταίο να περνά από τη διαδικασία της παραγωγής. Το ίδιο συνέβη και στις Ηνωμένες Πολιτείες –πιθανότατα, δε, εκεί περισσότερο από ό,τι στην Ιταλία– όπου οι «κατασκευαστικοί τόκοι» επωφελήθηκαν της κρίσης προκειμένου να παρακρατηθούν πόροι από το παραγωγικό κεφάλαιο. Για αυτό και δεν υπήρξε «έλλειψη κεφαλαίου», όπως μερικοί διεμήνυαν… (Bologna S., Η φυλή των τυφλοπόντικων, εκδ. Κινούμενοι Τόποι, Αθήνα 2009).
Έτσι οι αγαπητοί μας οικονομολόγοι και δημοσιολόγοι παραγνωρίζουν και συσκοτίζουν τους «νόμους» οι οποίοι διέπουν την στρατηγική της καπιταλιστικής αναδιάρθρωσης, τους οποίους έθεσε σε κίνηση ο ίδιος ο τυφλοπόντικας, κάθε φορά που συγκροτήθηκε και συγκροτείται στην παραγωγή ως προλεταριακή εργασία-υποκειμενικότητα. Συνηγορεί επ’ αυτού ο «νονός» του τυφλοπόντικα:
«Το μόνο πράγμα που διαφέρει από την αντικειμενοποιημένη εργασία είναι η εργασία που δεν έχει αντικειμενοποιηθεί, αλλά ακόμα αντικειμενοποιείται, η εργασία σαν υποκειμενικότητα. Με άλλα λόγια η αντικειμενοποιημένη, δηλαδή υπαρκτή στο χώρο εργασία, μπορεί και να αντιπαρατεθεί σαν παρωχημένη εργασία στην χρονικά υπαρκτή. Στο μέτρο που πρέπει να υπάρχει χρονικά, σαν ζωντανή εργασία, η εργασία μπορεί να υπάρχει μόνο σαν ζωντανό υποκείμενο, όπου υπάρχει σαν ικανότητα, σαν δυνατότητα, άρα σαν εργάτης» (Μαρξ. Κ., Grundrisse, Tόμος Β΄, εκδ. Στοχασής, σ. 200, υπογραμμίσεις δικές μας).

Περαιτέρω ο τυφλοπόντικας δημιουργεί και άλλα φαινόμενα, η καλύτερα αναγκάζει το κεφάλαιο να κινηθεί προς κάποιες κατευθύνσεις, οι οποίες έχουν άμεση επίδραση στη μορφή-κράτος και την αποκαλύπτουν. Αυτοί που ψάχνουν να βρουν αναλογίες με την «Δημοκρατία της Βαϊμάρης» και ξεσκόνισαν τον Carl Schmitt και την «κατάσταση έκτακτης ανάγκης» βρίσκουν παρακάτω τον μάστορά τους:
«Το «κομματικό σύστημα» δεν επιδιώκει πια ούτε να αντιπροσωπεύει συγκρούσεις, ούτε και να τις διαμεσολαβεί ή να τις οργανώνει: αυτά τα αναθέτει στα «οικονομικά συμφέροντα», ενώ το ίδιο παριστάνει μία συγκεκριμένη μορφή Κράτους, ανεξάρτητη και εχθρική προς τα κινήματα της κοινωνίας. Το πολιτικό σύστημα έχει γίνει περισσότερο άκαμπτο και επιθετικό προς την κοινωνία των πολιτών· δε «δέχεται» πια πιέσεις από τη βάση, αλλά αντιθέτως τις ελέγχει και ασκεί πίεση προς αυτές…Η μορφή όμως του Κράτους δεν μπορεί να διατηρηθεί μόνο ως εξουσία εχθρική προς τα εξω-θεσμικά κινήματα, αλλά χρειάζεται μία βασική νομιμοποίηση: τουτέστιν, τη νομιμοποίηση από την ευθυγράμμιση με τους νόμους της καπιταλιστικής συσσώρευσης. Θέτοντας τον εαυτό της ως ερμηνευτή της ιδεολογίας της κρίσης, οργανώνοντας το νέο εξαναγκασμό-στην-εργασία καθώς και την πολιτική της αυταρχικότητας και της θυσίας, η κρατική μορφή του «κομματικού συστήματος» αγγίζει τον υψηλότερο βαθμό ενσωμάτωσής του στο σύστημα του κεφαλαίου, μέσω μίας σταδιακής διαδικασίας απώλεσης της αυτονομίας του…Η νέα μορφή του Κράτους προκύπτει ακριβώς μέσα από τα στενά αυτά όρια. 
Η μορφή αυτή δεν μπορεί να ειδωθεί ως η καταληκτική φάση της περιβόητης «αυτονομίας του πολιτικού» σε αντίθεση με την «οικονομική ανάπτυξη», αλλά μάλλον ως μία εντελώς αντίθετη διαδικασία: αυτή της ολοκληρωτικής υπαγωγής του «κομματικού συστήματος» στις πολιτικές της κρίσης…Πάντως, εκείνο που πρέπει να ομολογήσουμε αναφορικά με την κρίση είναι η υποταγή του πολιτικού συστήματος σε ένα τμήμα του κεφαλαίου, η καταστροφή της «αυτονομίας» του. Αυτό δεν μπορεί να γίνει επαρκώς κατανοητό αν δεν το εξετάσουμε σε συνάρτηση με τη συγκεντροποίηση της καπιταλιστικής προσταγής που καθορίζει την πολιτική της κρίσης για όλα τα κόμματα (π.χ. το πεδίο της κάθε αυτό «πολιτικής»). Η συγκεντροποίηση αυτή εκπροσωπείται επισήμως από νομισματικούς οργανισμούς, από τις κεντρικές τράπεζες ως το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο (ΔΝΤ)… Αυτή είναι η νέα θεσμική πραγματικότητα της εξουσίας σε διεθνές επίπεδο που θέτει τις βασικές κατευθυντήριες γραμμές που καθορίζουν τη λογική της τρέχουσας ιδεολογίας της κρίσης και της σπάνης, και ως εκ τούτου την προπαγάνδα για τη λήψη αυστηρών μέτρων. Η κυβέρνηση Κάρτερ ανέπτυξε αυτήν την ιδιαίτερη πλευρά του χρήματος ως καπιταλιστικής προσταγής ως βάση για την εξωτερική πολιτική των ΗΠΑ» (Βοlogna S. οπ).
Στη συνέχεια κατακρίνει:
«Η πρόσκαιρη δριμύτητα των εσωτερικών συγκρούσεων μέσα στο Χριστιανοδημοκρατικό κόμμα και τα «διαχωρισμένα μέλη» του Κράτους (μυστικές υπηρεσίες, ασφάλεια κλπ.) ερμηνεύθηκαν λανθασμένα ως κρίση της κρατικής εντολής γιατί παραγνώρισαν την υπόσταση της κρατικής εξουσίας. Στο μεσοδιάστημα, η πραγματική αναδόμηση του κομματικού συστήματος προήλθε από τα κάτω: η μορφή του Κράτους είχε ήδη διεισδύσει στο χώρο του εργοστάσιου και το μόνο που χρειάζονταν τώρα ήταν να διαδοθεί η ιδεολογία της κρίσης σα μια μηχανή ευθέως στραμμένη εναντίων των συμφερόντων της εργατικής τάξης. Αποτέλεσμα αυτών ήταν η προσωρινή κρίση σε κυβερνητικό επίπεδο, η οποία όμως συνδυάστηκε με μια σταδιακή «σταθεροποίηση» στα εργοστάσια.

Η εφαρμογή σκληρών μέτρων σε υψηλές θέσεις, η αποκάλυψη σκανδάλων, η απειλή χρήσης μαφιόζικων μεθόδων στο μέγιστο βαθμό και η διαφθορά των ελίτ και της γραφειοκρατίας, που δημοσιοποιήθηκε για πρώτη φορά σε όλη της την ωμότητα, έγιναν με έναν τέτοιο τρόπο γνωστά ώστε να καταδείξουν, προβοκατόρικα, τα προνόμια ατιμωρησίας που έχαιρε το «κομματικό σύστημα». Υπουργοί, εισαγγελείς, τραπεζίτες, αξιωματικοί της αστυνομίας, των οποίων οι παράνομες και δόλιες πρακτικές αποκαλύφθηκαν περίτρανα και συζητήθηκαν, δεν τιμωρήθηκαν με κανενός είδους ποινή στέρησης ελευθερίας ή εισοδήματος. Συνεπώς, το μόνο για το οποίο χρησίμευσαν στην πραγματικότητα τα σκάνδαλα του καθεστώτος (που οι ηλίθιοι της Προλεταριακής Δημοκρατίας, μαζί με άλλους που ήταν δεμένοι στο βαγόνι του ΚΚΙ, είδαν σαν την «τελεσίδικη σήψη του συστήματος») ήταν ως παράγοντας εκφοβισμού και άρα ενδυνάμωσης της κρατικής μορφής που βασίζεται στο κομματικό σύστημα
».
Κοντολογίς λέμε ότι κάθε φορά που ξεμπερδεύουμε με την ρεφορμιστική και οπορτουνίστικη ρητορεία, μπορούμε να αντιπαραβάλουμε ξεκάθαρα την φιγούρα του τυφλοπόντικα όχι μόνο σε αυτή του τραπεζίτη, του βιομήχανου και του εν γένει κεφαλαιοκράτη, αλλά και σε αυτή του αντιμνημονιακού κομματάρχη και πολιτευτή, του «εξεγερμένου» καρεκλοκένταυρου της συνδικαλιστικής γραφειοκρατίας, του «αριστερού» δημοσιολόγου που χύνει δάκρυα για το χαμό της πατρίδας και την φτωχοποίηση του λαού και σε αυτή του φασίστα, του οποίου η βασική χρησιμότητα από τη σκοπιά του κεφαλαίου έγκειται στο ότι…ρίχνει τα μεροκάματα.

Κλείνουμε λέγοντας ότι μπορεί να μην είμαστε ακόμα σε θέση να διαγνώσουμε τη συγκρότηση μιας «φυλής τυφλοποντίκων» ή απέχουμε πολύ από το να δούμε το τριχωτό κεφαλάκι του καθώς πεισματικά ανασύρεται στην επιφάνεια από το υπέδαφος. Ωστόσο βρισκόμαστε εμείς οι ίδιοι μέσα στο υπέδαφος και σκάβουμε -είτε το γνωρίζουμε είτε όχι- μαζί του. Με αυτήν την έννοια ο αγαπητός μας τυφλοπόντικας έχει ήδη διανύσει αρκετό δρόμο, δημιουργεί ήδη νέες κοινωνικές σχέσεις, βρίσκει συνεχώς καινούρια ταίρια και ζευγαρώνει μαζί τους και θα έλθει η μέρα που θα πει: Ξημέρωσε κόλαση για τους εχθρούς μας!

Πετροπόλεμος

Πηγή: Praxis

1 σχόλιο: