Παρασκευή, 19 Οκτωβρίου 2012

Η αιδώς, ο θάνατος και η ντροπή

Ι.
Θα μπορούσε κανείς να ξεκινήσει με το λήμμα του ηλεκτρονικού Βικιλεξικού, σύμφωνα με το οποίο η αιδώς, ουσιαστικό γένους θηλυκού, είναι "ο σεβασμός στα αρχαία ελληνικά/η ντροπή στα νέα ελληνικά." Τι λακωνικός τρόπος της έκθεσης του παράδοξου! Μια λέξη που στην αρχαιότητα σήμαινε τον σεβασμό, λέξη με ρητά θετικό ηθικό πρόσημο, να έχει μεταμορφωθεί σε λέξη με εξίσου ξεκάθαρα αρνητική σημασία! Πόσο πιο παράδοξο αν σκεφτούμε ότι είναι συνηθισμένο αυτό που προκαλεί ντροπή να είναι επίσης η έλλειψη σεβασμού σε κάτι από κάποιον, δηλαδή η έλλειψη της ποιότητας εκείνης που οι νεοέλληνες ταυτίζουν εσφαλμένα με την ντροπή!

Στο Βασικό Λεξικό της Αρχαίας Ελληνικής μαθαίνουμε ότι η ρίζα της αιδούς γραμματικά είναι το ρήμα αιδέομαι, του οποίου η πρώτη και βασική έννοια είναι: "1. σέβομαι, ευλαβούμαι, δείχνω θρησκευτικό σεβασμό |για θεούς, τάφους, όρκους, νεκρούς. |σέβομαι |για ασθενείς ομάδες πληθυσμού: νεαρές παρθένες, γέροντες, ικέτες." Από τα αναφερόμενα αντικείμενα του σεβασμού που δηλώνει η αιδώς μπορούμε να παρατηρήσουμε ότι το συναίσθημα αυτό απευθύνεται, παραδόξως, στο ισχυρότερο (τους Θεούς), και στο ασθενέστερο (νεαρές παρθένες, γέροντες, ικέτες). Οι νεκροί, τους οποίους επίσης αναφέρει το λήμμα ως βασικά αντικείμενα αιδούς, θα μπορούσαν ίσως να τοποθετηθούν στην αμφίσημη γραμμή ανάμεσα στα δύο: ξέρουμε ότι ήδη στις πρωτόγονες κοινωνίες ο σεβασμός στους νεκρούς υπαγορεύεται από τον φόβο ότι μπορούν να μας βλάψουν (και άρα ότι είναι ισχυρότεροι των ζωντανών), και ότι σταδιακά, αυτός ο φόβος απέναντι στο ισχυρότερο μετατρέπεται σε συμπόνοια απέναντι στο ολικά ανίσχυρο, το σώμα που δεν μπορεί να μιλήσει, να υπερασπιστεί τον εαυτό του, να αντιδράσει.

Κανείς, για παράδειγμα, από όσους διάβασαν ποτέ την Ιλιάδα δεν μπορεί να ξεχάσει το συναίσθημα οίκτου, αποτροπιασμού και οργής που δημιουργεί η περιγραφή της ασέβειας του Αχιλλέα στο νεκρό σώμα του σφαγιασμένου Έκτορα:

Κι έξαφνα εσηκώνονταν [ο Αχιλλέας] και στο ακρογιάλι μόνος
παράδερνε και της αυγής άμ’ έβλεπε τα πρώτα
ροδίσματα στην θάλασσαν και στ’ ακρογιάλια πέρα,
τους ταχείς ίππους έζευε και οπίσω από τ’ αμάξι
σφικτόδενε τον Έκτορα συρτόν και αφού τρεις γύρες
ολόγυρα τον έσερνε στου φίλου του τον τάφον,
εις την σκηνήν του ησύχαζε, κι επίστομα στο χώμα
τον άφηνεν. Αλλ΄ασχημιές δεν πάθαινε το σώμα,
ότι τον άνδρα και νεκρόν τον ελυπείτ’ ο Φοίβος
και τον εσκέπαζε με την χρυσήν αιγίδα
να μη γδαρθεί το σώμα του στα χώματα συρμένο.

[...]

Και όταν στον κόσμον έφεξεν η δωδεκάτ’ ημέρα
ο Φοίβος τότε ομίλησεν εκεί των αθανάτων:
«Είσθε κακόπραχτοι, ω θεοί. Ποτέ του ενόσω εζούσε
ο Έκτωρ δεν σας έκαψε βοδιών μεριά κι ερίφων;
Και δεν σας είπεν η καρδιά μηδέ τον πεθαμένον
να σώσετε να τον ιδούν η χώρα του, οι γονείς του,
το ανήλικό του κα ο λαός, που ευθύς θα τον εκαίαν
και θα τον ενταφίαζαν μ’ όσες τιμές του πρέπουν.

Αλλά χαρίζεσθε, ω θεοί, στον πάγκακον Πηλείδην,
που μήτε σπλάχνα δίκαια και μήτε πνεύμα πράον
έχει στα στήθη, αλλ’ άγρια φρονεί σαν το λεοντάρι
που δυνατό ακράτητο την πείναν να χορτάσει
ορμά στα ποίμνια των θνητών. Ομοίως του Αχιλλέως
απ’ την ψυχήν το έλεος εχάθη και το σέβας,
που τους θνητούς πότε ωφελεί και πότε ζημιώνει. 
Η συμπόνοια των κάθε άλλο παρά πράων και άμωμων Θεών του Ολύμπου για το μετά θάνατον βασανισμένο σώμα του Έκτορα σηματοδοτεί την ακρότητα της πράξης του Αχιλλέα, την κτηνωδία της. Η βία σε βάρος του νεκρού σώματος αποτελεί βία χωρίς κανένα δικαιολογητικό άμυνας, μιας και το νεκρό σώμα δεν μπορεί να προκαλέσει κακό με φυσικό τρόπο. Γίνεται πράξη βέβηλη και ανίερη. Μαζί με την απαγόρευση του κανιβαλισμού και της αιμομιξίας, η απαγόρευση της βεβήλωσης του νεκρού σώματος, η ντροπή που εμπνέει ως πράξη η έλλειψη αιδούς απέναντι στον νεκρό θεμελιώνει κάτι σαν τον βασικό πολιτιστικό και ηθικονομικό κώδικα σε μια αρκετά ευρεία σειρά πολιτισμών. Παρόμοια ντροπή φαίνεται να συσσωρεύεται γύρω από την πρακτική της σκύλευσης νεκρών και της σύλλησης τάφων με σκοπό την αρπαγή αγαθών: και πάλι, ο πυρήνας του ντροπιαστικού μοιάζει να είναι το ανίσχυρο του νεκρού, η αδυναμία του να προστατέψει τα υπάρχοντά του από τα χέρια του κλέφτη, και όχι η πράξη αυτή καθαυτή, που θα μπορούσε να ερμηνευτεί πεζά και υλιστικά, ως οικειοποίηση του χρήσιμου από τον ζωντανό που δεν βλάπτει αυτόν που δεν θα μπορούσε ποτέ να το χρησιμοποιήσει ξανά.

Σε ακόμα μεγαλύτερη απόσταση από την σειρά που αρχίζει με την βία κατά του νεκρού σώματος με την μορφή του διαμελισμού ή κανιβαλισμού του και συνεχίζεται με την σκύλευση πτωμάτων εμφανίζεται η σημασία της αιδούς όταν γίνεται κάτι άλλο στο οποίο ο νεκρός δεν μπορεί να απαντήσει ή για το οποίο δεν μπορεί να διαμαρτυρηθεί: όταν μιλά κανείς για τον νεκρό ή όταν μιλά εξ ονόματός του. Σε τέτοιες περιπτώσεις, η παραδεδεγμένη αδυναμία του νεκρού να απαντήσει επιβάλλει την αιδώ απέναντι στις λέξεις για αυτόν, την αυτοσυγκράτηση αυτού που μιλά ώστε να μην παραβιάσει εκ νέου την χαμένη αυτονομία του νεκρού, το χαμένο του δικαίωμα στην αυτοδιάθεση του λόγου του. Απέναντι στους νεκρούς, επιβάλλεται μια κάποια δωρικότητα, μια αυτοπειθάρχηση της φλυαρίας των ζωντανών, ένας αυτοέλεγχος του εγώ και των σκοπών του ζωντανού έτσι ώστε να αφεθεί χώρος για τον νεκρό, έτσι ώστε να αποκτά χώρο η άλαλη φωνή του. Η σιωπή γύρω από τους νεκρούς, το κατέβασμα του κεφαλιού, το χαμήλωμα της φωνής, αποτελούν ενδείξεις μιας αιδούς εκ μέρους των ζωντανών για το γεγονός ότι οι ίδιοι εξακολουθούν να είναι ζωντανοί, να έχουν πρόσβαση στις δυνάμεις και στις απολαύσεις τις οποίες ο νεκρός στερείται.

Εδώ πρέπει να προστεθεί και ένα περαιτέρω παράδοξο: η μη προσμονή επόμενης ζωής επιτείνει αυτό το αίσθημα της αιδούς. Για τους αρχαίους, που δεν πίστευαν σε κάτι τόσο θελκτικό και σαγηνευτικό όπως ο χριστιανικός παράδεισος, ο νεκρός δεν μπορούσε να μακαριστεί εύκολα για την ευτυχία του, απαλάσσοντας τους ζωντανούς από τις επιταγές της αιδούς. Αλλά ούτε και για μια άθεη, μετα-θρησκευτική συνείδηση υφίσταται τέτοια παρηγοριά: ο νεκρός ζει, εφόσον και όταν συμβαίνει τούτο, στην μνήμη των ζωντανών, αλλά η μνήμη των ζωντανών δεν είναι ιδιαίτερα αξιόπιστη ή ευλαβική. Πέρα από αυτή, δεν έχει καμία περαιτέρω ζωή. Η αιδώς απέναντι στον νεκρό έχει γίνει αιδώς απέναντι σε κάτι ολότελα αδύναμο και ανίσχυρο, απέναντι στην ίδια την απώλεια της μόνης ισχύος που γνωρίζει ο άθεος υλισμός και που είναι η ίδια η ζωή. Είναι το μόνο πράγμα που κρατά έναν τέτοιο υλισμό από το να γίνει, εκτός από άθεος, και αναιδής, χυδαίος, απαξιωτικός για το γεγονός του θανάτου που είναι βέβαια το γεγονός το οποίο, στην καθαρή του αρνητικότητα, οριοθετεί τη ζωή ως τέτοια.

Ο σεβασμός, η αιδώς του άθεου υλιστή απέναντι στον νεκρό δεν είναι έκφραση φόβου απέναντι στην πιθανότητα εκδίκησής του όπως είναι στον ανιμισμό, ούτε έκφραση δέους για την προαγωγή του στην επόμενη ζωή όπως είναι για τις μονοθεϊστικές θρησκείες, αλλά ταπεινότητα απέναντι στο απαράγραπτο όριο της ατομικής ζωής, την επισφάλειά της, την ολοκληρωτική βιολογική τρωτότητά της.

ΙΙ.
Οι ανακοινώσεις του ΠΑΜΕ και του ΚΚΕ για τον χθεσινό νεκρό είναι χαρακτηριστικά λιτές και ολιγόλογες. Το ίδιο και το ρεπορτάζ του Ριζοσπάστη. Κανένας ρητορικός οίστρος, κανένα ύψωμα της φωνής, καμιά ωραία και ποιητική μεταφορά, μια γλώσσα φτωχή, προσκολλημένη στο γεγονός, ολιγαρκής στην αποτύπωση συναισθήματος. Το αντίθετο του νεκρολογικού κιτς.

Η γλώσσα αυτή είναι η ξεχασμένη --και εσχάτως ακόμα και λοιδωρημένη-- γλώσσα της αιδούς απέναντι στους νεκρούς. 

Η αιδώς αυτή επιτάσσει ο ζωντανός να μην "μπαίνει μπροστά" απ' τον νεκρό, να μην τον επισκιάζει. Επιτάσσει τη συστολή του ζωντανού, την οιονεί σιωπή του, που είναι ήδη μια μίμηση του νεκρού, μια έμπρακτη ένδειξη ταύτισης με την αλαλία του. Το να μιλάς πολύ για τους νεκρούς επιτρέπεται μόνο όταν ο λόγος είναι εξαιρετικός· απαιτεί έμπνευση σπουδαία και υψηλή. Απαιτεί, κατά βάση, ποίηση: κοσμική και άθεη προσευχή. Αλλιώς, κινδυνεύεις να γελοιοποιήσεις το ίδιο το γεγονός του θανάτου τους, να το εντάξεις στην ατελείωτη φλυαρία των ζωντανών, στον τετριμμένο χαρακτήρα της ίδιας της ζωής τους.

Αλλά για έναν κομμουνιστή, το πρόβλημα της αιδούς απέναντι στους νεκρούς δεν σταματά εκεί. Περιλαμβάνει μια πηγή αισχύνης πολύ συγκεκριμένη για τους κομμουνιστές. Οι περισσότεροι αγωνιστές, σε όλη την ανθρώπινη ιστορία, πεθαίνουν πρόωρα. Και συνεπώς αδικαίωτα. Αυτό είναι κάτι για το οποίο ένας κομμουνιστής έχει επίγνωση. Αισχύνεται με το γεγονός ότι δεν μπορεί να επικαλεστεί την δικαίωση της ζωής του νεκρού χωρίς επίσης να πει ψέμματα. Ο νεκρός μπορεί να πέθανε αγωνιζόμενος, μα ο αγώνας δεν έχει τελειώσει. Πιθανώς να μην έχει καν αρχίσει. Όπως και να 'χει, όμως, είναι ακόμη αδικαίωτος. Απέναντι σε αυτό, δεν υπάρχουν πολλά να πεις. Επιστρέφει η σιωπή, το χαμήλωμα του κεφαλιού, το σφίξιμο στα χείλη και στο στομάχι. Και το καθήκον να συνεχίσεις να αγωνίζεσαι.

ΙΙΙ.
Στον αντίποδα, στο καζάνι αυτό χυδαιότητας και αναισχυντίας που ονομάζεται "αριστερά" στην νέα ελληνική κοινωνία, υπάρχουν αυτοί που δεν μπορούν ποτέ να πάψουν να μιλούν, να μιλούν για τους νεκρούς, να μιλούν εξ ονόματος των νεκρών. Κανείς δεν μπορεί να τους σταματήσει αντιπαραθέτοντας ανταγωνιστικές αφηγήσεις εάν δεν θέλει να χάσει την δική του αιδώ, αν δεν θέλει να γίνει ο ίδιος επαίσχυντος και αναιδής. Και έτσι από χτες το απόγευμα τον Ξενοφώντα Λούγαρη τον κλαίνε ξένοι άνθρωποι και για αλλότριους λόγους.

Κι έτσι, ενώ εγώ σημείωνα, στις 3.41 μμ και σε γλώσσα όσο το δυνατό πιο λιτή: "Φαίνεται πως έχουμε νεκρό από καρδιακό επεισόδιο", άλλοι αποφαινόντουσαν ήδη για "δολοφονία", και μάλιστα από τις Βρυξέλλες, εγκαλώντας με για άρθρο για τον ΣΥΡΙΖΑ που δημοσιεύτηκε ώρες πριν μάθω τα νέα, μετά τα οποία σιώπησα, αναλογιζόμενος τον σωστό τρόπο να μιλήσω, που ήταν να μην μιλήσω καθόλου παρά μόνο μέσα από το εξαίσιο ποίημα του Πάμπλο Νερούντα. Να μιλήσω και να μην μιλήσω, να μιλήσω χωρίς να μιλάω, αλλά πάντως να μιλήσω, για αυτό πρώτα από όλα, πριν από όλα, πριν να μιλήσω για την ίδια την  απεργία, αφήνοντας στην άκρη τους κόπους των πολλών όταν πέφτει ο ένας. Επισκιάζοντας για λίγο τους πολλούς για χάρη του ενός. Ως ζήτημα και καθήκον αιδούς. Κι έτσι χτες δεν γράφτηκε εδώ από μένα ούτε μια λέξη παραπάνω, εκτός από την αναδημοσίευση της ανακοίνωσης του ΠΑΜΕ, της οργάνωσης δηλαδή με την οποία αγωνιζόταν ο Ξενοφώντας Λούγαρης. Τα υπόλοιπα, όλα τα υπόλοιπα, η μοίρα και οι αγώνες των ζωντανών, αφέθηκαν για σήμερα. Από αιδώ. 

Αυτό βέβαια δεν σταμάτησε κανέναν, κι έτσι, κάτω από το ποίημα του Νερούντα φιλοδωρήθηκα με ένα ακόμα "αριστερό" έμεσμα με την ευγενική χορηγία του γνωστού και μη εξαιρεταίου Indymedia, όπου "αγωνιστής" έγραφε: "Απ' τον Περισσό δε πρέπει να περιμένουμε πολλά, θα είναι αναμμένα τα φώτα μέχρι αργά για να μαγειρευτεί και να ζυγιστεί η όποια δήλωση. Εμείς δεν έχουμε γραμματείς και συμβούλους να κάνουν δηλώσεις για μας, οφείλουμε να κάνουμε αυτό που μας εκφράζει και αυτό που θεωρούμε συνείδηση μας."

Η θλίψη μας ως "μαγείρεμα". Η προστατευτική για την οικογένεια του νεκρού ολιγολογία  μας ως συνενοχή με την συγκυβέρνηση την οποία κατέβηκε ο Λούγαρης και χιλιάδες άλλοι από εμάς σε όλη την Ελλάδα να πολεμήσουν. Κι εμείς ως ανάξιοι του Ξενοφώντα Λούγαρη, ανάξιοι να τον κλάψουμε ή να αισθανθούμε οτιδήποτε για αυτόν, γιατί αισθάνονται άλλοι για μας, πριν από μας, περισσότερο από μας, και χωρίς εμάς. Και όλα αυτά επειδή το λένε, λέγοντας φυσικά έτσι και ότι ο Ξενοφώντας Λούγαρης πέθανε χωρίς κανένα λόγο, για κάτι ανάξιο. Ότι ήταν με λίγα λόγια, ένα ακόμα "απολίθωμα", ένας ακόμα απ' αυτούς που "ξέχασαν να πεθάνουν", τον οποίο όμως οι ίδιοι καμώνονται πως τιμούν μεγαλόψυχα και σύμφωνα με τις δικές τους ανώτερες αγωνιστικές αξίες και παραδόσεις.

Σήμερα, στον άλλο και συγκοινωνούντα βόθρο με το όνομα Enosy, που αποφαίνεται για αίτια θανάτου άλλα από τα φυσικά, ένας ακόμα ανώνυμος του βορβορώδους απόπατου της "νέας αριστεράς" σχολιάζει την ανακοίνωση του ΠΑΜΕ ως εξής: "άντε γαμηθήτε μαλάκες που θα έρθει από σας καμιά θετική εξέληξη ούτε με τον νεκρό σας δεν μπορέσατε να μιλήσετε εναντίον της κυβέρνησης."

Το ΠΑΜΕ, με το οποίο αγωνιζόταν ο κύριος Λούγαρης, πρέπει να πάει να "γαμηθεί" αφού δεν έκανε τίποτε για να τον χρησιμοποιήσει για να κάνει αντιπολίτευση, και δη τέτοια που να βοηθά τον πολιτικό χώρο του ανώνυμου. Να πάει να γαμηθεί επειδή περιορίστηκε στο να κάνει Γενική Απεργία και όχι σκύλευση νεκρού. Να πάει να γαμηθεί επειδή σέβεται την αλήθεια για τους νεκρούς του και δεν επιθυμεί να πει ψέμματα για τον θάνατό τους. Επειδή δεν μετατρέπει τους νεκρούς σε ρητορικό κιμά ταχείας κατανάλωσης. Ούτε καν τους πεθαμένους του δεν ξέρει να εκμεταλλεύεται, είναι η κατηγορία: η ηθική του σκυλευτή πτωμάτων και του συλλητή τάφων ποζάρει ως "εξεγερσιακή στάση."

Κι ύστερα, ήρθε το ρεπορτάζ Ίσκρα, που μας διαβεβαιώνει, έμπλεο σιγουριάς, ότι ο Λούγαρης "έχασε τη ζωή του [...] κατά τη διάρκεια επεισοδίων" (!) και η ανακοίνωση της ΑΝΤΑΡΣΥΑ, που δίνει κυριολεκτική σημασία στη φράση "κηδεία με ξένα κόλυβα", εκμεταλλευόμενη και αυτή τον θάνατο του Λούγαρη για να κάνει "αντιπολίτευση", προσφέροντάς μας μια ακόμα "ανάλυση" της οκάς για την κυβερνητική πολιτική απέναντι στην εργασία. Αφού εμείς δεν ξέρουμε να κλάψουμε τους αγωνιστές μας σωστά, προκαλούμε τον ρητορικό οίστρο του ανταγωνισμού, που ξέρει να τους κλαίει καλύτερα. Με την σωστή δόση "αντιστασιακής" δυναμικής που προφανώς οι ίδιοι ήταν πολύ κουτοί για να καταλάβουν ότι βρισκόταν αλλού από εκεί που επέλεξαν να συνταχθούν.

ΙV.
Πώς απαντάς σε όλα αυτά, διατηρώντας ένα αίσθημα αιδούς, που όπως είπαμε είναι για τον αστικοποιημένο νεοέλληνα το ίδιο πράγμα με την ντροπή (όχι, είναι πια ντροπή το ίδιο, είναι ντροπή να έχεις αιδώ!) αντί να είναι αυτό που σε προστατεύει από το να δρας ντροπιαστικά, να ντροπιάζεις τον εαυτό σου και τους άλλους;

Θα μιλήσω μόνο για να μην μιλήσω, θα μιλήσω πάλι χωρίς να μιλάω, θα μιλήσω με τα λόγια κάποιου άλλου, ενός συντρόφου που μού έγραψε χτες, δυο λόγια, προσωπικά, για να ξέρω:
Ήμουν με το μπλοκ μου, το ΣΕΤΗΠ, στην Αμαλίας. Είχε γεμίσει βασικά το ΠΑΜΕ από το Σύνταγμα και πέρα, την Αμαλίας. Είχαμε σταματήσει εκεί για κάποια ώρα, πριν διαλυθούμε. Μετά από κάποια ώρα αποφάσισα να φύγω, πήρα μαζί μου και έναν νεαρό συνάδελφο να τον κατεβάσω μέχρι την Ομόνοια όπου τον περίμενε ο πατέρας του -απεργός κι αυτός- με το μηχανάκι μου που το είχα παρκάρει εκεί κοντά, σε μια πλατειούλα απέναντι από την είσοδο του Ζαπείου, πλατεία Ράλλους Μάνου λέγεται είδα αργότερα στον χάρτη. Λοιπόν σε αυτή την πλατειούλα αντικρίσαμε τον άτυχο ναυτεργάτη. Τον είχαν ξαπλωμένο και ήταν από πάνω του κάποιοι, που μου φάνηκαν για γιατροί από την πρώτη στιγμή γιατί φορούσαν γάντια και είχαν και ένα βαλιτσάκι πρώτων βοηθειών παραδίπλα, και του κάναν τεχνητές αναπνοές. Περιμέναμε εκεί, από απόσταση πάντα, αρκετή ώρα να κοιτάμε τον άνθρωπο μπας και σταθεί τυχερός και γυρίσει στην ζωή. Μετά από 15 λεπτά περίπου αποφασίσαμε να φύγουμε. Δεν είχε νόημα αφού δεν μπορούσαμε να βοηθήσουμε κάπως. Από κάτι στενά κάτω από το Σύνταγμα σιγά σιγά βγαίναμε προς Ομόνοια. Κάποια στιγμή, αφού είχα ήδη την Σταδίου στο δεξί μου χέρι, δηλαδή είχα φύγει από το Σύνταγμα, ακούστηκε η πρώτη κρότου λάμψης που έπεσε στην πορεία.
Δεν είναι ένας εντυπωσιακός επικήδειος. Είναι ο τρόπος που μιλάμε μεταξύ μας. Για τη ζωή και για τον θάνατό μας. Μιλάμε σε μια άλλη συχνότητα, εκεί όπου οι λέξεις μετρούν. Εκεί όπου ο λόγος έχει νόημα. Δεν έχουμε άλλο τρόπο να μιλήσουμε. Ούτε να υπερασπιστούμε τους νεκρούς από τους κανίβαλους του λόγου.

4 σχόλια:

  1. Συγχρητήρια, Αντώνη. Εγώ θα πρόσθετα και την οργή στον τίτλο και θα' λεγα ότι δεν έχουμε την ανάγκη να εκμεταλλευτούμε τους νεκρούς μας για να νιώσουμε οργή.

    Είμαστε ήδη οργισμένοι κι αποφασισμένοι, οπότε το να παίζουμε τα θύματα είναι και άχρηστο εκτός από μικροπρεπές.

    Συνεχίζουμε.

    Μπάμπης

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Δυστυχώς ξεσαλώνουν πάλι τα ίδια υποκείμενα που όταν συνδέαμε τον θάνατο του Κοτζαρίδη με την εγκληματική επίθεση ενάντια στα μπλοκ του ΠΑΜΕ, μας κατηγορούσαν για πολιτική εκμετάλλευση ενός άσχετου με τα επεισόδια ατυχούς περιστατικού, για διαστρέβλωση των γεγονότων, για αξιοποίηση για άλλη μια φορά του αίματος αθώων αγωνιστών για να προβληθεί η αποκομμένη από τη βάση ηγεσία και άλλα τέτοια "συντροφικά".

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  3. το ιντιμεντια και ολος ο χωρος τους μου θυμιζη μια φασιστικη ξυνιλα

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. ατο ιντυμεντα το ποστ περι θανατου απο δακρυγονα δεν στεριωσε ουτε 2 λεπτα και κατεβηκε αμεσως .Διαφοροι γραφουν διαφορα και αν θελουμε να μιλαμε με τις ωρες μιλαμε αλλα ειναι μια φτηνη ψηφιακη πραγματικοτητα με ελαχιστα πολιτικα αποτελεσματα .Ειναι εποχη να βλεπεις τι λενε οι αλλοι χωροι γιατι θα ερθουν δυσκολες μερες δεν χρειαζεται να βαζουμε λαδι στη φωτια , οταν οι φασιστες τσακιζουν και οι απαντησεις απεναντι τους ειναι ελαχιστες.Τωρα αβ θελετε να κραζετε τους αναρχικους και το ιντυ μπορειτε γιατι οχι και αυτοι εσας .Τι κερδιζουμε ολοι απο αυτη τη φαγωμαρα δεν εχω καταλαβει . . Για το θανατο του Ξενοφώντα Λούγαρη περα απο τα αυτονοητα συλληπητηρια θα συμφωνησω οτι δεν εχουμε αναγκη να εκμεταλευτουμε νεκρους για να νοιωσουμε οργη .Επισης οτι η ανεργια ,οι απολυσεις κα ειναι αργες δολοφονιες που τις συνιθηζουμε καθε μερα

      Διαγραφή