Τετάρτη, 24 Οκτωβρίου 2012

Ο Λένιν, ο "βασικός νόμος της επανάστασης", και η ελληνική σοσιαλδημοκρατία

Ο βασικός νόμος της επανάστασης, που τον επιβεβαίωσαν όλες οι επαναστάσεις και ειδικά οι τρεις ρωσικές επαναστάσεις του 20ού αιώνα, συνίσταται στο εξής: για την επανάσταση δεν είναι αρκετό να κατανοήσουν οι εκμεταλλευόμενες και καταπιεζόμενες μάζες πως είναι αδύνατο να ζουν με τον παλιό τρόπο και να απαιτούν αλλαγή· για την επανάσταση είναι απαραίτητο οι εκμεταλλευτές να μη μπορούν να ζουν και να κυβερνούν με τον παλιό τρόπο. Μόνο όταν “οι κάτω” δεν θέλουν το παλιό και «οι πάνω» δεν μπορούν να ζουν και να κυβερνούν με τον παλιό τρόπο, μόνο τότε μπορεί να νικήσει η επανάσταση. Η αλήθεια αυτή εκφράζεται διαφορετικά με τα λόγια: η επανάσταση είναι αδύνατη χωρίς μια πανεθνική κρίση (που να θίγει και τους εκμεταλλευόμενους και τους εκμεταλλευτές). Επομένως για την επανάσταση πρέπει, πρώτο, να πετύχουμε ώστε η πλειοψηφία των εργατών (ή πάντως η πλειοψηφία των συνειδητών, των σκεπτόμενων και των πολιτικά δραστήριων εργατών) να καταλάβει πέρα για πέρα την ανάγκη της επανάστασης και να είναι έτοιμη να βαδίσει στο θάνατο γι’ αυτή· δεύτερο, πρέπει οι άρχουσες τάξεις να περνούν κυβερνητική κρίση που τραβά στην πολιτική ακόμη και τις πιο καθυστερημένες μάζες (το γνώρισμα κάθε πραγματικής επανάστασης είναι ότι γρήγορα δεκαπλασιάζεται ή ακόμη και εκατονταπλασιάζεται ο αριθμός των ικανών για πολιτικό αγώνα εκπροσώπων της εργαζόμενης και καταπιεζόμενης μάζας που ως τότε ήταν απαθής), εξασθενεί την κυβέρνηση και κάνει δυνατή για τους επαναστάτες τη γρήγορη ανατροπή της.

Στο πιο πάνω εδάφιο, ο Λένιν αποπειράται να διατυπώσει κάτι το οποίο αποκαλεί "βασικό νόμο της επανάστασης": από μόνη της, η αναφορά σε "βασικό νόμο" είναι αξιοπρόσεχτη, μιας και ο Λένιν είναι πάνω από όλα ο στοχαστής του συγκεκριμένου και της συγκυρίας, σε ό,τι αφορά το πολιτικό πεδίο τουλάχιστο (αλλά αυτό ακριβώς το πεδίο είναι το πεδίο στο οποίο αφήνει μιαν ανεξίτηλη υπογραφή). 

Η μορφή του "βασικού νόμου" είναι αυτή μιας διπλής συνθήκης. Η διπλή αυτή συνθήκη "ενώνει" εκμεταλλευτές και εκμεταλλευόμενους σε μετωπική συμπλοκή γιατί εξασφαλίζει ότι κανένας από τους δύο δεν έχει πια συμφέρον να αναπαράγει την "παλιά κατάσταση." Η διπλή συνθήκη, με άλλα λόγια, αφορά την σύμπτωση μεταξύ δύο πόλων με εντελώς διαφορετικά κίνητρα και στοχεύσεις.

Υπάρχουν δύο διατυπώσεις αυτής της σύμπτωσης, αλλά δεν είναι ακριβώς ταυτόσημες: στην πρώτη, εκμεταλλευτές και εκμεταλλευόμενοι συναντιούνται στο πεδίο ενός κοινού αδύνατου, μιας κοινής αδυναμίας δράσης που καθυπαγορεύει δράση: οι εκμεταλλευόμενοι "είναι αδύνατο να ζουν με τον παλιό τρόπο" και "απαιτούν αλλαγή"· οι εκμεταλλευτές δεν "μπορούν να ζουν και να κυβερνούν με τον παλιό τρόπο" και προφανώς την επιβάλλουν.

Στην δεύτερη διατύπωση, οι όροι της συνάντησης διαφοροποιούνται: οι από κάτω "δεν θέλουν" πια το παλιό και οι από πάνω "δεν μπορούν να ζουν και να κυβερνούν με τον παλιό τρόπο." Συναντιέται δηλαδή συγκεκριμένα η έλλειψη βούλησης για τη διατήρηση του παλιού στάτους κβο (στην τάξη των εκμεταλλευόμενων) με την έλλειψη ικανότητας να διατηρηθεί αυτό (στην τάξη των εκμεταλλευτών).

Η διατύπωση περί δύο συνθηκών που πρέπει να συναντηθούν, και που είναι αναγκαίο να συνυπάρχουν για να υπάρξει επανάσταση δημιουργεί αυτόματα σκέψεις για τις άλλες λογικές πιθανότητες που περικλείει αυτό το σενάριο, έστω δια του αποκλεισμού τους. 

Υπάρχει, πρώτον, η λογική πιθανότητα οι εκμεταλλευόμενοι να "μην θέλουν" αλλά οι εκμεταλλευτές να "μπορούν." Αυτή η πιθανότητα φαίνεται να υπαγορεύει ένα πολύ συγκεκριμένο πολιτικό αποτέλεσμα, διαφορετικό βέβαια από την επανάσταση. Αλλά το αποτέλεσμα αυτό διαιρείται άμεσα σε δύο:

α) Αυτοί που "μπορούν" αντιμετωπίζουν τη δυσαρέσκεια αυτών που "δεν θέλουν" με μια σειρά μεταρρυθμίσεων, που αποκαθιστούν την ταξική ειρήνη.

β) Αυτοί που "μπορούν" αντιμετωπίζουν τη δυσαρέσκεια αυτών που "δεν θέλουν" με κλιμάκωση της βίας και της καταστολής, με μετατροπή του κράτους σε ανοιχτά αυταρχικό ή φασιστικό τύπο εξουσίας. 

Υπάρχει, δεύτερον, η λογική πιθανότητα οι εκμεταλλευτές να "μην μπορούν" να ζήσουν με τον παλιό τρόπο αλλά οι εκμεταλλευόμενοι να "θέλουν" να συνεχίσουν να ζουν έτσι. Εδώ, το πολιτικό αποτέλεσμα που υπαγορεύεται είναι η επιθετική μεταρρύθμιση, ή αν θέλετε, η "επανάσταση από τα πάνω."

Εάν δούμε την αλληλουχία των γεγονότων από το ξέσπασμα της κρίσης και μετά, θα παρατηρήσουμε ότι σε πρώτο στάδιο, αυτό που φαίνεται να ισχύει είναι πως οι ίδιοι οι εκμεταλλευτές "δεν μπορούν" να διατηρήσουν το παλιό στάτους κβο, ενώ οι εκμεταλλευόμενοι εκλιπαρούν για την διατήρησή του. Έχουμε κατά συνέπεια μια νομοθετική και πολιτική "επανάσταση από τα πάνω", της οποίας συνέπεια είναι η οικονομική εξαθλίωση ενός μεγάλου τμήματος των μαζών. 

Σε δεύτερο στάδιο, όμως, όταν οι εκμεταλλευόμενοι αρχίσουν να δείχνουν κάποιες πρώτες ενδείξεις πως "δεν θέλουν" το νέο στάτους κβο, οι εκμεταλλευτές μεταμορφώνονται άξαφνα σε αυτούς που "μπορούν" να το επιβάλλουν δια της βίας. Έχουμε λοιπόν μια συνεπακόλουθη αυταρχοποίηση του κράτους και ακόμα και την φοβέρα του ενδεχομένου τυπικού εκφασισμού του.

Η εμπειρία μάς δείχνει ότι η αυστηρά διαιρετική --αντί για διαλεκτική-- αντιμετώπιση των δύο συνθηκών ή σκελών του συλλογισμού είναι κατά συνέπεια λανθασμένη: το "θέλω" ή "δεν θέλω" και το "μπορώ" ή "δεν μπορώ" δεν είναι μόνιμες ποιότητες που χαρακτηρίζουν τον ένα ή τον άλλο πόλο, αλλά μεταβλητές· και επιπλέον, οι μεταβολές τους είναι αυστηρά σχεσιακές, προκύπτουν δηλαδή από την διάδραση ανάμεσα σε ένα "(δεν) θέλω" και ένα "(δεν) μπορώ". Στην περίπτωσή μας --αυτή του 2009-2012-- συμβαίνει, λόγω αυτών των μεταβολών, να μην συναντιέται ποτέ το "δεν θέλω" με το "δεν μπορώ", αλλά μονάχα το "δεν θέλω" με το "μπορώ" και το "θέλω" με το "δεν μπορώ". Αυτή η μη συνάντηση ισούται με την απουσία συνθηκών επανάστασης. 

Όμως βλέπουμε επίσης ότι το περιεχόμενο του "δεν θέλω" των εκμεταλλευτών δεν μπορεί ποτέ να νοηθεί ανεξάρτητα από αυτό του "μπορώ" ή "δεν μπορώ" των εκμεταλλευόμενων: το τι χαρακτήρα παίρνει το "δεν θέλω" των από πάνω, το ποια είναι τα όριά του, δεν μπορεί ποτέ να οριστεί ανεξάρτητα από τι δηλώνουν ότι "θέλουν" ή "δεν θέλουν" να κάνουν οι εκμεταλλευόμενοι, εννοώντας φυσικά το "δηλώνουν" ως συλλογική και έμπρακτη αποτύπωση της βούλησης και όχι ως ατομική, ρητορική και σποραδική δήλωσή της. Στην πραγματικότητα, η αποκάλυψη του έμπρακτου και απτού χαρακτήρα, και άρα και των συγκεκριμένων ορίων, που κρύβονται πίσω από το "θέλω" ή "δεν θέλω" των εκμεταλλευόμενων διαμορφώνει ήδη τα όρια και τον χαρακτήρα του "μπορώ" ή "δεν μπορώ" των εκμεταλλευτών. 

Για να συμπέσει λοιπόν το "δεν θέλω" και το "δεν μπορώ", θα πρέπει να έχουν εξαντληθεί τα όρια του "θέλω" και του "μπορώ" της κάθε πλευράς. Και για να εξαντληθούν τα όρια τους, θα πρέπει η κάθε μια κατάφαση να εξαντληθεί από την αντιπαλότητα μιας άρνησης. Θα πρέπει το "θέλω" των εκμεταλλευόμενων να εξαντληθεί από το "δεν μπορώ" των εκμεταλλευτών, και συνάμα το "μπορώ" των εκμεταλλευτών να εξαντληθεί από το "δεν θέλω" των εκμεταλλευόμενων. Με όρους Λογικής, αυτή είναι η διαδικασία που πρέπει να προηγηθεί της συμπλοκής των δύο αρνήσεων που συνιστά την κατά Λένιν επαναστατική συνθήκη. Με όρους ιστορικοπολιτικούς, η αμοιβαία και ταυτόχρονη εξάντληση της δυνατότητας κάθε πόλου για κατάφαση στην παλιά τάξη πραγμάτων είναι η "πανεθνική κρίση", που θίγει ταυτόχρονα τους εκμεταλλευόμενους και τους εκμεταλλευτές, που εξαντλεί τα περιθώριά τους να συνυπάρξουν ταυτόχρονα με την αντικειμενική κατάσταση και με την άλλη τάξη.

Αυτό σημαίνει ότι οι μηχανιστικές, διαιρετικές ερμηνείες που εστιάζονται μονάχα στον ένα από τους δύο πόλους, μονάχα στο "(δεν) θέλω" ή το "(δεν) μπορώ", είναι φύσει ασύμβατες με την επαναστατική κατεύθυνση. Σημαίνει επίσης ότι η επίκληση της παρουσίας ή απουσίας "επαναστατικών συνθηκών" ως βάση της πολιτικής αποτελεί καθαρή λαθροχειρία. Γιατί βέβαια, στο αντικειμενικό επίπεδο, η οικονομική κρίση υφίσταται ανεξάρτητα από πολιτικές επιλογές και δεν καθυπαγορεύει κανένα προαποφασισμένο πολιτικό αποτέλεσμα. Δεν είναι, και δεν μπορεί να είναι, ζήτημα καθαρής "αντικειμενικότητας" οι "επαναστατικές συνθήκες." Είναι αποτέλεσμα της διαλεκτικής εκμεταλλευτών και εκμεταλλευόμενων στην συγκεκριμένη βάση της σύμπτωσης της αμοιβαίας εξάντλησης των περιθωρίων τους να θελήσουν να επιστρέψουν στην παλιά κατάσταση καθώς, στο αντικειμενικό επίπεδο, μαίνεται μια βαθιά κρίση.

Ας δούμε τώρα ένα εύγλωττο παράδειγμα της οπορτουνιστικής στρέβλωσης που επιφέρει η άρνηση της διαλεκτικής φύσης τόσο της σχέσης ανάμεσα στα όρια εκμεταλλευτών και εκμεταλλευομένων στο υποκειμενικό επίπεδο πολιτικής δράσης όσο και της σχέσης αμφοτέρων με την αντικειμενική πραγματικότητα της κρίσης:
Ποιος λογικος ανθρωπος (εκτος της ηγεσιας του ΚΚΕ) θεωρει οτι σημερα υπαρχει (εστω υπο διαμορφωση) επαναστατικη κατασταση ωστε να μπορει να τεθει σαν αμεσος στοχος παλης ο σοσιαλιστικος μετασχηματισμος σε μια μονο χωρα και μαλιστα στην Ελλαδα? Γιατι περι αυτου προκειται! Τοσο ο Πουλαντζας, οσο και ο Λενιν, συμφωνουσαν οτι για να υπαρξει επαναστατικη κατασταση σε μια χωρα απαιτουνται τρεις προυποθεσεις. Η τριτη προυποθεση ειναι το σημαντικο ανεβασμα των μαζων και η αυτοτελης ιστορικη δραση τους σε μεγαλη εκταση και ενταση. Κατι που σημερα δυστυχως, δεν υφισταται. Γι' αυτο δεν πρεπει να πεταμε στα συννεφα !!!. Ο στοχος ειναι πως θα μπορεσουμε να πεισουμε και στην συνεχεια να κινητοποιησουμε τις κοινωνικες δυναμεις που μας ενδιαφερουν. Σε αυτο ακριβως το ιδεολογικο πεδιο των πολιτικων και κοινωνικων συμμαχιων θα βρουμε πολλες χρησιμες αναλυσεις ανατρεχοντας στα εργα και στην πολιτικη πραξη των Πουλαντζα και Λενιν. Η προσηλωση - μεχρι τελους - στο πολιτικο συνθημα :"Οχι αλλες θυσιες για το ευρω". Η διαρκης προετοιμασια και κινητοποιηση του λαου εναντια στα νεα μετρα και τα επομενα που θα ερθουν. Η αμεση ανατροπη της υποτελης κυβερνησης. Η ειδοποιος διαφορα στους παραπανω αμεσους στοχους ειναι οτι ενω πριν μερικα χρονια θα αποτελουσαν απλα ''διαχειριστικους ελιγμους" στα πλαισια ανασυνταξης του καπιταλιστικους συστηματος, σημερα μπορουν - υπο προυποθεσεις - να μας οδηγησουν μελλοντικα στον προθαλαμο μιας εν δυναμη επαναστατικης διαδικασιας (σχόλιο στο Ίσκρα). 
Θα προσπεράσουμε εδώ τη λαθροχειρία της δήθεν συμφωνίας Πουλαντζά και Λένιν την στιγμή που ο πρώτος απέρριψε ρητά όλες τις βασικές θεωρητικές προκείμενες της σκέψης του δεύτερου για την επανάσταση (δικτατορία του προλεταριάτου, δυαδική εξουσία, άμεση δημοκρατία των Σοβιέτ στη θέση του κοινοβουλευτισμού), παρατηρώντας απλώς ότι ίσως κάποια από την ενέργεια του συμβεμβλημένου με τον ΣΥΡΙΖΑ  "Ινστιτούτου Πουλαντζά" θα πρέπει να δαπανηθεί στην επιμόρφωση των φίλων του κόμματος που προφανώς δεν τον έχουν ποτέ διαβάσει. Θα επικεντρωθούμε μόνο στο σημείο που αφορά την "ωριμότητα" (ή όχι) της "επαναστατικής κατάστασης." Ο φίλος του ΣΥΡΙΖΑ, όπως όλοι οι ομόλογοί του στις ειλικρινέστερές τους στιγμές, ξεκινά από την θέση ότι τέτοια κατάσταση δεν υφίσταται. Κατά συνέπεια, είναι μάταιη και η επαναστατική πολιτική, αφού η "προϋπόθεση" της "αυτοτελούς ιστορικής δράσης των μαζών" δεν πληρούται.

Αλλά τι είναι η επαναστατική πολιτική αν δεν είναι η προετοιμασία των μαζών για "αυτοτελή ιστορική δράση"; Από πότε "υπάρχει" ή δεν υπάρχει "αντικειμενικά", χωρίς πολιτική διαμεσολάβηση, ένα "θέλω" ή "δεν θέλω" των μαζών το οποίο να καθυπαγορεύει την επαναστατική πολιτική; Και από πότε έχει μια τέτοια θεώρηση οποιαδήποτε συνάφεια με τον επαναστατικό μαρξισμό;

Φυσικά η ακλόνητη βεβαιότητα της αντικειμενικής απουσίας "επαναστατικής κατάστασης", ωσάν η επαναστατική κατάσταση να ήταν ποτέ απλώς αντικειμενικό δεδομένο έξω από την πολιτική δράση υποκειμένων, καθυπαγορεύει κατόπιν ως "ρεαλισμό", στη θέση του υποτιθέμενου δονκιχωτισμού των παράλογων επαναστατών του ΚΚΕ, μια σειρά από προτάγματα για τα οποία γίνεται η παράδοξη παραδοχή ότι ήταν διαχειριστικά μόνο στο παρελθόν αλλά σήμερα "μπορούν υπό προϋποθέσεις να μας οδηγήσουν μελλοντικά στον προθάλαμο μιας εν δυνάμει επαναστατικής διαδικασίας". Φυσικά η συσσώρευση τεσσάρων λεκτικών ξεδοντιασμάτων της λέξης "επαναστατική" ("υπό προϋποθέσεις", "μελλοντικά", "προθάλαμο", "εν δυνάμει") λειτουργεί ως φραστική κένωση νοήματος από την βαρυπρόφερτη λέξη και "φύλαγμα των ρούχων μας, να 'χουμε τα μισά". Φυσικά αυτό που έχουμε εδώ είναι η καθαρή και ρητή έκφραση της "δευτέρας παρουσίας" ως ενσυνείδητης ιδεολογίας αυτών που κατηγορούν τους κομμουνιστές για σοσιαλισμό της "δευτέρας παρουσίας." Αλλά έχουμε και κάτι άλλο, το οποίο αφορά άμεσα την παραπάνω ανάλυση: την άρνηση κάθε ταξικά σχεσιακής θεώρησης ενός   "(δεν) θέλω" και ενός "(δεν) μπορώ", η οποία καταλήγει σε ένα "δεν γίνεται" που αποκαλύπτεται απλώς ως "δεν θέλουμε να γίνει" -- δηλαδή, στον βασικό νόμο της σοσιαλδημοκρατίας ως μορφής της αντεπανάστασης.

Γιατί η σοσιαλδημοκρατία δεν είναι παρά η μεταμόρφωση ενός "δεν θέλω" σε ένα "δεν μπορώ", η αντικατάσταση της έλλειψης βούλησης από μια ψευδοαντικειμενικότητα που δήθεν υπαγορεύει αυτοκρατορικά και μονοσήμαντα κάθε βούληση. Αυτό ήταν το σοσιαλδημοκρατικό σκέπτεσθαι στους Μπέρνσταϊν και Κάουτσκι, αυτό ακριβώς, ίδιο και απαράλλαχτο, είναι και σήμερα.

Ο Λένιν, τον οποίο η ελληνική σοσιαλδημοκρατία "τίμησε" σκυλεύοντας το παραπάνω έργο --τον "Αριστερισμό" δηλαδή-- σε αναζήτηση νομιμοποίησης του ανύπαρκτου επαναστατικού "ρεαλισμού" της (αφήνοντας εκτός συζήτησης τόσο το ιστορικό και πολιτικό πλαίσιο του κειμένου όσο και δεκάδες όψεις του που είναι απόλυτα καταδικαστικές για την ίδια), "ξέχασε", ανάμεσα σε άλλα, το εδάφιο που ο Λένιν γράφει λίγο μετά από αυτή που μας απασχόλησε εδώ, στο σκέλος των συμπερασμάτων:
Τέτοιος είναι ο βασικός νόμος όλων των μεγάλων επαναστάσεων, που τον επιβεβαίωσε τώρα με καταπληκτική δύναμη και παραστατικότητα όχι μόνο η Ρωσία, αλλά και η Γερμανία. Όχι μόνο οι απολίτιστες, συχνά αναλφάβητες μάζες της Ρωσίας, αλλά και οι μάζες της Γερμανίας με τον υψηλό πολιτισμό και χωρίς κανέναν αναλφάβητο, χρειάστηκε να δοκιμάσουν πάνω στο πετσί τους όλη την αδυναμία, όλη την έλλειψη χαρακτήρα, όλη την ανικανότητα, όλη τη δουλοπρέπεια απέναντι στην αστική τάξη, όλη την προστυχιά της κυβέρνησης των ιπποτών της II Διεθνούς και όλο το αναπόφευκτο της δικτατορίας των ακραίων αντιδραστικών (Κορνίλοφ στη Ρωσία 52, Κάππ και Σία στη Γερμανία 53), σαν τη μοναδική λύση απέναντι στη δικτατορία του προλεταριάτου, για να στραφούν οριστικά προς τον κομμουνισμόΤο άμεσο καθήκον της συνειδητής πρωτοπορίας του διεθνούς εργατικού κινήματος, δηλ. των κομμουνιστικών κομμάτων, ομάδων και ρευμάτων είναι να ξέρουν να οδηγήσουν τις πλατιές μάζες (που τώρα ακόμη στις περισσότερες περιπτώσεις είναι κοιμισμένες, απαθείς, ρουτινιασμένες, αδρανείς, αξύπνητες) σ’ αυτή την καινούργια θέση τους ή μάλλον να ξέρουν να καθοδηγούν όχι μόνο το Κόμμα τους, μα και τις μάζες αυτές στο διάστημα που ζυγώνουν, που περνούν στην καινούργια θέση. 
"Το άμεσο καθήκoν ... των κομμουνιστικών κομμάτων είναι να ξέρουν να οδηγήσουν τις ... κοιμισμένες, απαθείς, ρουτινιασμένες, αδρανείς, αξύπνητες" μάζες στην "καινούργια τους θέση" -- τη θέση του "δεν θέλω" που προκύπτει μετά από την εξάντληση, την τελική διάψευση του "μπορώ" της αστικής τάξης. Αυτός είναι ο Λένιν και ο λενινισμός, ατόφιος και ακέραιος σε ένα έργο όπως ο Αριστερισμός.
Ποιος λογικος ανθρωπος (εκτος της ηγεσιας του ΚΚΕ) θεωρει οτι σημερα υπαρχει (εστω υπο διαμορφωση) επαναστατικη κατασταση ωστε να μπορει να τεθει σαν αμεσος στοχος παλης ο σοσιαλιστικος μετασχηματισμος σε μια μονο χωρα και μαλιστα στην Ελλαδα? [...] Η τριτη προυποθεση ειναι το σημαντικο ανεβασμα των μαζων και η αυτοτελης ιστορικη δραση τους σε μεγαλη εκταση και ενταση. Κατι που σημερα δυστυχως, δεν υφισταται. Γι' αυτο δεν πρεπει να πεταμε στα συννεφα !!!
Και αυτή είναι η ελληνική σοσιαλδημοκρατία, για την οποία "το άμεσο καθήκον" έγινε αναβλητικός δονκιχωτισμός των κομμουνιστών, και "ο βασικός νόμος των επαναστάσεων" απόδειξη του αδύνατου της επανάστασης και υποχρέωσης της υποτέλειας στον αστικό ρεφορμισμό. Αυτή είναι η σοσιαλδημοκρατία που εδώ και μήνες κραδαίνει τον Αριστερισμό ως απόδειξη της ωριμότητάς της και της κομμουνιστικής "παρέκκλισης" από την λενινιστική διδαχή.

Είναι σχεδόν αρκετό για να κάνει κάποιον να επαναστατήσει.

8 σχόλια:

  1. Υπέροχο! Ευχαριστώ :)

    Neophyte_commie

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Η κριτική που κάνουν (όχι μόνο ο ΣΥΡΙΖΑ αλλά και διάφοροι άλλοι) στο ΚΚΕ, δεν παίρνει κατά κανόνα υπόψη της της σημερινές αντικειμενικές συνθήκες, της βαθιάς δηλαδή καπιταλιστικής κρίσης. Από το 2009 και μετά είναι δεδομένο ότι "οι πάνω" όχι μόνο δεν θέλουν (αυτό ισχύει πάντα) αλλά και δεν μπορούν. Αν λοιπόν το Κ.Κ. δεν θέσει θέμα σοσιαλιστικής επανάστασης σε αυτές τις συνθήκες μέσα από "το σημαντικό ανέβασμα των μαζών και την αυτοτελή ιστορική δράση τους σε μεγάλη έκταση και ένταση" και "την κατανόηση από τις εκμεταλλευόμενες και καταπιεζόμενες μάζες πως είναι αδύνατο να ζουν με τον παλιό τρόπο και να απαιτούν αλλαγή", πότε θα το κάνει; Όταν οι "από πάνω" μπορούν; Η απάντηση που επιθυμούν και επιδιώκουν όλοι αυτοί οι "λενινιστές" είναι ΠΟΤΕ.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  3. Βοηθήστε με λιγο να καταλάβω. Είμαστε δηλαδή στην διαδικασία ανέβασμα των μαζών και την κατανόηση απο τις εκμεταλλευόμενες και καταπιεζόμενες μάζες να συνειδητοποιηθούν? σωστά κατάλαβα?

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  4. Το κείμενο Αντώνη είναι εξαιρετικό και η ανάλυσή σου διαφωτιστικότατη. Η μόνη μου διαφωνία έγκειται στο εξής. Αναφέρεις στο κείμενό σου ότι: "Στην περίπτωσή μας --αυτή του 2009-2012-- συμβαίνει, λόγω αυτών των μεταβολών, να μην συναντιέται ποτέ το "δεν θέλω" με το "δεν μπορώ", αλλά μονάχα το "δεν θέλω" με το "μπορώ" και το "θέλω" με το "δεν μπορώ"". Πιστεύεις ότι υπήρχε κάποια περίπτωση όπου εκφράστηκε σε αυτό το διάστημα το "δεν θέλω" από τις εκμεταλλευόμενες μάζες και το "μπορώ" από τους εκμεταλλευτές? Γιατί κατά την ταπεινή μου άποψη αυτή η κατάσταση δεν έχει ακόμα εμφανιστεί.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Φίλε Ανδρέα, σε ευχαριστώ για το σχόλιο και τα καλά λόγια.

      Το τι πιστεύω ότι συνέβη το γράφω ξεκάθαρα:

      "Εάν δούμε την αλληλουχία των γεγονότων από το ξέσπασμα της κρίσης και μετά, θα παρατηρήσουμε ότι σε πρώτο στάδιο, αυτό που φαίνεται να ισχύει είναι πως οι ίδιοι οι εκμεταλλευτές "δεν μπορούν" να διατηρήσουν το παλιό στάτους κβο, ενώ οι εκμεταλλευόμενοι εκλιπαρούν για την διατήρησή του. Έχουμε κατά συνέπεια μια νομοθετική και πολιτική "επανάσταση από τα πάνω", της οποίας συνέπεια είναι η οικονομική εξαθλίωση ενός μεγάλου τμήματος των μαζών.

      Σε δεύτερο στάδιο, όμως, όταν οι εκμεταλλευόμενοι αρχίσουν να δείχνουν κάποιες πρώτες ενδείξεις πως "δεν θέλουν" το νέο στάτους κβο, οι εκμεταλλευτές μεταμορφώνονται άξαφνα σε αυτούς που "μπορούν" να το επιβάλλουν δια της βίας. Έχουμε λοιπόν μια συνεπακόλουθη αυταρχοποίηση του κράτους και ακόμα και την φοβέρα του ενδεχομένου τυπικού εκφασισμού του."

      Άρα, ναι, υπήρξαν κάποιες εκφάνσεις του "δεν θέλω" από τους εκμεταλλευόμενους (τέτοιες είναι οι απεργίες και οι διαδηλώσεις) οι οποίες προσέκρουσαν πάνω σε ένα "μπορώ" του εξής τύπου: "β) Αυτοί που "μπορούν" αντιμετωπίζουν τη δυσαρέσκεια αυτών που "δεν θέλουν" με κλιμάκωση της βίας και της καταστολής, με μετατροπή του κράτους σε ανοιχτά αυταρχικό ή φασιστικό τύπο εξουσίας.".

      Διαγραφή
    2. Θα συμφωνήσω με την απάντησή σου. Μια μικρή χάρη για να κλείσω. Μετά και το χθεσινό ξεβράκωμα της μεγάλης αριστερής δημοκρατικής παράταξης, όταν θα έρθει ο γνωστός γίγαντας να ξετινάξει μια προς μια τις λέξεις των κειμένων σου, στείλε ένα μήνυμα να πάω να παραλάβω τα εισιτήρια μου για Σουμάτρα γιατί έχω καιρό ετοιμάσει τις βαλίτσες και κοντεύουν να πιάσουν σκόρο τα ρούχα μου τόσο καιρό κλεισμένα εκεί μέσα...

      Διαγραφή