Σάββατο, 29 Σεπτεμβρίου 2012

Τι (νομίζω πως) έμαθα μετά από τέσσερα χρόνια καπιταλιστικής κρίσης

* Ότι η σκέψη που δεν εξετάζει διαρκώς τον εαυτό της ως προς το για ποιανού λογαριασμό εργάζεται, που δεν υποβάλλει διαρκώς και με την μέγιστη δυνατή καχυποψία τον εαυτό της σε έλεγχο ως προς την χρησιμότητά της για κάποιον, είναι σκέψη που εργάζεται για λογαριασμό της άρχουσας τάξης και είναι χρήσιμη για αυτή.

* Ότι δεν υπάρχει τίποτε το "αυθόρμητο", κανένας αυτοματισμός της πεποίθησης και της έξης που να μην αντανακλά τους συσχετισμούς ισχύος που ήδη υπάρχουν, που να μην αποτυπώνει δηλαδή την κυριαρχία μιας τάξης πάνω σε μια άλλη.

* Ότι η "ιδεολογική κριτική" που δεν δέχεται τον ετεροκαθορισμό της από ένα απτό ταξικό συμφέρον διαφορετικό από αυτό της τάξης στην οποία ασκείται ιδεολογική κριτική είναι απλώς στάχτη στα μάτια, τόσο του κριτικού του ίδιου, όσο και των αναγνωστών του. Και ότι είναι πολύ σπάνιο για κάποιον που ασκεί "ιδεολογική κριτική" να στρατευτεί με ένα ταξικό συμφέρον απτά και πρόδηλα ανταγωνιστικό με αυτό της τάξης στην οποία ασκεί ιδεολογική κριτική. Συνεπώς, ότι η "ιδεολογική κριτική" είναι κατά κύριο λόγο αυτοκριτική της αστικής τάξης, η οποία λαμβάνει τέλος όταν τα περιθώρια ανοχής της τάξης αυτής στην αυτοκριτική εξανεμίζονται.

* Ότι για τον παραπάνω λόγο έχουν είτε σωπάσει είτε ανοιχτά συστρατευτεί με την αστική τάξη οι περισσότεροι από τους ειδικούς στην "ιδεολογική κριτική" της. 

* Ότι επομένως καμία αυτονομία από την άρχουσα τάξη, και άρα καμία πραγματική και γνήσια βάση κριτικής της κοινωνίας ως ολότητας, δεν υφίσταται χωρίς την εθελούσια εγκατάλειψη της αυτονομίας του γράφοντος από την εργατική τάξη και τις δικές της προτεραιότητες, αντιλήψεις, συμφέροντα και τρόπους έκφρασης. "Αυτονομία" ως τέτοια δεν υπάρχει· υπάρχει πάντα "αυτονομία από" και "αυτονομία για" κάτι πέρα από την αυτονομία. Η αυτονομία είναι εξ ορισμού ευάλωτη και επισφαλής, είναι μόνο το όνομα για το ενσυνείδητο πέρασμα από μία ετερονομία σε μία άλλη. Η διάκριση "αυτόνομου" και "ετερόνομου" ως διάκριση μεταξύ αυθύπαρκτων οντοτήτων είναι πέρα για πέρα αντιδιαλεκτική και πέρα για πέρα λανθασμένη.

* Μέρος του γιατί είναι ευάλωτη η αυτονομία είναι επίσης το γεγονός ότι για να είναι αληθινή πρέπει πάντα να είναι και αυτονομία από τον εαυτό μου. Η αυτονομία από τον εαυτό είναι μια ολωσδιόλου παράδοξη κατάσταση, καθώς "αυτονομία" σημαίνει ακριβώς νομή του εαυτού και νόμος που εκπορεύεται από τον εαυτό, εξ ιδίων. Εν προκειμένω, ο νόμος που εκπορεύεται από τον εαυτό είναι πως η σκέψη μπορεί να παραμείνει ζωντανή μόνο εάν ο εαυτός θυσιάσει εθελοντικά και ενσυνείδητα το κομμάτι εκείνο των συμφερόντων του που αντανακλούν την ετερονομία του σε σχέση με την υφιστάμενη ισχύ της άρχουσας τάξης. Καμία "αυτονομία" χωρίς λελογισμένη αυτοκαταστροφή για την σκέψη, χωρίς καταστροφή κομματιών της σκέψης που στέκονται εμπόδια σε άλλες τάσεις ή ροπές της, χωρίς καταστροφή συνδέσεων της σκέψης με τον συσχετισμό δύναμης που αναπαράγει την ισχύ των εκμεταλλευτών. 

* Οτι αυτό που καθορίζει τον ορίζοντα, το απώτατο σημείο του "μικροαστισμού" είναι η απατηλή αμφιταλάντευση: μικροαστός είναι αυτός που ξεκινά πάντα από την ψευδαίσθηση του απόλυτου της αυτονομίας της σκέψης του για να καταλήξει, μετά από εντελώς μάταιες και ανούσιες προσπάθειες να την προστατέψει από τις επιθέσεις των συνθηκών εξεγειρόμενος σε χίμαιρες και διεκδικώντας βασίλεια αυτοκαθορισμού στο πουθενά, στην εκ νέου υποδούλωση στην ιδεολογία της άρχουσας τάξης. 

* Aπό την συνειδητοποίηση της αυταπάτης της αυτονομίας από την κυρίαρχη τάξη στην ενσυνείδητη αποδοχή της ετερονομίας σε σχέση με αυτό που νομοτελειακά αναδύεται ως άρνησή της· από την αυταπάτη της αυτονομίας από την κυρίαρχη τάξη στην διεκδίκηση της αυτονομίας από τις απτές μορφές αυτού που αναδύεται ως άρνησή της, και έτσι στην οριστική υποτέλεια στην κυρίαρχη τάξη: αυτοί είναι οι δύο δρόμοι που ανοίγει η όξυνση της ταξικής πάλης για το υποκείμενο.

* Ότι ο τρόπος υπολογισμού του "συμφέροντος" περιέχει χίλιες-δύο υποκειμενικές στρεβλώσεις, φαντασιώσεις, αυταπάτες και χίμαιρες· κι ότι παρ' όλα αυτά ο παράγοντας "συμφέρον" παίζει αντικειμενικό ρόλο στον προσανατολισμό του υποκειμένου στη μία ή την άλλη πλευρά της ταξικής διαίρεσης.

* Ότι δεν υφίσταται καμία "ανιδιοτέλεια" για το υποκείμενο εξόν από μία και μοναδική μορφή, για την οποία "συμφέρον" είναι η υπερκέραση του συμφέροντος, για την οποία δηλαδή το "καλό για μένα" είναι αναγκαστικά το καλό για τους άλλους γιατί κανένα κακό για τους άλλους δεν μπορεί να αποδειχτεί καλό για μένα.

* Ότι κατά συνέπεια, ο άνθρωπος που συστρατεύεται με την κυρίαρχη τάξη αποδέχεται αναγκαστικά ότι το καλό για τον ίδιο είναι κακό για τους άλλους, ή ότι το κακό των άλλων είναι δικό του καλό. Και συνεπώς είναι αντίπαλος κάθε ανθρώπου που αδυνατεί να δει πώς το κακό των άλλων ωφελεί τον ίδιο ή θα μπορούσε ποτέ να τον ωφελήσει, δεδομένης της αντικειμενικότητας των αλληλοεξαρτήσεων σε κάθε επίπεδο και τομέα, από την εργασία ως τον έρωτα.

* Ότι μόνο η κρίση αναδεικνύει, σαν καταλύτης που δημιουργεί μια άμεση αποκρυστάλλωση, την απόλυτη κυριαρχία της ταξικής διαίρεσης πάνω σε κάθε άλλο μέσο διαχωρισμού των ανθρώπων από τα μυριάδες που υφίστανται. Ότι η επιστημολογία του Μαρξισμού είναι επιστημολογία από την οπτική της κρίσης, δηλαδή από την οπτική της κατάστασης εκείνης κατά την οποία η ταξική πάλη προβάλλει σαν το επιστέγασμα και το θεμέλιο συνάμα κάθε μορφής ανθρώπινης σύγκρουσης, από την σύγκρουση ιδεών στον πόλεμο. Η ανακάλυψη αυτή δεν μπορεί να ενταχθεί ποτέ στο πεδίο της "περιγραφής" και για αυτό διέφευγε πάντα από την αστική κοινωνιολογία: εντάσσεται στο πεδίο της αποκάλυψης,  της γνώσης του όλου που αναδύεται στο μεταίχμιό του, στην κόψη του, στο σημείο ρηγμάτωσης και θραύσης του. Το ότι ο Μαρξ θεμελίωσε αυτή την επιστημολογία σε ένα χρονικό σημείο πιθανότατα μικρότερης έντασης κρίσης από την σημερινή αποτελεί πειστήριο της ανωτερότητας της σκέψης του από κάθε σκέψη η οποία απλά αναλύει τα δεδομένα που βλέπει. Ο Μαρξ είναι υπερβολικά φιλοσοφικός για να δεσμευτεί από τα όρια του εμπειρισμού και υπερβολικά εμπειριστής για να παραδοθεί στην απο-ιστορικοποιητική σαγήνη της φιλοσοφικής μεταφυσικής. Για αυτόν τον λόγο είναι επίσης διαχρονικός.

* Ότι η διαχρονικότητα του Μαρξισμού δεν έχει κανένα άλλο νόημα παρά μόνο αυτό: της κατανόησής του τού γεγονότος ότι ο γενικός νόμος της κοινωνικής ζωής μπορεί να συλληφθεί πάντα μέσα από την εμπλοκή με μια συγκεκριμένη συγκυρία· ότι θα είναι πάντα ο συγκεκριμένος χαρακτήρας της συγκυρίας που θα αποκαλύπτει την φύση του γενικού νόμου· ότι η ιστορία του καπιταλισμού είναι πάντα η αξεδιάλυτη ενότητα της αλλαγής των όρων και της επιστροφής του ίδιου· και ότι η ταξικά διαιρεμένη κοινωνία θα είναι πάντα η κοινωνία όπου καμία κατανόηση της ολότητας δεν θα είναι εφικτή χωρίς την προσκόλληση σε ένα κομμάτι αυτής της ολότητας, χωρίς την ανάληψη, φιλοσοφικά και ηθικοπολιτικά, του αξεπέραστου της διαίρεσης.

* Ότι καμία "συζήτηση" και κανένας "διάλογος" δεν επιλύει ποτέ το παραμικρό σε ό,τι αφορά την ταξική σύγκρουση, μιας και αυτή είναι αντικειμενική και υπερβαίνει πάντα το πεδίο της ατομικής προαίρεσης και του λόγου του ίδιου. Ότι η εμμονή στην ανάγκη του διαλόγου είναι πάντα τέχνασμα και τεχνική της μίας πλευράς της ταξικής σύγκρουσης, αυτής που βασίζεται στην κατά βάση, υλική κυριαρχία για να υποστασιοποιήσει τον διάλογο ως μορφή πολυτέλειας που γνωρίζει ότι η άλλη πλευρά δεν έχει.

* Ότι κατά συνέπεια, ο καλύτερος τρόπος για να κάνεις "διάλογο" με την άλλη πλευρά είναι να συνδέεις το λόγο με τις υφιστάμενες μορφές πάλης του δικού σου στρατοπέδου, όπως ακριβώς κάνει και αυτή· δηλαδή, να μην έχεις ποτέ την ψευδαίσθηση ότι το πεδίο που θα κρίνει ποιος θα "νικήσει" στον διάλογο βρίσκεται εντός των λεκτικών μορφών του διαλόγου. Ο διάλογος επίσης ετεροκαθορίζεται από ό,τι τον ξεπερνά, αντλεί το υλικό του από αυτό που ποτέ δεν είναι ικανός να εγκολπώσει πλήρως. Ένας Λένιν χωρίς απτή ταξική πάλη και οργάνωση να συνοδεύει κάθε του λέξη είναι απλώς ένας συγγραφέας ωραίων λόγων.

* Ότι ο αριστερισμός είναι αυτή ακριβώς η ανικανότητα αναγνώρισης του ετεροκαθορισμού των πολιτικών δηλώσεων από τον απτό πολιτικό συσχετισμό δυνάμεων, η ψευδαίσθηση της υποκατάστασης της ταξικής πάλης από την πάλη μεταξύ λέξεων.

* Ότι η έννοια της "ηγεμονίας" είναι η αγαπημένη έννοια του αριστεριστή για αυτόν ακριβώς τον λόγο: διότι εκεί βρίσκει την νομιμοποίηση για την ταχυδακτυλουργική αντικατάσταση της πάλης των τάξεων με πάλη των λέξεων, των πολλαπλών τόπων της ταξικής πάλης με τον αφηρημένο χώρο του φυλλαδίου, της μπροσούρας, της στήλης στην εφημερίδα, της διάλεξης, της εκδήλωσης.

* Ότι ο ψευδαισθησιακός χαρακτήρας της τελεολογικής πίστης στην νίκη του σοσιαλισμού είναι απλώς το παράγωγο της ήττας του. Ότι η διακήρυξη του αναπόφευκτου της νίκης του σοσιαλισμού ή του προλεταριάτου είναι μια πολεμική κραυγή και όχι μια επιστημολογική αρχή, και ότι η "επικύρωση" ή "διάψευσή" της είναι αρμοδιότητα του πεδίου της μάχης και όχι της αφηρημένης μελέτης περί της ύπαρξης ή όχι ιστορικών νόμων. 

2 σχόλια:

  1. Ισχύς και απόφαση Αντώνη / Ε.Ν.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Ασπάστηκε ποτέ τον Μαρξισμό ο σμιτικός Κονδύλης και δεν το γνωρίζω;

    Ή είναι κάθε πολιτικός ΡΕΑΛΙΣΜΟΣ μαρξιστικός; Είναι μαρξιστής ο Χομπς και οι επίγονοί του; Είναι μαρξιστικός ένας πολιτικός ρεαλισμός που θεμελιώνεται πάνω στο ανεξάλειπτο και συγκροτητικό της ΑΝΙΣΟΤΗΤΑΣ;

    ΑπάντησηΔιαγραφή