Δευτέρα, 24 Σεπτεμβρίου 2012

Δημήτρης Δημητριάδης-Πεθαίνω σα χώρα/Ο τουφεκισμός της Θεσσαλονίκης/Ομηριάδα

Πεθαίνω σα χώρα (1980)
[...] Εκείνες τις στιγμές, δεν υπήρχαν παρά μόνο κοινά αισθήματα. Όλοι μαζί, σα μια ψυχή ένιωθαν την ανάγκη να αφεθούν σε κάτι που θα χυμούσε πάνω τους και θα τους χάραζε με ανεξίτηλα σημάδια, ένιωθαν την ανάγκη να αλλαξοπιστήσουν, να περάσουν σε μια άλλη διάσταση, να υποστούν μια ολοκληρωτική μεταμόρφωση, να απαρνηθούν τη γλώσσα τους, να κυλιστούν στη ντροπή και στον εξευτελισμό, να ξεγυμνωθούν μπροστά σ' όλους κα ν' αρχίσουν να λένε και να κάνουν αυτά που πριν θα τ' αποκαλούσαν φοβερά, να μυρίσουν βρώμικες κάλτσες ειπνέοντας πολύ βαθιά, να σκοτώσουν τους γονείς τους, να καταστρέψουν τα ενθύμιά τους, να κάψουν τις ταυτότητές τους, να ζήσουν το φρικιαστικότερο από καταβολής κόσμου θέαμα, να παραδοθούν στην κτηνωδία με την ψυχική ρεύση ανθρώπων που δεν πιστεύουν πια σε τίποτα απ' όλα όσα είχε συσσωρεύσει ως τότε ο πολιτισμός, που τίποτε δεν συντηρεί την εμπιστοσύνη τους σε τίποτα και που το μόνο που μπορούν να πουν ότι θέλουν να γίνει είναι μια μεγάλη καταστροφή μ' αυτούς μέσα, το είδος εκείνο του ανεπανόρθωτου κακού που συντελείται όταν το σώμα, έπειτα από πολλά χρόνια αμίλητης αρρώστιας, καταλαμβάνεται από το δισυπότατο προαίσθημα του θανάτου που ως τότε επενεργούσε με τη μυστικότητα της καλλιτεχνικής διεργασίας, και τραντάζεται εσωτερικά από έναν αχαρακτήριστο σεισμό που το σκορπίζει σε μυριάδες μυριάδων γκρεμίσματα που το καθένα μόνο του δε σημαίνει τίποτα, βγάζοντας έτσι στην επιφάνεια των αλαφιασμένων νερών της σάρκας τον σκοτεινό εκείνο ήλιο, φως μοναρχικό, ουσία μυστική, κάλλος αμήχανο, που μόνο σε στιγμές παρόμοιας πανωλεθρίας ανατέλλει με τον αποκλειστικό προορισμό να συντελέσει στην ταχεία αποσύνθεση μιας τέλειας, κιονικής διάταξης αμετάκλητα παραδομένης στην καταβροχθιστική στιλπνότητα του καθρέφτη που δεν τον φτάνει χνώτο κανένα και που κινείται αέναα γύρω απ' τη ζωή μας διαθλώντας την εν ερήμω στα απειράριθμα λαμπυρίσματα της θαλπερής αυταπάτης. Οι ψυχές όλων στέκοταν ακίνητες καθώς οι πιο αντίθετες τάσεις τις διεκδικούσαν την ίδια στιγμή· μέσα σ' όλες συνυπήρχαν το "γαμώ τη Χριστοπαναγία μου, παλιοπούστη κόσμε του κερατά, γαμώ τη μάνα σου, τσογλαναρά ντουνιά, πού θα μου πας, θα σε ξεσχίσω" και το "από των ποικίλων με παθών, Τριάς αμέριστε, μονάς ασύγχυτε, και της ζοφώσεως λύτρωσε των πταισμάτων, και καταύγασον μαρμαρυγαίς σου θεϊκαίς", πράγμα που έκανε όλους τους μορφασμούς να χαράζονται και να συνωθούνται πάνω στα πρόσωπα μπερδεύοντας σε τέτοιο σημείο τα χαρακτηριστικά τους που, αν κάποιος μπορούσε να τους δει αμέτοχος στο πάθος τους, θα 'λεγε πως το αδιέξοδο της χώρας ήταν στις ψυχές των κατοίκων της ή πως η ψυχή όλων των κατοίκων της δεν ήταν παρά το δικό της αδιέξοδο. Γιατί η μετάβαση από τον έναν ιστορικό κύκλο στον άλλο είχε εξαντλήσει και την τελευταία της περιστροφή [...]



"Ο τουφεκισμός της Σαλονίκης: Ένα πατριωτικό ποίημα" (1986)  
 [...] Αρπάζει το αίμα με τις χούφτες της και λούζει
τα μπούτια της στο αίμα τις μασχάλες
τα μαλλιά και τις θηλές
ραντίζει τους μαστούς που αναζωπυρώνονται
στην αχνιστή ρευστή πορφύρα
κυλιέται τρίβεται στην ερυθρή της
θάλασσα ως τον αμίλητο βυθό
λευκός από το κρύο άλας των σφαγμένων. Είναι αυτή.
Την δέρνει
το κατηγορείσαι την γδέρνει
την δαγκάνει, στων φόνων της τα μπλόκια
την εκβράζει θραυσματίζει. Αυτή
απ' την απόλαυση σφαδάζει μουγκρίζει με στόμα
πολυώροφο δυσώδεις παραγράφους να προσθέσουν ατελεύτητες,
Ηρώο να την ανεγείρουν με τα σάλια της
και ξεκαρδίζεται
με παταγώδεις συσπάσεις της τραχείας της,
εκτραχηλίζεται σα να 'χει αναμμένες λέαινες
μέσα στα κόκκαλά της,
ύστερα κελαηδάει νεκρικά μετά γαβγίζει και με κινήσεις
τρωκτικού
φτύνει και ειρωνεύεται
απαριθμεί την ιστορία της
κατονομάζει τα μελλούμενα τον Χρόνο, η γλώσσα της
σαυρώδης ψαρωδεί.
Μεταρσιώνεται από την εξιστόρηση.
[...]
Χρωματισμένη με νεκρούς.
Ο θάνατος όλων επάνω της με δικούς της θριάμβους.
Γιατί ελπίζει. Στην ατέλεια των ανθρώπων.
Ακόμα ελπίζει.
Στην αμείωτη ατολμία. Και στην αμείωτη
ασημαντότητα.
Στην αμείωτη μονιμότητα των κληρονομικών
παροραμάτων. Πάντα και πάντα
ελπίζει
στην ενσωματωμένη
αλάνθαστη επαναληπτικότητα των απαράλλακτων
σφαλμάτων.
[...]
 Δρόμων ακράτεια
μέσα από τα έντερα.
Αποπάτηση πλατειών να εμποδίσει αποπάτηση πάρκων
να εμποδίσει
προσπαθεί κήποι εμέσονται
προσπαθεί προσπαθεί ακατάσχετη
εξέμεση ακατάσχετη ιδρώνουν με εγκαύματα
μεσημβρινές οι συνοικίες της μασχάλες
τρέχουν από το σώμα της τα νότια απ' όλο
προάστια κανάλια οδογέφυρες
οι σήρραγες κλειστοί οι καταρράκτες της
κρυώνει
εγγράφονται ιστορημένα εξελκώματα στο πρόσωπο
βουρκώνει
πρόστυχος κόμπος στον λαιμό της η Διοίκηση
βουρκώνει κρυώνει σπασμοί
των μνημείων σπασμοί των μνημάτων της
κλαίει ω κλαίει
τα δάκρυα οι λυγμοί εκκλησίες οι πένθιμες
λυγίζει τα όργανα προσβάλλονται από προωθημένα
θυμωμένα
καταστήματα που εφορμούν βρυχώνται
με γλώσσες με ουρές δρακόντων ερπετών σέρνονται
με τα λέπια τους και οι στοές αυλές
και τα ιδρύματα παγόδες οι χλωμές και βγάζει
κέρατα θηρίου ο λιμενοβραχίων και οι αψίδες
στρέφονται εξαγριωμένες οδοντοστοιχίες
προς τα μέσα με αιχμές μέσα και μέσα την λυμαίνονται
μουσεία με σάλαγο σεισμού στρατώνες
δονούνται σαν φύση που σάλεψε στον αυχένα στους κροτάφους στο μέτωπο.
[...]
Και οι τάφοι
εξογκώνονται μέσα στο στόμα της
ένα στόμα ο τύφος ο τάφος της.
Ανδριάντες μπηγμένοι
στο άδειο κρανίο της περιστρέφονται
σκάβοντάς της στεφάνι σαν στέμμα ερέβους.

Ομηριάδα (2007)   
Εγώ
η σφαγμένη
Και όλοι γύρω μου
σφαγμένοι
Στον πιο αβυθομέτρητο
βυθό

φωνάζω
για ν' ακούσω
την φωνή μου
κανείς δεν με ακούει
Ιθάκη
στον Άδη
χαμένη
στον βυθό
του Άδη

Άνοστος
νόστος

Φωνάζω
για να ακούσω
το όνομά μου
Το ακούω
μόνον εγώ

Άνοστος
νόστος
άνοστος

Φωνάζω το όνομά μου
το ακούω
και
το όνομά μου
είναι
Τροία.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου