Τρίτη, 18 Σεπτεμβρίου 2012

Andrej Platonov-Chevengur

Ο Αντρέι Πλατόνοφ γεννήθηκε το 1899 ως Αντρέι Πλατόνοβιτς Κλιμέντοφ. Μορφώθηκε ως μηχανικός στο Πολυτεχνείο του Βόρονετς, ενώ ταυτόχρονα ανέπτυξε το συγγραφικό του ταλέντο, γράφοντας ποίηση, διηγήματα, άρθρα, και δοκίμια. Η πρόζα του αφορούσε ένα τεράστιο εύρος θεμάτων: λογοτεχνία, τέχνη, πολιτισμική ζωή, επιστήμη, φιλοσοφία, θρησκεία, εκπαίδευση, πολιτική, οικονομικά, διεθνείς σχέσεις, τεχνολογία. Ενεπλάκη με τον τοπικό οργανισμό Proletkult και γράφτηκε στην Ένωση Κομμουνιστών Δημοσιογράφων το 1920. Την ίδια χρονιά, γράφτηκε στο Κομμουνιστικό Κόμμα. Αποχώρησε ένα χρόνο αργότερα, το 1921. Εικάζεται ότι διαφώνησε με την Νέα Οικονομική Πολιτική (NEP) και είναι βέβαιο ότι επηρεάστηκε βαθιά από την αδιαφορία των κομμουνιστών αξιωματούχων απέναντι στις συνθήκες λιμού που επήλθαν στην σοβιετική επαρχία. Με δεδομένες τις πολύ σκληρές συνθήκες που επήλθαν για τον αγροτικό πληθυσμό, ο Πλατόνοφ εγκατέλειψε τη συγγραφή και κατετάγη στην Επαρχιακή Διοίκηση του Βόρονετς, εργαζόμενος ως μηχανικός για την ανάπτυξη υποδομών στην επαρχία. Τα δύο του σπουδαιότερα έργα, το Chevengur και Το σκάμμα θεμελίων, γράφτηκαν μετά από αυτή την εμπειρία, στα έτη 1926-30. Τα περισσότερα έργα του της περιόδου αυτής δεν είδαν το φως της δημοσίευσης.

Σύμφωνα με αρχειακές πηγές, η στάση του Στάλιν απέναντι στον Πλατόνοφ ήταν έντονα αμφίθυμη: κατά τη διάρκεια μίας και μόνο συνάντησης αξιωματούχων, ο Στάλιν αναφέρεται ότι απεκάλεσε τον συγγραφέα "ανόητο, ηλίθιο, απατεώνα" και "προφήτη, ιδιοφυϊα". Παρά το γεγονός ότι διατήρησε επαφή με τον Στάλιν και υπήρξε επικριτικός για τους Τρότσκι και Μπουχάριν, ο Πλατόνοφ είδε το έργο του να αποκαλείται "αντικομμουνιστικό" και τον γιό του να συλλαμβάνεται σε ηλικία 15 ετών ως "τρομοκράτης" και να στέλνεται σε στρατόπεδο εργασίας, όπου και αρρώστησε βαριά από φυματίωση (πέθανε το 1941). Την αρρώστια αυτή κόλλησε στον πατέρα του, του οποίου η υγεία σταδιακά επιδεινώθηκε, ως τον δικό του θάνατο το 1951.

Τα έργα του έτυχαν μεταθάνατιας κυρίως, αναγνώρισης. Για πολλούς σημαντικούς ιστορικούς της ρωσικής λογοτεχνίας, ο Πλατόνοφ υπήρξε ο ρώσος πεζογράφος που πλησίασε περισσότερο τον Ντοστογιέφσκι, τόσο από άποψη λογοτεχνικής αξίας, όσο και βάσει ύφους και θεματικών ενασχολήσεων. Αν και το έργο του για τα χρόνια του λιμού είναι βαθιά υλιστικό, διαφοροποιείται ωστόσο κάθετα από αυτό του σοσιαλιστικού ρεαλισμού, καθώς αφορά έναν εναλλακτικά  εκθαμβωτικά ανεξήγητο και ωμά θανατηφόρο κόσμο, τον οποίο αντιμετωπίζει αφενός με έκπληξη και τρυφερότητα και αφετέρου με αποστασιοποιημένη, ειρωνική νηφαλιότητα. Ο Πλατόνοφ --λέγεται ότι το όνομα "Πλατόνοβιτς" το εμπνεύστηκε ο πατέρας του από θαυμασμό για τον Πλάτωνα-- παρέμεινε, σύμφωνα με όλες τις μαρτυρίες και ενδείξεις, πιστός στον κομμουνισμό. Η γνωστότερη κριτική συζήτηση του έργου του στην Δύση βρίσκεται στο βιβλίο του Fredric Jameson, The Seeds of Time. 
RD (Αντώνης)


 Andrej Platonov
Chevengur (1928)

Κεφάλαιο 1 (αποσπάσματα)

Οι παλιές επαρχιακές πόλεις έχουν παρυφές υπό κατάρρευση και οι άνθρωποι πηγαίνουν να ζήσουν εκεί απευθείας απ' τη φύση. Εμφανίζεται ένας άνθρωπος, με ένα ανυπόμονο πρόσωπο που έχει φθαρεί ως στο σημείο της θλίψης, ένας άνθρωπος που μπορεί να διορθώσει ή να εξοπλίσει οτιδήποτε, αλλά ο οποίος έζησε τη ζωή του χωρίς εξοπλισμό ο ίδιος. Δεν υπήρχε ούτε ένα αντικείμενο, από τηγάνι σε ξυπνητήρι, που να μην είχε κάποια στιγμή περάσει από τα χέρια του ανθρώπου αυτού. Ούτε και αρνήθηκε να περάσει σόλες σε παλιά παπούτσια, να προετοιμάσει σκάγια για κυνήγι λύκων, ή να φτιάξει πλαστά μετάλλια που πωλούνταν σε παλιομοδίτικα χωριάτικα πανηγύρια. Αλλά ποτέ του δεν είχε φτιάξει τίποτε για τον εαυτό του -- ούτε οικογένεια, ούτε σπίτι. Το καλοκαίρι ζούσε απλώς έξω, με τα εργαλεία του σ' ένα σάκο, χρησιμοποιώντας τον ως μαξιλάρι -- όχι τόσο επειδή ήταν μαλακός όσο για να φυλάξει τα εργαλεία του. Απέφευγε τον ήλιο το πρωί βάζοντας ένα μεγάλο φύλο πάνω στα μάτια του όταν ξάπλωνε το βραδάκι. Το χειμώνα ζούσε από ό,τι του έμενε από τα κέρδη του καλοκαιριού.

[...]

Δεν είχε κανένα ιδιαίτερο ενδιαφέρον για τους ανθρώπους ή τη φύση. Μόνο για τα αντικείμενα που φτιαχνε ανθρώπινο χέρι, κάθε είδους. Και έτσι φερόταν στους ανθρώπους και στα χωράφια με αδιάφορη τρυφερότητα, χωρίς να παρεμβαίνει στα συμφέροντά τους. Το χειμώνα, τα βράδια, έφτιαχνε ορισμένες φορές πράγματα για τα οποία δεν υπήρχε καμμία ανάγκη: έφτιαχνε πύργους από κομμάτια καλωδίου, καράβια από λαμαρίνα, αεροπλάνα από χαρτί και κόλλα, και ούτω κάθε εξής, όλα για δική του ευχαρίστηση. Συχνά καθυστερούσε ακόμα και κάποια παραγγελία που τύχαινε εξαιτίας της συνήθειάς του. Μπορεί, ας πούμε, να του ζητούσε κάποιος να αλλάξει τους δακτύλιους σε ένα βαρέλι, αλλά αυτός θα απασχολούνταν φτιάχνοντας ένα ξύλινο ρολόι, πιστεύοντας ότι θα πρεπε να δουλεύει χωρίς ελατήρια, εξαιτίας της περιστροφής της γης. 

Ο διάκος δεν ενέκρινε τούτες τις απλήρωτες δραστηριότητες: "Θα ζητιανεύεις στα γεράματα, Ζαχάρ Πάβλοβιτς! Το βαρέλι τούτο στέκεται εδώ για μέρες κι εσύ συνεχίζεις να κρατάς κομμάτια ξύλο στο χώμα. Ένας Θεός ξέρει τι νομίζεις ότι κάνεις!"

Ο Ζαχάρ Πάβλοβιτς δεν είπε τίποτε: για αυτόν ο ήχος της ανθρώπινης λέξης ήταν σαν τους ήχους του δάσους για αυτούς που ζουν εκεί --κάτι που δεν ακούς. Ο διάκος συνέχισε ήρεμα, καπνίζοντας· εξαιτίας της συχνής παρακολούθησης λειτουργιών είχε χάσει την πίστη του στο Θεό, αλλά ήταν σίγουρος ότι ο Ζαχάρ Πάβλοβιτς δεν θα κατέληγε πουθενά: ο κόσμος ζούσε στον πλανήτη ήδη πολύ καιρό, και τα είχε ήδη εφεύρει όλα. Ο Ζαχάρ Πάβλοβιτς όμως σκεφτόταν διαφορετικά: υπάρχουν ακόμα πολλά πράγματα να εφεύρεις, εφόσον υπάρχει ακόμα ύλη στη φύση ανέγγιχτη από ανθρώπινα χέρια.

[...]

Ο Ζαχάρ Πάβλοβιτς δούλευε συνέχεια, για να ξεχνάει την πείνα του, και δίδαξε στον εαυτό του πώς να φτιάχνει από ξύλο οτιδήποτε έφτιαχνε παλιότερα από μέταλο. Όσο για τον μοναχικό άνδρα, δεν είχε κάνει τίποτε σ' όλη του τη ζωή, και τώρα ακόμα λιγότερα. Μέχρι τα πενήντα του απλώς κοίταζε γύρω, κι αναρωτιόταν τι ήταν τι, και περίμενε για κάτι να αναδυθεί από τη γενική αντάρα, έτσι ώστε να μπορεί να αρχίσει να δρα όταν ο κόσμος ξεκαθάριζε και ηρεμούσε. Δεν τον συντάρασσε καθόλου η ζωή και δεν είχε κάνει ποτέ του βήμα είτε προς τον γάμο με μια γυναίκα είτε προς μια κάποια γενικώς χρήσιμη δραστηριότητα. Εξεπλάγη που γεννήθηκε και έμεινε έκπληκτος, με ανοιχτά γαλάζια μάτια στο νεανικό του πρόσωπο, ώσπου γέρασε. Ενώ ο Ζαχάρ Πάβλοβιτς έφτιαχνε ένα ξύλινο τηγάνι, ο μοναχικός άνδρας είπε έκπληκτος ότι δεν θα μπορούσαν ποτέ να τηγανίσουν τίποτε σ' αυτό. Αλλά ο Ζαχάρ Πάβλοβιτς έριξε νερό στο ξύλινο τηγάνι, και έκανε το νερό να βράσει πάνω σε μια χαμηλή φλόγα, χωρίς να πιάσει το τηγάνι φωτιά. Ο μοναχικός άνδρας δεν πίστευε στα μάτια του: "Τι περίεργο! Αλλά πώς, φίλε μου, φτάνει ένας άνθρωπος να τα γνωρίζει όλα;"

Τούτα τα οικουμενικά μυστήρια έκαναν τον μοναχικό άνδρα να αποθαρρύνεται. Κανείς δεν του είχε ποτέ εξηγήσει την απλότητα των συμβάντων -- ή αλλιώς ο μοναχικός άνδρας ήταν πολύ μπερδεμένος. Και πράγματι, όταν ο Ζαχάρ Πάβλοβιτς δοκίμασε να του εξηγήσει τι κάνει τον αέρα να φυσά αντί να στέκεται, ο μοναχικός άνδρας εξέφρασε ακόμα μεγαλύτερη έκπληξη και δεν μπορούσε να καταλάβει τίποτε, αν και ένιωθε τις πηγές του ανέμου με ακρίβεια.

"Δεν το πιστεύω! Για ξαναπέστο! Από τις ακτίνες του ήλιου, ε; Τι ιστορία!"

Ο Ζαχάρ Πάβλοβιτς εξήγησε ότι οι ακτίνες του ήλιου δεν ήταν μια ιστορία, ήταν απλώς θερμότητα. 

"Θερμότητα;" επανέλαβε ο μοναχικός άνδρας έκπληκτος. "Πω πω πω, τη μάγισσα!"

Η έκπληξη του μοναχικού άνδρα μετατοπιζόταν απλώς από το ένα αντικείμενο στο άλλο, χωρίς να αλλάζει οτιδήποτε στον νου του. Αυτό που τον κράταγε δεν ήταν το μυαλό του, αλλά μια αίσθηση ειλικρινούς σεβασμού.

Ως στο τέλος του καλοκαιριού ο Ζαχάρ Πάβλοβιτς είχε φτιάξει από ξύλο κάθε ανθρώπινο τεχνούργημα που μπορούσε να βρει. Το χώμα γύρω του είχε γεμίσει με τα προϊόντα των τεχνικών του δεξιοτήτων, μια ολόκληρη συλλογή αγροτικών εργαλείων, μηχανών, οργάνων, μηχανημάτων και συσκευών καθημερινής χρήσης, όλα φτιαγμένα μόνο από ξύλο. Περιέργως, δεν υπήρχε ούτε ένα αντικείμενο που να επαναλάμβανε τη φύση: ένα άλογο, για παράδειγμα, ή μια κολοκύθα.

Μια μέρα τον Αύγουστο ο μοναχικός άνδρας πήγε στον ίσκιο, ξάπλωσε χάμω, πάνω στο στομάχι του, και είπε: "Ζαχάρ Πάβλοβιτς, πεθαίνω, χθες έφαγα μια σαύρα. Σου φερα δυο μικρά μανιτάρια, αλλά εγώ μαγείρεψα τη σαύρα. Κούνα κανα φύλλο στο πρόσωπό μου· μ' αρέσει ο άνεμος."

Ο Ζαχάρ Πάβλοβιτς κούνησε ένα φύλλο στο πρόσωπό του, έφερε λίγο κρύο νερό και το έδωσε στον άνθρωπο που πέθαινε. "Δεν θα πεθάνεις στα αλήθεια. Απλώς νομίζεις ότι θα πεθάνεις."

"Θα πεθάνω, Ζαχάρ Πάβλοβιτς, αλήθεια, αλήθεια θα πεθάνω", είπε ο μοναχικός άνδρας, που είχε φοβηθεί υπερβολικά πολύ για να λέει ψέμματα. "Τα σωθικά μου δεν κρατάνε τίποτε, έχω ένα μεγάλο σκουλήκι μέσα μου, μου χει πιεί όλο το αίμα." Ο μοναχικός άνδρας γύρισε με την πλάτη προς τα κάτω. "Τι νομίζεις;  Θα πρεπε να φοβάμαι ή όχι;"

"Μη φοβάσαι," είπε θετικά ο Ζαχάρ Πάβλοβιτς. "Και γω θα πέθαινα, στα γρήγορα, αλλά ξέρεις, όταν έχεις δουλειά να φτιάξεις πράγματα..."

Ο μοναχικός άνδρας χάρηκε με αυτή την εκδήλωση συμπάθειας και πέθανε το σούρουπο χωρίς φόβο. Την ώρα του θανάτου του ο Ζαχάρ Πάβλοβιτς είχε πάει να κάνει μπάνιο στο ρυάκι και όταν επέστρεψε βρήκε τον μοναχικό άνδρα νεκρό, πνιγμένο με τον δικό του πράσινο εμετό. Ο εμετός ήταν στέρεος και ξερός, είχε γίνει σαν αλοιφή γύρω από το στόμα του μοναχικού άνδρα, και μικρά σκουλήκια κουνιόντουσαν μέσα του.

Το βράδι ο Ζαχάρ Πάβλοβιτς ξύπνησε και άκουσε βροχή· ήταν η δεύτερη απ' τον Απρίλη. "Αυτό θα εξέπλητε τον μοναχικό άνδρα", σκέφτηκε. Αλλά ο μοναχικός άνδρας βρεχόταν μόνος του από τη μπόρα που έπεφτε σταθερά απ' τον ουρανό, και φούσκωνε ήσυχα-ήσυχα.


Κεφάλαιο 20
Σκοτώνοντας τους αστούς

Το Chevengur είχε αποκτήσει τη συνήθεια να ξυπνά αργά· οι κάτοικοί του συνέρχονταν από αιώνες καταπίεσης και χρειαζόντουσαν όση ξεκούραση γινόταν. Αυτό που η Επανάσταση κατέκτησε για την κωμόπολη του Chevengur ήταν τα όνειρα, και το κύριο επάγγελμα εκεί ήταν τώρα η ψυχή.

Ο Λούι, αγγελιοφόρος του Chevengur, περπατούσε με καλό ρυθμό προς την επαρχιακή πρωτεύουσα. Επάνω του είχε μια επιστολή στον Σάσα Ντάνοφ [...] Το περπάτημα, και η μεθυστική φρεσκάδα του αέρα, είχε λευτερώσει τον Λούι από όλες τις αμφιβολίες της σκέψης και της επιθυμίας. Ο δρόμος τον συνέπαιρνε και τον λευτέρωνε από κάθε ακρότητα μιας βλαπτικής ζωής. Πριν χρόνια, στα νιάτα του, είχε κατορθώσει ολομόναχος να κατανοήσει πώς πετάει η πέτρα: εξαιτίας της χαράς της κίνησης, που την κάνει ελαφρύτερη του αέρα. Χωρίς καμία γνώση για τα γράμματα και τα βιβλία, ο Λούι είχε αποκτήσει την πεποίθηση ότι ο κομμουνισμός πρέπει να είναι η διαρκής κίνηση των ανθρώπων σε απόμακρα μέρη της γης. Προσπάθησε πολλές φορές να πείσει τον Τσεπούρνι να διακηρύξει ότι ο κομμουνισμός σήμαινε ταξίδι, και να λευτερώσει το Chevengur από την αιώνια ακινησία του.

"Με τι μοιάζει ο άνθρωπος -- με άλογο ή δέντρο; Πείτε μου με κάθε ειλικρίνεια!" ρωτούσε την Επαναστατική Επιτροπή, πεθυμώντας να δραπετεύσει από την βραχύτητα και την στενότητα των δρόμων.

"Μοιάζει με κάτι ανώτερο!" είπε ο Προκόφι. "Μοιάζει με ανοιχτό ωκεανό, αγαπητέ σύντροφε. Μοιάζει με την αρμονία των μεγάλων πλάνων!"

Ο Λούι δεν είχε δει ποτέ κανένα άλλο νερό από αυτό των ποταμών και των λιμνών, και η μόνη αρμονία που γνώριζε ήταν του ακορντεόν.

"Θα έλεγα ότι ο άνθρωπος είναι περισσότερο σαν άλογο," δήλωσε ο Τσεπούρνι, ενθυμούμενος τα άλογα που γνώριζε.

"Ξέρω τι εννοείς", είπε ο Προκόφι, αναπτύσσοντας τα αισθήματα του Τσεπούρνι. "Το άλογο έχει στήθος με καρδιά, και ευγενές πρόσωπο με μάτια, ενώ το δέντρο όχι."

"Ακριβώς Πρόσα!" είπε χαρούμενα ο Τσεπούρνι.

"Μα, για αυτό το είπα!"

"Εντελώς σωστό!" συμπέρανε εγκρίνοντας ο Τσεπούρνι.

Ο Λούι ικανοποιήθηκε με αυτό, και πρότεινε στην Επαναστατική Επιτροπή να μετακινήσουν άμεσα την κωμόπολη του Chevengur μακριά. "Ο άνθρωπος πρέπει να λούζεται στον άνεμο," επιχειρηματολόγησε. "Αλλιώς, θα επιστρέψει στην καταπίεση των αδύναμων, ή αλλιώς τα πάντα θα μαραθούν μόνα τους και θα αρχίσει η μελαγχολία! Αλλά δεν μπορείς να ξεφύγεις από την φιλία όταν βρίσκεσαι στον δρόμο -- ο κομμουνισμός θα κόβει σουλάτσες!"

Ο Τσεπούρνι ζήτησε από τον Προκόφι να κρατήσει καθαρογραμμένες σημειώσεις για την πρόταση του Λούι και έπειτα η πρόταση αυτή συζητήθηκε σε σύνοδο της Επιτροπής. Αν και κατανοούσε την βασική αλήθεια των λέξεων του Λούι, ο Τσεπούρνι δεν εξέφρασε τη διαίσθησή του στον Προκόφι και έτσι η σύνοδος προχωρούσε με δυσκολία όλη εκείνη την ανοιξιάτικη μέρα. Τελικά, ο Προκόφι σκέφτηκε μια επίσημη απόφαση που παρέκαμπτε την πρόταση του Λούι: "Εν όψει των επερχόμενων πολέμων και επαναστάσεων, η κίνηση του λαού θα πρέπει να θεωρείται η πλέον επείγουσα ένδειξη του κομμουνισμού. Ακριβέστερα, όλος ο πληθυσμός της περιοχής θα πρέπει να εξαπολυθεί κατά του καπιταλισμού μόλις η κρίση του δεύτερου έχει απολύτως κορυφωθεί, και από εκεί και πέρα η νικηφόρος μας πορεία δεν πρέπει να σταματήσει ποτέ, διαμορφώνοντας τους ανθρώπους στην βάση μιας αίσθησης συντροφικότητας στους δρόμους όλου του επίγειου πλανήτη. Εν τω μεταξύ όμως, είναι δέον να περιορίσουμε τον κομμουνισμό στο έδαφος που έχει ήδη κερδηθεί από την μπουρζουαζία, έτσι ώστε να έχουμε κάτι να διοικούμε."

"Όχι, σύντροφοι", είπε ο πάντοτε λογικός Λούι. "Δεν γίνεται να υπάρξει κομμουνισμός σε καθιστική βάση. Δεν θα είχε εχθρό, άρα ούτε και χαρά."

[...]

Λίγες μέρες αργότερα, ο Λούι είδε τον Κοπιότκιν καβάλα σε ένα δυνατό άλογο και ένιωσε αμέσως ντροπή που ο Κοπιότκιν πήγαινε κάπου, ενώ αυτός, ο Λούι, ήταν ακόμα καρφωμένος στο έδαφος. Τότε ο Λούι ήθελε ακόμα περισσότερο να ξεφύγει, και να αφήσει την κωμόπολη ακόμα πιο πολύ πίσω του. Πριν όμως φύγει, ήθελε να φτιάξει κάτι ώστε να δείξει τα αισθήματά του για τον Κοπιότκιν, αλλά δεν υπήρχε τίποτε με το οποίο να το φτιάξει. Το Chevengur δεν είχε υλικά για δώρα. Το μόνο πράγμα που μπορούσε να κάνει ήταν να ποτίσει το άλογο του Κοπιότκιν, αλλά ο Κοπιότκιν απαγόρευε αυστηρά σε ξένους να το πλησιάσουν και το πότιζε πάντοτε ο ίδιος. Ο Λούι συνειδητοποίησε στενοχωρημένος ότι αν και ο κόσμος ήταν γεμάτος σπίτια και διαφορετικές ουσίες, δεν υπήρχε τίποτε σ' αυτόν που να σηματοδοτεί την αρμονία ανάμεσα στους ανθρώπους.

Ο Λούι αποφάσισε να μη γυρίσει στο Chevengur αφού έβλεπε την επαρχιακή πρωτεύουσα, αλλά να προχωρήσει ως το Πέτρογκραντ και μετά να γραφτεί στο ναυτικό και να ξεκινήσει ένα ταξίδι, παρατηρώντας τη γη, τη θάλασσα και τους ανθρώπους όπου πήγαινε, πράγματα που θα ήταν όλα τους θρεπτικά για την αδελφική του ψυχή. Όταν έφτασε σε μια πλαγιά από την οποία μπορούσε να δει τις κοιλάδες του Chevengur, ο Λούι κοίταξε πίσω στην κωμόπολη και στο πρωϊνό φως: "Αντίο, κομμουνισμέ και σύντροφοι! Αν ζήσω, θα σας θυμάμαι όλους!"

Ο Κοπιότκιν εξασκούσε την Δύναμη του Προλεταριάτου έξω από τα όρια της κωμόπολης και είδε τον Λούι στα ψηλά.

"Φαίνεται πως ο αλήτης πήρε δρόμο για το Χάρκοφ", είπε στον εαυτό του ο Κοπιότκιν. "Αν συνεχίσω να τρώω τον χρόνο μου με τέτοιους τύπους, θα χάσω τις χρυσές μέρες της Επανάστασης!" Ο Κοπιότκιν έστρεψε το άλογό του πίσω προς την κωμόπολη και ξεκίνησε με ταχύ καλπασμό, με την πρόθεση να ελέγξει όλον τον κομμουνισμό την ίδια εκείνη μέρα, οριστικά, και να πάρει τα μέτρα του.

Επειδή τα σπίτια τα μετακινούσαν, δεν υπήρχαν πλέον οδοί στο Chevengur. Αντί να μείνουν σε έναν τόπο, τα κτήρια κινούνταν. Η Δύναμη του Προλεταριάτου, που είχε συνηθίσει σε δρόμους ομαλούς και ευθείς, άρχισε να αναστατώνεται και να ιδρώνει από τις συνεχείς στροφές.

[...]

Αφού έδεσε την Δύναμη του Προλεταριάτου μέσα στον αχυρώνα, ο Κοπιότκιν ξεκίνησε, ακολουθώντας τον ξυπόλυτο Τσεπούρνι, που εκείνη τη μέρα ήταν ευτυχής, εφόσον είχε τελικά γίνει αδελφός όλων των ανθρώπων. Στον δρόμο για το ποτάμι συνάντησαν αρκετούς κατοίκους της κωμόπολης που ήταν ξύπνιοι -- συνηθισμένους ανθρώπους, ίδιους με κάθε άλλο μέρος, μόνο που έμοιαζαν φτωχοί και τα πρόσωπά τους ήταν σαν των φαντασμάτων.

"Οι καλοκαιρινές μέρες βαστάνε πολύ. Τι θα κάνουν με τον χρόνο τους;" ρώτησε ο Κοπιότκιν.

"Με ρωτάς για τον ζήλο τους;" απάντησε ο Τσεπούρνι, που δεν είχε πολυκαταλάβει.

"Κάτι τέτοιο."

"Αλλά το κύριο επάγγελμα του ανθρώπου είναι η ψυχή του. Και το προϊόν του είναι η φιλία και η συντροφικότητα! Δεν σου φτάνει τούτο για ενασχόληση;"

Ο Κοπιότκιν σκέφτηκε λίγο για την προηγούμενη, καταπιεσμένη του ζωή. "Τα πράγματα είναι πολύ γαμημένα καλά στο Chevengur σας" είπε μελαγχολικά. "Μπορεί να είναι απαραίτητο να οργανώσουμε λίγη θλίψη. Ο κομμουνισμός πρέπει να είναι καυστικός -- λίγο φαρμάκι κάνει το φαγητό νοστιμότερο."

Στο στόμα του, ο Τσεπούρνι ένιωσε τη γεύση του αλατιού -- και κατάλαβε αμέσως τον Κοπιότκιν. "Ίσως έχεις δίκαιο. Τώρα θα πρέπει να οργανώνουμε την θλίψη ενσυνείδητα. Μπορούμε να ξεκινήσουμε αύριο, σύντροφε Κοπιότκιν."

[...]

Με ατομική προσοχή, ο ήλιος ζέσταινε την λεπτή πλάτη του Τσεπούρνι, μπαίνοντας μέσα σε όλα τα ιδρωμένα ρήγματα και τις ατέλειες του δέρματός του, έτσι ώστε να καταστρέψει με την θέρμη του τα αόρατα πλάσματα που βρίσκονται εκεί και κάνουν τα σώματα να φαγουρίζονται. Ο Κοπιότκιν κοίταξε τον ήλιο με σεβασμό. Λίγα χρόνια πριν, ζέσταινε την Ρόζα Λούξεμπουργκ και τώρα βοηθούσε το χορτάρι να ζήσει πάνω απ' τον τάφο της.

Είχε περάσει καιρός από τότε που ο Κοπιότκιν είχε μπει σε ποτάμι, και ανατρίχιασε απ' το κρύο για λίγο πριν το συνηθίσει. Αλλά ο Τσεπούρνι κολυμπούσε θαρραλέα, ανοίγοντας τα μάτια του μέσα στο νερό και φέρνοντας από τον βυθό μεγάλες πέτρες, διάφορα οστά, και κεφάλια αλόγων. Απ' το μέσο του ποταμού, που ήταν μακρύτερα από όσο μπορούσε να κολυμπήσει ο αδέξιος Κοπιότκιν, ο Τσεπούρνι τραγούδαγε φωναχτά και γινόταν όλο και ομιλητικότερος. Ο Κοπιότκιν αναπήδησε στα ρηχά, ένιωσε το νερό στα χέρια του, και σκέφτηκε "Και το ποτάμι πάει κάπου. Είναι σαν εμάς. Θέλει να νιώσει καλά."

'Οταν βγήκε στην όχθη, ο Τσεπούρνι έλαμπε από χαρά. "Ξέρεις, Κοπιότκιν, όταν είμαι μέσα στο νερό, νομίζω πως ξέρω την αλήθεια ως την τελευταία λεπτομέρεια. Αλλά όταν είμαι με την Επαναστατική Επιτροπή, όλα μοιάζουν με όνειρα του ξύπνιου και φαντασιώσεις."

"Τότε να δουλεύετε από την όχθη."

"Θα βρεχόντουσαν απ' τη βροχή οι θέσεις από την επαρχιακή πρωτεύουσα. Είσαι ηλίθιος!"

Ο Κοπιότκιν δεν ήξερε τι είναι η θέση. Θυμόταν τη λέξη από κάπου, αλλά δεν συνδεόταν με κάποιο συναίσθημα. "Μετά τη βροχή έρχεται ο ήλιος, οπότε μην ανησυχείς για τις θέσεις σου" του είπε καθησυχαστικά. "Θα φυτρώσει έτσι κι αλλιώς το καλαμπόκι."

Ο Τσεπούρνι μέτρησε κοπιαστικά μέσα στο μυαλό του, χρησιμοποιώντας και τα δάχτυλα για να βοηθηθεί. "Οπότε, αντιπροσωπεύεις τρεις θέσεις, έτσι;"

"Δεν χρειαζόμαστε ούτε μια", απάντησε ο Κοπιότκιν. "Απλά πρέπει να γράφεις τα τραγούδια για να μην ξεχαστούν."

"Τι εννοείς; Η πρώτη σου θέση είναι ο ήλιος, η δεύτερη είναι το νερό, και η τρίτη το χώμα."

"Μήπως ξεχνάς τον άνεμο;"

"Καλά λοιπόν. Τέσσερις θέσεις. Αυτό είναι. Ίσως έχεις δίκαιο. Αλλά θα πρέπει να ξέρεις ότι αν δεν απαντήσουμε στις θέσεις από την επαρχιακή πρωτεύουσα και τούς πούμε ότι όλα πάνε καλά εδώ, θα έρθουν και θα εξαλείψουν όλον μας τον κομμουνισμό."

"Όχι, δεν θα κάνουν κάτι τέτοιο", είπε απορριπτικά ο Κοπιότκιν. "Γιατί να διαφέρουν σε κάτι από μας;"

"Μπορεί να μην είναι διαφορετικοί από μας, αλλά γράφουν πράγματα που δεν καταλαβαίνουμε, και μετά, ξέρεις, ζητάνε συνέχεια να καταγράφουμε το ένα και το άλλο και να ηγούμαστε του λαού πιο σταθερά. Αλλά τι να καταγράψεις εδώ στο Chevengur, και με τι να ηγηθούμε του λαού;"

[...]

"Τα πράγματα είναι καλά σήμερα", είπε ο Τσεπούρνι αφηρημένα. "Βγήκε όλη η ζεστασιά του ανθρώπου!" είπε, δείχνοντας την κωμόπολη και όλο τον κόσμο σ' αυτή. Μετά έβαλε δυο δάχτυλα στο στόμα, σφύριξε, και με ένα ντελίριο ζεστής μύχιας ζωής γύρισε στο ποτάμι χωρίς να βγάλει το πανοφώρι του. Με οδηγό τη μαύρη χαρά του πλήρους σώματος ρίχτηκε στα καλάμια και πιο πέρα, στο καθαρό ποτάμι, ώστε να ξεφορτωθεί τα σκοτεινά, γεμάτα πεθυμιά του πάθη.

"Ο αλήτης είναι γεμάτος χαρά -- νομίζει ότι λύτρωσε όλο τον κόσμο στην λευτεριά του κομμουνισμού!" σκέφτηκε επικριτικά ο Κοπιότκιν. "Αλλά δεν βλέπω τίποτε εδώ εγώ ο ίδιος."

Στις καλαμιές ήταν μια βάρκα, και μέσα της καθόταν σιωπηλός κάποιος γυμνός. Κοίταζε σκεπτικός στην άλλη όχθη του ποταμού, αν και μπορούσε να την φτάσει με τη βάρκα. Ο Κοπιότκιν πρόσεξε ότι είχε αδύνατο κορμί και ότι το μάτι του ήταν χτυπημένο.

"Ο Πασίντσεφ δεν είσαι;" ρώτησε ο Κοπιότκιν.

"Ναι. Ποιός άλλος να μαι;" απάντησε αμέσως ο άντρας.

"Τότε γιατί εγκατέλειψες την Επαναστατική Οπισθοφυλακή και το πόστο σου εκεί;"

Ο Πασίντσεφ χαμήλωσε το ταπεινωμένο του κεφάλι. "Μ' έδιωξαν σύντροφε. Μου φέρθηκαν απαίσια!"

"Και οι χειροβομβίδες σου;"

"Μάλλον τις απενεργοποίησα πολύ νωρίς. Και έτσι τώρα περιφέρομαι δίχως τιμή, σαν κάποιον τρελό σε θεατρικό έργο."

[...]

Από τον πάτο της βάρκας, ο Πανίντσεφ σήκωσε ένα πουκάμισο από σφιχτοπλεγμένη αλυσίδα.

"Αυτό δεν κάνει τίποτε", είπε ο Κοπιότκιν. "Απλώς προστατεύει το στήθος σου."

"Και ποιος νοιάζεται για κεφάλια;" είπε ο Πανίντσεφ με περιφρόνηση. "Αυτό που θεωρώ πολύτιμο είναι η καρδιά. Αλλά έχω κάτι για να βάλω στη γκλάβα μου, και για να κρατάω." Ο Πανίντσεφ σήκωσε ένα επιπρόσθετο μικρό κομμάτι πανοπλίας, ένα γείσο από κράνος για το μέτωπό του, με ένα κόκκινο αστέριο βιδωμένο επάνω για όλη την αιωνιότητα, και μια τελευταία άδεια χειροβομβίδα.

[...]

Ο Κοπιότκιν εξέτασε πάλι το γυμνό κορμί του Πανίντσεφ. "Ντύσου λοιπόν. Πάμε να επιθεωρήσουμε το Chevengur μαζί. Δεν έχει ούτε εδώ αρκετά γεγονότα -- και ο κόσμος βλέπει όνειρα."

[...]

Δίπλα στο μόνιμο τούβλινο σπίτι όπου είχε σταματήσει ο Κοπιότκιν όταν πρωτοέφτασε στο Chevengur ήταν ο Πιούσια. Καθόταν μόνος του και κοίταζε αφηρημένα ολόγυρα.

"Άκου, σύντροφε Πιούσια!' είπε ο Κοπιότκιν. "Πρέπει να διεξάγω αναγνώριση όλου του Chevengur. Πάρε μας για μια περιοδεία επιθεώρησης."

"Καλά", είπε ο Πιούσια, χωρίς να σηκωθεί.

Ο Πανίντσεφ πήγε μέσα στο κτήριο και πήρε ένα παλιό στρατιωτικό πανωφόρι σε στυλ του 1914, που κείτονταν στο πάτωμα. Ήταν μεγάλου μεγέθους και έφερε αμέσως τη γαλήνη σε όλα το σώμα του Πανίντσεφ.

"Τώρα είσαι ντυμένος με κάθε λεπτομέρεια σαν πολίτης" ανακοίνωσε ο Κοπιότκιν. "Αλλά απ' την άλλη μοιάζεις λιγότερο εσύ."

Οι τρεις άντρες περπάτησαν μακρύτερα, μέσα στην θέρμη των κτηρίων της κωμόπολης. Μαραμένες δεντροστοιχίες στέκονταν θλιβερά μέσα στη μέση του δρόμου, και πάνω σε κομμάτια κενού χώρου. Τα δέντρα είχαν μεταφυτευτεί πολλές φορές, και τα κουβάλαγαν στον ώμο, και έτσι έχασαν τη δύναμή τους, παρά τον ήλιο και τη βροχή.

"Ορίστε ένα γεγονός!" είπε ο Κοπιότκιν, δείχνοντας τα σιωπηλά πια δέντρα. "Εγκαθίδρυσαν τον κομμουνισμό για τους ίδιους, οι διάολοι, αλλά καμιά τέτοια τύχη για τα δέντρα!"

Τα λίγα παιδιά που τριγύρναγαν, και τα οποία συνάντησαν τώρα στην ανοιχτωσιά, είχαν καρδαμώσει απ' τον αέρα, την λευτεριά και την έλλειψη καθημερινής επιτήρησης. Όσο για τους ενήλικες, η φύση της ζωής τους στο Chevengur ήταν άγνωστη. Ο Κοπιότκιν δεν είχε εντοπίσει νέα αισθήματα μέσα τους. Εξ αποστάσεως, έμοιαζαν με ανθρώπους που βρισκόντουσαν σε διακοπές από τον ιμπεριαλισμό, αλλά δεν υπήρχαν γεγονότα σχετικά με το τι είχαν μέσα τους και ανάμεσά τους. Ο Κοπιότκιν θεωρούσε την καλή διάθεση απλώς ζήτημα θέρμανσης του αίματος μέσα στο σώμα· δεν σηματοδοτούσε τον κομμουνισμό.

[...]

Κοντά στο νεκροταφείο όπου βρίσκονταν η έδρα της Επαναστατικής Επιτροπής υπήρχε μια μεγάλη λακούβα όπου είχε βουλιάξει η γη.

"Εδώ είναι θαμένοι οι μπουρζουάδες", είπε ο Πιούσια. "Εγώ και ο Τσεπούρνι τους πήραμε τις ψυχές για να βεβαιωθούμε."

Ικανοποιημένος, ο Κοπιότκιν δοκίμασε τη βουλιαγμένη γη του τάφου με το πόδι του. "Ναι", είπε, "αυτό μάλλον ήταν το μόνο που έπρεπε να γίνει."

"Ήταν", είπε ο Πιούσια, για να δικαιώσει το γεγονός. "Είναι δική μας σειρά να ζήσουμε."

Ο Πανίντσεφ ήταν εκνευρισμένος που ο τάφος δεν είχε γεμίσει σωστά και παχτωθεί με χώμα. Έπρεπε να ήταν επίπεδος, και θά πρεπε να είχαν μετακινήσει μια δεντροστοιχία εκεί -- έτσι τα δέντρα θα ρουφούσαν τα απομεινάρια του καπιταλισμού απ' τη γη, και θα τα μεταμόρφωναν οικονομικά στο πράσινο του σοσιαλισμού. Ο ίδιος ο Πιούσια το είχε θεωρήσει σημαντικό να κάνει τον τάφο σωστά επίπεδο, και είχε αποτύχει να λάβει αυτό το μέτρο μόνο επειδή η επαρχιακή πρωτεύουσα τον είχε απομακρύνει βιαστικά από το πόστο του προέδρου της Τσεκά. Δεν τον είχε προσβάλει αυτό, μιας και γνώριζε ότι οι θεσμοί των Σοβιέτ απαιτούσαν ανθρώπους μορφωμένους, και όχι σαν τον ίδιο, και ότι οι αστοί ήταν χρήσιμοι εκεί. Χάρη σε αυτή την αντίληψη, ο Πιούσια, αναγνώρισε μια και καλή, μετά την απομάκρυνσή του από τα Επαναστατικά καθήκοντα, ότι η Επανάσταση ήταν πιο έξυπνη απ' τον ίδιο και έτσι χάθηκε στη μάζα της κολλεκτίβας του Chevengur. Τίποτε δεν φόβιζε τον Πιούσια περισσότερο από τα γραφεία και τα έγγραφα -- μόλις τα βλεπε βουβαινόταν αμέσως και ένιωθε αδύναμος και πενιχρός απ' την κορφή ως τα νύχια, νιώθωντας τη μαύρη μαγεία της σκέψης και της γραφής. Στις μέρες του Πιούσια, η Τσεκά του Chevengur βρισκόταν στο λιβάδι της κωμόπολης. Αντί να γράφει αναφορές για τα τιμωρητικά μέτρα που έπρεπε να ληφθούν απέναντι στο κεφάλαιο, ο Πιούσια έκανε τα μέτρα αυτά δημόσια και ανοιχτά, προτείνοντας οι γαιοκτήμονες που είχαν συλληφθεί να εκτελεστούν απ' τους εργάτες τους -- πρόταση που τέθηκε σε εφαρμογή. Τώρα όμως, εφόσον αυτό που είχαν στο Chevengur ήταν η οριστική ανάπτυξη του κομμουνισμού, η Τσεκά, χάρη σε μια προσωπική απόφαση του Τσεπούρνι, είχε κλείσει δια παντός, και είχαν μετακινήσει σπίτια στη θέση της στο λιβάδι.

Ο Κοπιότκιν στάθηκε σκεπτικός πάνω από τον κοινό τάφο της μπουρζουαζίας, που ήταν δίχως δέντρα, δίχως λοφίσκο και δίχως μνήμη. Ένιωθε θολά ότι αυτό ήταν αναγκαίο ώστε ο απόμακρος τάφος της Ρόζα Λούξεμπουργκ να έχει αυτός δέντρο, και λοφίσκο, και αιώνια μνήμη. Υπήρχε μόνο ένα πράγμα που δεν ενέκρινε ο Κοπιότκιν: ο τάφος της μπουρζουαζίας δεν ήταν επίπεδος. "Είπατε ότι πήρατε τις ψυχές των μπουρζουάδων για να βεβαιωθείτε;" είπε με αμφιβολία. "'Οχι, αν σε απομάκρυναν, είναι επειδή δεν τελειώσατε με τους μπουρζουάδες μαζικά, επειδή δεν τους σκοτώσατε εντελώς μέχρι θανάτου. Ούτε καν παχτώσατε το χώμα!"

Εδώ, ο Κοπιότκιν έκανε μεγάλο σφάλμα. Η μπουρζουαζία του Chevengur είχε σφαγιαστεί οριστικά και επιμελώς. Ούτε καν η ζωή πέρα από τον τάφο δεν μπορούσε να της φέρει χαρά. Αφού εκτελέστηκαν τα σώματά της, εκτελέστηκαν και οι ψυχές της.

Μετά από λίγο μόνο καιρό στο Chevengur, ο Τσεπούρνι ένιωθε την καρδιά του να αρχίζει να πονά εξαιτίας της πυκνής παρουσίας των μικροαστών της κωμόπολης. Μετά άρχισε να νιώθει αγωνία σε όλο του το σώμα -- ο χώρος του Chevengur είχε αποδειχθεί υπερβολικά στενός για τον κομμουνισμό, βρωμιζόταν από την ιδιοκτησία και τους ιδιοκτήτες. Είχε ζωτική σημασία να εδραιωθεί ο κομμουνισμός σε ζωντανή βάση, αλλά τα σπίτια εκεί τα είχαν στα βάθη του χρόνου άνθρωποι παράξενοι που μύριζαν κερί. Ο Τσεπούρνι είχε πάει στα χωράφια για να αναζητήσει νέους, ανοιχτούς χώρους. Τα κτήρια και τα εργαλεία του Chevengur, δημιουργήματα των χεριών των καταπιεσμένων, θα ήταν άχρηστα για το προλεταριάτο και τους φτωχούς αγρότες. Ήξερε, μπορούσε να δει πόσο η μπουρζουαζία του Chevengur στοιχειωνόταν από την προσδοκία μιας Δεύτερης Παρουσίας -- και ο ίδιος δεν είχε τίποτε ενάντια σε μια Δεύτερη Παρουσία.

Μετά από δυο μήνες στην προεδρία της Επαναστατικής Επιτροπής, ο Τσεπούρνι βρισκόταν σε βάσανο -- η μπουρζουαζία ήταν ζωντανή, δεν υπήρχε κομμουνισμός, και ο δρόμος προς το μέλλον, σύμφωνα με τις ντιρεκτίβες από την επαρχιακή πρωτεύουσα, ήταν μια σειρά από διαρκώς προοδευτικά μεταβατικά στάδια για τα οποία η διαίσθηση του Τσεπούρνι υποπτευόταν ότι αποτελούσαν εξαπάτηση των μαζών.

Αρχικά, ο Τσεπούρνι διόρισε μια Επιτροπή, και η Επιτροπή τον πληροφόρησε για το αναγκαίο μιας Δεύτερης Παρουσίας, αλλά τότε ο Τσεπούρνι δεν είχε πει τίποτε, αποφασίζοντας στα κρυφά να χαρίσει τη ζωή στους μικρο-μπουρζουάδες, έτσι ώστε η Παγκόσμια Επανάσταση να έχει κάτι για να ασχολείται. Αλλά μετά ο Τσεπούρνι ήθελε ανακούφιση από το βάσανό του και είχε ειδοποιήσει του Πιούσια, τον πρόεδρο της Τσεκά. "Καθάρισε το καταπιεστικό στοιχείο!" τον διέταξε.

"Εντάξει", είπε ο Πιούσια, που είχε ήδη κάνει σχέδια να εξολοθρεύσει όλους τους ζωντανούς στο Chevengur.

Ο Τσεπούρνι συμφώνησε με ανακούφιση. "Είναι ο πιο τρυφερός τρόπος", συνέχισε. "Αλλιώς, αδελφέ, όλος ο λαός θα καταλήξει να πεθάνει σ' αυτά τα μεταβατικά στάδια. Και τέλος πάντων οι μπουρζουάδες δεν είναι πλέον στ' αλήθεια άνθρωποι. Διάβασα ότι μόλις ο άνθρωπος γεννήθηκε απ' τις μαϊμούδες στράφηκε και τους σκότωσε. Οπότε να θυμάσαι: τώρα που υπάρχει προλεταριάτο, τι χρησιμότητα έχουν οι μπουρζουάδες; Δεν είναι καθόλου ωραίο να τους έχουμε να τριγυρνάνε!"

Ο Πιούσια γνώριζε προσωπικά την μπουρζουαζία. Ήξερε τους δρόμους του Chevengur και μπορούσε να φανταστεί ξεκάθαρα την όψη του κάθε ιδιοκτήτη σπιτιού: του Σεκότοφ, του Περεκρουσένκο, του Σιουσιουκάλοφ, και όλων των γειτόνων τους. Επιπρόσθετα, ο Πιούσια γνώριζε τον τρόπο ζωής τους και σε βάρος πoιού ζούσαν, και ήταν έτοιμος να τους σκοτώσει όλους με τα χέρια, χωρίς καν να χρησιμοποιήσει όπλο. Η ψυχή του δεν ησύχαζε από τη μέρα που τον διόρισαν πρόεδρο της Τσεκά: ένιωθε διαρκώς εκνευρισμένος που οι μικροαστοί τρώγανε σοβιετικό ψωμί και ζούσαν στα σπίτια του (ο Πιούσια είχε δουλέψει είκοσι χρόνια οικοδόμος), και που τα γουρούνια συνέχιζαν ήσυχα-ήσυχα να μπλοκάρουν τον δρόμο της Επανάστασης. Οι πιο γέροι και ξεδοντιάρηδες εκπρόσωποι της μπουρζουαζίας μεταμόρφωναν τον υπομονετικό Πιούσια σε πυγμάχο. Kατά την διάρκεια συναντήσεων με τον Σάποφ, τον Ζνομπίλιν και τον Ζάβιν-Ντουβαϊλο, τούς είχε επιτεθεί με γροθιές περισσότερες από μια φορά. Καθαριζόντουσαν ήσυχα, υπομένοντας την προσβολή και τοποθετώντας τις ελπίδες τους στο μέλλον. Οι άλλοι μπουρζουάδες απέφευγαν τον Πιούσια, και αυτός δεν είχε την όρεξη να τους ψάχνει εξεπίτηδες στα σπίτια τους -- ο διαρκής εκνευρισμός που τού προκαλούσαν τού έπνιγε την ψυχή.

Ο Προκόφι Ντάνοφ, όμως, γραμματέας της Εκτελεστικής Επιτροπής της περιοχής, δεν συμφωνούσε ότι η μπουρζουαζία έπρεπε να εξολοθρευτεί με τη μία και σύμφωνα με τις ορέξεις της στιγμής. Είπε ότι έπρεπε να γίνει πιο θεωρητικά.

"Καλά λοιπόν -- διατύπωσέ το!" είπε ο Τσεπούρνι.

Καθώς σκέφτηκε ο Προκόφι τίναξε προς τα πίσω τα μαλλιά του -- τα σκεπτικά μαλλιά ενός Κοινωνικού Επαναστάτη. "Στην βάση των δικών τους προκαταλήψεων!", άρχισε σταδιακά να το διατυπώνει.

"Το πιάνω", είπε ο Τσεπούρνι, χωρίς να καταλαβαίνει, αλλά προετοιμαζόμενος να σκεφτεί.

"Στη βάση της Δευτέρας Παρουσίας!" εξήγησε ο Προκόφι με περισσότερη ακρίβεια. "Αυτό θέλουν, οπότε ας τούς το δώσουμε! Δεν θα φταίμε εμείς."

Ο Τσεπούρνι όμως ανέλαβε την ευθύνη. "Τι εννοείς δεν θα φταίμε εμείς; Εμείς είμαστε η Επανάσταση, θα φταίμε ολοκληρωτικά εμείς! Αν προσπαθείς να διατυπώσεις κάτι για να συγχωρεθείς εσύ, στα τσακίδια!"

Όπως κάθε έξυπνος άνθρωπος, ο Προκόφι δεν είχε έλλειψη αυτοελέγχου. "Είναι απολύτως ζωτικό, σύντροφε Τσεπούρνι, να ανακοινώσουμε τη Δευτέρα Παρουσία επισήμως. Και στη βάση αυτή, να καθαρίσουμε την κωμόπολη για προλεταριακή εγκατάσταση."

Αρχική δημοσίευση, μετάφραση: Radical Desire

12 σχόλια:

  1. Μάλλον άσχετο, αλλά εγώ θα το βάλω εδώ.
    Αναδημοσίευση στο tvxs:

    Κηδεύοντας τις ιδεολογίες.

    Δύσκολο άρθρο το σημερινό. Η αλήθεια είναι πως από καιρό ήθελα να γράψω κάτι για τις ιδεολογίες. Γιατί πάντα πίστευα στην χρησιμότητά τους, στην δύναμή τους να αλλάξουν τον κόσμο άλλες φορές προς το καλύτερο και άλλες φορές προς το χειρότερο.


    Άλλες με εξέπλητταν, άλλες με συγκινούσαν και με ενθουσίαζαν, ορισμένες με τρόμαζαν. Υπήρξαν ιδεολόγοι σπουδαίοι που έπραξαν θαυμάσια πράγματα και άλλοι που διέπραξαν εγκλήματα για να υπηρετήσουν τα πιστεύω τους. Ο μεγαλύτερος ιδεολόγος άλλωστε υπήρξε ο Χίτλερ. Μόνο που η ιδέα του ήταν αυτή μιας καθαρής φυλής και της μισαλλοδοξίας, του σωβινισμού και των εγκλημάτων κατά της ανθρωπότητας. Η δύναμη των ιδεών είναι τεράστια και είναι θαυμάσια.

    Υπήρξαν ιδέες που μας πρόδωσαν, ιδέες που νίκησαν τις δικές μας στην δαρβίνεια μάχη της εγελιανής διαλεκτικής, μια μάχη ατέρμονη και ανολοκλήρωτη. Ιδέες με τις οποίες διαφωνούμε μα όσο και αν διαφωνούμε, αναπόφευκτα ζούμε μέσα τους. Οι ιδέες είναι τα όνειρά μας και οι πόθοι μας, ο τρόπος να φανταζόμαστε το μέλλον και να διεκδικούμε το παρόν. Η εκδοχή μας
    να ερμηνεύουμε τον κόσμο.

    Έλεγε κάποτε ο Μαρξ πως οι ιδεολογίες είναι στρεβλές φαντασιώσεις της πραγματικότητας, που αποπροσανατολίζουν τον προλετάριο από την ταξική πάλη. Έλεγε πως όλες οι ιδεολογίες είναι κίβδηλα δημιουργήματα του πόθου και της φαντασίας μας, διεκδικώντας για λογαριασμό της δικής του πολιτικής θεωρίας την απόλυτη αλήθεια. Κάτι παρόμοιο συμβαίνει και σήμερα. Στον ρόλο του Μαρξ όλοι οι αγγελιοφόροι του φιλελευθερισμού και της ωμής πραγματικότητας που αμφισβητούν την ύπαρξη και την ουσία των ιδεών που αμφισβητούν την απόλυτη αλήθεια.

    "Οι ιδεολογίες πέθαναν, δεν υπάρχουν πια" λένε μερικοί. "Περάσαν αυτά, μη γίνεστε γραφικοί" λένε άλλοι.

    Αυτή είναι η βασική ιδέα που δεσπόζει σήμερα. Αυτή που μοιράζει τα κηδειόχαρτα των ιδεολογιών και διατυμπανίζει πως η πραγματικότητα είναι μια, όπως μια είναι και η ερμηνεία της. Ξεχνά πως είναι και αυτή δημιούργημα κάποιων ανθρώπων που ερμήνευσαν διαφορετικά την πραγματικότητα. Ξεχνά πως είναι απλά η ιδέα που επικράτησε στην δαρβίνεια μάχη και δεσπόζει τώρα στο πρώτο βάθρο μέχρι να αντικατασταθεί από την επόμενη. Ξεχνά πως είναι μια υποκειμενική σύλληψη της πραγματικότητας που απλά απέκτησε την ορμή να θεμελιωθεί. Και για να θεμελιώσει περαιτέρω την κυριαρχία της επέβαλλε την ψευδαίσθηση ότι δεσπόζει μόνη στον θρόνο της χωρίς να την αμφισβητεί κανείς.

    Οι αγγελιοφόροι της μιας ιδέας και του θανάτου των υπολοίπων ξεχνούν πως ερμηνεύουν ως αδιαμφισβήτητη πραγματικότητα, τον υποκειμενικό τους τρόπο που βλέπουν τα πράγματα. Είναι μπλεγμένοι σε μια μεγαλύτερη απάτη. Γιατί είναι ιδεολόγοι και δεν το ξέρουν. Το να παραδέχεσαι πως είσαι ιδεολόγος σημαίνει πως παραδέχεσαι ότι δεν υπάρχουν απόλυτες αλήθειες μα και αν υπάρχουν δεν τις έχει βρει κανείς. Να είσαι ιδεολόγος σημαίνει πως παραδέχεσαι ότι μπορεί να κάνεις λάθος στο κυνήγι της αλήθειας.

    Η μοναδική στιγμή που θα μπορούν να εκλείψουν οι ιδεολογίες θα είναι όταν μετατραπούν σε επιστήμη. Μα ο προνομιακός χώρος των ιδεών, εκεί που αυτές μπορούν να επιβιώσουν, αφορά σε ένα μαθηματικά μη μετρήσιμο, ψυχολογικά με ελέγξιμο ον και την κίνηση του μέσα στον χώρο. Τον άνθρωπο, αυτό το όν με τις πέντε αισθήσεις (είναι λίγες αλλά αυτές έχει για να ερμηνεύσει τον κόσμο) που έφτασε στον 21ο αιώνα για να πιστέψει κάποιον που του είπε πως οι ιδέες πέθαναν. Και όμως όσο αποφεύγουμε τη μονομορφοποίηση της σκέψης του ανθρώπου οι ιδέες θα εξακολουθούν να υπάρχουν.

    "Πρακτικοί άνθρωποι που θεωρούν ότι δεν υφίστανται οποιαδήποτε πνευματική επιρροή, συνήθως, είναι οι δούλοι κάποιου μακαρίτη οικονομολόγου". Κέυνς

    ΠΗΓΗ: dubiumn.blogspot.gr

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Συνέχεια

    Ερώτηση Νο.1: Εχει όριο η βλακεία;
    Ερώτηση Νο. 2. Εχω άδικο που μου θυμίζει αυτό;

    Ο Κοζερόγκωφ, κρατικός σύμβουλος έν ενεργεία, όταν παραιτήθηκε αγόρασε ένα χτήμα όπου και εγκαταστάθηκε.
    Εκεί, κατ' απομίμηση λίγο του Κινκινάτου καί λίγο του καθηγητή Καιγκοράντωφ, μόχθησε με τον ιδρώτα του προσώπου του καί σημείωνε τις παρατηρήσεις που έκανε για τη φύση.
    Μετά το θάνατό του οι παρατηρήσεις μαζί με την άλλη περιουσία περάσανε στη Μάρθα Ευλάμπιεβνα, την οικονόμο του.
    Οπως είναι γνωστό, η σεβαστή γριά γκρέμισε το αρχοντικό καί στη θέση του έχτισε μιά περίφημη ταβέρνα όπου πουλούσε δυνατά οινοπνευματώδη.
    Στην ταβέρνα αυτή υπήρχε ένα ιδιαίτερο "καθαρό" δωμάτιο για τούς περαστικούς χτηματίες και δημόσιους λειτουργούς
    και πάνω στο τραπέζι είχανε τοποθετήσει τις παρατηρήσεις τού μακαρίτη μην τυχόν και χρειαστεί χαρτί γιά τούς περαστικούς.
    Ενα φύλλο σημειώσεις έπεσε στα χέρια μου. Οπως φαίνεται αυτό ανήκει στην αρχή, στην πρώτη αγροτική δράση του μακαρίτη καί περιέχει τα ακόλουθα:

    "3 Μαρτίου. Αρχισε πιά η ανοιξιάτικη πτήση των πουλιών· χτές είδα τα σπουργίτια. Χαίρετε, ώ πτερωτά τέκνα του Νότου! Στο γλυκό σας τερέτισμα σα ν' ακούω την ευχή σας: Εστέ ευτυχής, εξοχότατε!”

    "1η Μαρτίου. Ρώτησα σήμερα τη Μάρθα Ευλάμπιεβνα:
    Γιατί ο πετεινός τραγουδά τόσο συχνά;
    Μού απάντησε: Γιατί έχει λαρύγγι. Κι έγώ της είπα: Κι εγώ έχω λαρύγγι καί όμως δέν τραγουδώ!
    Πόσα μυστήρια κρύβει η φύση!
    Οταν υπηρετούσα στην Πετρούπολη πολλές φορές έτυχε να φάω γαλόπουλα, ζωντανά όμως γιά πρώτη φορά τα είδα εδώ πέρα. Πολύ θαυμάσιο πουλί".

    “22 Μαρτίου. Ηρθε ο αστυνόμος του σταθμού. Πολλή ώρα κουβεντιάσαμε περί αρετής – εγώ καθήμενος, αυτός όρθιος. Μεταξύ άλλων, με ρώτησε: -θα θέλατε, εξοχότατε, να ξαναγυρίσουνε τα νιάτα σας; Εγώ του απάντησα: -Οχι, δε θέλω, διότι άν ήμουν νέος δε θα είχα το βαθμό πού έχω. Εμεινε σύμφωνος μαζί μου κι' έφυγε ασφαλώς συγκινημένος.”

    “16 Απριλίου. Με τα ίδια μου τα χέρια έσκαψα στόν αγρό δυο πρασιές κι' έσπειρα στάρι. Δεν το είπα σε κανένα, για να κάνω σουρπρίζ στην καλή μου Μάρθα Ευλάμπιεβνα, πού της χρωστώ τόσες στιγμές ευδαιμονίας. Χτές, την ώρα του τσαγιού, παραπονιότανε πικρά για την σωματική της διάρθρωση κι' έλεγε ότι το πάχος της, πού ολοένα περισσεύει, άρχισε να την εμποδίζει όταν πάει να μπεί στην πόρτα της αποθήκης. Κι' εγώ της είπα: -Τουναντίον, ψυχούλα μου, η παχουλή μορφή τών διαστάσεών σας είναι ένα στολίδι παραπάνω και συντελεί σε μεγαλύτερες διαθέσεις έκ μέρους μου. Εκείνη άναψε κι' εγώ σηκώθηκα και την αγκάλιασα με τα δυό μου χέρια, γιατί μ' ένα χέρι είναι αδύνατο να την αγκαλιάσεις.”.

    “25 Μαίου. Ενας γέρος με είδε κοντά στα γυναικεία μπάνια και με ρώτησε γιατί κάθομαι εκεί;
    Του είπα: - Κοιτάζω να μην έρθουν οι νεαροί εδώ πέρα καί κάτσουν εδώ. - Ας κοιτάζουμε μαζί, μου είπε ο γέρος και κάθισε δίπλα μου κι' αρχίσαμε να κουβεντιάζουμε περί αρετής”.

    Α. Τσέχωφ: “Απόσπασμα”
    (“Απόσπασμα” είναι ο τίτλος του διηγήματος)

    Γιώργος Π.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  3. Ένα από τα πιο αξιοσημείωτα πράγματα στην βιογραφία του Πλατόνοφ είναι το ότι αντί να ακολουθήσει την συγγραφική καριέρα (που όπως φαίνεται είχε την επιλογή) την κρίσιμη εκείνη περίοδο, επέλεξε να πάρει σβάρνα την ρωσική επαρχία χτίζοντας πηγάδια και φράγματα.

    Θα ήθελα να ρωτήσω κάποια πράγματα αν επιτρέπεται:

    1. Έχεις βρει πουθενά την σύντομη ιστορία "For Future Use" στην οποία δίνεται αρκετή σημασία για την αντιμετώπιση που είχε το έργο του; Έχω ψάξει αλλά τίποτα, και μνημονεύεται παντού.
    2. Υπάρχουν πουθενά τα αμιγώς πολιτικά του κείμενα, δλδ οι κριτικές σε Τρότσκι και Μπουχάριν που αναφέρονται παραπάνω, η δουλειά που έκανε ως δημοσιογράφος στον 2ο ΠΠ κτλ;
    3. Δεν έχω διαβάσει την κριτική του Jameson δυστυχώς, έχω διαβάσει όμως την κριτική και την ερμηνεία που δίνεται στο Foundation Pit στην έκδοση της NYRB. Μου φάνηκε κάκιστη, το ότι παρέμεινε συνεπής κομμουνιστής ως το τέλος ερμηνεύεται μεταφυσικά, ότι δλδ ο κομμουνισμός για αυτόν ήταν μια άλλου είδους θεότητα και έτσι κατά βάθος ήταν χριστιανός. Μήπως τυχαίνει να την έχεις υπ'όψιν σου;

    Ευχαριστώ εκ των προτέρων.

    Ijon Tichy

    ΥΓ: Το Chevengur αν δεν κάνω λάθος έχει μεταφραστεί και στα ελληνικά.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. 1. Έχω πέντε βιβλία του Πλατόνοφ, αλλά δεν υπάρχει σε κανένα το Future Use

      2. Η αναφορά εδώ είναι από wiki: "Stalin held deeply ambivalent views regarding Platonov's worth. According to archival evidence Stalin called Platonov "fool, idiot, scoundrel", then later in the same meeting said Platonov was "a prophet, a genius." For his part Platonov made hostile remarks about Trotsky, Rykov, and Bukharin but not about Stalin, to whom he wrote letters on several occasions.[4]
      Σημειωση 4: http://www.hrono.ru/proza/platonov_a/nkvd.html

      3. Ίσως να την μεταφράσω κάποτε, δεν είναι πολλές σελίδες. Ναι ξέρω την εισαγωγή στην οποία αναφέρεσαι, της Mirra Ginsburg. Δεν μου έκανε καμία ιδιαίτερη εντύπωση είναι μια ακόμα εισαγωγή μεταφραστή.

      4. Αν ξέρεις μετάφραση του Chevengur στα ελληνικά πες μου σε παρακαλώ την έκδοση.

      Διαγραφή
    2. Ευχαριστώ πολύ για τις απαντήσεις. Δυστυχώς δεν γνωρίζω ρώσικα (για το λινκ που έδωσες).

      Οι παραπάνω απορίες μου έχουν να κάνουν με το γεγονός ότι σε αρκετές περιπτώσεις το έργο σοβιετικών καλλιτεχνών, επιστημόνων κτλ προβάλλεται με κριτήριο όχι την σημασία του ή όχι τουλάχιστον για να αναδειχθεί η σημασία του, αλλά με βάση το πόσος "αντισταλινισμός" και πόσος "αντισοβιετισμός" μπορεί να πουληθεί μέσω αυτού. Τα παραδείγματα δυστυχώς είναι πάμπολλα, πρόκειται για μια εξόχως αντιεπιστημονική νοοτροπία που δεν συναντά κανείς μόνο στο αστικό στρατόπεδο αλλά και σε αυτό του "ριζοσπαστικού" χώρου.

      Όσον αφορά τον Πλατόνοφ έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον να μάθουμε πώς αντιλαμβανόταν τον κομμουνισμό και ποιά ήταν η ακριβής κριτική του στάση στα γεγονότα της εποχής.

      Τέλος να αναφέρω ότι στα ελληνικά έχει μεταφραστεί και ένα άλλο του βιβλίο (νομίζω είναι συλλογή σύντομων ιστοριών, δεν το έχω δει από κοντά) με τον τίτλο "Αντισέξους" (μπορείς εύκολα να το γκουγκλάρεις).

      Ijon Tichy

      Διαγραφή
  4. Έχει εκδοθεί από τον Λιβανη το 96 με τιτλο "ταξίδι με ανοιχτή καρδιά". Δυστυχώς είναι εξαντλημένο.

    Αλεκος

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  5. Μήπως λέτε για αυτή τη μετάφραση.

    http://www.biblionet.gr/book/11027/Platonov,_Andrei/Ταξίδι_με_ανοιχτή_καρδιά

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  6. @Αντώνη @Ijon Tichy
    Για τους γαλλόφωνους το "For Future Use" υπάρχει μεταφρασμένο στα γαλλικά εδώ:
    http://www.lagedhomme.com/boutique/fiche_produit.cfm?ref=2-8251-2066-9&type=1&code_lg=lg_fr&num=91
    Ο ρωσικός του τίτλος είναι Vprok.

    @Αλεκος
    Κάποια αντίτυπα του μεταφρασμένου στα ελληνικά Τσεβενγκούρ υπήρχαν μέχρι πρόσφατα στο συγκεκριμένο εκδοτικό οίκο.

    Γιάννης

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  7. @Αντώνης
    Αντώνη εκτός από τη μελέτη του Jameson ποια άλλα βιβλία θα πρότεινες πάνω στο ζήτημα της Ουτοπίας και της λογοτεχνικής της περιγραφής;
    Με εκτίμηση,
    Γιάννης

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Είναι πάρα πολλά.

      Θα ξεκινούσα οπωσδήποτε από το Utopiques: Jeux d' Espaces του Louis Marin. Κυκλοφορεί επίσης στα αγγλικά.

      Μού αρέσει ιδιαίτερα επίσης η δουλειά των James Holstun, Christopher Kendrick, Richard Halpern.

      Πολύ καλή η συλλογή άρθρων Utopia: The Search for an Ideal Society in the Western World (Oxford/NYPB)

      Διαγραφή
  8. Ευχαριστώ πολύ για τη βιβλιογραφία! Θα προσπαθήσω να προμηθευτώ τα περισσότερα.

    Γιάννης.

    ΑπάντησηΔιαγραφή