Παρασκευή, 17 Αυγούστου 2012

"Το μόνο πράγμα που μας διδάσκει η ιστορία είναι ότι τίποτε δεν μας διδάσκει η ιστορία" (τέταρτο μέρος)

Όλοι γνωρίζουν ότι η 18η Μπρυμαίρ ξεκινά με μια επανάληψη (με διαφορά!) του Χέγκελ:

"Ο Χέγκελ κάνει κάπου την παρατήρηση πως όλα τα μεγάλα κοσμοϊστορικά γεγονότα και πρόσωπα παρουσιάζονται, σαν να πούμε, δυο φορές. Ξέχασε να προσθέσει, τη μια φορά σαν τραγωδία, την άλλη σαν φάρσα."

Αλλά πόσες "φάρσες" εμπλέκονται στο κριτικό αφήγημα της Μπρυμαίρ; Ξεκαθαρίσαμε ήδη ότι οι αναφορές στις "μάσκες", τις "στολές" και την "παρωδία" που αφορούν τον Λούθηρο, τους Ιακωβίνους και την επανάσταση του 1848 δεν αποτελούν το υλικό για μια "ισχυρή" παρωδία--δεν αποτελούν bona fide "φάρσες." Αντίθετα, γίνεται ξεκάθαρα παραδεκτό πως είχαν ξεκάθαρα πολιτικά αποτελέσματα, ιδιαίτερα σε ό,τι αφορά την περίοδο από την Γαλλική Επανάσταση ως τον Ναπολέοντα. Εάν υφίσταται στοιχείο "φάρσας" εδώ, δείξαμε, αυτό είναι δομικό και αναπόδραστο: το να διδάσκεσαι από την ιστορία εμπεριέχει ένα στοιχείο επανάληψης που αποδεικνύεται τόσο απαραίτητο όσο και ψευδές, διότι στην πραγματικότητα η επανάληψη αυτή κυοφορεί κάτι τελείως χωρίς προηγούμενο στο μοντέλο το οποίο υποτίθεται ότι έτυχε μίμησης. Οι έμποροι και οι τραπεζίτες που αναδύονται από τη σφαγή και το αίμα της επαναστατικής περιόδου δεν είναι ο Βρούτος και ο Γράκχος, δεν θα μπορούσαν όμως και να αναδυθούν χωρίς την επίκληση των πνευμάτων του Βρούτου και του Γράκχου.

Αλλά αυτή, η "ασθενής" μορφή παρωδίας, η παρωδία του ρόλου της ιδεολογίας ως αναπόδραστης διαδικασίας αυτοεξαπάτησης, δεν είναι η μόνη. Το κείμενο θα στραφεί σε μια δεύτερη παρωδία, μια δεύτερη ανατομία της "φάρσας", που θα είναι πολύ ισχυρότερη γιατί θα έχει απαλλαχθεί από κάθε αμφιθυμία εκ μέρους του συγγραφέα. Και ο στόχος αυτής της δεύτερης παρωδίας, ο στόχος της φάρσας ως πραγματικά γελοίου ιστορικού θεάματος, δεν είναι παρά ο δεύτερος Ναπολέων, ο Λουδοβίκος Βοναπάρτης, και η κοινωνία που τον γέννησε. Αμέσως λοιπόν μετά το τρίτο απόσπασμα που παραθέσαμε πριν έρχεται το τέταρτο, που σηματοδοτεί την στροφή που θα πάρει εφεξής το κείμενο:

4.
Από το 1848 έως το 1851 πλανιόταν μονάχα το φάντασμα της παλιάς επανάστασης, αρχίζοντας από τον Μαράστ, τον δημοκράτη λιμοκοντόρο που ντύθηκε τη στολή του παλιού Μπαγί, και τελειώνοντας στον τυχοδιώχτη που κρύβει τα χυδαία και αποκρουστικά χαρακτηριστικά του κάτω από τη σιδερένια νεκρική μάσκα του Ναπολέοντα. Ενας ολόκληρος λαός, που ενώ πιστεύει πως με την επανάσταση απόχτησε μιαν επιταχυμένη ικανότητα κίνησης, βλέπει ξαφνικά ότι ξαναγύρισε σε μια πεθαμένη εποχή και για να μην υπάρχει καμιά δυνατότητα πλάνης για το ξανακύλισμά του αυτό ξανανασταίνονται οι παλιές χρονολογίες, το παλιό ημερολόγιο,τα παλιά ονόματα, τα παλιά διατάγματα που από καιρό είχανε ξεπέσει στα χέρια της σοφίας των παλαιοπωλείων και οι παλιοί χωροφύλακες που από καιρό φαίνεται ότι είχαν σαπίσει.
Το όνομα αυτής της δεύτερης διαδικασίας "διδαχής από το παρελθόν", δεν είναι πια επανάσταση. Είναι Παλινόρθωση. Όπως η επανάσταση, έτσι και η Παλινόρθωση επιστρέφει στο παρελθόν προσπαθώντας να αντλήσει από αυτό. Σε δραματική όμως αντίθεση με την πρώτη, από το παρελθόν αυτό δεν γεννά τίποτα παρά το σάπιο, το νεκρό, το αποκρουστικό. Η επανάσταση μετατρέπει το "πνεύμα" των νεκρών ηρώων σε ζωντανή πραγματικότητα, η Παλινόρθωση γεμίζει τον κόσμο ζόμπι. Τώρα είναι που οι παραδόσεις των νεκρών πράγματι βαραίνουν σαν εφιάλτης τον νου των ζωντανών. Το λεξιλόγιο του Μαρξ, παρά τις περιστασιακές ομοιότητες με το πρώτο είδος "παρωδίας", το γεγονός ότι επαναλαμβάνει τις λέξεις-κλειδιά "στολή" και "μάσκα", τις επαναλαμβάνει με μια κρίσιμη διαφορά: παντού υπάρχουν ενδείξεις αηδίας και περιφρόνησης, εκεί που πριν υπήρχε αμφίθυμος έστω θαυμασμός: "λιμοκοντόρος", "τυχοδιώκτης", "χυδαία και αποκρουστικά χαρακτηριστικά", "νεκρική", "πεθαμένη εποχή", "σαπίσει." Παντού διακρίνεται η σφραγίδα της διαφθοράς ή του εκφυλισμού αφενός, και του θανάτου και της σήψης αφετέρου. Είναι αδύνατο να μπερδέψεις αυτή την αναφορά στην μετά το 1848 περίοδο με τις πρότερες και προγενέστερες ιστορικά αναφορές στον Λούθηρο, τους Ιακωβίνους, τους επαναστάτες του 1848. Δύο παρωδίες, δύο μοντέλα της προσπάθειας "διδαχής από την ιστορία". Δεν είναι μόνο η ιστορία που αναδιπλώνεται στα δύο (πρώτα σαν τραγωδία, ύστερα ως φάρσα), αλλά το δεύτερο κομμάτι της, η επανάληψη, που διχοτομείται στα δύο (η σοβαρή, η βαρύνουσα φάρσα της επαναστατικής ιδεολογίας ως φενάκης, από τη μία, η αισχρή, χυδαία φάρσα της παλινορθωτικής αντίδρασης από την άλλη).

Αλλά η πολυπλοκότητα του μαθήματος γύρω από το ζήτημα ή ερώτημα "μπορεί να μας διδάξει κάτι η ιστορία;" δεν σταματά στην μαρξική απάντηση "ναι, μας διδάσκει ότι υπάρχουν αυτοί στους οποίους η ιστορία διδάσκει να βλέπουν εσφαλμένα τον εαυτό τους ως ήρωες ώστε να μπορέσουν να γράψουν ιστορία, και ότι υπάρχουν αυτοί που παρασιτούν σαν βρυκόλακες πάνω στα περασμένα μεγαλεία και που ούτε διδάσκονται τίποτε από την ιστορία ούτε δημιουργούν ιστορία, αλλά απλά παρωδία."

Δεν σταματά εκεί, γιατί ο Μαρξ θα προσθέσει κάτι ακόμα. Πέμπτο απόσπασμα:

5.
Η κοινωνική επανάσταση του 19ου αιώνα δεν μπορεί να αντλήσει την ποίησή της από το παρελθόν, αλλά μόνον από το μέλλον. Δεν μπορεί ν' αρχίσει με τον ίδιο τον εαυτό της προτού σβήσει όλες τις προλήψεις σχετικά με το παρελθόν. Οι προηγούμενες επαναστάσεις είχαν ανάγκη από κοσμοϊστορικές αναμνήσεις, για να κρύψουν από τον εαυτό τους το περιεχόμενό τους. Για να φτάσει στο δικό της περιεχόμενο η επανάσταση του 19ου αιώνα, πρέπει ν' αφήσει τους πεθαμένους να θάψουν τους νεκρούς τους. Εκεί η φράση ξεπερνούσε το περιεχόμενο, εδώ το περιεχόμενο ξεπερνάει τη φράση.
Κάτι συνέβη στον ιστορικό μηχανισμό, λέει ο Μαρξ. Συνέβη μέσα στην ιστορία, σε ένα συγκεκριμένο χρονικό σημείο, εξαιτίας μιας συγκεκριμένης συγκυρίας. Μετά την νοσηρή φάρσα του Λουδοβίκου Βοναπάρτη, μετά την νοσηρή φάρσα της Παλινόρθωσης, το μοντέλο του Λούθηρου, των Ιακωβίνων, των επαναστατών του 1848, το μοντέλο αυτών που διδάσκονται από το παρελθόν, έστω και αν αυτή η διδαχή περνά μέσα από τη φενάκη, αυτό το μοντέλο χρεοκώπησε τελεσίδικα. Δεν είναι πλέον εφικτό για την επανάσταση να "αντλήσει την ποίησή της" (το απο-φαντασματοποιητικό "πνεύμα" της) από το παρελθόν, "αλλά μόνο από το μέλλον."

Κάτι συνέβη, λέει ο Μαρξ. Μια επανάσταση στην "επανάσταση" ως έννοια. Που πια δεν θα μπορεί να χτιστεί μέσα από την επιστροφή πίσω, στους ηρωϊκούς νεκρούς, για να βρει δύναμη να προχωρήσει μπροστά. Πρέπει "ν' αφήσει τους πεθαμένους να θάψουν τους νεκρούς τους". Μετά τα φαντάσματα που δίνουν σάρκα και οστά στην πραγματικότητα, μετά τα φαντάσματα που τα καλούμε επειδή φοβόμαστε την πραγματικότητα, νεκροί που θάβουν νεκρούς! Ο νεκρός Ροβεσπιέρος, για παράδειγμα, θάβει τον Βρούτο. Ο νεκρός Σεν Ζυστ, τον Γράκχο. Η ηρωϊκή επανάληψη θάβει το καταγωγικό της μοντέλο ή πρότυπο. Γιατί; Επειδή η νοσηρή επανάληψη, η μετατροπή της επανάληψης σε αντιδραστική νοσηρότητα, έχει βάλει μια και καλή τέλος στην δυνατότητα της ιστορίας να μας διδάξει πια οτιδήποτε χρήσιμο για το μέλλον. Ήρθε η ώρα για μια άλλη χρήση της ιστορίας, γιατί τώρα το κοινωνικό περιεχόμενο, η ζωντανή πραγματικότητα, "ξεπερνά" την παρελθοντική φράση, την μικραίνει, κάνει τον παρελθοντικό ηρωϊσμό να φαίνεται μπασμένος στο πλύσιμο, νανοειδής, γελοία ανεπαρκής σε σχέση με τη φύση των καθηκόντων του.

Ή μήπως όχι ακριβώς έτσι;

Θα συνεχίσουμε.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου