Τετάρτη, 22 Αυγούστου 2012

Παλιές αντιπαραθέσεις σε νέες συνθήκες (Διέξοδος)

Ένα ζήτημα που έχει, με αρκετά ιδιόμορφο τρόπο, βγει στην επιφάνεια της ιδεολογικής αντιπαράθεσης, είναι το ζήτημα της εκτίμησης για το χαρακτήρα και τον βαθμό ανάπτυξης του ελληνικού καπιταλισμού, για τη θέση του στο διεθνές καπιταλιστικό σύστημα, και για τον κατά συνέπεια χαρακτήρα του επαναστατικού ξεπεράσματός του.

Η ιδιομορφία βρίσκεται στο γεγονός, ότι καθώς φυσικά το ζήτημα αυτό δεν είναι καινούργιο για το κομμουνιστικό κίνημα, σε ορισμένες περιπτώσεις η «επίλυσή» του παίρνει τη μορφή της «προβολής» των συνθηκών του παρόντος σε προγενέστερες ιστορικές περιόδους είτε, αντίστροφα, τη μορφή προβολής των προγενέστερων πραγματικών συνθηκών και θεωρητικών επεξεργασιών στις σημερινές συνθήκες.

Δεν είναι σκοπός αυτού εδώ του σημειώματος η βαθύτερη και αναλυτική μελέτη του ζητήματος όπως τοποθετήθηκε και απαντήθηκε για πρώτη φορά πριν από αρκετές δεκαετίες και συγκεκριμένα κατά την δεκαετία του 1930. Σκοπός του είναι η επισήμανση ορισμένων πλευρών της σημερινής τοποθέτησης του ζητήματος και της αντιπαράθεσης γύρω από αυτό, η οποία όμως αναγκαστικά «παρασύρει» σε ορισμένες αναδρομές και εκτιμήσεις γύρω από το παρελθόν.

Στο πλαίσιο της σχετικής αντιπαράθεσης σήμερα, οι εκτιμήσεις του ΚΚΕ για το βαθμό ανάπτυξης του ελληνικού καπιταλισμού και την διεθνή θέση του, καθώς και για τον αναγκαίο χαρακτήρα του άλματος που απαιτείται για το ξεπέρασμα του συστήματος της καπιταλιστικής εκμετάλλευσης, γίνονται από ορισμένες πλευρές αντικείμενο κριτικής χαρακτηριζόμενες ως εγκατάλειψη των παλιότερων επεξεργασιών του, σύμφωνα με τις οποίες η επικείμενη επανάσταση θα είχε «αστικοδημοκρατικό χαρακτήρα με τάσεις γρήγορης μετατροπής της σε σοσιαλιστική». Ότι επίσης στην ίδια βάση απεμπολούνται από το ΚΚΕ οι θέσεις και εκτιμήσεις του για την εξαρτημένη θέση της Ελλάδας στο ιμπεριαλιστικό σύστημα και κατά συνέπεια το πρόταγμα της εθνικής ανεξαρτησίας

Από την πλευρά πάλι των θεωρητικών επεξεργασιών του ΚΚΕ, πέρα από τις εκτιμήσεις του τις σχετικές με την σημερινή πραγματικότητα, εμφανίζονται ιστορικές αναλύσεις που θέτουν ερωτήματα γύρω από την ορθότητα της τοποθέτησης του ζητήματος κατά τη δεκαετία του ’30, που σημάδεψε βέβαια και τις δεκαετίες που ακολούθησαν.

Το ερώτημα, που κατά τη γνώμη μου τίθεται γενικά, είναι από τη μια (και αυτό αφορά τους επικριτές του ΚΚΕ), κατά πόσο μια θέση που ανταποκρινόταν στις συνθήκες μιας ορισμένης περιόδου μπορεί ή πρέπει να ανταποκρίνεται και στις συνθήκες μιας μεταγενέστερης περιόδου ύστερα από μερικές δεκαετίες. Και από την άλλη, αντίθετα (και αυτό αφορά το ΚΚΕ), κατά πόσο οι εκτιμήσεις της παρούσας ιστορικής περιόδου μπορούν ή πρέπει να προβάλλονται ως ορθές εκτιμήσεις και για μια προηγούμενη ιστορική περίοδο, συγκεκριμένα των δεκαετιών του ’30, ’40 καθώς και των μεταπολεμικών και μετεμφυλιοπολεμικών χρόνων.

Ας ξεκινήσουμε από τη δεύτερη πλευρά του ερωτήματος:

Σύμφωνα με ορισμένες ιστορικές αναλύσεις θεωρείται, ότι οι συμβιβασμοί του Λιβάνου και της Καζέρτας κατά τη διάρκεια της Εθνικής Αντίστασης, οι αυταπάτες και οι δισταγμοί γύρω από το ζήτημα της εξουσίας οι σχετικοί και με την τελική έκβαση του αγώνα κατά την ίδια περίοδο, οφείλονται εκτός άλλων παραγόντων και στην υιοθέτηση, από την 6η Ολομέλεια της ΚΕ και το 5ο Συνέδριο του Κόμματος το 1934, των θέσεων για επανάσταση «αστικοδημοκρατική με τάση γρήγορης μετατροπής της σε σοσιαλιστική». Σύμφωνα με την ίδια αντίληψη, ο θεωρητικός «εξοπλισμός» με προϋπάρχουσες κομματικές επεξεργασίες και παραδοχές για τον προλεταριακό χαρακτήρα της επικείμενης επανάστασης θα είχε αποτρέψει τα παραπάνω αρνητικά χαρακτηριστικά του κινήματος της Εθνικής Αντίστασης και θα μπορούσε να συμβάλει σε διαφορετική έκβασή του.

Σε σχέση όμως με αυτά, τίθεται το ερώτημα, για ποιο λόγο ο «αστικοδημοκρατικός και γρήγορα σοσιαλιστικός» χαρακτήρας της επανάστασης, που κατά τον εθνικοαπελευθερωτικό αγώνα εκφράστηκε με το σύνθημα, το στόχο και, στην Ελεύθερη Ελλάδα, με την πραγματικότητα των βάσεων της λαοκρατίας, της λαϊκής δημοκρατίας, να επιτρέψει τέτοιους συμβιβασμούς, δισταγμούς και αυταπάτες;

Στη βάση ποιας λογικής μπορεί να θεωρηθεί, ότι για την υπαγωγή του κινήματος της Εθνικής Αντίστασης στους στρατηγικούς σχεδιασμούς του βρετανικού ιμπεριαλισμού υπαίτια είναι η θεωρητική και πρακτική υιοθέτηση αυτού του «χαρακτήρα» της επανάστασης, που βρήκε πλήρη έκφραση στον εθνικοαπελευθερωτικό και λαϊκοδημοκρατικό χαρακτήρα του κινήματος της Εθνικής Αντίστασης και όχι ακριβώς η παραβίαση και αθέτηση αυτού του χαρακτήρα; Και πρώτα-πρώτα, ή αθέτηση όχι του χαρακτήρα της επανάστασης ως αστικοδημοκρατικού (με τάσεις κλπ), αλλά η αθέτηση του αστικοδημοκρατικού χαρακτήρα (με τάσεις κλπ) ως επανάστασης… Και μάλιστα ως επανάστασης, που κινητήριες δυνάμεις της είναι πρώτα απ’ όλα η εργατική τάξη, «ως προϋπόθεση της νίκης της εργατοαγροτικής επανάστασης και της γρήγορης μετατροπής της σε σοσιαλιστική», σε συμμαχία, όχι με την «ιστορικά ανίκανη» αστική τάξη αλλά, με την φτωχομεσαία αγροτιά.

Σε ποια βάση ο τέτοιος χαρακτήρας της επανάστασης (που σε τελική ανάλυση το κεντρικό του περιεχόμενο συνίσταται ακριβώς στη «γρήγορη μετατροπή» και στη διαδικασία της), μπορεί να θεωρηθεί «υπαίτιος» αυτός, κι όχι η οπισθοχώρηση πίσω από αυτόν τον χαρακτήρα , για τις συμφωνίες του Λίβανου και της Καζέρτας, την παραγνώριση των ιμπεριαλιστικών επιδιώξεων της Βρετανίας μέσα στο πλαίσιο της αντιφασιστικής συμμαχίας κατά τη διεξαγωγή του πολέμου, την κυριάρχηση της «αυταπάτης» ότι ήταν δυνατόν να υπάρξει εθνική απελευθέρωση και λαϊκή δημοκρατία κάτω από την ηγεσία του βρετανικού ιμπεριαλισμού;

Το ότι σε μια ορισμένη στιγμή (την στιγμή πρώτα απ’ όλα που τέθηκε το ζήτημα της επικύρωσης της Συμφωνίας του Λιβάνου στα όργανα του λαϊκού κινήματος, τα οποία ήταν ήδη και όργανα λαϊκής εξουσίας) απαιτούνταν ένα άλμα σε σχέση με τις συμμαχίες, το ότι σε αυτήν την ορισμένη στιγμή όφειλε να εκτυλιχθεί μια πράξη της διαδικασίας του «γρήγορου περάσματος» από τον «αστικοδημοκρατικό» στον «σοσιαλιστικό» χαρακτήρα της εργατοαγροτικής επανάστασης, πράξη η οποία στη δοσμένη στιγμή θα προσέδινε ευρύτερο και βαθύτερο αντιιμπεριαλιστικό περιεχόμενο στον αντιφασιστικό αγώνα και στις λαοκρατικές πολιτικές μορφές της λαϊκής εξουσίας, αυτό είναι κατά τη γνώμη μου το καίριο ζήτημα της συγκεκριμένης ιστορικής περιόδου.

Διαφορετικά, και η υιοθέτηση του «σοσιαλιστικού χαρακτήρα της επανάστασης», ακόμα κι αν ανταποκρινόταν πλήρως στην ιστορική πραγματικότητα, καμιά πρόσθετη πρακτική «εγγύηση» δεν θα μπορούσε να παρέχει απέναντι στην πιθανότητα τέτοιων θεμελιωδών συμβιβασμών, μέσα στο συνολικό πλαίσιο της διεξαγωγής του αντιφασιστικού πολέμου όχι μόνο στην Ελλάδα αλλά και διεθνώς.

Πριν φτάσουμε στο σήμερα, πρέπει επίσης να σημειώσουμε τα εξής:

Πρώτον, κατά τη γνώμη μου, το ζήτημα περιπλέκεται από τη σχηματικότητα με την οποία συχνά γίνονται κατανοητά οι εκτιμήσεις και οι «ταξινομήσεις» των ιστορικών συνθηκών και τα καθήκοντα που απορρέουν από αυτές, με άλλα λόγια, όταν οι διαφορετικές κατηγορίες «χαρακτήρα» και καθηκόντων δεν αντιμετωπίζονται από το πρίσμα των καθηκόντων της ενιαίας επαναστατικής διαδικασίας, στο πλαίσιο της οποίας η διαδοχή των ζητημάτων που έρχονται στο πρακτικό προσκήνιο ζητώντας επίλυση δεν μπορεί σε καμιά περίπτωση να θεωρείται ταυτόσημη με την διαδοχή τους στο πεδίο της θεωρητικής αφαίρεσης και της αποτύπωσης της σε κομματικά ντοκουμέντα και αποφάσεις.

Και αυτή η «σχηματικότητα» μπορεί να εμφανιστεί και να επιβληθεί στην πρακτική αντιμετώπιση των καθηκόντων είτε πρόκειται για την περίπτωση «σταδίων» στο πλαίσιο μιας ενιαίας επαναστατικής διαδικασίας, είτε πρόκειται για τη σχέση απλά της τακτικής με τη στρατηγική, όπου από μια άποψη η τακτική πρακτικά αποκτά την ίδια σημασία που μπορεί να αναγνωριστεί και σε ένα καθορισμένο «στάδιο» και στη σχέση του με την επόμενη βαθμίδα ανάπτυξης της όλης διαδικασίας: διότι είναι πρώτα απ’ όλα ζήτημα σχέσης. Σαν παράδειγμα για αυτή την δεύτερη περίπτωση θα μπορούσε να χρησιμεύσει από ορισμένες απόψεις η κυβέρνηση της Λαϊκής Ενότητας στη Χιλή τη δεκαετία του ’70.

Δεύτερον, πρέπει επίσης να υπογραμμιστεί, ότι από την «φύση των πραγμάτων», οι ρυθμοί εξέλιξης της πραγματικότητας δεν μπορούν παρά να είναι διαφορετικοί από τους ρυθμούς μεταβολής της γενικής πολιτικής τους εκτίμησης: Η εκτίμηση της δεκαετίας του ’30 για τα αστικοδημοκρατικά καθήκοντα, των οποίων η επίλυση καθυστερεί, και για την καθυστέρηση στον βαθμό ανάπτυξης του ελληνικού καπιταλισμού, μπορεί να διατηρεί την αξία και την επικαιρότητά της και κατά τη δεκαετία του ’50 ακόμα και του ’60. Όμως ταυτόχρονα, καθώς στη διάρκεια αυτών των δύο δεκαετιών ο καπιταλισμός αναπτύσσεται, κι ενώ η γενική εκτίμηση δεν παύει αναγκαία να ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα, όμως ταυτόχρονα η κίνηση της πραγματικότητας μέρα με την ημέρα αδιόρατα ξεπερνά ολοένα την γενική εκτίμησή της, μέχρι τη στιγμή που η μεταβολή θα εμφανιστεί σαν μεταβολή ριζική, και η θεωρητική εκτίμηση θα έχει ξεπεραστεί οριστικά, οφείλοντας να αντικατασταθεί από μια νέα.

Αυτό που, νομίζω, διαφεύγει, ουσιαστικά και από τις δυο «πλευρές» της όλης ιδεολογικής αντιπαράθεσης, είναι ο χαρακτήρας της «μεταπολίτευσης», και ρόλος της ακριβώς στην οριστικοποίηση των νέων συνθηκών.

Λόγω των ιδιαίτερων συνθηκών της κοινωνικής – ιστορικής εξέλιξης στην Ελλάδα, δηλαδή λόγω της αρχικής καθυστέρησης στην καπιταλιστική ανάπτυξη και των εσωτερικών συμβιβασμών της άρχουσας τάξης, λόγω του βαθμού της πολιτικοοικονομικής της εξάρτησης, λόγω της έκβασης της ταξικής πάλης κατά τη δεκαετία του ’40 και του αντιδραστικού χαρακτήρα του μετεμφυλιοπολεμικού κράτους των «νικητών», λόγω επίσης της αδυναμίας του αστικού πολιτικού συστήματος προδικτατορικά να κάνει βήματα εκσυγχρονισμού του χωρίς να διακυβεύεται η ίδια του η σταθερότητα, επειδή για τον ίδιο λόγο ορισμένες ανάγκες του αστικού εκσυγχρονισμού αναγκάστηκαν να ικανοποιηθούν με την πιο αντιδραστική δυνατή πολιτική μορφή της αστικής εξουσίας, τη φασιστική δικτατορία 67-74, για όλους αυτούς τους λόγους λοιπόν οι καθυστερημένες «αστικοδημοκρατικές» εκκρεμότητες της δεκαετίας του ’30, έφτασαν με μορφή διαστρεβλωμένη και οξυμένη άλυτες σε μεγάλο βαθμό μέχρι το 1974.

Η εξέγερση του Πολυτεχνείου το 1973 ήταν αντιφασιστική – αντιιμπεριαλιστική. Η μεταπολίτευση του 1974, κάτω από τη βαριά σκιά της εξέγερσης και της κυπριακής προδοσίας, αποτέλεσε αφετηρία της τελικής ολοκλήρωσης του αστικού εκσυγχρονισμού με πλήρη τυπική αστικοδημοκρατική μορφή για πρώτη φορά μετά το 1936. Η ανάληψη της κυβέρνησης από το ΠΑΣΟΚ το 1981 προχώρησε αυτόν τον αστικό εκσυγχρονισμό, αφενός πέρα από τα πολιτικά όρια τα οποία αδυνατούσε να υπερβεί η «μεταπολιτευτική» ΝΔ, καταφέρνοντας έτσι επίσης να αποκτήσει για λογαριασμό της άρχουσας τάξης (επίσης για πρώτη φορά από το 1936) σε σχετικά επαρκή βαθμό τον έλεγχο του λαϊκού κινήματος, υποτάσσοντας το στη στρατηγική του μονοπωλιακού κεφαλαίου, «επικυρώνοντας» ως κυβέρνηση την παραμονή της χώρας στο ΝΑΤΟ και την τότε εντελώς πρόσφατη (1980) ένταξή της στην ΕΟΚ, βάζοντάς την οριστικά στην τροχιά του ευρωενωσιακού μονόδρομου, ο οποίος ήδη ολοκλήρωσε έναν πρώτο ιστορικό κύκλο με τον «θρίαμβο» της καπιταλιστικής κρίσης και των «μνημονίων».

Το σίγουρο όμως είναι, πώς σε συνδυασμό με την ανατροπή του σοσιαλιστικού συστήματος στην Ευρώπη, η Ελλάδα ήδη από τις αρχές της δεκαετίας του ’90 βρισκόταν πιά σε μια νέα ιστορική περίοδο, με την κάθε «αστικοδημοκρατική εκκρεμότητα» του παρελθόντος «επιλυμένη» με τον τρόπο που «επιλύθηκε». Και όχι βέβαια με «γρήγορη μετατροπή» της (εν προκειμένω) μεταρρυθμιστικής διαδικασίας σε «σοσιαλιστική», αλλά με «γρήγορη» όξυνση των αντιθέσεων της καπιταλιστικής ανάπτυξης, που ήδη έχουν καταστήσει αντικειμενικά επίκαιρη και αναγκαία την επίλυσή τους.

Αυτή η επίλυση «μπορεί να συνίσταται μόνο, στο ότι αναγνωρίζεται έμπρακτα η κοινωνική φύση των σύγχρονων παραγωγικών δυνάμεων, στο ότι επομένως ο τρόπος της παραγωγής, ιδιοποίησης και ανταλλαγής τίθεται σε αρμονία με τον κοινωνικό χαρακτήρα των παραγωγικών μέσων. Και αυτό μπορεί να συμβεί μόνο διαμέσω του ότι η κοινωνία ανοιχτά και χωρίς περιστροφές καταλαμβάνει την κατοχή των παραγωγικών δυνάμεων των ωριμασμένων τόσο ώστε να μην επιδέχονται οποιαδήποτε άλλη διεύθυνση εκτός από τη δική της» (Ένγκελς, Αντι Ντύρινγκ & Η εξέλίξη του σοσιαλισμού από την ουτοπία στην επιστήμη).

4 σχόλια:

  1. Είναι παλιές οι ιδέες ότι η ο στόχος της αστικοδημοκρατικής επανάστασης ήταν η αιτία της Βάρκιζας .Τις είχαν οι οπαδοί του Αρχείου και της 4ης Διεθνούς που έφτασαν ορισμένοι απ αυτούς, μπερδεύοντας τις μεγάλες αντιθέσεις της εποχής, να συνεργαστούν με τον κατακτητή! Το γράμμα του Ν Ζαχαριάδη που πάνω στην πνοή του στηρίχτηκε η Εθνική Αντίσταση έλεγε ΚΑΘΑΡΑ: « Επαθλο για τον εργαζόμενο λαό και επιστέγασμα για το σημερινό του αγώνα πρέπει να είναι και θα είναι, μια καινούρια Ελλάδα της δουλειάς, της λευτεριάς, λυτρωμένη από κάθε ξενική ιμπεριαλιστική εξάρτηση, μ' έναν πραγματικά παλλαϊκό πολιτισμό.» Απλά βρήκαν πρόσφορο έδαφος αυτές οι ιδέες μετά την καρατόμηση της ηγεσίας του ΚΚΕ το 1956 και τον λιθοβολισμό της επαναστατικής του γραμμής με οποιοδήποτε λιθάρι!
    Ετσι προέκυψε η Μεγάλη Σύγχυση στον κόσμο της Αριστεράς για την καλύτερη περίοδο της ζωής του ΚΚΕ κατά τη γνώμη μου,την 25ετία δηλαδή 1931-56, που απόηχός της ήταν και το 24% των εκλογών του 1958! ‘Γ Κρητικος’

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Δεν θέλω να μονοπωλήσω την συζήτηση, αλλά θεωρώ πως πρέπει, καταρχήν να επαναλάβω ότι προσωπικά δεν γνωρίζω "οπαδούς του Αρχείου και της 4ης Διεθνούς" που συνεγάστηκαν με τον κατακτητή.
    Κατά τα άλλα, αν και η θεματολογία του ποστ δεν είναι αυτή, έχω την γνώμη ότι ίσα-ίσα μετά το 1956 "πρόσφορο έδαφος" δεν βρήκαν οι ιδέες που "ενοχοποιούσαν" τον "αστικοδημοκρατικό (κλπ) χαρακτήρα", αλλά ακριβώς το "αντίθετο".

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  3. Αυτό που έγραψα εγώ είναι ότι δεν έμπαινε το δίλημμα αν ήταν αστικοδημοκρατικός( λαικοδημοκρατικός)ή σοσιαλιστικός o χαραχτήρας της επανάστασης τότε! Αντιφασιστικό εθνικοαπελευθερωτικό Μέτωπο έστηναν! Τί έλεγε ο Δημητρώφ? Αλλά η προοπτική για τους κομμουνιστές από τον Οκτώβρη του 40 όπως την έβαζε ο Ν Ζαχαριάδης έτσι κι αλλιώς ήταν αντιιμπεριαλιστική! Στη χώρα μας με βάση τη θέση της ,την ιστορία της και τις ιθύνουσες τάξεις της, κάθε κοινωνική αλλαγή σίγουρα θα έχει και την αντιιμπεριαλιστική της πλευρά! Όσον αφορά τα μετά το 20ο και την 6η (παρόλο που από την 5η μπήκε προβληματισμός για Σοσιαλισμό με Λαοκρατία όσον αφορά τη μορφή και τις δυνάμεις της εξουσίας) το αστικοδημοκρατικό έμπαινε για να δικαιολογήσει τα λεγόμενα στάδια του ειρηνικού περάσματος!
    Θα μακρηγορήσω στο σχόλιο γιατί αυτές οι παλιές αντιπαραθέσεις μάλλον επαναλαμβάνονται στις σημερινές συνθήκες και αξίζει τον κόπο να δούμε ορισμένα!
    Σχετικά με τον Λίβανο -Καζέρτα – Βάρκιζα και τους λιθοβολισμούς θα αναφέρω τα εξής:
    Ο Κούουζινεν (Ποιος τον θυμάται?) πρόεδρος της επιτροπής των έξι κομμάτων που συστάθηκε από τους νομενκλατούρηδες στη διάρκεια του 20ου για τον αποκεφαλισμό του ΚΚΕ, κατηγόρησε τον Ν Ζαχαριάδη για το ΄΄Ανοιχτό γράμμα΄’ που προαναφέραμε και την γραμμή των Μετώπων.( Υπάρχουν τα σχετικά πραχτικά)! Ο Ν Ζαχαριάδης εξοργίστηκε και να τι γράφει στον Αλέξη Πάρνη σε γράμμα του στις 11-12-56 γι αυτόν τον πρώην γραμματέα του Φιλανδικού ΚΚ και τότε μέλος της
    ΚΕ του ΚΚΣΕ:
    «Ο σ Κούουσινεν θεωρούνταν ειδικός στην εξόντωση της σοσιαλδημοκρατίας και του ρεφορμισμού. Δεν ξαίρω να έχει να επιδείξει και πρακτικά αποτελέσματα (άρθρα και λόγους έχει γράψει και εκφωνήσει πολλούς).Όμως το ΚΚΕ έχει δική του πολύτιμη πείρα απομόνωσης με σωστή πολιτική ενιαίου μετώπου, ρεφορμιστών, αγροτοπατέρων, ψεφτοσοσιαλιστών, τροτσκιστών αρχείων, ψευτοδημοκρατών (Πλαστήρας-ΕΠΕΚ) κλπ. Τρείς φορές στην ιστορία μετά το 31 ώστο 1941-44, μετά τη Βάρκιζα και μετά την υποχώρησή μας, με σωστή βασικά πολιτική καταχτούσε ή επανακαταχτούσε την εμπιστοσύνη των πιο πλατιών μαζών(Βλέπε λ.χ. μεταβαρκιζιανή ανασύνταξη δυνάμεων, ΕΔΑ και Δημοκρατική Ενωση στα 1950-56( και τελεφταίες εκλογές).Μονάχα ένας που εθελοτυφλεί μπορεί να το ονομάσει αυτό σεχταρισμό! Ο σ Κούουσινεν δεν κατάλαβε ούτε γρι και απτην πολιτική λχ., του ΚΚΕ απέναντι στους Αγγλους το1945-1946!!» Σελ 180 από το Βιβλίο του Αλέξη Πάρνη ΓΕΙΑ ΧΑΡΑ
    ΝΙΚΟΣ
    'Γ.ΚΡΗΤΙΚΟΣ'

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Δε διαφωνώ σε αυτά. Θέλω όμως να σχολιάσω τα εξής:

      Το μέτωπο είναι αντιφασιστικό - εθνικοαπελευθερωτικό και η προοπτική αντιιμπεριαλιστική, σίγουρα. Αλλά η η κριτική που διατυπώνεται στο πλαίσιο ιστορικών εκτιμήσεων λέει ουσιαστικά, ελπίζοντας να μην την παρερμηνεύω, πως το πρόβλημα στην έκβαση του αγώνα οφείλεται σε μεγάλο βαθμό, στο ότι ακριβώς ο αντιφασιστικός, αντιιμπεριαλιστικός αγώνας, ο αγώνας για την εθνική απελευθέρωση διεξαγόταν στην βάση των θεωρητικών εκτιμήσεων της "αστικοδημοκρατικής επανάστασης με τάσεις γρήγορης μετατροπής της σε σοσιαλιστική" που "ισχύανε" από το 1934, και όχι στη βάση των θεωρητικών εκτιμήσεων για επικείμενη σοσιαλιστική επανάσταση.

      Πάνω σε αυτήν την κριτική προσπάθησα να τοποθετηθώ στο αρχικό ποστ, θεωρώντας την αφενός ως "προβολή" σημερινών συνθηκών σε συνθήκες προγενέστερες και υποστηρίζοντας επίσης ότι η θεωρητική και πρακτική συνέπεια με τις εκτιμήσεις αυτές του '34 θα έδινε τη δυνατότητα διαφορετικής έκβασης του εθνικοαπελευθερωτικού αγώνα.

      Θα μπορούσα να προσθέσω κι αυτό: Κάθε θεωρητική εκτίμηση, μπορεί στην περίπτωση ασυνεπειών (στην κατανόηση και την πρακτική της εφαρμογή) να οδηγήσει στο ιδιαίτερο είδος παρεκκλίσεων που της ταιριάζουν. Από αυτή την άποψη θα μπορούσα να πω ότι η παρέκκλιση του Λιβάνου - Καζέρτας - Βάρκιζας κλπ, είναι ιδιαίτερη μορφή παρέκκλισης που ταιριάζει στις σγκεκριμένες εκτιμήσεις για "αστικοδημοκρατική με τάσεις γρήγορης μετατροπής": είναι παρέκκλιση που ταιριάζει σε αυτές, δεν είναι εφαρμογή τους.
      Απο την άλλη, στην υποθετική περίπτωση που κατά τον εθνικοαπελευθερωτικό αγώνα ίσχυε η εκτίμηση της επικείμενης σοσιαλιστικής επανάστασης, θα μπορούσα να φανταστώ σαν πρακτικά πιθανές ιδιαίτερες μορφές παρέκκλισης, είτε μια "δεξιά" στη βάση της οποίας λχ θα μπορούσε να προτάσσεται το ότι ο πόλεμος αυτή τη στιγμή είναι αντιφασιστικός άρα η σοσιαλιστική επανάσταση δεν είναι στο προσκήνιο, είτε μια "αριστερή" που θα συνέχιζε τις κατά τη γνώμη μου υπαρκτές παρεκκλίσεις της δεκαετίας του '30 μιλώντας συλλήβδην για σοσιαλφασισμό, αγροτοφασισμό κλπ με ενδεχόμενο αποτέλεσμα να μην είχε υπάρξει καν το λαϊκό εθνικοαπαλεθερωτικό κίνημα με τον τρόπο που υπήρξε.
      Αυτά τα υποθετικά τα γράφω για να τονίσω αυτήν την πλευρά, ότι κανένα θεωρητικό κείμενο δεν "σώζει" αν υπάρχουν ελλείψεις στην σχέση της θεωρίας με την καθημερινή πράξη και αντίστροφα.

      Σχετικά με τη Λαϊκή Δημοκρατία, έχω την εντύπωση ότι το συγκεκριμένο κοινωνικοοικονομικό περιεχομενο που της δόθηκε στην δεκαετία του '30 - 40, στη συνέχεια θεωρήθηκε ως το περιεχόμενο της Λαίκης Δημοκρατίας γενικά, δημιουργήθηκε δηλαδή μια κάποια σύγχυση ως προς την Λαϊκή Δημοκρατία σαν γενική έννοια.
      Δεν ξέρω για την 5η Ολομέλεια, που αν κατάλαβα καλά από το σχόλιο ασχολήθηκε με το θέμα, αλλά έχω σχηματίσει τη γνώμη (χωρίς να μπορώ άμεσα να την τεκμηριώσω, οπότε δεν το γράφω αυτό με βεβαιότητα), ότι στην κλασική θεωρία η Λαϊκή Δημοκρατία, η Λαοκρατία, εμφανίζεται σαν μία πολιτική μορφή της δικτατορίας του προλεταριάτου στη συμμαχία του με τα φτωχά "μεσαία" στρώματα, πρώτα απ' όλα με την φτωχή αγροτιά.

      Διαγραφή