Πέμπτη, 14 Ιουνίου 2012

Περί βίας Ι

Ι.

Είναι θεμελιακό να αναγνωριστεί εξ αρχής ότι η βία είναι ένα ανθρώπινο, αποκλειστικά ανθρώπινο ζήτημα. Η απάντηση για το γιατί συμβαίνει αυτό βρίσκεται ήδη στο πρώτο βιβλίο των Πολιτικών του Αριστοτέλη: σε αντίθεση με τα ζώα, ο άνθρωπος έχει έναρθρο λόγο: "Και μόνος απ' όλα τα ζώα ο άνθρωπος έχει έναρθρο λόγο. Και οι μεν άναρθρες κραυγές εκφράζουν τη λύπη και την ευχαρίστηση, και γι' αυτό υπάρχουν στα άλλα ζώα. Η φύση τους δηλαδή τους επιτρέπει να αισθάνονται τη λύπη και την ευχαρίστηση και να γνωστοποιούν τα συναισθήματα αυτά το ένα στο άλλο. Αλλά ο έναρθρος λόγος δημιουργήθηκε για να εκφράζεται το συμφέρον και το βλαβερό, και φυσικά και το δίκαιο και το άδικο. Αυτό, πραγματικά, είναι το διακριτικό σημείο που κάμνει τον άνθρωπο να ξεχωρίζει απ' όλα τα άλλα ζώα: μονάχα αυτός δηλ. αντιλαμβάνεται το καλό και το κακό, το δίκαιο και το άδικο και τις άλλες παρόμοιες αξίες" (1253a).

Ο λόγος, με άλλα λόγια, κοινοποιεί έναρθρα τον πόνο ή την ηδονή, και για αυτό ακριβώς τον λόγο αποτελεί το θεμέλιο της κοινοποίησης του δίκαιου και του άδικου. Στην πιο πρωτόγονή τους μορφή, στον ελάχιστό τους βαθμό, το άδικο και το δίκαιο, που με την σειρά τους θεμελιώνουν (τουλάχιστον για τον Αριστοτέλη, και όχι μόνο) την ανάγκη της πολιτικής ύπαρξης του ανθρώπου, αφορούν τον πόνο και την έλλειψη πόνου. Και αυτά τα συναισθήματα με την σειρά τους αποκτούν νοητική οντότητα διότι μετέρχονται του έναρθρου λόγου· στον βαθμό που μετέρχονται του έναρθρου λόγου. Ας παραμερίσουμε το τι σημαίνει αυτό για την αναγνώριση του δίκαιου ή άδικου της ωδύνης του ζώου· το έχουμε ψηλαφίσει στο παρελθόν μιλώντας για την ζωοπολιτική του Αριστοτέλη. Ας αναλογιστούμε μόνο εδώ ότι στο αριστοτελικό σχήμα, βία μπορεί να υφίσταται μόνο στον βαθμό που υφίσταται έναρθρος λόγος για να την κοινωνήσει και έναρθρος λόγος για να την αναλογιστεί νοητικά. Βία υφίσταται επειδή υφίσταται επίσης η ικανότητα, η δυνατότητα του είδους για δικαιοσύνη, που με την σειρά της προϋποθέτει την πρόσβαση --αυτό λέει ο Αριστοτέλης-- στον έναρθρο λόγο.

Και συνεπώς, η βία δεν είναι, δεν μπορεί να είναι, μια επιστροφή του πράττοντος βίαια ή του πάσχοντος βίαια στην "κατάσταση του ζώου", τουλάχιστον με βάση την κλασική αντίληψη του δικαίου, διότι το ζώο, είτε ασκεί βία είτε την υφίσταται, δεν (θεωρούμε πως) αντιλαμβάνεται τέτοια βία με όρους άδικου, ούτε μπορεί να την κοινωνήσει ως κάτι άδικο. Αισθάνεται πείνα ή θυμό όταν επιτίθεται ή πόνο όταν δέχεται επίθεση, αλλά αδυνατεί να μεταφράσει τέτοιου είδους αισθήματα με τους αφηρημένους αλλά συγκροτητικούς για την έννοια "βία" όρους του δικαίου (και του αδίκου) επειδή δεν έχει έναρθρο λόγο. 

Η εγγραφή στην αντιληπτική συνείδηση της βίας ως βίας λοιπόν προϋποθέτει την ύπαρξη νοητικής αντίληψης ότι υπάρχει δίκαιο το οποίο η βία παραβιάζει, και η αντίληψη αυτή με την σειρά της είναι ανεξάλειπτα δεμένη με την ικανότητα του ανθρώπου για έναρθρο λόγο -- δηλαδή όχι απλώς για φωνητική άρθρωση αλλά και για την διακομιδή, μέσω αυτής, ενός περιεχομένου σκέψης που, εξελισσόμενη, περνά από την αμεσότητα του πόνου και της ηδονής στην αφαίρεση του αδίκου και του δικαίου, του κακού και του καλού.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου