Κυριακή, 24 Ιουνίου 2012

Σκέψεις για το εκλογικό αποτέλεσμα της 17ης Ιούνη (ολοκληρωμένο κείμενο)

Lenin Reloaded
Σκέψεις για το εκλογικό αποτέλεσμα της 17ης Ιούνη

I. Desaparecidos
Σ' ένα κείμενο που ο γράφων θεώρησε ορόσημο για την θεωρητική επεξεργασία του αποτελέσματος των εκλογών της 6ης Μάη, η συντακτική επιτροπή του ιστολογίου Praxis ξεκινούσε τις παρατηρήσεις της με ένα στατιστικό στοιχείο που η ίδια η μορφή της εκλογικής λογικής τείνει να καταστά αόρατο στην ταξική ανάλυση: αυτό της αποχής, που στις 6 Μάη έφτασε στο 34.9%. Το Praxis έγραψε τότε σχετικά: "Τα μεγάλα σε μέγεθος ποσοστά της αποχής δείχνουν ότι υπάρχει ένα μεγάλο τμήμα (στο οποίο αναμφίβολα βρίσκονται πολλοί από τα πιο εξαθλιωμένα κοινωνικά στρώματα) το οποίο δεν «εκπροσωπείται» από τις υπάρχουσες διαδικασίες της αστικής δημοκρατίας. Δείχνει την παγίωση ενός μοντέλου που ακόμα και οι πιο «τυπικές» διαδικασίες της πολιτικής δεν αφορούν το 1/3 της κοινωνίας." Τα συμπεράσματα αυτά αν μη τι άλλο επιτείνονται από τα στοιχεία για την αποχή στις 17 Ιούνη, η οποία σημείωσε αύξηση 2.6%, φτάνοντας στο 37.5%. Στο κείμενό του για την έκτη Μάη, το Praxis συμπέραινε: "Η απογοήτευση από τα αστικά κόμματα και η έλλειψη προοπτικής, σε συνθήκες κοινωνικής εξαθλίωσης και απουσίας μαζικού επαναστατικού ρεύματος, μπορεί να αποτελέσει στο μέλλον και όχημα για τις πιο ακραίες αντιδραστικές λύσεις που θα «υπερβούν» την κοινοβουλευτική κρίση προς όφελος άλλων αντιδραστικών μορφών πολιτικής."

Είναι εύληπτο ότι το "κόμμα της αποχής" συγκέντρωσε μεγαλύτερα ποσοστά από οποιοδήποτε άλλο στις εκλογές της 17ης Ιούνη. Είναι επίσης εύληπτο ότι τούτο συνέβη σε μια εκλογική αναμέτρηση που όχι μόνο στην Ελλάδα, αλλά και σε όλη την Ευρώπη και τον κόσμο, θεωρήθηκε η κρισιμότερη εδώ και δεκαετίες. Υπήρξαν αντεπιχειρήματα για το εκπληκτικά ψηλό ποσοστό αποχής, όπως ότι αντικατοπτρίζει προβλήματα με τους εκλογικούς καταλόγους, που δεν έχουν ενημερωθεί βάσει της νέας απογραφής. Αλλά βέβαια, το ζήτημα είναι αδύνατο να εξαντλείται εκεί.

Κατ' αρχάς, μας είναι άγνωστος ο αριθμός των ενήλικων Ελλήνων πολιτών που έχουν μεταναστεύσει από τη χώρα στο διάστημα 2009-2012, είτε σε αναζήτηση εργασίας είτε για σπουδές, και που για λόγους οικονομικούς, λόγους μεγάλης γεωγραφικής απόστασης, ή εξαιτίας της πολιτικής απελπισίας και συνεπακόλουθης αδιαφορίας, δεν επέστρεψαν στη χώρα για να ψηφίσουν. Δεύτερον, είναι δεδομένο πως οι γεωγραφικές μετακινήσεις που απαιτούνται από τις εκλογές έχουν κόστος που ένας άγνωστος αριθμός Ελλήνων πολιτών δεν έκρινε ότι μπορεί να αντιμετωπίσει ή ότι αξίζει τον κόπο του. Λογικά, η σφοδρή ύφεση και η συνεπακόλουθη συρρίκνωση των πόρων των παραδοσιακών κομματικών μηχανισμών έπαιξαν επίσης τον ρόλο τους στην μείωση της δυνατότητας των κομμάτων να αναλάβουν ή να επιχορηγήσουν το κόστος μετακίνησης ψηφοφόρων στις εκλογικές τους περιφέρειες στον βαθμό που γινόταν στο παρελθόν. Και τρίτον, υπάρχει πάντα, θεωρητικά έστω, ένας αριθμός ατόμων με δικαίωμα ψήφου τα οποία έκριναν ότι δεν υπάρχει κανένα πολιτικό κόμμα το οποίο εκφράζει την πολιτική τους βούληση, είτε γιατί αυτή δεν καλύφθηκε από κανένα κομματικό πρόγραμμα, είτε γιατί δεν υφίσταται καν πολιτική βούληση για να καλυφθεί, καθώς η κατ' ιδίαν απελπισία διαλύει κάθε διάθεση συμμετοχής στη συλλογική ζωή.

Για όλους αυτούς τους λόγους, 37.5%, οι τέσσερις περίπου στους δέκα ανθρώπους με δικαίωμα ψήφου, δεν συμμετείχαν καν στην εκλογική διαδικασία. Ο αριθμητικός όγκος τους αποτελεί, σε πρώτο επίπεδο, μια προειδοποίηση για την σχετικότητα "θριάμβων" και "καταστροφών" στην κάλπη. Σε δεύτερο επίπεδο, σηματοδοτεί την σταδιακή (αλλά ραγδαία) διεύρυνση του ποσοστού του πληθυσμού που αποκλείεται εντελώς από την πολιτική διαδικασία που προβλέπει το αστικό σύνταγμα και ο αστικός κοινοβουλευτισμός ως κύρια και βασική έκφανση της δημοκρατίας. Εάν θεωρήσουμε ότι το βασικό επίδικο των εκλογών του 2012 ήταν η αντίδραση του πληθυσμού της χώρας στη φτωχοποίηση και εξαθλίωσή του, τότε δεν μπορούμε να μείνουμε τυφλοί στο γεγονός ότι ένα μεγάλο ποσοστό Ελλήνων και Ελληνίδων απέδειξε ότι η φτωχοποίηση και η εξαθλίωση είναι καταστάσεις που παρεμποδίζουν τον δρόμο στην εκλογική έκφραση. Με άλλα λόγια, ότι η αστική δημοκρατία είναι ένα σύστημα όπου αυτοί που επλήγησαν βαρύτερα (είτε μεταναστεύοντας, είτε ζώντας ουσιαστικά ως άποροι στη χώρα τους, είτε επειδή είναι προλετάριοι χωρίς ελληνική υπηκοότητα) είναι οι τελευταίοι που μπορούν να έχουν γνώμη για την μοίρα τους με όρους αστικής δημοκρατίας.

Ως μαρξιστές και κομμουνιστές --στον βαθμό που είμαστε τέτοιοι-- μας απαγορεύεται να ξεχάσουμε αυτό το βασικό και στοιχειώδες γεγονός, που αποτελεί μία μόνο από τις ενδείξεις του αστικού χαρακτήρα του εκλογικού συστήματος, της δομικής του τάσης να αναπαράγει και όχι να θεραπεύει μέσω συγκεκριμένων εκλογικών επιλογών τις ταξικές ανισότητες. Όσοι ζητούν από το Κομμουνιστικό Κόμμα να κάνει την "αυτοκριτική" του για την σαφέστατη πτώση του σε εκλογικά ποσοστά, καλό θα ήταν να ξεκινήσουν κάνοντας οι ίδιοι την αυτοκριτική τους για την πλήρη τους ενσωμάτωση στην χυδαία αριθμολογική λογική της αστικής τάξης, η οποία μετρά "θριάμβους" και "καταστροφές" στη βάση της γνωσιολογικής εξάλειψης τεράστιων μαζών. Για να το πούμε αλλιώς: Ένα Κομμουνιστικό Κόμμα που δεν ενδιαφέρεται βαθύτατα για όσους δεν ψήφισαν επειδή αναγκάστηκαν σε μετανάστευση ή ήταν υπερβολικά φτωχοί για να μεταβούν στην εκλογική τους περιφέρεια, που επικεντρώνεται αποκλειστικά στα "νούμερα" τα δικά του και των άλλων αγνοώντας την διάβρωση της δημοκρατικής διαδικασίας από τις ταξικές ανισότητες, δεν είναι Κομμουνιστικό αλλά Αστικό Κόμμα. Και ευτυχώς για μας, το Κομμουνιστικό Κόμμα Ελλάδας δεν μοιράζεται το αντιληπτικό πλαίσιο των εκχυδαϊσμένων μπακάληδων που ποζάρουν ως "φωνή κομμουνιστικής αυτοκριτικής." Ένας άνθρωπος που δεν πήγε να ψηφίσει για λόγους οικονομικούς είναι ένας άνθρωπος τον οποίο το Κομμουνιστικό Κόμμα εκπροσωπεί αντικειμενικά και όχι εκλογικά. Είναι ένας άνθρωπος εκ μέρους του οποίου είναι αναγκασμένο να μιλά και να δρα, χωρίς να το απασχολεί στο παραμικρό η τεχνητή σύμβαση της εκλογικής "εντολής."

Το Κομμουνιστικό Κόμμα σέβεται το εκλογικό αποτέλεσμα με την έννοια του σεβασμού στις προθέσεις όσων προσήλθαν στην κάλπη. Δεν το σέβεται με την έννοια της δουλοπρέπειας στις τεχνικές εκπροσώπησης που εξαφανίζουν το 37.5% του ενήλικου πληθυσμού ελλήνων πολιτών και εκατοντάδες χιλιάδες μεταναστών εργατών και μοιράζουν το υπόλοιπο 62.5% ωσάν να ήταν ταυτόσημο με το σύνολο του "λαού". Αν ο κομμουνισμός γεννιέται λόγω της ύπαρξης "μιας τάξης μέσα στην πολιτική κοινωνία που δεν ανήκει στην πολιτική κοινωνία, μιας τάξης που είναι η διάλυση όλων των τάξεων, μιας σφαίρας της κοινωνίας που έχει οικουμενικό χαρακτήρα εξαιτίας της οικουμενικότητας των μαρτυρίων της και του γεγονότος ότι δεν επιζητά κανένα συγκεκριμένο δικαίωμα, γιατί εναντίον της δεν διαπράττεται καμία συγκεκριμένη αδικία αλλά η καθαρή αδικία ως τέτοια" (Μαρξ, Εισαγωγή στην κριτική της Φιλοσοφίας του δικαίου), τότε το σημαντικότερο για έναν κομμουνιστή εκλογικό αποτέλεσμα αφορά αυτό το 37.5% και όσους δεν περιλαμβάνονται καν σ' αυτό. Και αντίστροφα, αυτός που κοιτά μόνο το 8.5% του Μάη ή το 4.5% του Ιούνη χωρίς να δίνει δεκάρα για τους εκλογικά αόρατους και εξαφανισμένους, έχει ήδη ενσωματωθεί πλήρως στην αστική λογική, που με την σειρά της έχει διαβρώσει και καταστρέψει από τα μέσα την ίδια την ουσία του τι σημαίνει "δημοκρατία."

Αυτή είναι η πρώτη μας παρατήρηση για το εκλογικό αποτέλεσμα της 17ης Ιούνη. Όλες οι υπόλοιπες θα αφορούν το 62.5% των εχόντων δικαίωμα ψήφου που ψήφισαν (πράγμα που σημαίνει φυσικά και τον αποκλεισμό από το σύνολο του ορατού για την συμβατική πολιτική ανάλυση "λαού" των μεταναστών εργατών και προλετάριων χωρίς ελληνική υπηκοότητα, που προστίθεται στους "εξαφανισμένους" του 37.5% των εγγεγραμμένων στους εκλογικούς καταλόγους που δεν προσήλθαν στις κάλπες).


ΙΙ. Εκλογική κατάσταση εξαίρεσης
Θεμελιώσαμε λοιπόν πως, σε ό,τι αφορά την πρόσληψη του εκλογικού αποτελέσματος --το οποίο από την μαρξιστική σκοπιά είναι μόνο ένα από τα πεδία της ταξικής πάλης, και όχι συνήθως το καθοριστικό-- οι αριθμοί ψεύδονται, στον βαθμό που αποκρύπτουν το βάθος αυτού που σωστά ονομάζεται "κρίση της πολιτικής νομιμοποίησης" στη χώρα.

Αυτό δεν σημαίνει φυσικά ότι αντιπροτείνουμε έναν εκλολογικό αγνωστικισμό. Υπάρχουν αριθμοί και στοιχεία που ανακύπτουν από τις προτιμήσεις όσων είχαν δικαίωμα ψήφου και το εξάσκησαν που είναι αναλυτικά αξιόπιστα.

Συγκρίνοντας τα αποτελέσματα των εκλογών του Μάη και αυτών του Ιούνη υπό την οπτική των αποκλίσεων στα αποτελέσματα κομμάτων, παρατηρούμε άμεσα ποια κοινοβουλευτικά κόμματα είχαν ραγδαία αύξηση χωρίς να αντλήσουν ψηφοφόρους από την αποχή (που αυξήθηκε), αλλά από τα άλλα κόμματα: Η ΝΔ (+10.81%) και ο ΣΥΡΙΖΑ (+10.11%)· ποια είχαν από οριακή ως σημαντική ως ραγδαία μείωση (ΠΑΣΟΚ, -0.9%, ΑνεξΕλ, -3.1%, ΚΚΕ, -4%,)· και, τέλος, ποια έμειναν σταθερά. Αυτά τα τελευταία είναι δύο: Η ΔΗΜΑΡ, με απόκλιση από τον Μάιο της τάξης του +0.15%, και η Χρυσή Αυγή, με αντίστοιχη απόκλιση -0.05%. 

Η σταθερότητα είναι βαρετό φαινόμενο για τους περισσότερους, όμως στην συγκεκριμένη περίπτωση παρουσιάζει αυξημένο ενδιαφέρον. Διότι βέβαια, για να αυξηθούν τα ποσοστά ΝΔ και ΣΥΡΙΖΑ τόσο κάθετα μέσα σε έναν μήνα και κάτι, χρειάστηκαν τεράστιες μετακινήσεις ψηφοφόρων· χρειάστηκε η δημιουργία μιας "εκλογικής κατάστασης εξαίρεσης" σύμφωνα με την οποία επιλογές με βάθος ενός μόνο μήνα θα αναστρέφονταν, λόγω "ιδιαίτερων και εξαιρετικών συνθηκών" που επιβάλλουν αλλαγή ψήφου. Η εκλογική κατάσταση εξαίρεσης ήταν το αποτέλεσμα μιας εξαιρετικά επιτυχημένης καμπάνιας των δύο πρώτων κομμάτων, των ευρωπαίων "εταίρων" της δυστυχίας μας, και των ΜΜΕ, και είχε ως μοναδικό στόχο την μέγιστη δυνατή πόλωση και συσπείρωση προς όφελός του νέου δικομματισμού (που αποδείχθηκε στην πράξη απλός προθάλαμος για τον παλιό). Με όλα αυτά θα ασχοληθούμε σε κατοπινό τμήμα. Εδώ όμως πρέπει να παρατηρήσουμε την ανάδυση δύο κομματικών χώρων που έδειξαν αξιοζήλευτη αντίσταση στα κελεύσματα συσπείρωσης με τα μεγαλύτερα πολιτικά οχήματα. 

Ο πρώτος είναι η ΔΗΜΑΡ, η πρώην "δεξιά πτέρυγα" του ΣΥΡΙΖΑ (ο οποίος, στην πραγματικότητα, δεν έχει καν "αριστερή πτέρυγα"), που σε δραματική αντίθεση με το ΚΚΕ, δεν του έδωσε ούτε ψίχουλο. Αυτό χρήζει υπογράμμισης επειδή τα φαινόμενα της ρητορικής απατούν, και επειδή πολλοί θεωρούν ακόμα και σήμερα, με μια σουρεαλιστική αναστροφή της πραγματικότητας, ότι ο ΣΥΡΙΖΑ πλήρωσε τον "πόλεμο του ΚΚΕ". Στην πραγματικότητα, το ΚΚΕ αποδύθηκε σε μια προσπάθεια άμυνας στην εκλογική επίθεση του ΣΥΡΙΖΑ, και μάλιστα με αναμενόμενα χαμηλή επιτυχία. Η ΔΗΜΑΡ σπατάλησε πολύ λιγότερη ρητορική μελάνη για να κρατήσει την δική της συσπείρωση και πέτυχε πολύ περισσότερα. Γιατί; Επειδή αυτό το 6.26% το οποίο έλαβε είναι απόλυτα ενσυνείδητο ταξικά στον ιδεολογικό αυτοπροσδιορισμό του ως αστική τάξη και πολύ πιο ανθεκτικό στις ψευδο-"ριζοσπαστικές" σειρήνες του ΣΥΡΙΖΑ από ό,τι αποδείχτηκε το 4%, το μισό δηλαδή περίπου, των ψηφοφόρων του ΚΚΕ. Εάν αντιστρέψουμε την εικόνα και δούμε τον ΣΥΡΙΖΑ ως τον μοχλό πίεσης των δύο άλλων κομμάτων της λεγόμενης "αριστεράς", θα διαπιστώσουμε ότι, αν και το πρόσφατο θεσμικό παρελθόν τον συνδέει άμεσα με την ΔΗΜΑΡ, και αν και η σχέση του με το ΚΚΕ είναι κατά πολύ ιστορικά εχθρικότερη, είχε μηδενικό αντίκτυπο στις τάξεις των ψηφοφόρων της πρώτης, ενώ είχε τεράστιο συγκριτικά αντίκτυπο στις τάξεις των ψηφοφόρων του ΚΚΕ.

Τα άσχημα λοιπόν νέα είναι ότι οι μισοί περίπου ψηφοφόροι του ΚΚΕ απέδειξαν ότι είχαν πολύ χαμηλότερη ταξική συνείδηση από τους κυνικά αστούς ομολόγους τους στη ΔΗΜΑΡ. Εκτός κι αν είναι κανείς τόσο τυφλωμένος από την ανοησία  και το αντι-ΚΚΕ μένος που να πιστεύει ότι η ΔΗΜΑΡ κράτησε τη βάση της αλώβητη επειδή ο Φώτης Κουβέλης αποδείχθηκε μάστερ της πολιτικής τακτικής και έκανε μια εξαιρετική καμπάνια, ενώ η Παπαρήγα "κατέστρεψε το κόμμα" επειδή δεν έτεινε τα ώτα στους δεκάδες κομπογιαννίτες που λυμαίνονται την ελληνική "αριστερά". Η διαφορά στις συνέπειες για τα δύο κόμματα είναι αποκαλυπτικότατη για την πραγματικότητα: αυτοί που σήμερα έχουν οξυμένη ταξική συνείδηση και ανάλογη συσπείρωση είναι οι ωμά ευρωλάγνοι αστοί, έστω κι αν ανήκουν σε μια απόλυτα εκφυλισμένη πρώην "αριστερά".

Τα άλλα άσχημα νέα αφορούν την πλήρη διάψευση όσων υπερανοήτως χασκογελούσαν στις 6 Μάη θεωρώντας ότι η Χ.Α είναι ένα παροδικό φαινόμενο. Η πιο ακραία και καθαρότερα εγκληματική μορφή πολιτικού αντιδραστισμού στην Ευρώπη επέδειξε σταθερότητα σεβάσμιας γηραίας κυρίας της πολιτικής. Το ΚΚΕ έκανε το τραγικό (και αδικαιολόγητο, για κόμμα με ιστορική εμπειρία του αντιφασιστικού αγώνα) λάθος να ισχυριστεί αρχικά ότι επρόκειτο για μια ακόμη εκδοχή ακροδεξιάς που θα βάλει τα κουστούμια και θα ηρεμήσει, και το πλήρωσε ήδη με τις επιθέσεις κατά στελεχών του, οι οποίες φυσικά θα συνεχιστούν με αμείωτη ένταση. Η λανθασμένη αυτή εκτίμηση προηλθε από την σύγχυση μεταξύ του αντικειμενικού ρόλου της Χ.Α, που είναι ένα εξαιρετικά ευπροσάρμοστο χαρτί στην υπηρεσία της δικτατορίας της αστικής τάξης και μπορεί να λειτουργήσει ως γρονθοκοπών μπαλαντέρ σε πολλούς συνδυασμούς αστικής εξουσίας, και της μεθόδου λειτουργίας της, που ήταν, είναι και θα είναι καθαρά βασισμένη στην εγκληματική βία πέρα από κάθε αναστολή και ενδοιασμό. Ο υπερβολικά μακρόχονος κοινοβουλευτισμός έχει, όταν προκύψουν εξαιρετικές συνθήκες, το κόστος της αυτοκαταστροφικής φθοράς της κριτικής ικανότητας, και δεν είναι ντροπή να παραδεχτούμε ότι στο θέμα αυτό όσο σε ελάχιστα άλλα, το ΚΚΕ επέδειξε αρχικά τα αποτελέσματα, ακόμα και σ' ένα επαναστατικό κατά βάση κόμμα, αυτού ακριβώς του περιώνυμου κοινοβουλευτικού κρετινισμού.

Ο ΣΥΡΙΖΑ, έχοντας καβαλήσει για τα καλά το καλάμι γενικότερα, και παραφουσκωμένος απ' τις ανεύθυνες μπούρδες του Σλοβένου Μποράτ και των εγχώριων και διεθνών ομολόγων του (τις οποίες ο ίδιος παρήγγειλε και ενθάρρυνε), θεώρησε το θέμα υπερβολικά δευτερεύον σε σχέση με την λάμψη του εκλογικού θρόνου. Από χθες άρχισε και ο ίδιος να πληρώνει τον λογαριασμό και θα συνεχίσει να τον πληρώνει. Στην περίπτωσή του, υπάρχει και η εκδίκηση της τραγικής (ή τραγελαφικής) ειρωνείας: όταν ενθουσιάζεσαι, έμπλεος "κινηματικού χάι" για την "δημοκρατία του πλήθους" σε πλατείες όπου στήνονται ικριώματα, διώκονται σφυροδρέπανα και κραυγάζεται το "να καεί, να καεί το μπουρδέλο η Βουλή", δεν θα πρέπει να εκπλήσσεσαι για τα μπουκέτα που θα τρως μέσα στην ίδια αυτή Βουλή, προς μεγάλη τέρψιν αυτών με τους οποίους συγχρωτίστηκες και τους οποίους νομιμοποίησες "κινηματικά" (με τη βοήθεια των γνωστών κρετίνων ψευδοθεωρητικών του ΑΝΤΑΡΣΥΑ), και οι οποίοι θα μπορούν να σου απαντήσουν δικαίως πως οι "αγανακτισμένοι" τώρα δικαιώνονται. 

Παρ' όλα αυτά, το (όποιο!) σοκ και το δέος που προκαλεί η εδραίωση του ναζισμού ως κάθε άλλο παρά "εκλογικής εξαίρεσης", ως μαζικού δηλαδή πολιτικού φορέα στην δήθεν "παραδοσιακά αριστερή" Ελλάδα των νησιών εξορίας και των ομαδικών τάφων κομμουνιστών (μια φενάκη την οποία οφείλουμε από κοινού στην "πολιτισμική επανάσταση" του Ανδρέα Παπανδρέου και σε γενιές νοητικών και βιολογικών εφήβων της εξωκοινοβουλευτικής αριστεράς), δεν θα πρέπει να μας παρασύρει πρόωρα και άκριτα στην απελπισία. Στον δρόμο, εκεί που η πολιτική των μυών μετρά, η Χρυσή Αυγή δεν συγκεντρώνει ούτε κατά διάνοια το 7% που συγκέντρωσε στην κάλπη. Η μεγάλη πλειοψηφία που την στηρίζει παραμένει μια πλειοψηφία συμπλεγματικών σκουπιδιών του "σάπιου δικομματισμού", που δεν πρόκειται να ρισκάρει απολύτως τίποτε από την δική της σωματική ακεραιότητα, και απλώς περιμένει τους "εκδικητές" να "καθαρίσουν" τη χώρα από κομμουνιστές και μετανάστες. Το εργατικό κίνημα δεν είναι κίνημα μίσους, γνωρίζει όμως την εξέχουσα σημασία της αυτοπεριφρούρησης και της αυτοπροστασίας και το τι σημαίνει σώμα και σωματική εμπλοκή με την πραγματικότητα. Δεν έχει τα περιθώρια να ανεχτεί περαιτέρω επιθέσεις από τα κεκαρμένα πρωτοπαλλίκαρα που θαυμάζουν κάποιες χιλιάδες τηλεορασόπληκτων και βαθιά συμπλεγματικών μικροαστών συμπατριωτών μας.

Με την εξαίρεση λοιπόν της αστικής κεντροδεξιάς της ΔΗΜΑΡ και του ναζισμού της Χ.Α, οι εκλογές της 17ης δεν θα πρέπει να εκλαμβάνονται ως αποτυπώσεις στοιχειωδώς σταθερών συσχετισμών πολιτικής δύναμης: αποτελούν εμφανώς συγκυριακά παράγωγα μιας εκλογικής κατάστασης εξαίρεσης που ενορχηστρώθηκε από την ΝΔ, τον ΣΥΡΙΖΑ, τον διεθνή παράγοντα των παρεμβάσεων των αγορών και τα ΜΜΕ, και δεν θα αντέξουν για πολύ τις επερχόμενες εξελίξεις.


ΙΙΙ. Γενναία άλματα πίσω
Είναι γνωστό ότι μετά το 2010, το αστικό πολιτικό προσωπικό στην Ελλάδα, και μιλούμε εδώ για το προσωπικό των δύο παραδοσιακά μεγάλων κομμάτων της χώρας, πέτυχε να εξυπηρετήσει τα εθνικά και διεθνή αστικά συμφέροντα με σοβαρό για το ίδιο κόστος: πέρα από τις επιθέσεις που δέχτηκαν τα στελέχη του σε διάφορα μέρη της Ελλάδας από πολίτες, υπήρξε και πολιτικό κόστος. Πρώτα, με την μορφή της απόσχισης βουλευτών των δύο μεγάλων κομμάτων, που, υπό το κράτος της λαϊκής πίεσης, δεν υπερψήφισαν το πρώτο μνημόνιο. Δεύτερον, με την εξαναγκασμένη από τις εκρηκτικές περιστάσεις απόφαση Γιώργου Παπανδρέου να υποβάλλει το δεύτερο μνημόνιο σε δημοψήφισμα, η οποία οδήγησε σε κατάρρευση την κυβέρνηση, παραίτηση του ίδιου και ανασχηματισμό της με την μορφή μιας "ανίερης συμμαχίας" του ΠΑΣΟΚ με την ΝΔ και το ΛΑΟΣ που είχε ως στόχο να περάσει τα μέτρα του δεύτερου Μνημονίου. Τα μέτρα πέρασαν, αλλά με κόστος μαζικές αποσχίσεις βουλευτών από τα δύο μεγάλα κόμματα. Και σύντομα, το σκηνικό είχε ήδη φθαρεί πολιτικά, ενώ τον γύρο της Ευρώπης έκανε η ιδέα ότι η δημοκρατία είχε δολοφονηθεί με το γάντι στην Ελλάδα, από την ίδια την ΕΕ. Η εγχώρια και διεθνής αστική τάξη πήρε για τον λόγο αυτό το ρίσκο να διενεργήσει εκλογές, ώστε να εξασφαλίσει την τυπική λαϊκή νομιμοποίηση για την συνέχιση της απόλυτης κυριαρχίας της στην Ελλάδα (και όχι απλώς και στενά την "μνημονιακή πολιτική").

Επρόκειτο για μια κίνηση τακτικής αναδίπλωσης με τεράστια επιτυχία σε βάρος των λαϊκών μαζών, που στις 17 του Ιούνη, δύο περίπου μήνες μετά την απόφαση για εκλογές, υπέστησαν καθοριστική ήττα.

Πώς και γιατί προέκυψε αυτή η ήττα την στιγμή που η φθορά στο παραδοσιακό αστικό σύστημα φάνηκε να είναι τόσο βαθιά και τόσο μόνιμη;

Χρειάστηκε η συνδυασμένη δράση μιας σειράς παραγόντων. Ας τους πάρουμε έναν-έναν:

Μέχρι τις εκλογές της έκτης Μάη, η βασική πρωτοβουλία κινήσεων αφέθηκε στον ΣΥΡΙΖΑ, ο οποίος στη βάση ενός προγράμματος βασισμένου στην (αντιφατική) ιδέα της καταγγελίας του μνημονίου και του σχηματισμού φιλοευρωπαϊκής (δηλαδή φιλο-ΕΕ) "αριστερής κυβέρνησης" με φιλικό προς τα χαμηλά αστικά και τα μικροαστικά στρώματα χαρακτήρα, υπερνίκησε κατά κράτος την οπτική του Κομμουνιστικού Κόμματος, που πρόκρινε αντίθετα ως στόχο το να προκύψει μια αδύναμη κυβέρνηση που θα μπορούσε να πιεστεί μαζικά και τελικά να ανατραπεί από τα κάτω, ενώ παγιοποίησε την θέση του για έξοδο από την ΕΕ. Ο συγκριτικός θρίαμβος του ΣΥΡΙΖΑ στις εκλογές του Μάη ήταν, αν και το κόμμα μετέπειτα αρεσκόταν να ορίζει τον εαυτό του με όρους "ελπίδας" απέναντι στον "φόβο", αποτέλεσμα της συνδυαστικής δράσης της ελπίδας και του φόβου: πρώτα, του φόβου των μικροαστικών και χαμηλών αστικών στρωμάτων ότι οποιαδήποτε πραγματική ρήξη με την ΕΕ θα σήμαινε την δική τους προλεταριοποίηση και την καταστροφή μιας οικονομίας που συνήθισε στην πλήρη της εξάρτηση από τις δόσεις των δανείων, αφού πρώτα συναίνεσε στην καταστροφή του παραγωγικού ιστού της μέσω Μάαστριχτ· και κατόπιν, της ελπίδας ότι παρ' όλα αυτά, μια "προοδευτικότερη", λιγότερο μεγαλοαστικά προσανατολισμένη κυβέρνηση θα μπορούσε να "διαπραγματευτεί" κάτι καλύτερο από το ολέθριο πακέτο του δεύτερου μνημονίου, ιδιαίτερα σε μια στιγμή που οι γαλλικές εκλογές γέμιζαν, με την βοήθεια των ΜΜΕ, τον βεβαρυμένο ελληνικό αέρα με άκρατη αισιοδοξία.

Στις εκλογές της 6ης Μάη, λοιπόν, η πλειοψηφία των εκλεκτόρων που κινήθηκε στο "αριστερό" τόξο των κοινοβουλευτικών κομμάτων, επέλεξε το κόμμα που εξέφραζε όχι την αντίθεση ανάμεσα σε τάξεις, αλλά την αντίφαση πάνω στην οποία ήταν δομημένη η δική της συνείδηση: την αντίφαση ανάμεσα στην "αντιμνημονιακή στάση" και την "παραμονή στην ΕΕ", ανάμεσα στην επιθυμία "εξασφάλισης" της εξάρτησης και την επιθυμία αναστροφής των καταστροφικών αποτελεσμάτων της ίδιας αυτής εξάρτησης, ανάμεσα στον φόβο και την ελπίδα, ανάμεσα, ακόμα, στην αγωνία και την κόπωση, τον οραματισμό της ριζικής αλλαγής και τον πρόωρο συμβιβασμό με το ανέφικτό της.

Η συγκριτική --τότε ακόμη-- αποδυνάμωση του ΚΚΕ άνοιγε πλέον το πεδίο για τολμηρότερους χειρισμούς από την εγχώρια και την διεθνή τάξη των επενδυτών, των τραπεζιτών, των μεγαλοϊδιοκτητών: από την στιγμή που από τους δύο "εξ αριστερών" αντιπάλους είχε προκριθεί ο πιο συμβιβαστικός, τα πράγματα γινόντουσαν πολύ ευκολότερα: ergo, μια εκστρατεία διπλής πίεσης στον ΣΥΡΙΖΑ, ο οποίος είχε ήδη υποχρεώσει την αστική τάξη εξαλείφοντας το "λαϊκή εξουσία" με το "αριστερή κυβέρνηση" και το "έξω απ' την ΕΕ", με το "αναδιαπραγμάτευση". Το πρώτο σκέλος πίεσης ήταν φυσικά εξωτερικό, και το έργο ανέλαβαν τα αστικά κόμματα ΝΔ, ΠΑΣΟΚ, και ΔΗΜΑΡ, κάνοντας αυτό που γνωρίζουν καλύτερα απ' τον καθένα να κάνουν: ταυτίζοντας "υπευθυνότητα" και ενδοτισμό, "ρεαλισμό" και παραίτηση, "σοβαρότητα" και άτακτη υπαναχώρηση θέσεων. Το δεύτερο σκέλος μπόρεσε να αναπτυχθεί μόνο βάσει του πρώτου, και ως ανταπόκριση στο πρώτο: οι "εμπειρότεροι" πολιτικοί του ΣΥΡΙΖΑ, παλιοί όπως οι Παπαδημούλης και Δραγασάκης, και "νέοι", όπως τα στελέχη του ΠΑΣΟΚ που μεταπήδησαν άμεσα στο κόμμα, υπερσκέλισαν με χαρακτηριστική άνεση τους "αιρετικούς" τύπου Λαφαζάνη και προήγαγαν, σε όλη την περίοδο από τις 6 Μάη και μετά, έναν ΣΥΡΙΖΑ "διαλλακτικό", "ήρεμο" και "ρεαλιστή", που μοίραζε αφειδώς διαβεβαιώσεις ότι δεν πρόκειται να απειλήσει τίποτε απολύτως. Το κόμμα προσπάθησε να εξισορροπήσει την ξεκάθαρη αυτή εικόνα υπαναχώρησης στρατεύοντας την ακαδημαϊκή του πτέρυγα, εθνική και διεθνή, που, την ώρα που το πολιτικό προσωπικό κατέθετε όλα του τα πειστήρια νομιμοφροσύνης, κατέστρεφε τα τελευταία απομεινάρια αξιοπιστίας της εξφενδονίζοντας πομφόλυγες ψευδο-επαναστατισμού και ψευδο-ριζοσπαστισμού σε πρόωρα εξαντλημένα και τραγελαφικά εύπιστα ελληνικά και ευρωπαϊκά "αριστερά" ακροατήρια.

Το σκηνικό της δράσης του ΣΥΡΙΖΑ μετά την 6η Μάη συνιστά πιθανώς την μεγαλύτερη όπερα μπούφα της μεταπολεμικής πολιτικής ιστορίας, και ίσως όχι μόνο στην Ελλάδα: τόσο στο εσωτερικό, όσο και στο εξωτερικό, μιλούσαν πάντα ταυτόχρονα τουλάχιστον δύο φωνές, μια που διαβεβαίωνε τους πάντες ότι το κόμμα θα συμμορφωθεί πλήρως με τις βασικές επιταγές της ΕΕ και του εθνικού κεφαλαίου, και μια δεύτερη, που επίσης διαβεβαίωνε τους πάντες ότι αυτό που διακυβεύεται στο πρόσωπο του Αλέξη Τσίπρα είναι η εξουσία μιας "εργατικής κυβέρνησης" και η μεγαλύτερη πολιτική επανάσταση από την Οκτωβριανή, αν όχι τη γαλλική. Η επιτυχία της διγλωσσίας επί δύο (εντός και εκτός χώρας) ήταν καθολική: οι φοιτητές, οι άνεργοι και οι νεολαίοι ονειρεύονταν οδοφράγματα, οι τραπεζίτες έκαναν λογαριασμούς, οι Ευρωπαίοι πολιτικοί ζύγιζαν προσεκτικά τα υπέρ και τα κατά, και οι διανοούμενοι αποκτούσαν επιτέλους αυτό που πάντα επιζητούσαν--πέντε λεπτά απόλαυσης της παρωδίας του πλατωνικού μύθου του "φιλόσοφου-βασιλιά."


IV. Ο ρόλος των ΜΜΕ και των εξωτερικών παρεμβάσεων
Στο προηγούμενο μέρος, συζήτησα το πώς ο ΣΥΡΙΖΑ, έχοντας προκριθεί ως ο "προτιμητέος αριστερός αντίπαλος" της εγχώριας και διεθνούς αστικής τάξης, λειτούργησε μετά τις εκλογές της 6ης Μάη ως ένα είδος "λαγός του αριστερού εγκλωβισμού" στην αστική τακτική -- με άλλα λόγια ως προπομπός της ριζικής ήττας του εργατικού κινήματος στην Ελλάδα. 

Όμως ο έλεγχος, μέσω τόσο εξωτερικών όσο και εσωτερικών πιέσεων, πάνω στην επιθυμητή ιδεολογικοπολιτική κατεύθυνση του ΣΥΡΙΖΑ, ήταν μόνο ένα κομμάτι της συνολικότερης προσπάθειας της αστικής τάξης να αναστυλώσει την πολιτική νομιμότητα που είχε σοβαρά κλονιστεί την προηγούμενη διετία. Χρειάστηκαν άλλοι δύο παράγοντες: η ανάληψη δράση από τα εγχώρια και διεθνή ΜΜΕ και οι πολιτικές παρεμβάσεις από το εξωτερικό, κυρίως από τη Γερμανία και τους συμμάχους της στην ΕΕ.

Στην ανάρτηση "Η 'ακυβερνησία', ο φόβος και το 'θαυμάσιο κενό'" είχα προσπαθήσει να εκθέσω το διπλό ζήτημα που έθεσε προεκλογικά το ΚΚΕ, δηλαδή αρχικά (και άμεσα) αυτό της ακυβερνησίας ως θετικής για τα εργατικά στρώματα ανάσχεσης της ικανότητας της αστικής τάξης να διαχεριστεί πολιτικά τη λαϊκή δυσαρέσκεια και να προχωρήσει στο νομοθετικό και εκτελεστικό της έργο περαιτέρω εξαθλίωσής τους· και σε δεύτερη φάση, την ενθάρρυνση μιας σκέψης για την εργατική εξουσία ως εξουσία που μπορεί να "γεμίσει", στο άμεσο μέλλον, το κενό της παρατεταμένης ανικανότητας της αστικής τάξης να ελέγξει κυβερνητικά τη χώρα. 

Ήταν ενάντια σε αυτή ακριβώς την προοπτική που τα ΜΜΕ έστρεψαν συνολικά τα βέλη τους σε όλη την περίοδο από τις 7 Μάη ως τις 17 Ιούνη. Και το έκαναν με έναν εξαιρετικά απλό τρόπο: εκμεταλλευόμενα την καταδίκη της "ακυβερνησίας" που εμπεριέχεται ήδη στο αστικό σύνταγμα (το οποίο προβλέπει μια σειρά διαδικασιών για τον σχηματισμό κυβέρνησης ακόμη και όταν ένα κόμμα αποτύχει να εξασφαλίσει αυτοδυναμία), καθώς και το συνεπαγόμενο θέατρο των "συνομιλιών" των αρχηγών κομμάτων για να επιτευχθεί μια τέτοια κυβέρνηση μετά το αποτέλεσμα της 6ης Μάη, εγκλώβισαν ολόκληρη την πολιτική συζήτηση στην Ελλάδα μέσα στο πλαίσιο του κυβερνητισμού. Με πολύ απλά λόγια, στις "πολιτικές συζητήσεις" που στήθηκαν στα κανάλια στην περίοδο πριν τις 17 Ιούνη, όλοι οι δημοσιογράφοι έκαναν ακάματα το ίδιο πράγμα:  ρωτούσαν κάθε πολιτικό στέλεχος, περιλαμβανομένων αυτών του ΚΚΕ, με ποιον σκοπεύουν να συνεργαστούν για να σχηματιστεί κυβέρνηση στις επόμενες εκλογές, τι θα κάνουν αν βγει το α ή β κόμμα πρώτο, πώς θα έβλεπαν την χ ή ψ διακομματική συνεργασία με σκοπό την διαμόρφωση κυβέρνησης. Είδα προσωπικά ότι αυτές οι ερωτήσεις παρουσιαζόντουσαν σταθερά ως μέριμνες "του κόσμου" και όχι των δημοσιογράφων ή των εργοδοτών τους: "ο κόσμος ένα πράγμα θέλει να ξέρει", έλεγαν, "αν θα έχουμε κυβέρνηση μετά τις 17 Ιούνη." Πέρα λοιπόν από το γεγονός ότι ο φόβος της "ακυβερνησίας" είναι ένας φόβος δύσκολος να υπερνικηθεί λόγω της ίδιας της λειτουργίας του αστικού συντάγματος, είναι ένας φόβος που ανέλαβαν να εντυπώσουν βαθιά μέσα στο μυαλό των ήδη βαθιά τηλε-εξαρτημένων Ελλήνων τα καπιταλιστικά όργανα των μεγάλων καναλιών και εφημερίδων. 

Και σε αυτό πέτυχαν απόλυτα, εν μέρει γιατί κανείς πλην του ΚΚΕ δεν τόλμησε να μιλήσει για το τακτικό πλεονέκτημα που παρουσιάζει η "ακυβερνησία" αν πραγματικά ενδιαφέρεσαι να δεις την ταξική πάλη από τα κάτω (ούτε ο δήθεν πιο "αντιεξουστικά" διακείμενος ΑΝΤΑΡΣΥΑ), και εν μέρει επειδή την ίδια ακριβώς περίοδο ο ΣΥΡΙΖΑ πριμοδοτούσε ακατάπαυστα τον "εξ αριστερών κυβερνητισμό" αγνοώντας επιδεικτικά τα θεμελιώδη μαρξιστικά ζητήματα διάκρισης "κυβέρνησης" και "εξουσίας" που έθετε όχι απλώς το ΚΚΕ αλλά σύσσωμη η μαρξική θεωρία του κράτους. 

Και έτσι, αφού με την πρωτοβουλία της εκτός ΚΚΕ αριστεράς (κυρίως του ΣΥΡΙΖΑ) βρεθήκαμε στις εκλογές της 6ης Μάη έχοντας δεχτεί ως επί το πλείστον το σβήσιμο της "κόκκινης γραμμής" της ταξικής πάλης, βρεθήκαμε μετά τις 6 να έχουμε απωλέσει και το ψευδοδίπολο (μνημόνιο-αντιμνημόνιο) το οποίο είχε λειτουργήσει ως μέσο απώθησης-δια-της-σύγχυσης της ταξικής συνείδησης: το ποια τάξη θα πληρώσει για την καπιταλιστική κρίση έγινε ποιος είναι υπέρ ή εναντίον του δεύτερου μνημονίου (μια αυστηρά χωρίς νόημα ερώτηση, αφού αυτό κρίθηκε ήδη στο κοινοβούλιο τελεσίδικα, και αφού ευκολότατα θα έρθει τρίτο και τέταρτο και ούτω κάθε εξής μνημόνιο και η ερώτηση θα τεθεί εκ νέου και στην πράξη), το οποίο με τη σειρά του έγινε το απόλυτα αποβλακωτικό και οιονεί μαζοχιστικό: "θα έχουμε κυβέρνηση ή όχι";

Το πεδίο στο σημείο αυτό ήταν έτοιμο για το τελικό χτύπημα εκ μέρους, αυτή τη φορά, της διεθνούς αστικής τάξης. Η "αριστερά", πλην ΚΚΕ, είχε δεχτεί την συνθηκολόγηση εκ των προτέρων, δηλαδή, στην ουσία, την άνευ όρων παράδοση και συνεπώς την απώλεια όλων των πλεονεκτημάτων που είχαν εξασφαλιστεί με κόπους, θυσίες, αίμα και δάκρυα τα προηγούμενα δύο χρόνια. Με πρωταγωνίστρια τη Γερμανία και τους οικονομικούς ιθύνοντες της ΕΕ που αυτή ελέγχει ξεκίνησε μια εκστρατεία τερατολογικής λοιδωρίας του ΣΥΡΙΖΑ ως δήθεν "ακροαριστερού κινδύνου", και ως δήθεν μοχλού εξοβελισμού της χώρας από το ευρώ. Είναι γνωστό (και χαρακτηριστικό) ότι η σφοδρότητα αυτής της φαινομενικά γκροτέσκας επίθεσης ήταν τέτοια που έκανε ακόμα και τον Αλέξη Τσίπρα να διαμαρτυρηθεί στην προεκλογική του ομιλία στη Θεσσαλονίκη.

Ποια ήταν η στόχευση μιας τόσο φαινομενικά αχρείαστης παρέμβασης έξωθεν όταν η "αριστερά" είχε ήδη πρόδηλα συνθηκολογήσει και εξαλείψει, ακόμα και στο επίπεδο της ρητορικής, έστω και την παραμικρή αναφορά στον "σοσιαλισμό" που ο Ανδρέας Γ. Παπανδρέου είχε βάλει στο ελληνικό πολιτικό λεξιλόγιο ήδη από τα μέσα του 70 (ή διατυμπάνιζε την "συναντίληψή" της με την εντυπωσιακά εκφασισμένη ελληνική αστυνομία);

Η στόχευση ήταν πολλαπλή και καλό θα ήταν να την αναλύσουμε στα επίπεδά της:

α) Ενίσχυσε στο έπακρο την ήδη διαμορφωμένη τάση διαμόρφωσης ενός "νέου δικομματισμού", που όπως αποκαλύπτει η πλήρης σύγκλιση των θέσεων ΣΥΡΙΖΑ και "νέου μαύρου μετώπου", ήταν --όπως πάντα είναι-- εξόχως αποπροσανατολιστικός και απατηλός: σε συνθήκες κρίσης, η εξουσία του κεφαλαίου συντρίβει τις όποιες ποιοτικές διαφορές ανάμεσα στα αστικού χαρακτήρα κόμματα, όσα ονόματα και χρώματα και αν έχουν αυτά.

β) Έστειλε ένα πεντακάθαρο μήνυμα στον ΣΥΡΙΖΑ, δηλαδή στο μεγαλύτερο κόμμα της αντιπολίτευσης: ότι δηλαδή θα πρέπει να αποδεχτεί τον πιο ολοκληρωτικό ενδοτισμό για να μπορεί καν να διεκδικήσει την πολιτική εξουσία, γιατί αυτή δεν εξαρτάται καθόλου αδιαμεσολάβητα από την "λαϊκή βούληση", αλλά μάλλον από την καπιταλιστική βούληση για την ενδεδειγμένη μορφή της "λαϊκής βούλησης." Το μήνυμα αυτό ο ΣΥΡΙΖΑ απέδειξε ήδη, και περίτρανα, ότι το έλαβε καθαρά.

γ) Έστειλε επίσης ένα πεντακάθαρο μήνυμα στο εκλογικό σώμα: ότι όσο η ζωή του στην καθημερινότητά της εξουσιάζεται όχι απλώς από το χρήμα αλλά και από το φετίχ του χρήματος, τόσο ο "επαναστατισμός" του θα περιορίζεται σε εύκολα εκβιάσιμες γραφικότητες που αδυνατούν να γεννήσουν οτιδήποτε εκτός από ευνοϊκά για τον φασισμό συμπλέγματα ενοχής, ανημπόριας και κατωτερότητας. Με πάρα πολύ απλά λόγια, και όπως εξηγούσα σε φίλη μου το βράδι πριν τις εκλογές, η Μέρκελ βεβαιώθηκε ότι χιλιάδες Έλληνες θα αντικρύσουν το φάντασμα της απώλειας του πολυαγαπημένου τους ευρώ την στιγμή που θα προσέλθουν στις κάλπες, και άρα ότι θα αναγκάσουν τον εαυτό τους στον απόλυτο προσωπικό εξευτελισμό του να ξαναγλύψουν το απεχθές κόμμα αστικού λαφυραγωγισμού που τους έγδαρε, τους πρόδωσε και τους πούλησε μαζί με ό,τι έχουν: την Νέα Δημοκρατία.

Και πράγματι, η Νέα Δημοκρατία επικράτησε στην εκλογική αναμέτρηση με σχετική για τα δεδομένα άνεση όχι επειδή ο ΣΥΡΙΖΑ έστελνε συγκεχυμένα μηνύματα για την παραμονή στο ευρώ όπως κουτοπόνηρα γράφουν πολλοί (στην πραγματικότητα, η καλλιέργεια σύγχυσης ήταν και παραμένει η βασική αιτία που ο ΣΥΡΙΖΑ μπόρεσε να πείσει τόσους πολλούς κοινωνικούς απόκληρους έχοντας ιδεολογική κατεύθυνση άκρως συντηρητική), αλλά επειδή το ευρω-φετίχ του κάθε μικροκαταθέτη είναι μια ψυχική δύναμη τόσο σφοδρά αντιδραστική που τον παραδίδει, δεμένο πισθάγκωνα, σε ό,τι πιο κραυγαλέα εξευτελισμένο και εξευτελιστικό. Η εντυπωσιακή "συσπείρωση" της ΝΔ (92%), που της εξασφάλισε και την πρωτιά, ήταν πέρα από ένδειξη της βαθιάς αποδοχής του δεξιού χαρακτήρα της ελληνικής πολιτικής ιστορίας, και έκφραση του ψυχολογικού εγκλωβισμού ενός λαού που έχει απωλέσει ακριβώς αυτό για το οποίο του μιλούν όλοι: την αξιοπρέπεια, την αίσθηση ότι μπορεί να πετύχει οτιδήποτε με τους δικούς του όρους, την πίστη του στον εαυτό του και τις δυνάμεις του. Και φυσικά αυτό σήμαινε ότι το κόμμα το οποίο επέμενε ως το τέλος να του ζητά αξιοπρέπεια και πίστη στον εαυτό του έπρεπε να τιμωρηθεί. Πολλές είναι οι δήθεν βαθυστόχαστες αναλύσεις της εκλογικής κατάρρευσης του ΚΚΕ που αγνοούν ένα πολύ βασικό ανθρώπινο δεδομένο: οι άνθρωποι αποφεύγουν αυτούς απέναντι στους οποίους ντρέπονται και εχθρεύονται με παθιασμένο μίσος όσους θεωρούν ηθικά ανώτερούς τους, γιατί αυτή η ηθική ανωτερότητα είναι μια άκρως επώδυνη υπενθύμιση της δικής τους ηθικής ανεπάρκειας. Για αυτό ακριβώς τον λόγο, όσο το ΚΚΕ συνεχίζει να μιλά από τη θέση της ηθικής του αδιάλλακτου και ανυποχώρητου αγώνα, τόσο θα συγκεντρώνει το μίσος και την έχθρα όσων ξέρουν πως πέταξαν και το τελευταίο απομεινάρι της αξιοπρέπειάς τους για ένα χρηματικό σύμβολο μπροστά από έναν αριθμό στον λογαριασμό τραπέζης.

Το εκλογικό αποτέλεσμα της 17ης Ιούνη σηματοδότησε μια σειρά από αιφνίδιους θανάτους που δεν περιορίζονται στα εθνικά σύνορα, ούτε απλώς στα πολιτικά κόμματα: της ιδέας της "ριζοσπαστικοποίησης" των πλατιών εκλογικών στρωμάτων· της έννοιας του χώρου της "ριζοσπαστικής αριστεράς", εγχώριου και ξένου, ως είτε ριζοσπαστικού είτε αριστερού· της ιδέας του προοδευτικού, αυξητικού χαρακτήρα της απονομιμοποίησης του αστικού πολιτικού συστήματος· της ιδέας του εφικτού στην παρούσα ιστορική φάση μιας πλατειάς συμμαχίας διανοουμένων, ανέργων, εργατών και μεταναστών ως μέσου "αριστερής εξόδου από τον καπιταλισμό"· της ιδέας του αυτόματα προοδευτικού χαρακτήρα της κρίσης του καπιταλισμού και των πολιτικών του διαμεσολαβητών.

Είναι τρομερά δύσκολο αυτή την στιγμή να σκεφτούμε το μέλλον του εργατικού κινήματος πέρα απ' τα όρια της συνέχισης του άνισου και ηρωϊκού αγώνα που δίνουν τα ήδη ταξικά ενσυνείδητα κομμάτια του λαού χωρίς την συμμετοχή της ρητά εγκλωβισμένης πια κοινωνικής πλειοψηφίας, ή και έχοντας ένα κομμάτι της --αυτό που εκφασίστηκε ανοιχτά-- απέναντί του, στο πλάι των κατασταλτικών σωμάτων στρατού και αστυνομίας. Η διαφημιστικού τύπου "αισιοδοξία" που αναπαράγουν στον Τύπο και τα ιστολογικά τους καταφύγια τα διάφορα θλιβερά όργανα της εξευτελισμένης σοσιαλδημοκρατίας είναι υπό τέτοιες περιστάσεις όχι απλώς γελοία εξωπραγματική αλλά και ηθικοπολιτικά χυδαία: η οργανική ανάπτυξη των μελών ενός σώματος που μεγαλώνει διαφέρει από το φούσκωμα που παρατηρείται στα πτώματα λόγω των τοξικών αερίων που απελευθερώνει η εσωτερική τους σήψη.

17 σχόλια:

  1. Σύντροφε περιμέναμε να ολοκληρωθεί αυτή η πολύ σημαντική παρέμβαση. Αναδημοσιεύουμε.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Κάππα Κάππα. Ε;24 Ιουνίου 2012 - 12:59 μ.μ.

    Διευκρίνιση:
    "Το ΚΚΕ έκανε το τραγικό (και αδικαιολόγητο, για κόμμα με ιστορική εμπειρία του αντιφασιστικού αγώνα) λάθος να ισχυριστεί αρχικά ότι επρόκειτο για μια ακόμη εκδοχή ακροδεξιάς που θα βάλει τα κουστούμια και θα ηρεμήσει"

    Χωρίς αυτό να σημαίνει πως η κριτική σου για την υποτίμηση της ΧΑ από το ΚΚΕ είναι λανθασμένη, διαφωνώ στο παραπάνω.
    Η Αλέκα -και μέσω αυτής το ΚΚΕ συνολικά- λέγοντας πως οι χρυσαυγίτες "παίρνοντας έδρες να δείτε που θα γίνουνε αρνάκια" δεν εννοούσε πως θα σταματήσουν την "δραστηριότητά" τους "στο δρόμο". Γενικώς δεν θεωρούσε πως "θα ηρεμήσει". Εννοούσε πως πολιτικά, με τις επιλογές της στη Βουλή, θα δείξει η ΧΑ πως είναι αρνάκια -και όχι απλά αρνάκια μα οι πιο φανατισμένοι υπερασπιστές- της αστικής τάξης, κάθε άλλο παρά "αντισυστημική δύναμη" δηλαδή.

    Το θέμα βέβαια είναι και τί αντιλαμβάνεται ο λαός σαν "σύστημα"...

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Αυτό που γράφεις για την σχετική δήλωση Παπαρήγα είναι μια ερμηνεία εφικτή, πλην όμως μια ερμηνεία που σίγουρα δεν είναι η μόνη. Θα έπρεπε κατά τη γνώμη μου να είναι ΠΟΛΥ σαφέστερη ως προς τη διαφορά, στην οποία φαίνεται πως συμφωνούμε απόλυτα, ανάμεσα στον αντικειμενικό ρόλο της Χ.Α και τα μέσα τα οποία θα μετέρχεται. Επίσης, η διαφορά αυτή δεν μπορεί να εννοηθεί ως αναγκαστικά μόνιμη: υπάρχουν δυνητικές περιστάσεις υπό τις οποίες η Χ.Α μπορεί να πάψει να λειτουργεί ως εργαλείο της αστικής δικτατορίας και να γίνει η ίδια η κυρίαρχη έκφανσή της. Αυτό δεν μπορεί να αποκλειστεί, και θεωρώ πως ήταν λάθος να περιοριστεί από τις τοποθετήσεις του ΚΚΕ ο ενδεχόμενος ρόλος της σε μια επισήμανση της (αναμφισβήτητης για τώρα) εργαλειακότητάς της.

      Διαγραφή
  3. Αντώνη πολύ καλή ανάλυση.
    Από την άλλη θαρρώ ότι, το Κόμμα δεν έπρεπε να στοχεύσει σε μια αντι-ΣΥΡΙΖΑ ρητορική. Ας ανέπτυσσε τις θέσεις του εναντίον του διαφαινόμενου (τότε) νέου μαύρου μετώπου και ας μην έβαζε ως προμετωπίδα την αντιπαλότητά του με τον (θολο)ΣΥΡΙΖΑ.
    Την πλήρωσε εν τέλει όπως το '81 με το ανεκδιήγητο εκείνο σύνθημα: "17%, δεύτερη κατανομή", ενώ το τότε ΠΑΣΟΚ είχε υποκλέψει σχεδόν όλη την συνθηματολογία του Κόμματος.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Αυτό ήταν αδύνατο με βάση τη δική μου αντίληψη, γιατί ο ΣΥΡΙΖΑ ήταν σημαντικότατο τμήμα (μάλλον το σημαντικότερο όλων) του επανεγκλωβισμού του λαού και της απώλειας των όποιων πλεονεκτημάτων είχε αποσπάσει την περίοδο 2010-12.

      Διαγραφή
    2. Δες επίσης και αυτό, νομίζω ότι θέτει ορθά το θέμα που έθεσα με διαφορετικό τρόπο εγώ: http://www1.rizospastis.gr/story.do?id=6914169&publDate=23/6/2012

      Διαγραφή
    3. Πιστεύω ότι ο κυβερνοσύριζα θα έκανε καλύτερη αστική διαχείριση από το τρίο ΝΔΠΑΣΟΚΔΗΜΑΡ. Δεν είμαι σίγουρη δηλαδή ότι "σε συνθήκες κρίσης, η εξουσία του κεφαλαίου συντρίβει τις όποιες ποιοτικές διαφορές ανάμεσα στα αστικού χαρακτήρα κόμματα, όσα ονόματα και χρώματα και αν έχουν αυτά."
      Λέει η Αυγή: Η επικείμενη Σύνοδος της Ε.Ε. στις 28 του μήνα στις Βρυξέλλες αποκτά χαρακτηριστικά σκληρής αναμέτρησης ανάμεσα στη Γερμανία και τους δορυφόρους της, από τη μια, και ένα ετερόκλητο και εν τω γεννάσθαι μέτωπο των χωρών του ευρωπαϊκού Νότου και της Γαλλίας.Στον "πόλεμο" αυτόν η Ελλάδα εκπροσωπείται μόνο φαντασιακά και μόνον από την εθνική ομάδα ποδοσφαίρου, καθώς το μπλοκ μνημονιακής εξουσίας που συνέπηξε την κυβέρνηση Σαμαρά μετά τις εκλογές της περασμένης Κυριακής βρίσκεται σε πλήρη αναντιστοιχία και απομόνωση, αν όχι αντιπαλότητα, με την τάση που διαμορφώνεται. Η ελληνική κυβέρνηση είναι με τους πιστωτές και όχι με τους χρεώστες. Η διαφορά φάσης αυτή δεν είναι ένδειξη επαρχιωτισμού του πολιτικού συστήματος στην Ελλάδα, αλλά αυτοεγκλωβισμός στη ρητορική και τις προτεραιότητες της πολλαπλώς εκτεθειμένης ελληνικής ελίτ, στην οποία εδράζεται και η νέα μνημονιακή κυβέρνηση(...) Σήμερα βρισκόμαστε αντιμέτωποι με τον κίνδυνο οι εξελίξεις στην Ευρώπη να αφήσουν στο περιθώριο την Ελλάδα ως τη μόνη χώρα που έβαλε οικειοθελώς το κεφάλι της στον πάγκο του χασάπη."
      Βέβαια, έχω μιά απορία: Γιατί -αν ισχύει η ανωτέρω ανάλυση- ο Ολάντ υποστήριξε Σαμαρά και όχι σύριζα; Γαλλικά οικονομικά συμφέροντα; Γεωπολιτικά;

      Διαγραφή
    4. "Πιστεύω ότι ο κυβερνοσύριζα θα έκανε καλύτερη αστική διαχείριση από το τρίο ΝΔΠΑΣΟΚΔΗΜΑΡ. Δεν είμαι σίγουρη δηλαδή ότι "σε συνθήκες κρίσης, η εξουσία του κεφαλαίου συντρίβει τις όποιες ποιοτικές διαφορές ανάμεσα στα αστικού χαρακτήρα κόμματα, όσα ονόματα και χρώματα και αν έχουν αυτά.""

      Με την αναφορά στην συντριβή ποιοτικών διαφορών αναφέρομαι στην εξάλειψη της διαφοράς "δεξιάς" και "αριστεράς" και όχι στον βαθμό ικανότητας αστικής διαχείρισης. Δεν έχω εικόνα για το ποιος θα ήταν καλύτερος αστικός διαχειριστής, νομίζω υπάρχουν αυστηρά αντικειμενικά όρια για το πόσο "καλός" μπορείς να είσαι.

      Ίσως θυμάσαι ότι σε αντίθεση με την συντριπτική πλειψοψηφία, δεν θεωρώ τον ΓΑΠ ούτε βλάκα ούτε καθυστερημένο. Κι όμως, αντιλαμβάνομαι πλήρως τους λόγους που μισήθηκε όσο λίγοι. Του πεσαν τα δύσκολα.

      Διαγραφή
    5. Ο ΓΑΠ μισήθηκε όσο λίγοι και..από πάρα πολλούς και ετερόκλητους. Και από αστούς και από μικροαστούς/συμμάχους/συμβαλλομένους. Τού πέσαν τα δύσκολα γιατί ήταν εγκλωβισμένος μεταξύ "κοινωνικού συμβόλαιου '81" ΚΑΙ στήριξης τής άθλιας ελληνικής ελίτ. Ό λ ο ι αυτοί συνδέθηκαν μέσω ενός ιδεολογήματος "εθνικής προδοσίας". Τάχει αυτά τα κουσούρια το Κέντρο όταν τα deals τελειώνουν!
      Ο Μόντι ως εκπρόσωπος μιάς υπαρκτής υγειούς ιταλικής αστικής τάξης είναι με τους χρεώστες και όχι με τους πιστωτές. Κάνει δηλαδή καλύτερη αστική διαχείριση. Ο κυβερνοσύριζα θ α έκανε καλύτερη αστική διαχείριση ως εκπρόσωπος μιας ανύπαρκτης (ακόμα) υγειούς ελληνικής αστικής τάξης. Ακριβώς γι αυτό το λόγο ο σύριζα δεν είναι σοσιαλδημοκρατικό κόμμα: βρίσκεται χρονικά π ρ ι ν από το σοσιαλδημοκρατικό συμβόλαιο, στην εποχή τής αστικοδημοκρατικής επανάστασης που στην ελλάδα δ ε ν έγινε. Εξ ου και το μπέρδεμα με τον κουβέλη, ο οποίος με τη σειρά του συγχέει αστικοδημοκρατική επανάσταση με Σημίτη/Μάνο.

      LOL αυτή η κρίση και ιστορικό θα με κάνει! Ξέρω μόνο αυτό το βιβλίο:
      Γιάννης Ζεύγος "Γιατί η επανάσταση στην Ελλάδα θʼ αρχίσει σαν αστικοδημοκρατική", 1934. Έχει τίποτα φρή σε διαδίκτυο;

      Διαγραφή
  4. Το να θεωρεις βασικο λογο της μειωσης της επιρροης του ΚΚΕ ψυχολογικους λογους του στυλ ο λαος φοβαται την ηθικη ανωτεροτητα του ΚΚΕ και για αυτο το καταψηφισε δειχνει,εκτος της ελλειψης διαθεσης για σοβαρη αυτοκριτικη,και μια αφ υψηλου αντιμετωπιση του λαου(τζικου) ο οποιος δε καταλαβαινει κτλ.Αντι μετωπιση που δεν αρμοζει σε κομμουνιστες που θα πρεπει να αναρωτιουνται τι κανανε στραβα και ο λαος ειναι ακομα σε αυτο το επιπεδο πολιτικης συνηδητοποιησης,και οχι να βρισκουν αλλοθι σε αντικειμενικες δυσκολιες που υπηρχαν παντα και ειναι δεδομενες.

    Γενικα το κειμενο εχει και αλλες ανακριβειες που στηριζεις πανω τους την αναλυση σου(πχ οτι το συριζα στηριξαν μικροαστοι κατα βαση) αλαλ δεν θελω να επεκταθω,

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Αυτό το πάει δε πάει καλά το ΚΚΕ στις εκλογές, έχει δεν έχει ανταπόκριση στο λαό, κυβερνάει δε κυβερνάει, έχει προοπτικές να το κάνει κάποτε ή όχι, σκίζει γενικά σαν ομάδα ή σέρνεται στα τέσσερα, η τακτική που ακολουθεί είναι ΠΑΓΙΑ ΣΩΣΤΗ και η ηγεσία του ΠΑΝΤΑ ΦΩΤΙΣΜΕΝΗ και ΣΟΦΗ δεν κατεβαίνει με τίποτα! Ένας από τους λόγους που ΧΑΡΙΣΑΜΕ ΤΟΝ ΜΙΣΟ ΠΛΑΝΗΤΗ στο καπιταλιστικό-ιμπεριαλιστικό αντίπαλο δέος, η σχεδόν τυφλή παραδοχή ΚΑΘΕ νομοτελειακής (;) αλήθειας που προσφέρει η εκάστοτε κορυφή της πυραμίδας, η μηδενική διάθεση για πραγματική αυτοκριτική, η αδυναμία της πλειοψηφίας να φανταστεί ότι ο ή η σύντροφος γ.γ όπως και οι σύντροφοι του ΠΓ και της ΚΕ δεν είναι τίποτα άλλο παρά άνθρωποι, άρα κάθε άλλο παρά αλάνθαστοι, είναι μία ανοιχτή πληγή η οποία αιμορραγεί, σύντροφε. Το επιχείρημα, η αποχή έπληξε τα ποσοστά του...ΚΚΕ, λες και απείχαν μόνο οι ψηφοφόροι του κόμματος είναι μιά απίστευτη ακροβασία λογικής που δεν τιμάει την ομολογουμένως φιλότιμη προσπάθεια του συγγραφέα. Κάποιος πρέπει να κάνει επιτέλους την αρχή για να αρχίσουμε να κάνουμε το αυτονόητο: Ο διαλεκτικός υλισμός, η επιστημονική μέθοδος ανάλυσης που έχουν στην φαρέτρα τους αποκλειστικά οι κομμουνιστές, δεν επιτρέπει στασιμότητα και ταμπού. Όλα υπό διαρκή παρατήρηση, ανάλυση και αμφισβήτηση άμα θέλετε. Ναι, φυσικά και οι αποφάσεις της ηγεσίας του κόμματος, ιδίως αυτές. Γιατί σύντροφοι, όσα χτυπήματα δεχτήκαμε από τα ΜΕΣΑ, δεν τα έχουμε δεχτεί ποτέ από τους επίσημους εχθρούς μας. Το παγκόσμιο κομμουνιστικό κίνημα δεν σκόνταψε ποτέ στην ιδεολογία του. Σκόνταφτε πάντα σε ανθρώπους. Κριτική και το σφυροδρέπανο στα κάγκελα λοιπόν, αν θέλουμε να πάμε μπροστά.

      Γιώργος

      Διαγραφή
    2. Νομίζω ότι πέφτεις θύμα μιας βασικής παρεξήγησης: εγώ δεν είμαι το ΚΚΕ και δεν μιλώ εκ μέρους του ΚΚΕ. Μιλώ πάντα εκ μέρους του εαυτού μου. Εκ μέρους του εαυτού μου μίλησα κρίνοντας το κείμενο Γόντικα στον Ρίζο πολιτικά παράδεκτο, εκ μέρους του εαυτού μου έχω πει ότι η Κανέλη δεν έχει καμία πραγματική σχέση με κομμουνισμό, εκ μέρους του εαυτού μου είπα ότι η στάση του ΚΚΕ πριν τον Οκτώβρη όταν προέκυψε ακυβερνησία ήταν άτολμη και αμήχανη.

      Και το ίδιο εκ μέρος του εαυτού μου λέω ότι αρνούμαι να κάνω οποιαδήποτε κριτική του ΚΚΕ πέραν όσης έχω ήδη καταθέσει όταν η συντριπτική πλειοψηφία αυτών που ζητούν κριτική είναι απατεώνες, κομπογιαννίτες, συμπλεγματικοί, κρυπτο- ή ανοιχτο-φασίστες, επηρμένοι καραγκιόζηδες και αμόρφωτοι τσαρλατάνοι.

      Τώρα ελπίζω τα πράγματα να είναι σαφέστερα. Σε μένα προσωπικά ανήκει η ευθύνη προσβολής της νοημοσύνης και εντιμότητας του 95% των ελλήνων εκλογέων, όχι στο ΚΚΕ.

      Διαγραφή
  5. θα με ενδιεφερε παρα πολυ εάν ανέλυες τις περιστάσεις υπό τις οποίες η ΧΑ θα μπορούσε να γίνει κυρίαρχη εκφανση της αστικης δικτατορίας. φρικαλεο ενδεχόμενο , σίγουρα, αλλά πρεπει να ειμαστε ετοιμοι για όλα.

    συμφωνω απολυτως ότι η δήλωση της ΓΓ για τη ΧΑ ήταν ΑΤΥΧΕΣΤΑΤΗ. Διφορούμενη πλήρως , σε μια εποχή που καθε ζήτημα είναι σχεδόν ζήτημα ζωής και θανατου.

    το ότι ο ΣΥΡΙΖΑ είναι μικροαστικό κόμμα είναι προφανες. είναι τελείως διαφορετικό το εάν τον ψήφισαν στις εργατογειτονιες της Β'Αθηνας και Β'Πειραιά από το ποια είναι η ταξική γραμμή του "κόμματος".αυτά είναι στοιχειωδη.

    drazen

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. "θα με ενδιεφερε παρα πολυ εάν ανέλυες τις περιστάσεις υπό τις οποίες η ΧΑ θα μπορούσε να γίνει κυρίαρχη εκφανση της αστικης δικτατορίας. φρικαλεο ενδεχόμενο , σίγουρα, αλλά πρεπει να ειμαστε ετοιμοι για όλα."

      Θα είδες φαντάζομαι τις τελευταίες εξελίξεις: παραίτηση ΥΠΟΙΚ στον "ωχ το μάτι μου" λίγο πριν την Σύνοδο Κορυφής. Προσφυγή Κύπρου στο EFSF. Ερώτηση: ΤΙ ΚΑΝΕΙ Η ΑΣΤΙΚΗ ΤΑΞΗ ΟΤΑΝ, ΑΚΟΜΑ ΚΑΙ ΠΑΙΖΟΝΤΑΣ ΜΟΝΟΤΕΡΜΑ ΚΑΙ ΕΞΑΣΦΑΛΙΖΟΝΤΑΣ ΤΗΝ ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΕΞΟΥΣΙΑ ΠΟΥ ΘΕΛΕΙ ΔΕΝ ΜΠΟΡΕΙ ΝΑ ΕΛΕΓΞΕΙ ΤΗΝ ΚΡΙΣΗ; Γιατί εδώ ο Αντωνάκης πήρε ό,τι καλύτερο γινόταν να πάρει αλλά πονάει και δεν μπορεί να σταυρώσει και κανα κορόιδο για Υποικ. Ήτοι, τα πράματα είναι όσο αγγούρια λέγαμε ότι είναι και πάνε και οι εκλογές ήδη, ξεθώριασαν.

      Υπό τέτοιες συνθήκες, πόσο θα αποφύγει αυτό ακριβώς που έθιξες σε άλλο σχόλιό σου, ΤΗΝ ΑΝΑΓΚΑΙΟΤΗΤΑ ΕΜΠΛΟΚΗΣ ΣΕ ΠΟΛΕΜΟ δηλαδή, η διεθνής αστική τάξη; Αφού όσο και να καταστρέφει κεφάλαιο και ζωές με μη πολεμικά μέσα δεν βγαίνει η δουλειά.

      Ergo η Χ.Α όχι ως αξεσουάρ αστικής δικτατορίας πια αλλά ως κυρίαρχη έκφανσή της. Ο πόλεμος είναι η πολιτική με άλλα μέσα ακριβώς όπως και η πολιτική είναι ο πόλεμος με άλλα μέσα. Και για αυτό ανάμεσά τους υπάρχει ανοιχτή ροή και διαρκής μεταφρασιμότητα μορφών.

      Διαγραφή