Πέμπτη, 17 Μαΐου 2012

V.I. Lenin-Ο παρτιζάνικος πόλεμος

Το ζήτημα της παρτιζάνικης δράσης ενδιαφέρει πάρα πολύ το κόμμα μας και την εργατική τάξη. Έχουμε ήδη θίξει ανά­μεσα στ' άλλα επανειλημμένα το ζήτημα αυτό και τώρα σκο­πεύουμε να κάνουμε, όπως υποσχεθήκαμε, μια πιο ολοκληρω­μένη έκθεση των απόψεων μας [2].

Αρχίζουμε από την αρχή. Ποιες βασικές απαιτήσεις πρέπει να προβάλλει κάθε μαρξιστής κατά την εξέταση του ζητήμα­τος των μορφών πάλης; Πρώτο, ο μαρξισμός διαφέρει απ' ό­λες τις πρωτόγονες μορφές σοσιαλισμού κατά το ότι δεν δε­σμεύει το κίνημα με μια οποιαδήποτε καθορισμένη μορφή πά­λης. Παραδέχεται τις πιο διαφορετικές μορφές πάλης, όμως δεν τις «επινοεί», αλλά μόνο γενικεύει, οργανώνει, προσδίνει συνειδητότητα σε εκείνες τις μορφές πάλης των επαναστατι­κών τάξεων που εμφανίζονται μόνες τους στην πορεία του κι­νήματος. Ο μαρξισμός, που είναι αναμφισβήτητα εχθρός κάθε αφηρημένης διατύπωσης, κάθε δογματικής συνταγής, απαιτεί να μελετάμε προσεκτικά τη διεξαγόμενη μαζική πάλη, που με την ανάπτυξη του κινήματος, με το ανέβασμα της συνειδητότητας των μαζών, με την όξυνση των οικονομικών και πολιτι­κών κρίσεων γεννά συνεχώς όλο και νέους, όλο και πιο ποικί­λους τρόπους άμυνας και επίθεσης. Γι' αυτό ο μαρξισμός δεν απορρίπτει καμιά απολύτως μορφή πάλης. Ο μαρξισμός σε κα­μιά περίπτωση δεν περιορίζεται στις πιθανές μορφές πάλης ή στις μορφές πάλης που υπάρχουν μόνο στη δοσμένη στιγμή, αλλά αναγνωρίζει ότι με την αλλαγή μιας δοσμένης κοινωνικής συγκυρίας, είναι αναπόφευκτες νέες μορφές πάλης, άγνω­στες στους ηγέτες της δοσμένης περιόδου. Απ' αυτήν την ά­ποψη ο μαρξισμός διδάσκεται, αν μπορούμε να εκφραστούμε έτσι, από την πρακτική των μαζών και δεν έχει την αξίωση να διδάσκει στις μάζες μορφές πάλης, που τις επινοούν «ειδικευ­μένοι στη συστηματοποίηση» γραφιάδες. Ξέρουμε, - έλεγε, λογουχάρη, ο Κάουτσκι, εξετάζοντας τις μορφές της κοινωνι­κής επανάστασης, - ότι η επερχόμενη κρίση θα μας δώσει νέ­ες μορφές πάλης, που δεν μπορούμε τώρα να τις προβλέψουμε.

Δεύτερο, ο μαρξισμός απαιτεί αναμφισβήτητα την ιστορική εξέταση του ζητήματος των μορφών πάλης. Το να βάζει κα­νείς το ζήτημα αυτό έξω από την ιστορικά-συγκεκριμένη κα­τάσταση σημαίνει ότι δεν καταλαβαίνει το αλφάβητο του δια­λεκτικού υλισμού. στις διαφορετικές στιγμές της οικονομικής εξέλιξης, σε εξάρτηση από τους διαφορετικούς όρους πολιτι­κούς, εθνικοπολιτιστικούς, βιοτικούς κτλ., οι διαφορετικές μορφές πάλης προωθούνται στην πρώτη γραμμή, γίνονται κύ­ριες μορφές πάλης, και σε συνάρτηση μ' αυτό, αλλάζουν με τη σειρά τους και οι δευτερεύουσες, οι επικουρικές μορφές πάλης. Το να προσπαθεί κανείς ν' απαντήσει με ένα ναι ή ένα όχι στο ζήτημα που άφορα ένα ορισμένο μέσο πάλης, χωρίς να εξετάσει λεπτομερειακά τη συγκεκριμένη κατάσταση του δοσμένου κινήματος στο δοσμένο βαθμό ανάπτυξής του, ση­μαίνει ότι εγκαταλείπει εντελώς το έδαφος του μαρξισμού.

Αυτές είναι οι δυο βασικές θεωρητικές θέσεις, από τις όποι­ες πρέπει να καθοδηγούμαστε. Η ιστορία του μαρξισμού στη Δυτική Ευρώπη μας δίνει άφθονα παραδείγματα που επιβε­βαιώνουν αυτά που είπαμε. Η ευρωπαϊκή σοσιαλδημοκρατία θεωρεί σήμερα τον κοινοβουλευτισμό και το συνδικαλιστικό κίνημα σαν τις κύριες μορφές πάλης, στο παρελθόν αναγνώ­ριζε την εξέγερση και, με μια αλλαγή της συγκυρίας, είναι πέ­ρα για πέρα έτοιμη να την αναγνωρίσει και στο μέλλον, παρά τη γνώμη των φιλελεύθερων αστών, σαν τους ρώσους καντέτους και τους μπεζζαγκλάβτσι. Στη δεκαετία 1870-1880 η σοσιαλδημοκρατία δεν αναγνώριζε τη γενική απεργία σαν κοινωνική πανάκεια, σαν μέσο άμεσης ανατροπής της αστι­κής τάξης με μη πολιτικό δρόμο, όμως η σοσιαλδημοκρατία αναγνωρίζει πέρα για πέρα τη μαζική πολιτική απεργία (ιδι­αίτερα υστέρα από την πείρα της Ρωσίας στα 1905), σαν ένα από τα μέσα πάλης, απαραίτητο κάτω από ορισμένες συνθήκες.

Η σοσιαλδημοκρατία αναγνώριζε τον αγώνα οδοφραγμάτων στη δεκαετία 1840-1850- τον απέκρουε όμως με βάση ορι­σμένα συγκεκριμένα στοιχεία στα τέλη του XIX αιώνα- δή­λωνε ότι ήταν απόλυτα έτοιμη να αναθεωρήσει την τελευταία αυτή άποψη και να αναγνωρίσει τη σκοπιμότητα του αγώνα οδοφραγμάτων ύστερα από την πείρα της Μόσχας, που ανά­δειξε, σύμφωνα με τα λόγια του Κ. Κάουτσκι, μια νέα τακτική του αγώνα οδοφραγμάτων.

II. Αφού καθορίσαμε τις γενικές θέσεις του μαρξισμού, περνά­με στη ρωσική επανάσταση. Ας θυμηθούμε την ιστορική εξέ­λιξη των μορφών πάλης που μας έδωσε. Πρώτα οικονομικές α­περγίες των εργατών (1896-1900), υστέρα πολιτικές διαδηλώ­σεις των εργατών και των φοιτητών (1901-1902), αγροτικές τα­ραχές (1902), έναρξη των μαζικών πολιτικών απεργιών σε διά­φορους συνδυασμούς με τις διαδηλώσεις (Ροστόβ 1902, καλοκαιρινές απεργίες 1903, 9 του Γενάρη 1905), πανρωσική πολι­τική απεργία με τοπικές περιπτώσεις αγώνα οδοφραγμάτων (Οκτώβρης 1905), μαζικός αγώνας οδοφραγμάτων και ένοπλη εξέγερση (1905, Δεκέμβρης), κοινοβουλευτική ειρηνική πάλη (Απρίλης-Ιούνης 1906), μερικότερες στρατιωτικές εξεγέρ­σεις (Ιούνης 1905-Ιούλης 1906), μερικότερες αγροτικές εξε­γέρσεις (φθινόπωρο 1905-φθινόπωρο 1906).

Αυτή είναι η κατάσταση κατά το φθινόπωρο του 1906 από την άποψη των μορφών πάλης γενικά. «Απαντητική» μορφή πάλης της απολυταρχίας είναι το μαυροεκατονταρχίτικο πογ­κρόμ, αρχίζοντας από το Κισινιόφ την άνοιξη του 1903 και καταλήγοντας στο Σέντλετς το φθινόπωρο του 1906 [3] . Σε όλη αυτή την περίοδο η οργάνωση του μαυροεκατονταρχίτικου πογκρόμ και της σφαγής των εβραίων, των φοιτητών, των επα­ναστατών, των συνειδητών εργατών όλο και περισσότερο προχωρεί και τελειοποιείται συνενώνοντας τις βιαιοπραγίες των μαυροεκατονταρχίτικων στρατευμάτων με τις βιαιοπραγί­ες του εξαγορασμένου όχλου, φτάνοντας μέχρι τη χρησιμοποί­ηση πυροβολικού στα χωριά και στις πόλεις, συγχωνευόμενη με τις εκκαθαριστικές επιχειρήσεις, τις καταδιωκτικές αμαξο­στοιχίες κτλ.

Αυτό είναι το βασικό φόντο της εικόνας. Στο φόντο αυτό διαγράφεται - αναμφισβήτητα, σαν κάτι το μερικό, το δευτερεύον, το επικουρικό - το φαινόμενο εκείνο, που στη μελέ­τη και την εκτίμησή του είναι αφιερωμένο το άρθρο τούτο. Τι πράγμα είναι το φαινόμενο αυτό; ποιες είναι οι μορφές του; οι αιτίες του; ο χρόνος εμφάνισης και ο βαθμός εξάπλωσής του; η σημασία του στη γενική πορεία της επανάστασης; η σχέση του προς την πάλη της εργατικής τάξης, που την οργανώνει και την καθοδηγεί η σοσιαλδημοκρατία; Αυτά είναι τα ζητή­ματα, στα όποια πρέπει τώρα να περάσουμε, αφού δώσαμε το διάγραμμα του γενικού φόντου της εικόνας.

Το φαινόμενο που μας ενδιαφέρει είναι η ένοπλη πάλη. Την πάλη αυτή την διεξάγουν μεμονωμένα άτομα και μικρές ομά­δες ατόμων. Ένα μέρος από τα άτομα αυτά ανήκουν στις επα­ναστατικές οργανώσεις, ένα άλλο μέρος (σε μερικές περιοχές της Ρωσίας το μεγαλύτερο μέρος) δεν ανήκουν σε καμιά επα­ναστατική οργάνωση.

Η ένοπλη πάλη επιδιώκει δυο διαφορε­ τικούς σκοπούς, που είναι ανάγκη να ξεχωρίζουμε αυστηρά τον ένα από τον άλλο. Συγκεκριμένα η πάλη αυτή αποβλέπει πρώ­το, στην εξόντωση ορισμένων ατόμων, διοικητών και ανδρών της στρατιωτικής-αστυνομικής υπηρεσίας. Δεύτερο, στην κα­τάσχεση χρημάτων τόσο της κυβέρνησης, όσο και ιδιωτών. Ένα μέρος από τα χρήματα που κατάσχονται πηγαίνει στο κόμμα, άλλο μέρος πηγαίνει ειδικά για τον εξοπλισμό και την προετοιμασία της εξέγερσης και άλλο για τη συντήρηση των προσώπων που διεξάγουν την πάλη για την οποία μιλάμε. Οι μεγάλες απαλλοτριώσεις (του Καυκάσου σε ποσό πάνω από 200 χιλ. ρούβλια, της Μόσχας 875 χιλ. ρούβλια) [4] περιέρχονταν ακριβώς στα επαναστατικά κόμματα κατά πρώτο λόγο, ενώ οι μικρές απαλλοτριώσεις χρησιμοποιούνται πριν απ' όλα, και κάποτε ολοκληρωτικά για τη συντήρηση των «απαλλοτριωτών». Η μορφή αυτή πάλης πήρε αναμφισβήτητα πλατιά α­νάπτυξη και εξάπλωση μόλις το 1906, δηλαδή υστέρα από την εξέγερση του Δεκέμβρη. Η όξυνση της πολιτικής κρίσης ως το βαθμό της ένοπλης πάλης και ιδιαίτερα η αύξηση της ανέ­χειας, της πείνας και της ανεργίας στα χωριά και στις πόλεις έπαιξαν μεγάλο ρόλο ανάμεσα στις αιτίες που προκάλεσαν την πάλη που περιγράφουμε.

Τη μορφή αυτή πάλης την ανα­γνώρισαν σαν κύρια ή ακόμα και σαν αποκλειστική μορφή κοι­νωνικής πάλης τα αλήτικα στοιχεία του πληθυσμού, οι λούμπεν και οι αναρχικές ομάδες. Σαν «απαντητική» μορφή πά­λης από την πλευρά της απολυταρχίας πρέπει να βλέπουμε το στρατιωτικό νόμο, την επιστράτευση νέων στρατευμάτων, τα μαυροεκατονταρχίτικα πογκρόμ (Σέντλετς), τα έκτακτα στρατοδικεία.

III. Η συνηθισμένη εκτίμηση της πάλης που εξετάζουμε συνο­ψίζεται στα έξης: πρόκειται για αναρχισμό, για μπλανκισμό [5] , για την παλιά τρομοκρατία, για ενέργειες μεμονωμένων ατό­μων, ξεκομμένων από τις μάζες, ενέργειες που διαφθείρουν τους εργάτες, απωθούν απ' αυτούς τα πλατιά στρώματα του πληθυσμού, αποδιοργανώνουν το κίνημα, ζημιώνουν την επα­νάσταση. Παραδείγματα, που να επιβεβαιώνουν την εκτίμηση αύτη, μπορούν να βρεθούν εύκολα από τα γεγονότα που ανα­γράφονται καθημερινά στις εφημερίδες.

Μα είναι πειστικά τα παραδείγματα αυτά; Για να το ελέγ­ξουμε αυτό ας πάρουμε την περιοχή όπου είναι περισσότερο α­ναπτυγμένη η μορφή πάλης που εξετάζουμε: την περιοχή της Λετονίας. Να τι παράπονα έχει για τη δράση της σοσιαλδη­μοκρατίας της Λετονίας η εφημερίδα «Νόβογε Βρέμια» (9 και 12 Σεπτέμβρη). Το Σοσιαλδημοκρατικό Εργατικό Κόμμα της Λετονίας (τμήμα του ΣΔΕΚΡ) εκδίδει τακτικά σε 30.000 φύλλα την εφημερίδα του. Σε ειδική στήλη δημοσιεύονται οι κατάλογοι των χαφιέδων, που η εξόντωση τους είναι υποχρέω­ση κάθε τίμιου ανθρώπου. Οι συνεργάτες της αστυνομίας κη­ρύσσονται «εχθροί της επανάστασης» και τιμωρούνται με την ποινή του θανάτου και με κατάσχεση της περιουσίας τους. Χρήματα για το σοσιαλδημοκρατικό κόμμα ο πληθυσμός υπο­χρεώνεται να δίνει μόνο εφόσον του παρουσιάζουν σφραγι­σμένη απόδειξη. Στον τελευταίο απολογισμό του κόμματος σημειώνεται ότι από τις 48.000 ρούβλια έσοδα το χρόνο, τις 5.600 ρούβλια, που προέρχονται από απαλλοτριώσεις τις έχει προσφέρει το τμήμα της Λιμπάβας για όπλα. Η «Νόβογε Βρέμια» λυσσομανάει, βέβαια, ενάντια σ' αυτή την «επανα­στατική νομοθεσία», σ' αυτή τη «φοβερή κυβέρνηση».

Κανείς δεν θα τολμήσει να ονομάσει αναρχισμό, μπλανκι­σμό, τρομοκρατία τη δράση αυτή των Λετονών σοσιαλδη­μοκρατών. Άλλα γιατί; Γιατί εδώ είναι ξεκάθαρη η σχέση της νέας μορφής πάλης με την εξέγερση που έγινε το Δεκέμβρη και που ωριμάζει ξανά. Στην περίπτωση ολόκληρης της Ρωσί­ας η σχέση αυτή δεν φαίνεται τόσο καθαρά, όμως υπάρχει. Η εξάπλωση της «παρτιζάνικης» πάλης υστέρα ακριβώς από το Δεκέμβρη, η σχέση της με την όξυνση όχι μόνο της οικονο­μικής, αλλά και της πολιτικής κρίσης είναι πράγματα αναμ­φισβήτητα. Η παλιά ρωσική τρομοκρατία ήταν δουλειά του διανοούμενου συνωμότη, σήμερα την παρτιζάνικη πάλη τη διεξάγει, κατά γενικό κανόνα, ο οργανωμένος σε μια μαχητική ομάδα εργάτης ή απλώς ο άνεργος εργάτης. Ο μπλανκισμός και ο αναρχισμός έρχονται εύκολα στο μυαλό των ανθρώπων που έχουν την τάση να σκέπτονται στερεότυπα, μα στις συν­θήκες της εξέγερσης, που είναι τόσο ξεκάθαρες στην περιοχή της Λετονίας, η ακαταλληλότητα των αποστηθισμένων αυτών τύπων χτυπάει στο μάτι.

Στο παράδειγμα των Λετονών φαίνεται ξεκάθαρα ότι είναι εντελώς λαθεμένη, αντιεπιστημονική, αντιιστορική η τόσο συ­νηθισμένη στη χώρα μας εξέταση του παρτιζάνικου πολέμου ανεξάρτητα από τις συνθήκες της εξέγερσης. Πρέπει να πάρουμε υπόψη τις συνθήκες αυτές, να σκεφτούμε τις ιδιομορφί­ες της περιόδου που μεσολαβεί ανάμεσα στις μεγάλες εκδηλώ­σεις της εξέγερσης, πρέπει να καταλάβουμε ποιες μορφές πά­λης γεννιούνται στο διάστημα αυτό αναπόφευκτα, και όχι να ξοφλάμε με μια αποστηθισμένη επιλογή λέξεων, που είναι ί­διες και για τον καντέτο και για τον νοβοβρεμενίτη: αναρχι­σμός, ληστεία, αλητεία!

Λένε: η παρτιζάνικη δράση αποδιοργανώνει τη δουλειά μας. Ας εξετάσουμε το συλλογισμό αυτό σε σχέση με τις συνθή­κες που δημιουργήθηκαν μετά το Δεκέμβρη του 1905, σε σχέ­ση με την εποχή των μαυροεκατονταρχίτικων πογκρόμ και του στρατιωτικού νόμου. Τι αποδιοργανώνει περισσότερο το κί­νημα σε μια τέτοια εποχή: η έλλειψη αντίστασης ή η οργανω­μένη παρτιζάνικη πάλη; Συγκρίνετε την κεντρική Ρωσία με τις δυτικές ακρινές περιοχές της, με την Πολωνία και την περιο­χή της Λετονίας. Είναι αναμφισβήτητο ότι η παρτιζάνικη πά­λη είναι ευρύτερα διαδομένη και περισσότερο αναπτυγμένη στις δυτικές περιοχές. Και είναι επίσης αναμφισβήτητο ότι το επαναστατικό κίνημα γενικά, το σοσιαλδημοκρατικό κίνημα ειδικότερα είναι περισσότερο αποδιοργανωμένο στην κεντρική Ρωσία, παρά στις δυτικές ακρινές περιοχές της. Βέβαια ούτε καν σκεφτόμαστε να βγάλουμε από δω το συμπέρασμα ότι το πολωνικό και το λετονικό σοσιαλδημοκρατικό κίνημα είναι λιγότερο αποδιοργανωμένα εξαιτίας του παρτιζάνικου πολέμου. Όχι. Από δω βγαίνει μόνο ότι δεν φταίει ο παρτιζάνικος πό­λεμος για την αποδιοργάνωση του σοσιαλδημοκρατικού εργατικού κινήματος στη Ρωσία του 1906.

Στο σημείο αυτό επικαλούνται συχνά την ιδιομορφία των εθνικών συνθηκών. Μα η επίκληση αυτή προδίνει πολύ καθα­ρά την αδυναμία της χρησιμοποιούμενης επιχειρηματολογίας. Αν είναι ζήτημα εθνικών συνθηκών, σημαίνει ότι δεν πρόκει­ται εδώ για αναρχισμό, μπλανκισμό, τρομοκρατία -αμαρτίες πανρωσικές και μάλιστα ειδικά ρωσικές- μα για κάτι άλλο. Εξετάστε συγκεκριμένα αυτό το κάτι άλλο, κύριοι! Θα δείτε τό­τε ότι η εθνική καταπίεση ή ο εθνικός ανταγωνισμός δεν εξη­γούν τίποτε, γιατί αυτά υπήρχαν πάντα στις δυτικές ακρινές περιοχές, ενώ την παρτιζάνικη πάλη την γέννησε μόνο η δο­σμένη ιστορική περίοδος. Υπάρχουν πολλά μέρη, όπου έχου­με εθνική καταπίεση και εθνικό ανταγωνισμό, μα δεν έχουμε παρτιζάνικη πάλη, που αναπτύσσεται κάποτε χωρίς να υπάρ­χει καμιά εθνική καταπίεση. Η συγκεκριμένη εξέταση του ζητήματος θα μας δείξει ότι το ζήτημα δεν βρίσκεται στην ε­θνική καταπίεση, αλλά στις συνθήκες που προκαλούν την εξέ­γερση. Η παρτιζάνικη πάλη είναι αναπόφευκτη μορφή πάλης σε μια περίοδο που το μαζικό κίνημα έχει πια φτάσει ουσια­στικά ως την εξέγερση και που δημιουργούνται λίγο-πολύ μεγάλα χρονικά διαστήματα ανάμεσα στις «μεγάλες συγκρού­σεις» του εμφυλίου πολέμου.

Το κίνημα δεν το αποδιοργανώνει η παρτιζάνικη δράση, μα η αδυναμία του κόμματος, που δεν μπορεί να πάρει στα χέρια του τη δράση αυτή. Να γιατί τα συνηθισμένα σε μας, τους ρώ­σους, αναθεματίσματα ενάντια στις παρτιζάνικες εκδηλώσεις συνδέονται με τις κρυφές, συμπτωματικές, ανοργάνωτες παρτι­ζάνικες ενέργειες που πραγματικά αποδιοργανώνουν το κόμμα. Ανίσχυροι να καταλάβουμε ποιες ιστορικές συνθήκες προκα­λούν την πάλη αυτή, είμαστε ανίσχυροι και να παραλύσουμε τις άσχημες πλευρές της. Και παρ' όλα αυτά η πάλη διεξάγεται. Την προκαλούν ισχυρές οικονομικές και πολιτικές αίτιες. Ε­μείς δεν έχουμε τη δύναμη να εξαλείψουμε τις αιτίες αυτές και να εξαλείψουμε αυτή την πάλη. Τα παράπονά μας ενάντια στην παρτιζάνικη πάλη, είναι παράπονα ενάντια στην κομματι­κή μας αδυναμία στο ζήτημα της εξέγερσης.

Όσα είπαμε για την αποδιοργάνωση αφορούν και την ηθική κατάπτωση. Ο παρτιζάνικος πόλεμος δεν φέρνει την ηθική αυτή κατάπτωση, αλλά η ανοργανωσιά, η αταξία, η ακομματικότητα των παρτιζάνικων εκδηλώσεων. Απ' αυτήν την ολότε­ λα αναμφισβήτητη ηθική κατάπτωση δεν μας γλιτώνουν ούτε κατ' ελάχιστο οι επικρίσεις και οι κατάρες κατά των παρτιζάνικων εκδηλώσεων, γιατί αυτές οι επικρίσεις και οι κατάρες είναι τελείως ανίσχυρες να σταματήσουν ένα φαινόμενο που προκαλείται από βαθιές οικονομικές και πολιτικές αιτίες. Θα μας αντιτείνουν: αν είμαστε ανίσχυροι να σταματήσουμε ένα αντικανονικό και αποσυνθετικό φαινόμενο, αυτό δεν είναι δικαιολογία για να περάσει το κόμμα σε αντικανονικά και αποσυνθετικά μέσα πάλης. Μια τέτοια όμως αντίρρηση θα ήταν πια καθαρά φιλελευθεροαστική, και όχι μαρξιστική αντίρρηση, γιατί ο μαρξιστής δεν μπορεί να θεωρεί γενικά τον εμφύλιο πό­λεμο ή τον παρτιζάνικο πόλεμο, που είναι μια από τις μορφές του, σαν αντικανονικό και αποσυνθετικό φαινόμενο.

Ο μαρ­ξιστής στηρίζεται πάνω στη βάση της ταξικής πάλης και όχι της κοινωνικής ειρήνης. Σε ορισμένες περιόδους οξύτατων οι­κονομικών και πολιτικών κρίσεων η ταξική πάλη αναπτύσσε­ται τόσο που φτάνει ως τον ανοιχτό εμφύλιο πόλεμο, δηλαδή ως την ένοπλη πάλη ανάμεσα σε δυο μερίδες του λαού. Σε τέτοιες περιόδους ο μαρξιστής είναι υποχρεωμένος να υποστηρί­ζει την άποψη του εμφυλίου πολέμου. Κάθε ηθική καταδίκη του πολέμου αυτού είναι εντελώς απαράδεκτη από μαρξιστική άποψη.

Την εποχή του εμφυλίου πολέμου ιδανικό του κόμματος του προλεταριάτου είναι το μαχόμενο κόμμα. Αυτό είναι απόλυτα αδιαφιλονίκητο. Δεχόμαστε πέρα για πέρα ότι από την άποψη του εμφυλίου πολέμου μπορεί κανείς να αποδείχνει και να α­ποδείξει ότι είναι άσκοπες τούτες ή εκείνες οι μορφές εμφυ­λίου πολέμου στην άλφα ή βήτα στιγμή. Παραδεχόμαστε πέρα για πέρα την κριτική των διαφόρων μορφών εμφυλίου πολέμου από την άποψη της στρατιωτικής σκοπιμότητας και συμφωνού­με αναντίρρητα ότι τον τελευταίο λόγο σ' αυτό το ζήτημα τον έχουν οι σοσιαλδημοκράτες που κάνουν την πρακτική δουλειά σε κάθε ιδιαίτερη περιοχή. Εν ονόματι όμως των αρχών του μαρξισμού απαιτούμε κατηγορηματικά να μη ξεφεύγου­με από την ανάλυση των συνθηκών του εμφύλιου πολέμου, με χιλιοειπωμένες και στερεότυπες φράσεις για αναρχισμό, μπλανκισμό, τρομοκρατία, να μην προβάλλονται οι άστοχες μέθοδοι παρτιζάνικης δράσης, που χρησιμοποιήθηκαν από την τάδε πεπεσική οργάνωση [6] στην τάδε περίοδο, σαν σκιάχ­τρο στο ζήτημα της ίδιας της συμμετοχής της σοσιαλδημο­κρατίας στον παρτιζάνικο πόλεμο γενικά.

Τους ισχυρισμούς ότι ο παρτιζάνικος πόλεμος αποδιοργανώνει το κίνημα πρέπει να τους βλέπουμε κριτικά. Κάθε νέα μορφή πάλης, συνδεμένη με νέους κινδύνους και νέες θυσίες, «αποδιοργανώνει» αναπόφευκτα τις οργανώσεις που δεν έχουν προετοιμαστεί γι' αυτή τη νέα μορφή πάλης. Τους παλιούς μας ομίλους προπαγανδιστών τους αποδιοργάνωνε το πέρασμα στη ζύμωση. Τις επιτροπές μας τις αποδιοργάνωνε σε συνέχεια το πέρασμα στις διαδηλώσεις. Κάθε πολεμική επιχείρηση σ' έ­να οποιοδήποτε πόλεμο προκαλεί μια ορισμένη αποδιοργάνω­ση στις γραμμές των μαχόμενων. Από δω δεν μπορούμε να συμπεράνουμε ότι δεν πρέπει να πολεμάμε. Από δω πρέπει να συμπεράνουμε ότι πρέπει να μάθουμε να πολεμάμε. Τίποτε πε­ρισσότερο.

Όταν βλέπω σοσιαλδημοκράτες να δηλώνουν με υπεροψία και αυτοϊκανοποίηση: εμείς δεν είμαστε αναρχικοί, δεν είμαστε κλέφτες, δεν είμαστε ληστές, εμείς είμαστε ανώτεροι απ' αυτά, εμείς αποδοκιμάζουμε τον παρτιζάνικο πόλεμο, τό­τε αναρωτιέμαι: καταλαβαίνουν μήπως οι άνθρωποι αυτοί τι λένε; Σ' ολόκληρη τη χώρα γίνονται ένοπλες συγκρούσεις και συμπλοκές της μαυροεκατονταρχίτικης κυβέρνησης με τον πληθυσμό. Το φαινόμενο αυτό είναι εντελώς αναπόφευκτο σε τούτη τη βαθμίδα εξέλιξης της επανάστασης. Ο πληθυσμός αυθόρμητα, ανοργάνωτα -και γι' αυτό ακριβώς συχνά με απο­τυχημένες και άσχημες μορφές- αντιδρά στο φαινόμενο αυ­τό επίσης με ένοπλες συγκρούσεις και επιθέσεις. Καταλαβαί­νω ότι, επειδή η οργάνωσή μας είναι αδύνατη και απροετοί­μαστη, εμείς μπορούμε ν' αρνηθούμε σε μια ορισμένη περιφέ­ρεια και σε μια ορισμένη στιγμή ν' αναλάβουμε την κομμα­τική καθοδήγηση της αυθόρμητης αυτής πάλης.

Καταλαβαίνω ότι το ζήτημα αυτό οφείλουν να το λύσουν τα τοπικά στελέ­χη, ότι δεν είναι εύκολο πράγμα η αναδιοργάνωση των αδύνα­των και απροετοίμαστων οργανώσεων. Όταν όμως βλέπω ένα θεωρητικό ή ένα δημοσιολόγο της σοσιαλδημοκρατίας να μην αισθάνεται λύπη γι' αυτή την έλλειψη προετοιμασίας, αλλά να αυτοϊκανοποίεται υπεροπτικά και να επαναλαμβάνει με ναρ­κισσισμό και θαυμασμό φράσεις, για αναρχισμό, μπλανκισμό και τρομοκρατία, που τις έχει αποστηθίσει από τα μικρά του χρόνια, τότε νοιώθω τον εαυτό μου προσβεβλημένο για τον ε­ξευτελισμό που υφίσταται η πιο επαναστατική στον κόσμο θεωρία.


Λένε: ο παρτιζάνικος πόλεμος φέρνει το συνειδητό προλε­ταριάτο κοντά στους ξεπεσμένους μεθύστακες, στους αλήτες. Αυτό είναι σωστό. Μα από 'δω βγαίνει μόνο ότι το κόμμα του προλεταριάτου δεν μπορεί ποτέ να θεωρεί τον παρτιζάνικο πό­λεμο σαν μοναδικό ή ακόμη σαν κύριο μέσο πάλης? ότι το μέσο αυτό πρέπει να υποτάσσεται σε άλλα, πρέπει να εναρμο­νίζεται με τα κύρια μέσα πάλης, να εξευγενίζεται με τη διαφωτιστική και οργανωτική επίδραση του σοσιαλισμού. Ενώ χωρίς αυτόν τον τελευταίο όρο όλα, κυριολεκτικά όλα τα μέσα πάλης στην αστική κοινωνία φέρνουν το προλεταριάτο κον­τά στα διάφορα μη προλεταριακά στρώματα που στέκουν πά­νω ή κάτω απ' αυτό και, αν αφεθούν στη διάθεση της αυθόρμητης πορείας των πραγμάτων, κουρελιάζονται, εκφυλίζονται, εκπορνεύονται. Οι απεργίες που αφήνονται στη διάθεση της αυθόρμητης πορείας των πραγμάτων, εκφυλίζονται σε «Alliances»-συμφωνί­ες των εργατών με τ' αφεντικά σε βάρος των καταναλωτών. Το κοινοβούλιο εκφυλίζεται σε οίκο ανοχής, όπου η συμμορία των αστών πολιτικάντηδων εμπορεύεται χονδρικά και λιανικά τη «λαϊκή ελευθερία», το «φιλελευθερισμό», τη «δημοκρατία», το ρεπουμπλικανισμό, τον αντικληρικαλισμό, το σοσιαλισμό και όλα τα άλλα εμπορεύματα που έχουν πέραση. Η εφημε­ρίδα εκφυλίζεται σε κοινό προαγωγό, σε όργανο διαφθοράς των μαζών, χοντροκομμένης κολακείας των ταπεινών ενστίκτων του όχλου κτλ.κτλ. Για τη σοσιαλδημοκρατία δεν υπάρ­χουν καθολικά μέσα πάλης, τέτοια, που θα χώριζαν το προ­λεταριάτο με σινικά τείχη από τα στρώματα που στέκουν λίγο παραπάνω ή λίγο παρακάτω απ' αυτό. Η σοσιαλδημοκρατία σε διαφορετικές εποχές χρησιμοποιεί διαφορετικά μέσα, εξαρ­τώντας πάντα τη χρησιμοποίησή τους από αυστηρά καθορισμέ­νους ιδεολογικούς και οργανωτικούς όρους [7] .

IV. Οι μορφές πάλης στη ρωσική επανάσταση διακρίνονται για την τεράστια ποικιλία τους σε σύγκριση με τις αστικές επα­ναστάσεις της Ευρώπης. Ο Κάουτσκι το πρόβλεψε αυτό ως ένα σημείο, λέγοντας το 1902 ότι μελλοντική επανάσταση (εδώ πρόσθετε: με εξαίρεση ίσως τη Ρωσία) θα είναι όχι τόσο πάλη του λάου ενάντια στην κυβέρνηση, όσο πάλη ανάμεσα σε δυο μερίδες του λαού. Στη Ρωσία βλέπουμε, αναμφισβήτη­τα, μια πλατύτερη ανάπτυξη αυτής της δεύτερης πάλης, παρά στις αστικές επαναστάσεις της Δύσης. Οι εχθροί της επανά­στασής μας από το περιβάλλον του λαού είναι λιγοστοί, με την όξυνση όμως της πάλης οργανώνονται όλο και περισσό­τερο και υποστηρίζονται από τα αντιδραστικά στρώματα της αστικής τάξης. Γι' αυτό είναι εντελώς φυσικό και αναπόφευ­κτο, ότι σε μια τέτοια εποχή, στην εποχή των παλλαϊκών πο­λιτικών απεργιών, η εξέγερση να μην μπορέσει να πάρει την παλιά μορφή των μεμονωμένων εκδηλώσεων, περιορισμένων μέσα σε πολύ στενά χρονικά όρια και σε πολύ μικρό χώρο. Εί­ναι εντελώς φυσικό και αναπόφευκτο, η εξέγερση να αποκτά ανώτερες και πιο σύνθετες μορφές μακρόχρονου εμφύλιου πολέμου που αγκαλιάζει όλη τη χώρα, δηλαδή ένοπλης πά­λης ανάμεσα σε δυο μερίδες του λαού.

Έναν τέτοιο πόλεμο δεν μπορούμε να τον φανταστούμε αλλιώς, παρά σαν μια σειρά από λίγες μεγάλες συγκρούσεις, που ανάμεσά τους μεσολα­βούν σχετικά μεγάλα χρονικά διαστήματα και σαν ένα πλήθος μικροσυμπλοκών που γίνονται στη διάρκεια αυτών των χρονι­κών διαστημάτων. Και μια που έτσι είναι τα πράγματα -και αναμφισβήτητα έτσι είναι- η σοσιαλδημοκρατία πρέπει εξάπαντος να βάλει σαν καθήκον της τη δημιουργία τέτοιων ορ­γανώσεων που θα ήταν στον ανώτερο βαθμό ικανές να καθο­δηγούν τις μάζες και σ' αυτές τις μεγάλες συγκρούσεις και, κατά το δυνατό, σ' αυτές τις μικροσυμπλοκές. Η σοσιαλδη­μοκρατία την εποχή που η πάλη των τάξεων οξύνθηκε και έ­φθασε ως τον εμφύλιο πόλεμο πρέπει να βάλει σαν καθήκον της όχι απλώς να πάρει μέρος, αλλά και να παίξει καθοδηγη­τικό ρόλο σ' αυτόν τον εμφύλιο πόλεμο. Η σοσιαλδημοκρατία πρέπει να διαπαιδαγωγεί και να προετοιμάζει τις οργανώσεις της έτσι, που να δρουν πραγματικά σαν εμπόλεμο μέρος, που δεν αφήνει να περάσει καμιά ευκαιρία χωρίς να προξενήσει απώλειες στις δυνάμεις του αντιπάλου.

Αυτό είναι δύσκολο καθήκον, συζήτηση δεν χρειάζεται. Δεν μπορεί να πραγματοποιηθεί αμέσως. Όπως στην πορεία του εμφύλιου πολέμου αναδιαπαιδαγωγείται και μαθαίνει να αγω­νίζεται ολόκληρος ο λαός, έτσι και οι οργανώσεις μας πρέ­πει να διαπαιδαγωγηθούν, πρέπει να ανασυγκροτηθούν με βά­ση τα δεδομένα της πείρας για να ανταποκριθούν πέρα για πέ­ρα σ' αυτό το καθήκον.

Δεν έχουμε ούτε την παραμικρή αξίωση να επιβάλουμε στα στελέχη της πρακτικής δουλειάς μια οποιαδήποτε επινοημέ­νη μορφή πάλης, ή ακόμη να λύνουμε από το γραφείο το ζή­τημα του ρόλου αυτών ή εκείνων των μορφών του παρτιζάνικου πολέμου στη γενική πορεία του εμφύλιου πολέμου στη Ρωσία. Μακριά από μας η σκέψη να θεωρούμε ότι η συγκεκρι­μένη εκτίμηση αυτών ή εκείνων των παρτιζάνικων εκδηλώσεων είναι ζήτημα κατεύθυνσης μέσα στη σοσιαλδημοκρατία. Θεωρούμε όμως καθήκον μας να βοηθήσουμε στο μέτρο των δυνάμεων μας στη σωστή θεωρητική εκτίμηση των νέων μορ­φών πάλης που προβάλλει η ζωή, να καταπολεμούμε αμείλι­κτα τα καλούπια και τις προλήψεις που εμποδίζουν τους συ­νειδητούς εργάτες να τοποθετήσουν σωστά το καινούργιο και δύσκολο ζήτημα, να βρουν το σωστό δρόμο για τη λύση του.


[1] Αναδημοσιεύεται από το Β. Ι. Λενιν, Άπαντα, τ. 14, Έκδοση 5η, Αθήνα: Σύγχρονη Εποχή, 1991, σσ. 1-12. Το πρωτότυπο ρωσικό κείμενο δημοσιεύτηκε στις 30.9.1906 στην εφημερίδα Προλετάρι , αρ.φυλ. 5. Με την ένδειξη ΣτΕ. διατηρήσαμε ορισμένες από τις σημειώσεις των Επιμελητών των Απάντων του Λένιν. Οι χωρίς ένδειξη υποσημειώσεις είναι του ίδιου του συγγραφέα. Εκφράζουμε τις ευχαριστίες μας προς τις εκδόσεις Σύγχρονη Εποχή.
[2] Βλ. Άπαντα , 5η εκδ., τόμ. 13ος, σ. 369. (Υποσημείωση ελληνικής έκδοσης Απάντων του Λένιν).
[3] Το πογκρόμ τον Κισινιόφ - ήταν ένα από τα πιο αιματηρά πογκρόμ ενάντια στους εβραίους της τσαρικής Ρωσίας, που οργανώθηκε από τον τσαρικό υπουργό των Εσωτερικών Β. Κ. Πλέβε τον Απρίλη του 1903. Στο πογκρόμ σκοτώθηκαν και τραυματίστηκαν κάμποσες εκατοντάδες άτομα, καταστράφηκαν και λεηλατήθηκαν πάνω από χίλια διαμερίσματα.
Το εβραϊκό πογκρόμ του Σέντλετς οργανώθηκε στα τέλη του Αυγού­στου 1906. Τον καιρό του πογκρόμ η πόλη βομβαρδίστηκε με πυροβολικό και βλήθηκε με όπλα πεζικού· σκοτώθηκαν και τραυματίστηκαν' εκατοντάδες άνθρωποι. (ΣτΕ).
[4] Η απαλλοτρίωση του Καυκάσου έγινε στην πόλη Ντουσέτ του κυβερ­νείου Τιφλίδας. Τη νύχτα προς τις 13 (26) του Απρίλη 1906 έξι οπλι­σμένα άτομα, ντυμένα με στολή στρατιώτη του συντάγματος πεζικού Νοβομπαγιάζετσκι που στάθμευε στη Ντουσέτ και προσποιούμενα τη φρουρά εισχώρησαν στο τοπικό ταμείο κι άρπαξαν 315 χιλιάδες ρού­βλια.
Η απαλλοτρίωση της Μόσχας έγινε από εσέρους στις 7 (20) του Μάη 1906 στην τράπεζα της εμπορικής εταιρίας αμοιβαίας πίστης. Μια ομάδα από 20 περίπου οπλισμένα άτομα αφόπλισε τη φρουρά της τρά­πεζας και απαλλοτρίωσε 875 χιλιάδες ρούβλια (ΣτΕ).
[5] Μπλανκισμός: ρεύμα μέσα στο γαλλικό σοσιαλιστικό κίνημα, που επι­κεφαλής του ήταν ο διάσημος επαναστάτης κι επιφανής εκπρόσωπος του γαλλικού ουτοπικού κομμουνισμού Λουί-Ογκύστ Μπλανκί (1805-1881). Οι μπλανκιστές περίμεναν «την απαλλαγή της ανθρωπότη­τας από τη μισθωτή σκλαβιά όχι με την ταξική πάλη του προλεταριά­του, αλλά με τη συνωμοσία μιας μικρής μειοψηφίας διανοουμένων» (Β. Ι. Λένιν. Άπαντα , 5η εκδ., τόμ. 13ος, σ. 77). Οι μπλανκιστές υποκα­θιστώντας τη δράση του επαναστατικού κόμματος με τις ενέργειες μιας μυστικής δράκας συνωμοτών, δεν έπαιρναν υπόψη τη συγκεκριμένη κατάσταση που είναι απαραίτητη για τη νίκη της εξέγερσης και περι­φρονούσαν τη σύνδεση με τις μάζες (ΣτΕ).
[6] ΠΠΣ -- Πολωνικό σοσιαλιστικό κόμμα (Polska Partia Socjalistyczna) -- ρεφορμιστικό εθνικιστικό κόμμα που ιδρύθηκε το 1892. Το ΠΠΣ, πα­λεύοντας κάτω από το σύνθημα της ανεξαρτησίας της Πολωνίας, με την καθοδήγηση του Πιλσούδσκι και των οπαδών του, έκανε χωριστική, εθνικιστική προπαγάνδα ανάμεσα στους πολωνούς εργάτες και προσπα­θούσε να τους αποτραβήξει από την κοινή πάλη με τους ρώσους εργά­τες ενάντια στην απολυταρχία και στον καπιταλισμό.
Σ' όλη την ιστορία του ΠΠΣ, χάρη στην επίδραση των απλών εργα­τών, εμφανίζονταν μέσα στο κόμμα αριστερές ομάδες. Ορισμένες απ' αυτές προσχώρησαν αργότερα στην επαναστατική πτέρυγα του πολωνικού εργατικού κινήματος (ΣτΕ). [7] Συχνά κατηγορούν τους μπολσεβίκους σοσιαλδημοκράτες για απερίσκε­πτα μεροληπτική στάση απέναντι στις παρτιζάνικες εκδηλώσεις. Γι' αυτό δεν είναι περιττό να υπενθυμίσουμε ότι στο σχέδιο απόφασης για τις παρτιζάνι­κες ενέργειες («Παρτίνιγε Ίσβεστιγια» αρ. φύλλου 2 και έκθεση του Λένιν για το συνέδριο) η μερίδα των μπολσεβίκων που τις υποστηρίζει πρότεινε τους παρακάτω όρους αναγνώρισής τους: «κατασχέσεις» ιδιωτικής περιουσί­ας δεν επιτρέπονταν καθόλου· «κατασχέσεις» δημόσιας περιουσίας δεν συνιστούνταν, αλλά επιτρέπονταν μόνο υπό τον όρο του κομματικού έλεγχου και της διάθεσης των χρημάτων για τις ανάγκες της εξέγερσης. Παρτιζάνικες ενέργειες με τη μορφή της τρομοκρατίας συνιστούνταν ενάντια στους κυβερνητικούς δήμιους και τους δραστήριους μαυροεκατονταρχίτες, αλλά με τους ορούς: 1) να παίρνονται υπόψη οι διαθέσεις των πλατιών μαζών· 2) να παίρνονται υπό­ψη οι συνθήκες του εργατικού κινήματος της οικείας περιφέρειας· 3) να κατα­βάλλεται φροντίδα ώστε να μη σπαταλούνται άσκοπα οι δυνάμεις του προλε­ταριάτου. Η πρακτική διαφορά της απόφασης που πάρθηκε στο Ενωτικό Συνέδριο από το σχέδιο αυτό βρίσκεται αποκλειστικά στο ότι δεν επιτρέπον­ται οι «κατασχέσεις» της δημόσιας περιουσίας.

Πηγή : Πράξις/Θέσεις

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου