Τρίτη, 22 Μαΐου 2012

Η αισθητική της πολιτικής

Έγραψε μια πολύ ωραία φράση για τον Μπαντιού προχθές ο παραναγνώστης, που μετέφρασε εκ νέου το "Ο ρατσισμός των διανοουμένων" που μεταφράσαμε εδώ. Είπε πως το μετέφρασε ξανά ίσως για να μην χαθεί "η καλλιεπής τραχύτητα" του κειμένου. Διαβάζοντας τη φράση σκέφτομαι αναπόφευκτα για το ζήτημα της αισθητικής και της πολιτικής, σε προσωπική, βιωματική βάση. Σκέφτομαι πως πριν κάποια χρόνια μπήκα στην πολιτική --στην σκέψη για την πολιτική-- από την αισθητική -- την μαρξιστική κριτική της αισθητικής, βέβαια. Και σκέφτομαι ότι είναι πάρα πολύ πιθανόν, καθώς περνάει ο καιρός, αυτό να είναι όλο και πιο δυσδιάκριτο, καθώς ό,τι γράφω φέρει όλο και λιγότερο τα σημάδια μιας "αισθητικής" επεξεργασίας, προσφέρει όλο και λιγότερη αισθητική ευχαρίστηση. Υπάρχουν λόγοι για αυτό, και είναι αξεχώριστα πολιτικοί και αισθητικοί.

Αν πάρει κανείς σαν υφολογικό και συνάμα πολιτικό κριτήριο την "καλλιεπή τραχύτητα" του Μπαντιού, αυτή την πάρα πολύ χαρακτηριστική σκληρότητα ή αιχμηρότητα και συνάμα ποιητική οικονομία της γραφής του, αυτό τον συνδυασμό ασκητικής λιτότητας και αφαιρετικής στιβαρότητας, ο ελληνικός πολιτικός λόγος όπως διαμορφώνεται πια όλο και πιο κυρίαρχα στην "αριστερά" μπορεί να καταταχθεί σε δύο ειδών παρεκκλίσεις από αυτό το κριτήριο. Στην Ελλάδα, ο κυρίαρχος αριστερός πολιτικός λόγος είναι είτε "καλλιεπώς μαλθακός" είτε "ακαλαίσθητα τραχύς": είτε φλυαρεί ακατάσχετα με βασικό στόχο την σύγχυση του νου και την συσκότιση των διακυβευομένων, είτε αναλώνεται σε μια συνθηματολογία που είναι λαϊκίστικη με την αυστηρή έννοια ότι προϋποθέτει την τελεσίδικη και ανεπίστρεπτη αποχαύνωση του λαού. 

Αυτό που παραδοσιακά αντιλαμβανόμαστε ως "λεπτοφυή" έκφραση έχει καταλήξει να είναι κάτι σαν φυσικός βιότοπος κάθε είδους στρεψοδικίας και δικολαβικής προαίρεσης, με την "λεπτότητα" της έκφρασης να είναι πια όχι η λεπτότητα ενός ξυραφιού ή ενός χειρουργικού νυστεριού αλλά μάλλον η "λεπτότητα" των "ψιλών γραμμάτων" σε σελίδες για τις παρενέργειες φαρμάκων ή συμβολαίων με ασφαλιστικές εταιρίες: λεπτότητα του ελιγμού και της περιορισμένης ευθύνης, λεπτότητα που καθυπαγορεύει η νομότυπη εξαπάτηση του πελάτη. Διαβάζεις δεκάδες "αριστερά" κείμενα κάθε εβδομάδα που σου δίνουν την αίσθηση ότι μιλάς σε πλασιέ: δεν είναι μόνο ότι η "αισιοδοξία" των προοπτικών και η κολακεία σου ως δυνητικού πελάτη είναι στην ημερήσια διάταξη, είναι και ότι ο συγγραφέας φοράει τη γλώσσα όπως ο πλασιέ τη γραβάτα· φαίνεται δανεική, ένα φτηνό αξεσουάρ που προδίδεται ως προς τις φαινομενικές του συνδηλώσεις από την πυτιρίδα στο πέτο του ή τον λεκέ στο παντελόνι του. Όταν μιλούν σε τέτοια κείμενα για Μαρξ ή Λένιν αισθάνεσαι πως μιλούν για άλλους ικανοποιημένους πελάτες του προς πώλησιν προϊόντος: "εγκεκριμένο από 49 μαχητικούς επαναστάτες." 

Η επαναστατική θεωρία εμφανίζεται ως κτήμα ανθρώπων με καλή προαίρεση, ανθρώπων πρόθυμων να σου εξηγήσουν αναλυτικότατα πώς θα αλλάξουν όλα χωρίς να αλλάξει απολύτως τίποτα, με μια χούφτα καλές ιδέες για το πώς να περιγράψεις την κατάσταση των πραγμάτων. Στη θέση της ρήσης ότι ο σκοπός της μαρξιστικής θεωρίας δεν είναι να ερμηνεύσει τον κόσμο αλλά να τον αλλάξει, έρχεται η υποβολιμιαία αίσθηση ότι σκοπός της καθημερινής παρωδίας της δεν είναι να αλλάξει τον κόσμο αλλά να τον ερμηνεύσει ως ήδη αλλαγμένο. 

Κατά βάση, αυτό το οποίο μπορεί να αλλάξει ευκολότερα, πολύ ευκολότερα από την πραγματικότητα την ίδια, είναι η αντίληψη για αυτήν ("μα, αυτό το παντελόνι σας κάνει κατά πολύ ψηλότερο!") κι έτσι βασικός στόχος της συντριπτικής πλειοψηφίας της "αριστερής θεωρίας" σήμερα είναι η κατάργηση της σκέψης, η κατά φαντασίαν μεταμόρφωση ενός ασφυκτικού κόσμου δια της μαζικής αποβλάκωσης, της μαζικής αυθυποβολής των σχετικά προνομιούχων και σχετικά "μορφωμένων" στρωμάτων ότι αλλάζουν όλα την ώρα που τα πολύ χαμηλά εξαφανίζονται στη σιωπή της κοινωνικής ανυπαρξίας, στους ανεντόπιστους χώρους που όλο και απλώνονται εκτός πολιτικής κοινωνίας. Σήμερα αποτελεί πλέον προαπαιτούμενο για την "κριτική" σκέψη να αναπαράγει την πίστη στις παρθενογεννέσεις ("όλοι θέλουν ριζοσπαστική αριστερά!"), τα θαύματα ("επανάσταση στις κάλπες!") ή στην μεσαιωνική αλχημεία ("γιατί να μην ενώσουμε τον Παπανδρέου με τον Λένιν, ποιος ξέρει άραγε, μπορεί αυτή να είναι η σύνθεση της εποχής!"). Οι απελπισμένοι πελάτες φτιάχνουν τους ταλαντούχους πλασιέ.

Στον αντίποδα, η μπρουτάλ τραχύτητα ("κρεμάλα στους προδότες!" "Με ελικόπτερο θα φύγετε!" "Έξω η κατοχή!") προσαρμόζεται στην κοινοβουλευτική ψευδο-ευπρέπεια με την ίδια ευκολία που οι ακροδεξιοί πλασιέ βιβλίων προσποιούνται τους εμβριθείς πολιτικούς άνδρες και επανενσωματώνονται σε μια ανύπαρκτη "κεντροδεξιά". "Ωριμάζει" κι αυτή με τον τρόπο που ωριμάζουν όλα τα παρόμοια πράγματα: περνώντας από σήψη σε σήψη. Τα όποια τοξικά υπολείμματα αφήνει στο πέρασμά της διοχετεύονται πίσω στους τεράστιας χωρητικότητας αντιδραστήρες της ακροδεξιάς από όπου προήλθαν ούτως ή άλλως, συντείνοντας στον εμπλουτισμό θεωρητικών οπλοστασίων που ως τώρα φυτοζωούσαν με ένα "Αίμα Τιμή Χρυσή Αυγή" ή με τα "Ζιγκ Χάιλ" της βαλκανικής αποσύνθεσης.  

Κοιτάζοντας τις ανακοινώσεις των ταξικών συνδικάτων --λιτές, βασισμένες στην ανεξάλειπτη πραγματικότητα της ωμότητας των ταξικών σχέσεων, τελετουργικά εμποτισμένες από την πίστη στο δίκαιο του αγώνα-- σκέφτομαι πως, εν τη απουσία της "καλλιεπούς τραχύτητας" ως δυνατότητας καν στον ελληνικό δημόσιο λόγο των διανοουμένων μίας χρήσης, η πολιτική τους αισθητική διατηρεί μια ικμάδα σπανίζουσας υγείας: κανένα φτιασίδωμα της φύσης του ταξικού παιχνιδιού πίσω από δανεικές θεωρητικές οικοσκευές από τη μεγάλη αποθήκη του νεκρού λόγου, καμία αποχαλίνωση του μίσους πέρα από τα όρια της έλλογης ταξικής έχθρας για αυτόν που μου στερεί το ζειν.

Στην ιστορία των μορφών λόγου, η ιστοριογραφία νοείται ως μια τεράστια πρόοδος της σκέψης πάνω στην απλή, αφελή χρονικογραφία που προηγήθηκε. Με τον πολιτικό λόγο της αριστεράς σήμερα συμβαίνει το αντίστροφο: η πολυπλοκότητα των θεωρητικών του αναφορών εκφυλίζεται διαρκώς σε προσωπείο του κυνικού δικολαβισμού του. Η διαθέσιμη εναλλακτική του συνίσταται στη φασιστική οπισθοδρόμηση με "αριστερό", και άρα "αυτοδίκαιο" και νομιμοποιητικό πρόσημο. Η "αφελής" γλώσσα των ταξικών συνδικάτων, που μιλούν ακόμα για μισθούς, συμβάσεις, απολύσεις και εταιρικά κέρδη, συρρικνώνοντας τις πολιτικές τους αναφορές σε ένα στερεότυπο "ένας για όλους και όλοι για ένα", μοιάζει ασφαλές καταφύγιο μπροστά στον ορυμαγδό πολιτικής βλακείας που κατακλύζει, με κάθε "επιστημονική" σοβαροφάνεια και με όλο και υστερικότερη επιμονή, τον νοητικό κόσμο των συλλογικά ανοργάνωτων και επί μακρόν μικροαστικοποιημένων Ελλήνων. 

1 σχόλιο:

  1. Έχεις γράψει πολλά κείμενα ωραία, γενικά όλα σου τα κείμενα έχουν μια πολυπρισματικότητα, που τα κάνει ιδιαίτερα και χαρακτηριστικά.
    Ένα που μ’ αρέσει περισσότερο είναι το Κοκτέϊλ-Μολότωφ #86 μιάς και λέμε για Badiou και για καλλιεπή τραχύτητα:

    Σάββατο, 19 Νοεμβρίου 2011
    Κοκτέιλ Μολότωφ # 86

    Ίσως να μην υπάρχει μεγαλύτερο ταμπού για τη σημερινή αριστερά απ' το ταμπού απέναντι στο μίσος, κι ας έγραφε ο Μπένγιαμιν, άνθρωπος υπεράνω πάσης υποψίας σε ό,τι αφορά τον δογματικό φανατισμό, ότι οι σοσιαλδημοκράτες έκαναν τεράστιο κακό στην εργατική τάξη κολακεύοντάς την αρκετά ώστε να ξεχάσει το "μίσος" της και μαζί "το πνεύμα θυσίας" της (θέση XII, Θέσεις για τη φιλοσοφία της ιστορίας). Ο σημερινός αριστερός είναι ένα ευνουχισμένο υποχείριο του "διαλόγου", του "διαλόγου" που πρέπει να γίνεται ακόμα και αν την ίδια στιγμή άνθρωποι πεθαίνουν απ' το κρύο, γιατί, λέει, αυτό είναι ο πολιτικός πολιτισμός. Αυτό σημαίνει στην πράξη η αριστερή "αγάπη" σήμερα: μειλίχια ανοχή στην ισοπέδωση των ανθρώπων για χάρη του "διαλόγου" με τον ισοπεδωτή.

    Ο Μπένγιαμιν όμως ήξερε πάρα πολύ καλά τι έλεγε όταν συνέδεε το ζητούμενο της αγωνιστικής πειθαρχίας της εργατικής τάξης με το μίσος. Γιατί δεν είναι αρκετό να ακολουθήσουμε τον Μπαντιού στην ρήση ότι "αυτός που δεν έχει τίποτα έχει μόνο την πειθαρχία του." Για να έχει έστω αυτή την πειθαρχία πρέπει πρώτα να έχει κάτι που να την στηρίζει. Και αυτό δεν μπορεί να είναι ούτε βέβαια η αγοραία φιλοδοξία που επιτρέπει την αυτοπειθάρχηση του αστού, ούτε όμως κι η αγάπη του για τον κόσμο που τον περιβάλλει, τον κόσμο που τον σπρώχνει στην ανυπαρξία. Αυτός που δεν έχει τίποτα μπορεί να έχει πειθαρχία μόνο αν έχει πρώτα μίσος, μίσος το οποίο τιθασεύει, οργανώνει, οξύνει και επιτείνει με ψυχρότητα ίση με αυτή του ανθρώπου που κοιτάζει την πείνα και την εγκατάλειψη σαν στατιστικό, σαν μια ατυχή επιπλοκή των αγορών, σαν μια παροδική ανωμαλία στην σύγκλιση δεικτών. Γιατί και αυτός ο άνθρωπος, ο πλούσιος άνθρωπος, ή ο άνθρωπος που γλείφει με κάθε κόστος τους πλούσιους ανθρώπους, ή ο άνθρωπος που ναι μεν καταλαβαίνει αλλά δεν θέλει να αλλάξει ποτέ τίποτα, έχουν μίσος. Μισούν τον φτωχό στον ίδιο ακριβώς βαθμό που αγαπούν το κέρδος και το χρήμα• και η πείνα που νομιμοποιούν σε βάρος του είναι η σφραγίδα αυτού του συνάμα ανομολόγητου και ανθρωποκτονικού μίσους.

    Για αυτό και ανερυθρίαστα ομολογώ πως το αναρχικό σύνθημα "μίσος ταξικό" μού φαίνεται εξόχως αρμόζον για την πάστα ανθρώπου που πρέπει να είναι ο κομμουνιστής. Το ταξικό μίσος είναι αυτό που γίνεται εφικτό απ' τη συνείδηση του ότι ο κόσμος είναι χωρισμένος σε τάξεις. Και συνεπώς είναι μίσος που απορρέει τόσο από την ταξική οργάνωση όσο κι απ' την εχθρότητα ενάντια σ' αυτή την οργάνωση. Πώς μπορείς να αγαπήσεις τον άνθρωπο αν δεν μισήσεις με όλο σου το είναι τις τάξεις, τον ταξικό διαχωρισμό, την ταξική διαίρεση που δημιουργεί το αμοιβαίο ταξικό μίσος; Πώς γίνεται να αγαπάς τον άνθρωπο χωρίς να σε ζεσταίνει αυτό το διπλό μίσος: το μίσος εκ μέρους των πρώην ανθρώπων που λέγονται προλετάριοι, το μίσος για ό,τι δημιουργεί την εξουσία που παράγει πρώην ανθρώπους που δεν έχουν τίποτε άλλο στα χέρια τους απ' το μίσος τους;

    ΑπάντησηΔιαγραφή