Κυριακή, 22 Απριλίου 2012

Η λογική του ρεφορμισμού και η απάντηση του επαναστατικού Μαρξισμού σήμερα


Σε μια συνέντευξη που έδωσε στο περιοδικό Marxism Today τον Ιούλη του 1979, ο Νίκος Πουλαντζάς ρωτήθηκε για την άποψή του σχετικά με το γεγονός ότι το κόμμα στο οποίο ανήκε, το λεγόμενο ΚΚΕ Εσωτερικού, υποσκελίστηκε εκλογικά από το "ορθόδοξο Κομμουνιστικό Κόμμα". Το περιοδικό του ζήτησε να αναλύσει τα "μαθήματα" που άντλησε από αυτή την εκλογική ήττα. Ακολουθεί σε μετάφραση ένα μέρος από την σχετική απάντηση του έλληνα θεωρητικού:
Η ελληνική εργατική τάξη είναι μια πολύ αδύναμη εργατική τάξη διότι το μεγαλύτερο μέρος του ελληνικού κεφαλαίου δεν είναι εγχώριο κεφάλαιο, είναι μια μπουρζουαζία ριζωμένη στην περιοχή της Μεσογείου και το μεγάλο εφοπλιστικό κεφάλαιο, και λοιπά. Οπότε, η ελληνική εργατική τάξη δεν έχει πολύ ψηλό επίπεδο ταξικής συνείδησης. Πολύ σπάνια βρίσκεις στην Ελλάδα οικογένεια όπου πατέρας και γιός είναι εργάτες. Έχουμε μια ψηλή κοινωνική κινητικότητα προς την μικροαστική τάξη. Έχουμε κάποιους εργάτες που γίνονται μικροαστοί και μεταναστεύουν και γίνονται φορείς [agents] της διεθνούς ελληνικής μπουρζουαζίας. Είτε έρχονται εδώ στο Λονδίνο και δουλεύουν στις εφοπλιστικές εταιρίες είτε πηγαίνουν στην Αμερική. Για μένα, υπάρχει μια αδυναμία [feebleness] της ελληνικής εργατικής τάξης, η οποία σχετίζεται με την επιτυχία του δογματισμού στην Ελλάδα στις μέρες μας. Και βέβαια, έχει να κάνει με τα λάθη του Κομμουνιστικού Κόμματος Ελλάδας [εσωτερικού] --για παράδειγμα, το γεγονός ότι για πολύ καιρό προσπαθούμε να αναζητήσουμε την επίσημη έγκριση της ΕΣΣΔ-- την έλλειψη ικανότητας να κάνουμε πραγματική κριτική της ΕΣΣΔ και της έλλειψης ικανότητας να πετύχουμε μια πραγματική συμμαχία για τον δημοκρατικό δρόμο προς τον σοσιαλισμό, επειδή ελπίζαμε ότι η ΕΣΣΔ θα διάλεγε ανάμεσα στα δύο κόμματα! Αυτός ήταν πολύ αρνητικός παράγοντας για την ανάπτυξη του ΚΚΕ εσωτερικού.
Αν η απάντηση αυτή παρουσιάζει εξαιρετικό ενδιαφέρον, αυτό οφείλεται στον εντυπωσιακά παραδοξολογικό χαρακτήρα της κεντρικής της διαπίστωσης: το "ορθόδοξο" ΚΚΕ, λέει ο Πουλαντζάς, υπερσκέλισε το ανανεωτικό και αντιδογματικό εγχείρημα του ΚΚΕ εσωτερικού επειδή η ελληνική εργατική τάξη είναι α) ολιγάριθμη β) ασταθής και με τάσεις κινητικότητας προς την μικροαστική τάξη και γ) με χαμηλό σχετικά επίπεδο ταξικής συνειδητοποίησης. Αυτά είναι τα τρία "συμπτώματα" που καταγράφει σε ό,τι αφορά την ελληνική εργατική τάξη ο θεωρητικός, και σε αυτά αποδίδει "την επιτυχία του δογματισμού [δηλ. του "ορθόδοξου" ΚΚΕ] στην Ελλάδα στις μέρες μας."

Δύο είναι τα ζητήματα που ανακύπτουν ευθύς αμέσως. Το πρώτο και αμεσότερο αφορά το πώς ακριβώς σχετίζονται τα διαπιστωμένα συμπτώματα "εργατικής αδυναμίας" με την επιτυχία του ορθόδοξου ΚΚΕ, ιδιαίτερα σε ό,τι αφορά την φιλοσοβιετική του πολιτική γραμμή. Γι αυτό όμως, όλως παραδόξως, ο Πουλαντζάς δεν δίνει καμία απολύτως απάντηση. Η συνέντευξη περνά αμέσως μετά το απόσπασμα που παρέθεσα σε άλλα, διεθνή και θεωρητικά ερωτήματα εκ μέρους του περιοδικού. Πώς μπορεί κάποιος να εξηγήσει αυτή την διαγνωστική αναφορά στην "αδυναμία" της ελληνικής εργατικής τάξης ως βασική αιτία της αίγλης της "ορθοδοξίας"; Για ποιους λόγους θεωρεί ο Πουλαντζάς --εμμέσως πλην σαφώς-- ότι μια πολυάριθμη, μη κοινωνικά κινητική και έντονα ταξικά συνειδητοποιημένη εργατική τάξη θα στήριζε το ΚΚΕ εσωτερικού αντί για το "ορθόδοξο" ΚΚΕ; Τι σχέση έχει η παράξενη ανεκδοτολογική αναφορά σε εργάτες που μεταναστεύουν στο Λονδίνο ή τις ΗΠΑ και γίνονται "φορείς της διεθνούς ελληνικής μπουρζουαζίας" με το ζήτημα της συγκριτικής εκλογικής επιτυχίας του "ορθόδοξου" ΚΚΕ σε σχέση με το δικό του ΚΚΕ εσωτερικού; Σ' αυτά τα ερωτήματα δεν δίνεται, όπως είπα, καμία απάντηση, πράγμα πολύ εντυπωσιακό για έναν άνθρωπο με την εξονυχιστικά αναλυτική προδιάθεση του Πουλαντζά.

Από την άλλη πλευρά, βέβαια, ανακύπτουν ερωτήματα ως προς την φύση των διαπιστώσεων ως τέτοιων: γιατί κρίνεται "αδύναμη" η ελληνική εργατική τάξη στη βάση της διαπίστωσης ότι το μεγαλύτερο μέρος του ελληνικού κεφαλαίου δεν είναι "εγχώριο"; Πώς εξηγείται το γεγονός του μακροσκελούς και πολυάριθμου ένοπλου αγώνα του ΚΚΕ για "λαοκρατία" -- αγώνα, αν μη τι άλλο, αρκετά οργανωμένου σε ιδεολογικό και υλικοτεχνικό επίπεδο για να αντέξει την συνδυασμένη δράση της αστικής τάξης, του παρακράτους και των ξένων δυνάμεων ως το 1949; Τι απέγινε ο παράγοντας που λέγεται συστηματική καταστολή της ίδιας της μνήμης αυτού του ένοπλου αγώνα μέχρι τουλάχιστον την μεταπολίτευση, με φυλακίσεις, εκτοπίσεις, υποχρεωτικές δηλώσεις νομιμοφροσύνης, απολύσεις, παρακολούθηση, ψυχολογική και οικογενειακή πίεση και απειλές, χωρίς να λάβουμε υπόψη την αναγκαστική αυτοεξορία; Γιατί έκρινε απαραίτητο το αστικό κράτος να αποδυθεί σε μια τέτοια εκστρατεία επί εικοσιπέντε χρόνια μετά την λήξη του εμφυλίου αν η "ελληνική εργατική τάξη" ήταν πράγματι παραδοσιακά και εγνωσμένα "αδύναμη"; Φυσικά, ούτε για αυτά τα ερωτήματα προκύπτει κάποια απάντηση από την συνέντευξη.

Πώς θα μπορούσαμε τότε να "βγάλουμε άκρη" με το τι ακριβώς λέει ο Πουλαντζάς, και, πολύ περισσότερο, με το γιατί το λέει με τον συγκεκριμένο τρόπο; Στην ψυχαναλυτική θεωρία, εξέχουσα θέση κατέχει η έννοια του εκτοπισμού [displacement], η έννοια δηλαδή της ψυχικής διαδικασίας σύμφωνα με την οποία ένα ανεπιθύμητο ή προβληματικό στοιχείο που παρουσιάζεται στο υποσυνείδητο εκτοπίζεται από την αρχική του θέση και προσκολλάται σε κάτι ασύμβατο με το αρχικό του, γεννεσιουργό πλαίσιο. Η πρότασή μου είναι ότι είναι απαραίτητο να βάλουμε σε χρήση αυτήν ακριβώς την έννοια για να μπορέσουμε να "αποκωδικοποιήσουμε" το απόσπασμα.

Τι εννοώ; Εννοώ, πολύ απλά, ότι η διαπίστωση περί "αδυναμίας της ελληνικής εργατικής τάξης" δεν αφορά στο παραμικρό την συγκριτική επιτυχία του "ορθόδοξου" ΚΚΕ αλλά την ίδια την πολιτική οπτική Πουλαντζά για το δέον γενέσθαι στο πολιτικό επίπεδο. Πώς αποδεικνύεται τούτο; Ακόμα και αν αγνοήσει κανείς το σύνολο των προτάσεων Πουλαντζά περί "δημοκρατικού δρόμου προς τον σοσιαλισμό" στην περίοδο πριν το τέλος της ζωής του, η παρακάτω αυτοκριτική για το ΚΚΕ εσωτερικού είναι ιδιαίτερα αποκαλυπτική: "...της έλλειψης ικανότητας να πετύχουμε μια πραγματική συμμαχία για τον δημοκρατικό δρόμο προς τον σοσιαλισμό."

Της συμμαχίας, ρωτάει κανείς εύλογα, με ποιον; Με ποιον θεωρεί ο Πουλαντζάς ότι δεν πέτυχε το ΚΚΕ εσωτερικού να σφυρηλατήσει μια βιώσιμη συμμαχία που να οδηγεί στον "δημοκρατικό δρόμο προς τον σοσιαλισμό"; Η απάντηση "με την εργατική τάξη" είναι πρόδηλα η λανθασμένη απάντηση: το όλο απόσπασμα συνίσταται στην ανάδειξη του ότι η ελληνική εργατική τάξη, εκτός από "αδύναμη" είναι επίσης προσκολημμένη στον "δογματισμό", που με την σειρά του είναι προσκολημμένος στον μη δημοκρατικό δρόμο της ΕΣΣΔ (τον δρόμο στον οποίο το ΚΚΕ εσωτερικού απέτυχε να κάνει "κριτική"). Λογικά, απομένει μόνο μια επιλογή, συνεπώς: Με την μικροαστική τάξη. Αλλά δεν ήταν ακριβώς μια από τις κριτικές στην εργατική τάξη που στήριξε την "ορθοδοξία" ότι "δεν έχει πολύ ψηλό επίπεδο ταξικής συνείδησης" και ότι έχει μια "ψηλή κοινωνική κινητικότητα προς την μικροαστική τάξη"; Ασφαλώς και ήταν. Και η εκρηκτική αντιφατικότητα, η αυτοαναίρεση του πολιτικού σκεπτικού διαφοροποίησης από τον "δογματισμό", καθίσταται άμεσα προφανής.

Αλλά τότε, αυτό που πραγματικά λέει (και ταυτόχρονα απαρνείται) ο Πουλαντζάς δεν είναι καθόλου ότι η ελληνική εργατική τάξη είναι "αδύναμη". Είναι ότι το ΚΚΕ εσωτερικού είναι αδύναμο, ακριβώς επειδή δεν έχει καταφέρει να βρει μια βιώσιμη ταξική βάση για το δικό του πολιτικό πρόταγμα, που είναι "ο δημοκρατικός δρόμος προς τον σοσιαλισμό" (ο σοσιαλισμός με πολυκομματισμό, ελευθερία του Τύπου, αστικές ελευθερίες, κινηματικό πλουραλισμό, κλπ). Και ότι δεν τα κατάφερε επειδή δεν προσανατολίστηκε αρκετά σε μια συμμαχία με κάτι άλλο από την εργατική τάξη, με μια τάξη ικανή να εκτιμήσει αυτού του είδους τις πολιτικές προτεραιότητες και να τις ασπαστεί.

Οποιαδήποτε άλλη και να είναι η γενεσιουργός αιτία του ρεφορμισμού ως πολιτικής στάσης --και είναι πιθανό ο ρεφορμισμός να έχει πολλές και ετερογενείς γενεσιουργές αιτίες-- ο ρεφορμισμός περιλαμβάνει πάντοτε μια διαπίστωση του τύπου "λείπει το επαναστατικό υποκείμενο." Η θεμελιακή ρεφορμιστική φόρμουλα είναι: "εγώ θέλω έναν αυθεντικό επαναστατικό μαρξισμό, αλλά λείπουν οι κοινωνικές/ταξικές προϋποθέσεις για αυτό που θέλω, κι έτσι...". Για αυτό και οποιαδήποτε διαπίστωση του είδους "η εργατική τάξη έχει εξαφανιστεί/αντικατασταθεί/υπερκεραστεί από την εξέλιξη του τρόπου παραγωγής" ή "η παραγωγική υπανάπτυξη της χώρας δεν καθιστά εφικτή την εφαρμογή των αρχών του μαρξισμού γιατί εμείς είμαστε Ψωροκώσταινα" είναι κλασική εκδήλωση ρεφορμιστικών προθέσεων, σύμπτωμα της απάρνησης ή εκ προοιμίου εγκατάλειψης κάθε επαναστατικής προοπτικής από το υποκείμενο που τις εκφέρει. Αυτό ακριβώς γνώριζε πολύ καλά ο Λένιν (αλλά και η Λούξεμπουργκ) και ενάντια στην επαναλαμβόμενη λογική του "εμείς θέλουμε, αλλά έλα που δεν γίνεται λόγω αντικειμενικών συνθηκών" κατεύθυναν ξανά και ξανά την κριτική τους.

Αξίζει να θυμηθούμε ότι η ρεφορμιστική λογική απέναντι στην οποία τοποθετήθηκαν τόσο ο Λένιν όσο και η Λούξεμπουργκ είχε, από τις αρχές του αιώνα ως τον νεογκραμσιανισμό του Πουλαντζά, όχι μία αλλά δύο, εντελώς αντιφατικές μεταξύ τους εκδοχές:

α) Από την δημιουργία του κόμματος των Μπολσεβίκων και ως την επιτυχημένη επανάσταση του 1917, αυτό που επαναλαμβανόταν σε όλους τους τόνους και με όλους τους τρόπους από τους ρεφορμιστές ήταν πως ο ορθόδοξος Μαρξισμός αφορούσε αναπτυγμένες καπιταλιστικές κοινωνίες, ότι συνεπώς προοριζόταν για εφαρμογή σ' αυτές και μόνο σ' αυτές, και ότι ήταν αδύνατο μια οπισθοδρομική και ανατολίτικη κοινωνία όπως η Ρωσική να φτάσει σε προλεταριακή επανάσταση χωρίς πρώτα να στηρίξει μια αστική-δημοκρατική επανάσταση.

β) Μετά την έμπρακτη διάψευση τόμων ολόκληρων εμπεριστατωμένων αναλύσεων περί του "αδύνατου", και ιδιαίτερα μετά την αντίστιξη στον Γκράμσι μεταξύ "πολέμου θέσης" και "πολέμου κίνησης" σε σχέση με την αντίστιξη "Ανατολής" και "Δύσης", το επιχείρημα έγινε το ακριβώς αντίστροφο: φυσικά και ήταν εφικτή η προλεταριακή επανάσταση στη Ρωσία· το Τσαρικό κράτος ήταν πολύ αδύναμο και επισφαλές, κι έτσι μπορούσε να ανατραπεί μετωπικά. Αυτό που δεν μπορεί να γίνει είναι προλεταριακή επανάσταση στη Δύση, στις χώρες του αναπτυγμένου καπιταλισμού.

Ο Πουλαντζάς ο ίδιος είναι πολύ επίμονος για αυτό στην συνέντευξη του με τον Henri Weber: "Βασικά, νομίζω ότι αυτή τη στιγμή δεν μπορούμε να επαναλάβουμε την Οκτωβριανή επανάσταση με καμία μορφή." Αλλά βέβαια, το "δεν μπορούμε" αποκαλύπτεται λίγο αργότερα --και νομοτελειακά-- ως "δεν θέλουμε": "δεν μπορούμε πια να μιλούμε για συντριβή του κράτους με τον ίδιο τρόπο [όπως ο Λένιν] εφόσον έχουμε όλοι λίγο-πολύ πειστεί ... ότι ένας δημοκρατικός σοσιαλισμός πρέπει να διατηρήσει τις τυπικές και πολιτικές ελευθερίες" [...] "δεν μπορούμε πια να χρησιμοποιούμε τον [λενινιστικό] όρο 'συντριβή' [του κράτους] για να ορίσουμε το πρόβλημα, αλλά μάλλον [πρέπει να χρησιμοποιούμε τον όρο] ριζοσπαστικός "μετασχηματισμός" του κράτους. Δεν πιστεύεις στον πλουραλισμό;"

Η εξωφρενική "λογική" σύμφωνα με την οποία η προλεταριακή επανάσταση είναι αρχικά αδύνατη εκτός των χωρών του αναπτυγμένου καπιταλισμού (Κάουτσκι, Μπέρνσταϊν) αλλά, εφόσον αποδειχθεί εφικτή εκεί, είναι επειδή είναι στην πραγματικότητα αδύνατη εντός των χωρών του αναπτυγμένου καπιταλισμού (Κάουτσκι, Πουλαντζάς) δεν θα μπορούσε να επιβιώσει του θεωρητικού διασυρμού και να μεταμορφωθεί, ούτε λίγο ούτε πολύ, σε "κοινή --και "μη δογματική"-- λογική" αν δεν εξέφραζε μια ευρέως αποδεκτή εκλογίκευση της άρνησης του επαναστατικού μαρξισμού (δηλαδή, του μαρξισμού ως επαναστατικής και όχι ρεφορμιστικής μορφής θεωρίας και πράξης). Το γιατί αυτή η άρνηση τείνει τόσο συχνά να εμφανίζεται με τη μορφή της επιμονής στο ότι δεν πρόκειται καθόλου για άρνηση αλλά αντίθετα για αυθεντική επιθυμία που όμως λαμβάνει ώριμα υπόψη της την "αντικειμενική" αδυναμία εκπλήρωσής της προβάλλοντας, με τρόπο ψευδο-κριτικό, τους άλλους ως εμπόδια (φταίει το "ορθόδοξο" ΚΚΕ, η "υπανάπτυξη", η "αδύναμη" εργατική τάξη...) είναι ένα δύσκολο θέμα, τόσο από ψυχαναλυτική όσο και από ιστορική άποψη. Θα το αφήσω χωρίς περαιτέρω συζήτηση.

Αυτό που θα ήθελα να πω εδώ είναι ότι η άρνηση της άρνησης που εκφράζει ο ρεφορμισμός περνά μέσα από μια ριζική κριτική των ψευδο-ιστορικών του "αντικειμενικοτήτων". Με απλά λόγια: είναι πάντα εφικτό να στηρίξεις τόσο μια θεώρηση του "εφικτού" όσο και του "ανέφικτου" της επανάστασης με στοιχεία και επιχειρήματα· είναι πάντα εφικτό να αποδείξεις την "ανάπτυξη" και την "υπανάπτυξη" της ίδιας οικονομίας· είναι πάντα εφικτό να στοιχειοθετήσεις το "υψηλό" και "χαμηλό" επίπεδο της "συνειδητοποίησης" της εργατικής τάξης, το "πολυάριθμο" ή "ολιγάριθμό" της. Αν, για παράδειγμα, ο Πουλαντζάς βρίσκει την ελληνική εργατική τάξη "αδύναμη" και ρέπουσα στον μικροαστισμό, ο Λένιν βρήκε την αγγλική, την αρχαιότερη και πιο μακροπρόθεσμα οργανωμένη εργατική τάξη, υπερβολικά συμβιβασμένη με τον τρειντγιουνισμό και αδρανοποιημένη από τα οικονομικά ωφέλη της εγγλέζικης ιμπεριαλιστικής πολιτικής. Το ζήτημα για τον Μαρξισμό όμως δεν είναι καθόλου να "αποδείξεις", αφηρημένα και "αντικειμενικά", κάτι για τις "συνθήκες" ως ανεξάρτητες από την δική σου πολιτική βούληση πραγματικότητες. Το ζήτημα είναι --και ήταν πάντα για την μαρξιστική διαλεκτική-- να μετασχηματίσεις τις συνθήκες βάσει της βούλησης, και την βούληση βάσει της συλλογικής και πειθαρχημένης δράσης της τάξης που έχει αντικειμενικό συμφέρον απ' αυτόν τον μετασχηματισμό.

Από αυτή τη σκοπιά, η "ελληνική εργατική τάξη", για παράδειγμα, δεν είναι ένα πραγμοποιημένο και αδρανές δεδομένο, αλλά μια δυναμική και διαρκώς εξελισσόμενη (τόσο αντικειμενικά όσο και υποκειμενικά, από την σκοπιά του παρατηρητή, που δεν είναι εξ ορισμού κάποιος άλλος απ' τον ίδιο τον εργαζόμενο) σχεσιακή συνθήκη. Κάθε κατάσταση πολιτικής και ιδεολογικής κινητικότητας και αναταραχής αυτής της τάξης είναι ταυτόχρονα μια κατάσταση που παρέχει τα θεμελιώδη εχέγγυα --αυτή και μόνο αυτή-- της επανεκίννησης της επαναστατικής διαλεκτικής μεταξύ θεωρίας και πράξης. Από την σκοπιά μιας τέτοιας διαλεκτικής, το 2012 δεν είναι ούτε "κοντά", ούτε "μακριά" από το 1917, ούτε "καταδικασμένο" να το επαναλάβει, ούτε "καταδικασμένο" να αποτύχει να το επαναλάβει. Το μοναδικό ζητούμενο --πραγματικά και τελεσίδικα το μοναδικό-- είναι η εμπλοκή με την επανεκκίνηση της διαδικασίας, και όχι οι εκ των προτέρων, απόλυτα άχρηστες, διαπιστώσεις για το αν αυτή η διαδικασία είναι "αντικειμενικά" εφικτή ή ανέφικτη, και αν οδηγεί "αντικειμενικά" στην "ανανέωση/ανασύσταση/ανασυγκρότηση" κλπ ή την "δογματική επανάληψη" του Μαρξισμού. 

Αυτό κατάλαβε πάνω από οποιονδήποτε άλλο στην ιστορία ο Λένιν, και για αυτόν ακριβώς τον λόγο είναι ο μόνος που μπόρεσε ποτέ να "πάει πέρα απ' τον Μαρξ", εκμεταλλευόμενος στο έπακρο την δική του ευκαιρία εμπλοκής σε μια τέτοια επανεκκίνηση για να μετασχηματίσει  με την δική του σφραγίδα τόσο το θεωρητικό περιεχόμενο όσο και το πεδίο έμπρακτης εφαρμοσιμότητας της μαρξιστικής θεωρίας. Κι αυτό, την στιγμή που με όλο του το έργο δηλώνει ότι δεν ανανεώνει απολύτως τίποτε, ότι είναι απλώς ένας "ορθόδοξος" ακόλουθος του εκπεφρασμένου μαρξικού δόγματος (αλλά πώς αλλιώς να πας "πέρα απ' τον Μαρξ" παρά επαναλαμβάνοντας το συμβάν Μαρξ, πώς να "ανανεώσεις" τον Μαρξισμό παρά με το πανούργο στρατήγημα της εκ προοιμίου παραίτησης από κάθε φιλοδοξία ανανέωσής του, γνωρίζοντας ότι αυτό που τον "ανανεώνει" δεν είναι βέβαια η αφηρημένη "ερμηνευτική" σκέψη αλλά η αποδοχή του καθορισμού της από την διάδραση με μια διαρκώς μετασχηματιζόμενη υλική πραγματικότητα;)

Αλλά ο Λένιν έκανε τη ζωή σκέψη και την σκέψη ζωή, και έτσι δεν ήταν ένας ακόμα "διαλεκτικός", αλλά η εκδιπλούμενη διαλεκτική της σκέψης με σάρκα και οστά. Πράγμα πολύ δύσκολο να ισχυριστεί κανείς για την συντριπτική πλειοψηφία των φερέλπιδων "μεταρρυθμιστών"-φορέων ενός "πέρα απ' τον Μαρξ" που καταλήγει με θλιβερή ακρίβεια στην αγκαλιά της αστικής ιδεολογίας, την αστική επιστήμη, και τις αστικές πολιτικές προτεραιότητες και αξίες: στον "Μαρξισμό" ως αυτάρεσκο και απρόσκλητο φόρο τιμής σ' έναν Μαρξ που αποκαλύπτεται εκ των υστέρων ως απλώς Βέμπερ, Πάρσονς, ή Κέινς με μούσια.

Κανένα εκ προοιμίου "να πάμε πέρα απ' τον Λένιν" α λα Πουλαντζά για σήμερα λοιπόν. Γιατί δεν είναι καθόλου δύσκολο να πας "πέρα από τον Λένιν"· καθόλου δυσκολότερο από ό,τι ήταν το να πας "πέρα απ' τον Μαρξ", παραδιδόμενος, έμπλεος αγαθών προθέσεων, στη ζεστή αγκαλιά του ρεφορμισμού. Όχι· το δύσκολο, το εξαιρετικά δύσκολο, είναι το να μην πας πέρα απ' τον Λένιν, κι όμως να δράσεις και να σκεφτείς στο δικό σου παρόν, και για λογαριασμό αυτού του παρόντος. Όπως ήταν για τον Λένιν το να πετύχει αυτό που ποτέ δεν πέτυχε ο Μαρξ --την επανάσταση!-- χωρίς να θεωρήσει ποτέ ότι πάει πέρα απ' τον Μαρξ. Υπάρχει κανείς που να συγχέει τον πρώτο με τον δεύτερο, το συμβάν Μαρξ με την ρώσικη επανάληψή του; Τα πάντα ρει, δις εις τον αυτόν ποταμόν ουκ αν εμβαίης, έλεγε ο Ηράκλειτος. Αλλά υπάρχει κανείς που να μπορεί να χωρίσει τον δεύτερο απ' τον πρώτο, που να μπορεί να καμωθεί πως η σκέψη και η πράξη τους πηγάζει από διαφορετική κοίτη; 

19 σχόλια:

  1. Το κείμενο αυτό είναι και μια απάντηση στην πραγματικά απογοητευτική συνέντευξη του Ευτύχη Μπιτσάκη, στην οποία, δυστυχώς, δεν μπόρεσα να εντοπίσω ίχνος πραγματικής πολιτικής σκέψης, παρά μόνο κοινοτυπία, πλατειασμό και αυτο-ικανοποίηση: http://wwwpraxisred.blogspot.com/2012/04/blog-post_7178.html

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Η πράξη ειναι η μεγάλη στιγμή,η πράξη ειναι η στιγμή που η θεωρία πάει μπροστά,δεν αποτυγχάνει ή δεν επιτυγχάνει απλά προάγεται...
    Δεν πρέπει να αντιμετωπίζουμε την πράξη με φοβηκότητα που μπορεί να απόδειξει την αδυναμίας της θεωρίας,αλλα ως κομμάτι διόρθωσης ατελειών της θεωρίας μέσω της πράξης ή ακόμα πιο υψηλό ιδανικό η παραγωγη νεας θεωρίας στην βάση της ηδη υπάρχουσας(να παράξουμε Μαρξισμο)...
    Αλλωστε και ο Μαρξ ηταν ξεκάθαρος
    Οι φιλόσοφοι έχουν απλά ερμηνεύσει τον κόσμο με διάφορους τρόπους. Το θέμα είναι να τον αλλάξουμε

    Γιοζεφ Κ

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Δεν υπάρχει καμία θεωρία που να είναι εντελής. Η εντελής θεωρία είναι ένα πτώμα της αφηρημένης νόησης. Υπάρχουν τόσες αντιφάσεις στο έργο του Μαρξ και του Λένιν όσες και σε οποιοδήποτε άλλο έργο. Δεν είναι η παρουσία ή η έλλειψη αντιφάσεων που δίνει σε κάποια έργα κοσμοϊστορική και ζώσα σημασία και καταδικάζει άλλα στη σκόνη των βιβλιοθηκών. Αυτού του είδους η θεώρηση είναι απομεινάρι παπαδίστικου ιδεαλισμού, και ουδεμία σχέση έχει με την διαλεκτική ως ζώσα σκέψη.

      Διαγραφή
    2. Δεν είναι στόχος της μαρξιστικής σκέψης η οικοδόμηση ενός εντελούς και άδειου οικοδομήματος. Στόχος της είναι μόνο ο μετασχηματισμός της πραγματικότητας. Και αυτό σημαίνει όχι εξάλειψη των στοχαστικών και θεωρητικών αντιφάσεων, αλλά χρήση τους ως εργαλείων χρήσιμων για την συλλογική πράξη.

      Αυτό καταλαβαίνω εγώ ως μαρξισμό.

      Διαγραφή
    3. Συμφωνώ Αντώνη,το ζήτημα ειναι πως θα μπορέσει να συνυπάρξη δράση και θεωρία,(ο λένιν το κατάφερε και έφτασε τον Μαρξισμο σε ένα άνωτερο επίπεδο θεωρητικό κάνοντας πράξη την θεωρία)...
      Πως μέσα απο την αλληλεπίδραση δράσης και θεωρίας θα προαχθεί το επίπεδο θεωρίας βοηθώντας ταυτ'οχρονα την πράξη να φτάσει σε άνώτερα και παράλληλα πιο αποτελεσματικά επίπεδα...
      Πως αυτη η αλληλεπίδραση θα μας οδηγήσει ενα βήμα πιο κοντα στην επιτυχία ενός επόμενου Μαρξιστικού "πειράματος"?


      Γιοζεφ Κ

      Διαγραφή
    4. Βλέπω έμπρακτα πως η ωρίμανση της συνείδησης του κόσμου σπρώχνει μπροστά την θεωρητική αντζέντα, κάνει ορατά ζητήματα που πριν δεν ήταν ορατά, σηκώνει τον πύχη των απαιτήσεων από την θεωρία. Και πως όσο αυτή προχωρά και φτάνει σε απτές προτάσεις, δημιουργεί τις προϋποθέσεις περαιτέρω συνειδητοποίησης. Είναι αργή η διαδικασία, αντιφατική, έχει σκαμπανεβάσματα, αλλά θεωρώ πως είναι αληθινά συλλογική στη φύση της και δεν επαφίεται απλώς στις "εμπνεύσεις" οποιουδήποτε ατομικά αλλά περνά διαρκώς απ' το σκληρό τεστ της πραγματικότητας.

      Πιστεύω πως η εργατική τάξη έχει διανύσει μια σημαντική απόσταση από το σημείο όπου βρισκόταν το 2009, και πιστεύω πως θα προχωρήσει και θα υπερκεράσει αρκετές δυσκολίες που σήμερα μπορεί να φαντάζουν βουνά. Και πιστεύω ότι η μαρξιστική σκέψη θα εξελιχθεί, με τον ένα ή τον άλλο τρόπο, άκουσα ή εκούσα προς την κατεύθυνση που της επιβάλλει η υλική πραγματικότητα.

      Διαγραφή
    5. Δυστυχώς οι πλατιές λαικές μάζες θέλουν τον εμπνευστή,το άτομο...
      Ειναι κάτι διαφορετικό οι εργαζομένοι και οι προλετάριοι δυστυχώς αν και το ένα κομμάτι του αλλου,την ώρα της πράξης προσωπικά πιστεύω οτι το πρωτοπόρο κομμάτι της εργατικής τάξης(προλετάριοι) θα στηρίξει ως αρχη την κίνηση,μετά αν ειμαστε τυχεροί εμείς και πολύ εξαθλιωμένοι αυτοι θα ακολουθήσουν(ΔΥΣΤΥΧΩΣ)....
      Ειναι δύσκολο να μετασχηματίσεις τον μικροαστό σε προλετάριο,πιο εύκολα εκφασίζεται και ακόμα πιο εύκολα ζητάει την προτερη κατάσταση της ζωής του χωρίς να αλλάξει τίποτα.
      Όμως πολύ δύσκολα προχωράει μπροστά και τσακίζει το αστικό κράτος και όλες τις οικονομικές δομές του!!!
      Πολύ δύσκολα καταλαβαίνει οτι δεν έχει να χάσει τίποτα αλλο παρά την εκμεταλλευση του,την ψευδεπίγραφη ελευθερία του,την τάξη των λίγων και το χάος των πολλών!!!
      Δοξα το λαό ο ΛΕΝΙΝ το είχε καταλάβει αυτο ήξερε οτι θα ξεκινήσουν λίγοι και μετά θα ακολουθήσουν οι πολλοι,ήξερε οτι έπρεπε να τολμήσει να φτάσει στο ανώτερο επίπεδο να προσπαθήσει να κάνει την θεωρία-πράξη και το τόλμησε


      Γιοζεφ Κ

      Διαγραφή
  3. Πολύ λογικά τα επιχειρήματά σου για τον Πουλαντζά, θα είχε ενδιαφέρον να ζούσε και να μπορούσε να μας πει τι εννοούσε τελικά με τη φράση: «… της έλλειψης ικανότητας να πετύχουμε μια πραγματική συμμαχία για τον δημοκρατικό δρόμο προς τον σοσιαλισμό» εφόσον ήδη είπε ότι θεωρούσε την εργατική τάξη εκφυλισμένη και κολλημένη στο δογματισμό.

    Κι εμένα μου φάνηκε πολύ επιφανειακή- πολύ ελαφρά τη καρδία, σαν ένα γεγονός αδιάφορο- η εξήγησή του για την αδυναμία της εργατικής τάξης (διότι το μεγαλύτερο μέρος του ελληνικού κεφαλαίου δεν είναι εγχώριο κεφάλαιο, είναι μια μπουρζουαζία ριζωμένη στην περιοχή της Μεσογείου και το μεγάλο εφοπλιστικό κεφάλαιο, και λοιπά) «ξεχνώντας» να αναφερθεί καν στις λυσσαλέες τακτικές εξόντωσης οποιουδήποτε είχε σχέση με τον κομμουνισμό και την οργάνωση της εργατικής τάξης και μιλάμε για τα τέλη της δεκαετίας του 70, που οι μνήμες και οι πληγές ήταν ακόμη πολύ νωπές, το ’81 δεν καταστράφηκαν οι «φάκελοι» των πολιτικών πεποιθήσεων;

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  4. το ’81 δεν καταστράφηκαν οι «φάκελοι» των πολιτικών πεποιθήσεων;

    Από ό,τι γνωρίζω, το 1982.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Σεχτάρ ο Τρομερός22 Απριλίου 2012 - 8:05 μ.μ.

      Αν δεν με απατά η μνήμη μου οι φάκελοι δηλώθηκε πως καταστράφηκαν με φυσικό τρόπο (σε υψικάμινο της "Χαλυβουργικής") το 1989, με μια αμφιλεγόμενη και πολυσυζητημένη συμβολική πράξη της πρώτης "συγκυβέρνησης", με τον Τζανεττάκη. Το 1982 ο παπατζής Β' ανήγγειλε την "καταστροφή" των φακέλλων στα πλαίσια (και) της οικογενειακής του δημαγωγικής παράδοσης. Ισως να κυκλοφόρησε και καμιά εγκύκλιος για την επίσημη υπηρεσιακή αδρανοποίησή τους, που όμως, ήδη από την προηγούμενη κυβέρνηση του δεξιού Ράλλη, είχαν πρακτικά αδρανοποιηθεί. Ηταν πια "εκτός εποχής". Το '78 στο στρατό, είχα την ευκαιρία να διαπιστώσω ότι ο φάκελλος ήταν ο "άγρυπνος ρουφιάνος", που ακολουθούσε αθόρυβα τον πολίτη, όπου και να πήγαινε.
      Εξαιρετικό το κείμενο, Αντώνη, θα με στείλεις να διαβάσω και τον Μπιτσάκη, να δω τι, για άλλη μια φορά, λέει ο ....

      Διαγραφή
    2. Φάκελοι πάντως υπήρχαν στο στρατό και το 1985. Τουλάχιστον μέχρι τότε και υπήρχαν και δεν είχαν αδρανοποιηθεί.

      Διαγραφή
  5. «επιτυχημένη επανάσταση του 1917»

    Αστείο είναι αυτό, ε; Γιατί αν δεν με απατά η μνήμη μου ο τελευταίος κομμουνιστής στην ΕΣΣΔ εκτελέστηκε μόλις 20 χρόνια μετά...

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  6. Η απάντηση που Πουλατζά είναι εντυπωσιακά πρόχειρη, μοιάζει σαν προφορικός λόγος χωρίς αυτό να δικαιολογεί την ασυναρτησία που περιέχει. Αυτά o ίδιος λεει θα μπορούσαν κάλλιστα να χρησιμοποιηθούν για να την ερμηνεία μιας υποθετικής υπερίσχυσης του ΚΚΕ (ες) στις εκλογές στις οποίες η συνέντευξη αναφέρεται. Και σ’ αυτήν την υποθετική περίπτωση θα ήταν πιο πειστική μεν, αλλά και πάλι χοντροκομμένη: «το ΚΚΕ (ες) βγήκε ισχυρότερο διότι η εργατική τάξη είναι αδύναμη και υποφέρει μια ταξική και ιδεολογική όσμωση απο την μικροαστική τάξη».
    Αυτό και σήμερα, εάν το αντιμνημονιακό φάσμα βγει εκλογικά ισχυρότερο απο το ΚΚΕ στις εκλογές, θα ταίριαζε περισσότερο, αλλά πάλι θα ήταν ανεπαρκές ή λαθεμένο: «η ταξική και ιδεολογική όσμωση μιας αποδυναμωμένης εργατικής τάξης απο την μικροαστική τάξη, είναι και η αιτία του σχετικά υψηλότερου εκλογικού ποσοστού όλων μαζί αυτών των πολιτικών σχημάτων σε σύγκριση με αυτό του ΚΚΕ…»

    Ο Μπιτσακης, στην συνέντευξη που αναφέρεις παραπάνω, είναι ιδιαίτερα εναργής, αναφέρεται στο σύγχρονο μας δράμα με αισθητή διανοητική ένταση και μάλλον απαιτεί μια κριτική απευθείας στα ρηθέντα του. Εάν το παρόν κείμενο σου είναι και μια απάντηση στην, όπως λες, «πραγματικά απογοητευτική συνέντευξη του», τότε η κριτική της απάντησης Πουλατζά, σ’ ένα ερώτημα που του τέθηκε δεκαετίες πριν, προσπαθεί να κάνει δυο πράγματα αλλά καταφέρνει μόνο το ένα – όσο ενδιαφέρον να είναι το ένα απ’ τα δυο. Ο Μπιτσάκης θέτει αμείλικτα ερωτήματα πρώτ’ απ' όλα για το τώρα μας που μας βασανίζουν ιδιαίτερα έντονα σήμερα, και απαιτούν απαντήσεις. Η πρώτη και κύρια απάντηση ίσως είναι να εξετάσει κάποιος αν η βάση, η υπό-θεση των ερωτημάτων του είναι λογικά στέρεα. Δεν νομίζω ότι τελειώσαμε….

    Μ

    Ps. «υπάρχουν τόσες αντιφάσεις στο έργο του Μαρξ και του Λένιν όσες και σε οποιοδήποτε άλλο έργο». I find this a somewhat arbitrary comment (but I’ m not challenging you to say where you have found contradictions right now).

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Έχουμε διαφορετικά κριτήρια για την ενάργεια, για να μην πω για το τι συνιστά πολιτική σκέψη αν βρήκες την συνέντευξη Μπιτσάκη εναργή.

      Περί αντιφάσεων στο έργο του Λένιν, δες απλώς το παράδειγμα ανάλυσής μου για αντιφάσεις που περιέχονται σε ένα και μόνο έργο, το Κράτος και Επανάσταση. Ελπίζω να σου αρκεί, μιας και δεν προτίθεμαι ούτε έχω τον χρόνο να γράψω συνολική απόδειξη του ισχυρισμού για ένα σχόλιο σε μπλογκ.

      http://leninreloaded.blogspot.com/2012/03/blog-post_08.html

      Διαγραφή
    2. Σ’ ευχαριστώ για την απάντηση και παραπομπή. Συμφωνώ μαζί σου περισσότερο απο ότι τα σχόλια μου ενδεχομένως δείχνουν, κι αυτό διότι σχολιάζω συνήθως όταν έχω μια ένσταση. Και σίγουρα, είναι αδύνατον δυο άνθρωποι να έχουν πάντοτε την ίδια αντίληψη του τι συνιστά πολιτική σκέψη και του βαθμού ενάργειας στην έκφραση της. Δεκτό λοιπόν αυτό που λες. Όμως, να ξεκαθαρίσω: δεν είμαι οπαδός ή απολογητής του Μπιτσάκη. Αίφνης, η αναφορά του στον τρόπο με τον οποίο το ΚΚΕ αναλύει και κρίνει την ανατροπή του σοσιαλισμού (ή κατάρρευση όπως πολλοί προτιμούν να την αποκαλούν, λαθεμένα κατά την γνώμη μου (ανατροπή ήταν η αρχή, ενώ η κατάρρευση αφορά μόνο αυτό που φυσικά επακολούθησε)) πιστεύω ότι είναι ή αδιάβαστη, ή η ανάγνωση του έχει γίνει μέσω διαστρεβλωτικών φίλτρων και είναι άδικη. Δεν αναφέρει καν ότι, αν μη τι άλλο, για το ΚΚΕ το ζήτημα παραμένει ανοιχτό. Αυτό που λεω στο σχόλιο μου, που ίσως αποτελεί πρόκληση σε σένα ή σε αναγνώστες του Lenin Reloaded, είναι ότι μια απάντηση άμεσα σ’ αυτά που λεει ο Μπιτσάκης θα είχε ενδιαφέρον και θα ήταν ποιο επίκαιρο τώρα (άποψη μου) απο κριτικές αναφορές στον Πουλατζά, άν και αναγνωρίζω ότι κι αυτές δεν είναι άσχετες.
      Μια πρόταση, όχι απαίτηση. Απλώς.
      Όσο για την παραπομπή στο κομμάτι σου, Ο Λένιν και η Θεωρία του Κράτους, ακολουθώντας την ροή του πρωτότυπου κάτω απο το φως των παρατηρήσεων σου, η πρώτη απόκριση μου (κι αυτή χωρίς να είναι «ενδελεχώς» εκπονημένη, μπορεί και να είναι πλάνη μου) είναι ότι, στα σημεία οπου διακρίνεις αντιφάσεις στη χρήση της έννοιας του κράτους, εγώ βλέπω διαφορές σε σημειολογικό επίπεδο, εννοώ στο πως περιγράφει και ορίζει διάφορες πτυχές του κράτους σε διάφορα σημεία του βιβλίου του, οι οποίες δεν ανάγονται σε αντιφάσεις της συλλογιστικής του. Παρά ταύτα, δεν παραγνωρίζω ότι οι παρατηρήσεις σου, ειδικά εκεί που αναφέρεσαι στην ειδοποιό διαφορά μεταξύ της κατασταλτικής και της διαχειριστικής πλευράς του κράτους, αναδεικνύουν ανάγλυφα ένα σημαντικό ζήτημα της σκέψης του – το, επιγραμματικά, κατά πόσο η διαχειριστική πλευρά του κράτους χρειάζεται να αντικατασταθεί εξ’ ολόκληρου η όχι κατά την μετάβαση.
      Παρεμπιπτόντως, όταν πρωτοδιάβασα το κειμένου σου Ο Λένιν και η Θεωρία του Κράτους, τον Μάρτη, δεν είδα το θέμα «αντιφάσεις στο έργο του Λένιν» να είναι το κυρίαρχο. Ούτε και τώρα το βλέπω έτσι, και συμφωνώ: δεν θα πρότεινα σε κανένα μια σχολαστική έρευνα με στόχο την ανακάλυψη αντιφάσεων στην σκέψη του Λένιν, ακόμα κι αν δεν φοβόμουν ότι ίσως αποβεί άκαρπη, αν όχι ανούσια.
      Μ

      Διαγραφή
    3. "εγώ βλέπω διαφορές σε σημειολογικό επίπεδο"

      Τι εννοείς "διαφορές σε σημειολογικό επίπεδο;" Υπάρχουν σαφή κενά και χάσματα στο συγκεκριμένο έργο, καθώς αυτό που ονομάζεις "διαφορετικές πτυχές" δεν συνενώνονται ποτέ σε μια συνεκτική θεώρηση.

      Το ότι υπάρχουν ανάλογα χάσματα στο έργο του Μαρξ μπορείς να το διαπιστώσεις συγκρίνοντας την Γκρουντρίς με το Κεφάλαιο, την Κριτική στη φιλοσοφία του Δικαίου με την 18η Μπρυμαίρ, η αυτή με τον Εμφύλιο Πόλεμο στη Γαλλία.

      Η ζώσα θεωρία δεν είναι αρραγές σύστημα, εξελίσσεται, ανταποκρίνεται στα δεδομένα του καιρού, και για αυτόν τον λόγο δεν είναι ποτέ ελεύθερη από αντιφάσεις, χάσματα και κενά.

      Διαγραφή
    4. Με το ότι «Η ζώσα θεωρία δεν είναι αρραγές σύστημα, εξελίσσεται, ανταποκρίνεται στα δεδομένα του καιρού, και για αυτόν τον λόγο δεν είναι ποτέ ελεύθερη από αντιφάσεις, χάσματα και κενά», συμφωνώ απόλυτα.
      Το γεγονός ότι κάποιοι, πολύ πριν την δική μας συζήτηση, προσπάθησαν να «κάνουν γεύμα» απο τις διαφορές του νεαρού με τον ώριμο Μαρξ δεν είναι λόγος να εθελοτυφλώ αρνούμενος ότι η σκέψη του εξελίχθηκε. Και εφόσον η μαρξιστική θεωρία χρειάστηκε δεκαετίες εργασίας για να ανατραφεί, είναι φυσικό να έχει, εκτός απο κενά και χάσματα, και αναιρέσεις στο αναπτυσσόμενο σώμα της. Φυσικό είναι επίσης το ίδιο αντικείμενο μελέτης, ή το ίδιο θέμα, προοδευτικά, να μορφοποιείται διαφορετικά στις διαφορετικές ηλικίες της αναπτυσσόμενης θεωρίας. Οι κλασσικοί καταπιάνονται με το ίδιο θέμα επανειλημμένα, κι αν την κάθε φορά που το έκαναν δεν θα είχαν μια διαφορετική προσέγγιση δεν θα είχαν λόγο να το κάνουν.
      Με την έκφραση εσωτερικές αντιφάσεις εγώ κατανοώ εσωτερική ασυνέπεια στο έργο των κλασσικών. Το να φάσκουν και να αντιφάσκουν.
      Βέβαια, πολύ συχνά ο Λένιν, αναφερόμενος σε θέσεις των προγενέστερων του οι οποίες έχουν αναιρεθεί απο τις σύγχρονες για τον Λένιν συνθήκες, τολμά να πει «αυτό δεν ισχύει» και να το τεκμηριώσει, αναπτύσσοντας την θεωρία και συμβάλλοντας στην εξέλιξη της. Και σίγουρα, στην εξέλιξη της θεωρίας η αναίρεση στοιχείων της (η άρνηση της άρνησης (ενός πράγματος που έχει απομακρυνθεί απ’ την αλήθεια) είναι ένας απο τους μηχανισμούς μέσω των οποίων αναπτύσσεται. Αν δεις την θεωρία σαν σώμα που αναπτύσσεται συνολικά θα διαπιστώσεις αντιφάσεις, αν την δεις σαν αλληλουχία θέσεων εκφρασμένων απο διαφορετικούς θεωρητικούς σε διαφορετικό χρόνο ή τόπο θα παρατηρήσεις αντιθέσεις. Συμφωνούμε.
      Αυτό που η δική μου ανάγνωση των κλασσικών με δυσκολεύει να δεχτώ είναι το «τόσες αντιφάσεις στο έργο του Μαρξ και του Λένιν όσες και σε οποιοδήποτε άλλο έργο», πράγμα που λογικά και εμπειρικά μου φαίνεται αστήρικτο. Αν συγκρίνεις μόνο το έργο του Λένιν με το αντίστοιχο του Καουτσκι, για παράδειγμα, θα δεις ότι το δεύτερο σαν σύνολο εμπεριέχει αντιφάσεις που στο πρώτο είναι ανύπαρκτες. Ενώ ο Καουτσκι (τουλάχιστον απο το ένα χρονικό σημείο στο άλλο) φάσκει και αντιφάσκει, ο Λένιν δείχνει απαράμιλλη εσωτερική συνέπεια στο έργο του. Την παράβλεψη και υποτίμηση αυτής της εσωτερικής συνέπειας αρνούμαι να δεχτώ εδώ.
      Δέχομαι όμως ότι, ενώ εσύ π.χ. στο κείμενο σου Ο Λένιν και η Θεωρία του Κράτους προχωρείς και εστιάζεις σε λεπτομέρειες, δηλαδή λειτουργείς σε μικροκλίμακες ανάλυσης, ρισκάροντας, να το πω έτσι, κάτι απο το οποίο επωφελούμαστε όλοι μας, εγώ εδώ σου απαντώ σε μακροκλίμακα, προβάλλοντας ένσταση (εκ του ασφαλούς ίσως) εκεί που διαπιστώνω μια επαγωγή η οποία μου φαίνεται αδικαιολόγητη.
      Συμπάθα με
      Μ

      Διαγραφή
    5. Η συνέπεια του έργου του Λένιν δεν είναι αφηρημένα νοητική συνέπεια. Είναι συνέπεια που πηγάζει από το ακατάβλητο και συγκεντρωμένο του σκοπού. Ολάκερο το έργο του Λένιν φωτίζεται σαν μια συνεκτική προετοιμασία της επανάστασης. Είναι ο μόνος του στόχος ως το 1917, ώσπου να το καταφέρει. Στην ουσία, δεν διαφωνούμε. Είναι ακριβώς η αντίστιξη της ιδεαλιστικής αντίληψης της συνέπειας από την διαλεκτική που προσπάθησα να κάνω.

      Συμφωνώ επίσης για τους Αλτουσεριανούς που εσφαλμένα --και αντιδιαλεκτικά-- δημιουργούν την εντύπωση μιας απόλυτης τομής μεταξύ πρώιμου και ύστερου Μαρξ. Η θεωρία-πράξη είναι μια αντιφατική ενότητα, μια ενότητα σε διαρκή ένταση. Για αυτό είναι όχι απλώς θεωρία και όχι απλώς πράξη, και για αυτό είναι ζωντανή.

      Ευχαριστώ για τις παρατηρήσεις.

      Διαγραφή