Παρασκευή, 2 Μαρτίου 2012

V.I. Lenin-Αριστερισμός, η παιδική αρρώστια του κομμουνισμού. ΙΧ

IX

Ο «ΑΡΙΣΤΕΡΟΣ» ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΜΟΣ ΣΤΗΝ ΑΓΓΛΙΑ

Στην Αγγλία δεν υπάρχει ακόμη κομμουνιστικό κόμμα, υπάρχει όμως ανάμεσα στους εργάτες ένα σφριγηλό, πλατύ, γοργά αναπτυσσόμενο, ισχυρό κομμουνιστικό κίνημα, που μας δίνει το δικαίωμα να τρέφουμε τις καλύτερες ελπίδες. Υπάρχουν αρκετά πολιτικά κόμματα και οργανώσεις («Βρετανικό Σοσιαλιστικό Κόμμα», «Σοσιαλιστικό Εργατικό Κόμμα», «Σοσιαλιστική Ένωση της Νότιας Ουαλίας», «Εργατική Σοσιαλιστική Ομοσπονδία» ), που θέλουν να δημιουργήσουν κομμουνιστικό κόμμα και διεξάγουν ήδη διαπραγματεύσεις μεταξύ τους γι’ αυτό το πράγμα. Στην εφημερίδα «Ντρέντνοτ των Εργατών» (σώμα VI, αρ. φύλ. 48, της 21. Π. 1920), εβδομαδιαίο όργανο της τελευταίας από τις παραπάνω οργανώσεις, δημοσιεύτηκε ένα άρθρο της διευθύντριας, σ. Σίλβιας Πάνκχερστ: «Για ένα Κομμουνιστικό Κόμμα». Το άρθρο εξιστορεί την πορεία των διαπραγματεύσεων ανάμεσα στις τέσσερις οργανώσεις που αναφέραμε για τη δημιουργία ενιαίου Κομμουνιστικού κόμματος, με βάση την προσχώρηση στην III Διεθνή, την αναγνώριση του σοβιετικού συστήματος, αντί του κοινοβουλευτισμού, και της δικτατορίας του προλεταριάτου. Φαίνεται πως ένα από τα κυριότερα εμπόδια για την άμεση δημιουργία ενιαίου Κομμουνιστικού Κόμματος είναι οι διαφωνίες πάνω στο ζήτημα της συμμετοχής στο κοινοβούλιο και της προσχώρησης του νέου Κομμουνιστικού Κόμματος στο παλιό, συνδικαλιστικό, αποτελούμενο κυρίως από τρέιντ-γιούνιον, οπορτουνιστικό και σοσιαλσοβινιστικό «Εργατικό Κόμμα». Η «Εργατική Σοσιαλιστική Ομοσπονδία» –όπως και το «Σοσιαλιστικό Εργατικό Κόμμα[12]»– τάσσονται ενάντια στη συμμετοχή στις βουλευτικές εκλογές και στο κοινοβούλιο, ενάντια στην προσχώρηση στο «Εργατικό Κόμμα», διαφωνώντας σ’ αυτό το σημείο με την πλειοψηφία των μελών του Βρετανικού Σοσιαλιστικού Κόμματος, που το βλέπουν σαν τη «δεξιά πτέρυγα των κομμουνιστικών κομμάτων» στην Αγγλία (σελ. 5 του άρθρου, που αναφέραμε, της Σίλβιας Πάνκχερστ).

Έτσι, ο βασικός χωρισμός είναι ο ίδιος, όπως και στη Γερμανία, παρά τις τεράστιες διαφορές και στη μορφή που εκδηλώνονται οι διαφωνίες (στη Γερμανία η μορφή αυτή είναι πολύ πιο συγγενική με τη «ρωσική» απ’ ό,τι στην Αγγλία), και σε μια ολόκληρη σειρά άλλα περιστατικά. Ας δούμε λοιπόν τα επιχειρήματα των «αριστερών».

Στο ζήτημα της συμμετοχής στο κοινοβούλιο η σ. Σίλβια Πάνκχερστ αναφέρεται στο δημοσιευμένο στο ίδιο φύλλο άρθρο του σ. Ου. Γκάλαχερ (W. Gallacher), που γράφει έξονόματος του «Εργατικού Συμβουλίου της Σκωτίας» της Γλασκώβης:

«Το συμβούλιο αυτό –γράφει ο Γκάλαχερ– είναι καθαρά αντικοινο-βουλευτικό και το ακολουθεί η αριστερή πτέρυγα διάφορων πολιτικών οργανώσεων. Εμείς αντιπροσωπεύουμε το επαναστατικό κίνημα της Σκωτίας, που προσπαθεί να δημιουργήσει επαναστατική οργάνωση μέσα στην παραγωγή (στους διάφορους κλάδους της παραγωγής) και Κομμουνιστικό Κόμμα στηριγμένο στις κοινωνικές επιτροπές σε όλη τη χώρα. Πολύ καιρό φιλονικήσαμε με τους επίσημους κοινοβουλευτικούς. Δεν το θεωρούσαμε αναγκαίο να τους κηρύξουμε ανοιχτά τον πόλεμο κι αυτοί φοβούνται να περάσουν στην επίθεση εναντίον μας.

Αυτή η κατάσταση όμως δεν μπορεί να συνεχιστεί για πολύ καιρό. Νικούμε σε όλη τη γραμμή.

Η μάζα των μελών του Ανεξάρτητου Εργατικού Κόμματος της Σκωτίας νιώθει όλο και μεγαλύτερη αποστροφή για την ιδέα του κοινοβουλίου και όλες σχεδόν οι τοπικές ομάδες είναι υπέρ των Σοβιέτ (χρησιμοποιείται η ρωσική λέξη με αγγλικά γράμματα) ή των εργατικών Σοβιέτ. Είναι αυτονόητο πως αυτό έχει πολύ σοβαρή σημασία για τους κυρίους εκείνους που βλέπουν την πολιτική σαν μέσο βιοπορισμού (σαν επάγγελμα) και βάζουν μπρος όλα τα μέσα για να πείσουν τα μέλη τους να γυρίσουν πίσω στους κόλπους του κοινοβουλευτισμού. Οι επαναστάτες σύντροφοι δεν πρέπει (οι υπογραμμίσεις είναι παντού του συντάκτη του γράμματος) να υποστηρίζουν αυτή τη συμμορία. Ο αγώνας μας εδώ θα είναι πολύ δύσκολος. Ένα από τα χειρότερα χαρακτηριστικά του θα είναι η προδοσία εκείνων για τους οποίους τα ατομικά συμφέροντα είναι πιο δυνατό κίνητρο, παρά το ενδιαφέρον τους για την επανάσταση. Κάθε υποστήριξη του κοινοβουλευτισμού βοηθά απλώς να περάσει η εξουσία στα χέρια των βρετανών μας Σάιντεμαν και Νόσκε. Ο Χέντερσον, ο Κλάινς (Clynes) και Σία είναι αδιόρθωτα αντιδραστικοί. Το επίσημο Ανεξάρτητο Εργατικό Κόμμα πέφτει όλο και περισσότερο κάτω από την εξουσία των αστών φιλελευθέρων που βρήκαν πνευματικό καταφύγιο στο στρατόπεδο των κυρίων Μακντόναλντ, Σνόουντεν και Σία. Το επίσημο Ανεξάρτητο Εργατικό Κόμμα είναι άσπονδος εχθρός της III Διεθνούς, ενώ η μάζα είναι μαζί της. Το να υποστηρίζεις με οποιονδήποτε τρόπο τους κοινοβουλευτικούς-οπορτουνιστές σημαίνει απλώς να παίζεις το παιχνίδι των κυρίων που αναφέραμε παραπάνω. Το Βρετανικό Σοσιαλιστικό Κόμμα δεν έχει εδώ καμιά σημασία... Εδώ χρειάζεται γερή επαναστατική παραγωγική οργάνωση (βιομηχανική) και Κομμουνιστικό Κόμμα, που να στηρίζει τη δράση του σε σαφείς και με ακρίβεια καθορισμένες επιστημονικές βάσεις. Αν οι σύντροφοί μας μπορούν να μας βοηθήσουν να δημιουργήσουμε τέτοια οργάνωση και τέτοιο κόμμα, θα δεχτούμε πρόθυμα τη βοήθεια τους. Αν δεν μπορούν, για όνομα του θεού, ας μην ανακατεύονται καθόλου, αv δεν θέλουν να προδόσουν την Επανάσταση, υποστηρίζοντας τους αντιδραστικούς, που με τόσο ζήλο προσπαθούν να αποκτήσουν τον “τιμητικό” (; το ερωτηματικό είναι του συντάκτη του γράμματος) τίτλο του βουλευτή και φλέγονται από την επιθυμία να αποδείξουν πως μπορούν να διοικούν τόσο καλά, όσο και τα ίδια τα “αφεντικά”, οι ταξικοί πολιτικοί».

Το γράμμα αυτό προς τη Σύνταξη εκφράζει, κατά τη γνώμη μου, θαυμάσια τις διαθέσεις και την άποψη των νεαρών κομμουνιστών ή των εργατών-μαζικών στελεχών, που μόλις άρχισαν να έρχονται στον κομμουνισμό. Οι διαθέσεις αυτές είναι εξαιρετικά παρήγορες και πολύτιμες. Πρέπει να ξέρεις να τις εκτιμάς και να τις υποστηρίζεις, γιατί δίχως αυτές δεν θα είχε ελπίδες νίκης η επανάσταση του προλεταριάτου στην Αγγλία και σε κάθε άλλη χώρα. Τους ανθρώπους, που ξέρουν να εκφράζουν τις διαθέσεις αυτές των μαζών, που ξέρουν να προκαλούν στις μάζες παρόμοιες διαθέσεις (που πολύ συχνά είναι υπολανθάνουσες, υποσυνείδητες, ανεκδήλωτες), πρέπει να τους προσεχουμε και να τους βοηθάμε στοργικά με κάθε τρόπο. Ταυτόχρονα όμως πρέπει να τους λέμε καθαρά και ξάστερα πως δεν φτάνει μόνο η διάθεση για να καθοδηγείς τις μάζες στο μεγάλο επαναστατικό αγώνα και πως τούτα ή εκείνα τα λάθη που πάνε να κάνουν ή κάνουν οι πιο αφοσιωμένοι στην υπόθεση της επανάστασης άνθρωποι, είναι λάθη που μπορούν να ζημιώνουν την υπόθεση της επανάστασης. Το γράμμα του σ. Γκάλαχερ προς τη Σύνταξη δείχνει χωρίς αμφιβολία τα σπέρματα όλων των λαθών που κάνουν οι γερμανοί «αριστεροί» κομμουνιστές και που τα είχαν κάνει οι ρώσοι «αριστεροί» μπολσεβίκοι το 1908 και το 1918.

Ο συντάκτης του γράμματος είναι γεμάτος από το πιο ευγενικό προλεταριακό μίσος προς τους αστούς «ταξικούς πολιτικούς» (που το καταλαβαίνουν και το νιώθουν, ωστόσο, όχι μόνο οι προλετάριοι, αλλά και όλοι οι εργαζόμενοι, όλοι οι «μικροί άνθρωποι» για να χρησιμοποιήσουμε τη γερμανική έκφραση). Αυτό το μίσος ενός εκπροσώπου των καταπιεζόμενων και εκμεταλλευόμενων μαζών είναι πραγματικά η «αρχή πάσης σοφίας», η βάση για κάθε σοσιαλιστικό και κομμουνιστικό κίνημα και για τις επιτυχίες του. Ο συντάκτης όμως, όπως φαίνεται, δεν παίρνει υπόψη του ότι η πολιτική είναι μια επιστήμη και μια τέχνη που δεν πέφτει από τον ουρανό, δεν δίνεται δωρεάν, και ότι το προλεταριάτο, αν θέλει να νικήσει την αστική τάξη, πρέπει να βγάλει δικούς του, προλετάριους, «ταξικούς πολιτικούς», και τέτοιους που να μην είναι χειρότεροι από τους αστούς πολιτικούς. Ο συντάκτης του γράμματος κατάλαβε θαυμάσια πως όχι το κοινοβούλιο, αλλά μόνο τα εργατικά Σοβιέτ μπορούν να είναι τα όργανα για την επίτευξη των σκοπών του προλεταριάτου και, φυσικά, όποιος δεν το κατάλαβε αυτό ως τα σήμερα είναι ο χειρότερος αντιδραστικός, και ας είναι ο πιο σοφός άνθρωπος, ο πιο έμπειρος πολιτικός, ο πιο ειλικρινής σοσιαλιστής, ο πιο διαβασμένος μαρξιστής, ο πιο τίμιος πολίτης και οικογενειάρχης. Ο συντάκτης όμως του γράμματος ούτε καν βάζει το ερώτημα και ούτε σκέπτεται, αν είναι ανάγκη να βάλει το ερώτημα: μπορούμε να οδηγήσουμε τα Σοβιέτ στη νίκη ενάντια στο κοινοβούλιο, χωρίς να μπάσουμε τους «σοβιετικούς» πολιτικούς μέσα στο κοινοβούλιο; Χωρίς να αποσυνθέσουμε τον κοινοβουλευτισμό από τα μέσα; Χωρίς να προετοιμάσουμε μέσα από το κοινοβούλιο την επιτυχία των Σοβιέτ στο καθήκον που έχουν μπροστά τους να διαλύσουν το κοινοβούλιο; Και όμως ο συντάκτης του γράμματος εκφράζει την απόλυτα σωστή σκέψη ότι το Κομμουνιστικό Κόμμα στην Αγγλία πρέπει να στηρίζει τη δράση του σε επιστημονικές βάσεις. Η επιστήμη απαιτεί, πρώτο, να παίρνεις υπόψη σου την πείρα των άλλων χωρών, ιδιαίτερα αν οι άλλες χώρες, που είναι επίσης καπιταλιστικές, δοκιμάζουν ή δοκίμασαν τελευταία μια παρόμοια πείρα. Δεύτερο, να παίρνεις υπόψη όλες τις δυνάμεις, τις ομάδες, τα κόμματα, τις τάξεις, τις μάζες, που δρουν μέσα σε μια δοσμένη χώρα και όχι να καθορίζεις την πολιτική με βάση μονάχα τις επιθυμίες και τις αντιλήψεις, το βαθμό της συνειδητότητας και της διάθεσης για αγώνα μιας μόνο ομάδας ή ενός μόνο κόμματος.

Είναι σωστό ότι οι Χέντερσον, οι Κλάινς, οι Μακντόναλντ, οι Σνόουντεν είναι άνθρωποι αδιόρθωτα αντιδραστικοί. Είναι επίσης σωστό ότι θέλουν να πάρουν την εξουσία στα χέρια τους (προτιμώντας ωστόσο το συνασπισμό με την αστική τάξη), ότι θέλουν «να κυβερνούν» σύμφωνα με τους ίδιους παμπάλαιους αστικούς κανόνες, πως, όταν θα βρεθούν στην εξουσία, θα φέρνονται οπωσδήποτε σαν τους Σάιντεμαν και τους Νόσκε.

Όλα αυτά είναι σωστά. Από δω όμως δεν έπεται καθόλου ότι η υποστήριξή τους αποτελεί προδοσία της επανάστασης, αλλά ότι προς το συμφέρον της επανάστασης οι επαναστάτες της εργατικής τάξης πρέπει να παρέχουν σ’ αυτούς τους κυρίους ορισμένη κοινοβουλευτική υποστήριξη. Για να ξεκαθαρίσω τη σκέψη αυτή θα πάρω δυο σύγχρονα αγγλικά πολιτικά ντοκουμέντα: 1) το λόγο του πρωθυπουργού Λόιντ Τζορτζ στις 18/ΙΙΙ/1920 (όπως δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα «The Manchester Guardian»50 της 19/III/1920) και 2) τους συλλογισμούς της «αριστερής» κομμουνίστριας, της σ. Σίλβιας Πάνκχερστ, στο άρθρο της που αναφέραμε παραπάνω.

Ο Λόιντ Τζορτζ στο λόγο του έκανε πολεμική στον Άσκουϊθ (που είχε κληθεί ειδικά στη συνεδρίαση, αρνήθηκε όμως να έλθει) και στους φιλελευθέρους που δεν θέλουν το συνασπισμό με τους συντηρητικούς, αλλά μια προσέγγιση με το Εργατικό Κόμμα. (Στο γράμμα του σ. Γκάλαχερ προς τη Σύνταξη είδαμε επίσης να αναφέρεται το γεγονός ότι φιλελεύθεροι περνούν στο Ανεξάρτητο Εργατικό Κόμμα.) Ο Λόιντ Τζορτζ προσπαθούσε να αποδείξει πως είναι απαραίτητος ο συνασπισμός των φιλελευθέρων με τους συντηρητικούς και μάλιστα ένας στενός συνασπισμός, γιατί διαφορετικά μπορεί να νικήσει το Εργατικό Κόμμα, που ο Λόιντ Τζορτζ «προτιμά να το ονομάζει» σοσιαλιστικό, και που επιδιώκει τη «συλλογική ιδιοκτησία» στα μέσα παραγωγής. «Στη Γαλλία αυτό ονομαζόταν κομμουνισμός» –εξηγούσε εκλαϊκευτικά ο αρχηγός της αγγλικής αστικής τάξης στους ακροατές του, μέλη του κοινοβουλευτικού Φιλελεύθερου Κόμματος, που, όπως φαίνεται, δεν το ξέρανε ως τότε– «στη Γερμανία αυτό ονομαζόταν σοσιαλισμός· στη Ρωσία ονομάζεται μπολσεβικισμός». Για τους φιλελευθέρους αυτό είναι καταρχήν απαράδεκτο, εξηγούσε ο Λόιντ Τζορτζ, γιατί οι φιλελεύθεροι είναι καταρχήν υπέρ της ατομικής ιδιοκτησίας. «Ο πολιτισμός βρίσκεται σε κίνδυνο», δήλωνε ο ομιλητής και γι’ αυτό οι φιλελεύθεροι και οι συντηρητικοί πρέπει να ενωθούν...

«...Αν πάτε στις αγροτικές περιφέρειες –είπε ο Λόιντ Τζορτζ– συμφωνώ πως εκεί θα βρείτε τους παλιούς κομματικούς διαχωρισμούς που διατηρήθηκαν όπως ήταν πρώτα. Εκεί ο κίνδυνος είναι πολύ απομακρυσμένος. Εκεί δεν υπάρχει κίνδυνος. Όταν όμως το κίνημα φτάνει ως τις αγροτικές περιφέρειες, ο κίνδυνος θα είναι και κει τόσο μεγάλος, όσο μεγάλος είναι τώρα σε μερικές βιομηχανικές περιφέρειες. Τα τέσσερα πέμπτα της χώρας μας ασχολούνται με τη βιομηχανία και το εμπόριο και μόλις το ένα πέμπτο με τη γεωργία. Αυτό είναι ένα περιστατικό που το έχω πάντα υπόψη μου, όταν σκέπτομαι τους κινδύνους που μας επιφυλάσσει το μέλλον. Στη Γαλλία ο πληθυσμός είναι γεωργικός και υπάρχει μια στερεή βάση από καθορισμένες αντιλήψεις, που δεν αλλάζει πολύ γρήγορα και δεν είναι και τόσο εύκολο να την αναταράξει το επαναστατικό κίνημα. Διαφορετικά μπαίνει το ζήτημα στη χώρα μας. Στη χώρα μας η ανατροπή είναι πιο εύκολη από κάθε άλλη χώρα του κόσμου, και αν θα αρχίσει η χώρα μας να κλονίζεται, η κατάρρευση θα είναι εδώ, για τους λόγους που αναφέραμε, πιο μεγάλη από τις άλλες χώρες».

Ο αναγνώστης βλέπει εδώ πως ο Λόιντ Τζορτζ δεν είναι μόνο πολύ έξυπνος άνθρωπος, αλλά και έχει διδαχτεί πολλά από τους μαρξιστές. Δεν είναι αμαρτία να διδαχτούμε κι εμείς από τον Λόιντ Τζορτζ.

Είναι επίσης ενδιαφέρον να σημειώσουμε το παρακάτω επεισόδιο από τη συζήτηση που έγινε ύστερα από το λόγο του Λόιντ Τζορτζ:

«Κ. Ο υ ά λ α ς (Wallace): Θα ήθελα να ρωτήσω πως βλέπει ο πρωθυπουργός τα αποτελέσματα της πολιτικής του στις βιομηχανικές περιφέρειες σχετικά με τους βιομηχανικούς εργάτες, από τους οποίους πάρα πολλοί είναι σήμερα φιλελεύθεροι και μας υποστηρίζουν τόσο πολύ. Δεν θα μπορούσε να έχει σαν αποτέλεσμα την τεράστια αύξηση της δύναμης του Εργατικού Κόμματος χάρη στους εργάτες που σήμερα είναι ειλικρινείς υποστηρικτές μας;

Πρωθυπουργός: Έχω εντελώς διαφορετική γνώμη. Το γεγονός ότι οι φιλελεύθεροι παλεύουν αναμεταξύ τους, αναμφισβήτητα, σπρώχνει ένα πολύ σημαντικό αριθμό φιλελευθέρων να πάνε, από απελπισία, προς το Εργατικό Κόμμα, όπου υπάρχει ήδη ένας σημαντικός αριθμός φιλελευθέρων, πολύ ικανών ανθρώπων, που τώρα ασχολούνται με τη δυσφήμηση της κυβέρνησης. Το αποτέλεσμα αναμφισβήτητα είναι ότι δυναμώνουν σημαντικά οι διαθέσεις του κοινού προς όφελος του Εργατικού Κόμματος. Η κοινή γνώμη δεν κάνει στροφή προς τους φιλελευθέρους, που βρίσκονται έξω από το Εργατικό Κόμμα, αλλά προς το Εργατικό Κόμμα, αυτό δείχνουν οι αναπληρωματικές εκλογές».

Ας πούμε παρεμπιπτόντως πως ο συλλογισμός αυτός δείχνει κυρίως πόσο τα έχουν μπλέξει οι πιο έξυπνοι άνθρωποι της αστικής τάξης και δεν μπορούν να μην κάνουν ανεπανόρθωτες ανοησίες. Απ’ αυτό θα χαθεί και η αστική τάξη. Ενώ οι άνθρωποι μας μπορούν να κάνουν ακόμη και ανοησίες (βέβαια με τον όρο ότι οι ανοησίες αυτές δεν θα είναι πολύ μεγάλες και ότι θα διορθώνονται έγκαιρα) και παρ’ όλα αυτά να βγαίνουν στο τέλος νικητές.

Το άλλο πολιτικό ντοκουμέντο είναι οι παρακάτω συλλογισμοί της «αριστερής» κομμουνίστριας, σ. Σίλβιας Πάνκχερστ:

«... Ο σ. Ίνκπιν (γραμματέας του Βρετανικού Σοσιαλιστικού Κόμματος) αποκαλεί το Εργατικό Κόμμα “κυριότερη οργάνωση του κινήματος της εργατικής τάξης”. Ένας άλλος σύντροφος από το Βρετανικό Σοσιαλιστικό Κόμμα στη συνδιάσκεψη της III Διεθνούς διατύπωσε την άποψη του Βρετανικού Σοσιαλιστικού Κόμματος ακόμη πιο ανάγλυφα. Ο σύντροφος αυτός είπε: “Θεωρούμε το Εργατικό κόμμα σαν την οργανωμένη εργατική τάξη”.

Δεν συμμεριζόμαστε την άποψη αυτή για το Εργατικό Κόμμα. Το Εργατικό Κόμμα έχει ένα πολύ μεγάλο αριθμό μελών, αν και τα μέλη του αυτά είναι σε μεγάλο βαθμό αδρανή και απαθή. Είναι εργάτες και εργάτριες που μπήκαν στα τρέιντ-γιούνιον, γιατί οι σύντροφοι τους του εργοστασίου είναι τρέιντ-γιουνιονιστές και γιατί θέλουν να παίρνουν βοηθήματα.

Εμείς όμως αναγνωρίζουμε πως η μεγάλη αριθμητική δύναμη του Εργατικού Κόμματος οφείλεται επίσης στο γεγονός ότι είναι δημιούργημα μιας ιδεολογικής σχολής, που τα σύνορά της δεν τα έχει ακόμη ξεπεράσει η πλειοψηφία της βρετανικής εργατικής τάξης, αν και μεγάλες αλλαγές ετοιμάζονται στα μυαλά του λαού που θα αλλάξουν γρήγορα αυτή την κατάσταση...».

«... Το Βρετανικό Εργατικό Κόμμα, όπως και οι σοσιαλπατριωτικές οργανώσεις των άλλων χωρών, στην πορεία της φυσιολογικής εξέλιξης της κοινωνίας, θα έλθει αναπόφευκτα στην εξουσία. Δουλειά των κομμουνιστών είναι να οργανώνουν τις δυνάμεις που θα ανατρέψουν τους σοσιαλπατριώτες και εμείς στη χώρα μας δεν πρέπει ούτε να καθυστερούμε τη δουλειά αυτή, ούτε να ταλαντευόμαστε.

Δεν πρέπει να σκορπούμε την ενεργητικότητά μας, αυξάνοντας τη δύναμη του Εργατικού Κόμματος· η άνοδός του στην εξουσία είναι αναπόφευκτη. Πρέπει να συγκεντρώσουμε τις δυνάμεις μας για να δημιουργήσουμε κομμουνιστικό κίνημα που θα νικήσει το Εργατικό Κόμμα. Το Εργατικό Κόμμα σε λίγο θα σχηματίσει κυβέρνηση· η επαναστατική αντιπολίτευση πρέπει να είναι έτοιμη για να επιτεθεί εναντίον της...».

Κι έτσι η φιλελεύθερη αστική τάξη εγκαταλείπει το σύστημα των «δυο κομμάτων» (των εκμεταλλευτών) που το καθαγίασε ιστορικά μια πείρα αιώνων, σύστημα που συμφέρει εξαιρετικά στους εκμεταλλευτές, θεωρώντας απαραίτητη τη συνένωση των δυνάμεων των δυο κομμάτων για τον αγώνα ενάντια στο Εργατικό Κόμμα. Ένα μέρος από τους φιλελευθέρους μεταπηδά στο Εργατικό Κόμμα σαν τα ποντίκια που φεύγουν από το καράβι που βουλιάζει. Οι αριστεροί κομμουνιστές θεωρούν αναπόφευκτο το πέρασμα της εξουσίας στο Εργατικό Κόμμα και ομολογούν πως τώρα έχει με το μέρος του την πλειοψηφία των εργατών. Από δω βγάζουν το περίεργο εκείνο συμπέρασμα που η σ. Σίλβια Πάνκχερστ το διατυπώνει έτσι:

«Το Κομμουνιστικό Κόμμα δεν πρέπει να κλείνει συμβιβασμούς... Πρέπει να διατηρήσει τη θεωρία του καθαρή, την ανεξαρτησία του από το ρεφορμισμό άσπιλη. Η αποστολή του είναι να τραβά μπροστά, χωρίς να σταματά και χωρίς να ξεφεύγει από το δρόμο του, να τραβά ολόισια προς την κομμουνιστική επανάσταση».

Απεναντίας, από το γεγονός ότι η πλειοψηφία των εργατών στην Αγγλία ακολουθεί ακόμη τους άγγλους Κερένσκι ή τους Σάιντεμαν, από το ότι δεν έχει ακόμη πείρα από την κυβέρνηση αυτών των ανθρώπων, πείρα που χρειάστηκε και στη Ρωσία και στη Γερμανία για να περάσουν μαζικά οι εργάτες στον κομμουνισμό, απ’ αυτό βγαίνει αναμφισβήτητα πως οι άγγλοι κομμουνιστές πρέπει να πάρουν μέρος στον κοινοβουλευτικό αγώνα, πρέπει μέσα από το κοινοβούλιο να βοηθήσουν την εργατική μάζα να δει στην πράξη τα αποτελέσματα της κυβέρνησης των Χέντερσον και Σνόουντεν, πρέπει να βοηθήσουν τους Χέντερσον και Σνόουντεν να νικήσουν τους ενωμένους Λόιντ Τζορτζ και Τσόρτσιλ. Κάθε διαφορετική ενέργεια σημαίνει δυσκόλεμα της υπόθεσης της επανάστασης, γιατί χωρίς μια αλλαγή στις αντιλήψεις της πλειοψηφίας της εργατικής τάξης η επανάσταση είναι ανέφικτη και η αλλαγή αυτή δημιουργείται από την πολιτική πείρα των μαζών και ποτέ με την προπαγάνδα και μόνο. «Εμπρός χωρίς συμβιβασμούς, χωρίς να ξεφεύγουμε από το δρόμο» –όταν αυτό το λέει μια ολοφάνερα αδύνατη μειοψηφία εργατών, που ξέρει (η πάντως πρέπει να ξέρει) πως σε περίπτωση νίκης του Χέντερσον και του Σνόουντεν ενάντια στον Λόιντ Τζορτζ και τον Τσόρτσιλ η πλειοψηφία μέσα σε λίγο χρονικό διάστημα θα απογοητευτεί από τους αρχηγούς της και θα περάσει στην υποστήριξη του κομμουνισμού (ή πάντως στην ουδετερότητα και κατά το μεγαλύτερο μέρος στην ευμενή ουδετερότητα απέναντι στους κομμουνιστές) –αυτό το σύνθημα είναι ολοφάνερα λαθεμένο. Είναι το ίδιο σαν να ρίχνονταν στη μάχη 10.000 στρατιώτες ενάντια σε 50.000 αντιπάλους, ενώ θα έπρεπε να «σταματήσουν», «να αλλάξουν δρόμο», ακόμη και να κλείσουν «συμβιβασμό», μόνο και μόνο για να περιμένουν να φτάσουν οι ενισχύσεις από 100.000 που δεν μπορούν να μπουν αμέσως στη μάχη. Αυτό είναι διανοουμενίστικη παιδαριωδία και όχι σοβαρή τακτική της επαναστατικής τάξης.

Ο βασικός νόμος της επανάστασης, που τον επιβεβαίωσαν όλες οι επαναστάσεις και ειδικά οι τρεις ρωσικές επαναστάσεις του 20ού αιώνα, συνίσταται στο έξης: για την επανάσταση δεν είναι αρκετό να κατανοήσουν οι εκμεταλλευόμενες και καταπιεζόμενες μάζες πως είναι αδύνατο να ζουν με τον παλιό τρόπο και να απαιτούν αλλαγή· για την επανάσταση είναι απαραίτητο οι εκμεταλλευτές να μη μπορούν να ζουν και να κυβερνούν με τον παλιό τρόπο. Μόνο όταν “οι κάτω” δεν θέλουν το παλιό και «οι πάνω» δεν μπορούν να ζουν και να κυβερνούν με τον παλιό τρόπο, μόνο τότε μπορεί να νικήσει η επανάσταση. Η αλήθεια αυτή εκφράζεται διαφορετικά με τα λόγια: η επανάσταση είναι αδύνατη χωρίς μια πανεθνική κρίση (που να θίγει και τους εκμεταλλευόμενους και τους εκμεταλλευτές). Επομένως για την επανάσταση πρέπει, πρώτο, να πετύχουμε ώστε η πλειοψηφία των εργατών (ή πάντως η πλειοψηφία των συνειδητών, των σκεπτόμενων και των πολιτικά δραστήριων εργατών) να καταλάβει πέρα για πέρα την ανάγκη της επανάστασης και να είναι έτοιμη να βαδίσει στο θάνατο γι’ αυτή· δεύτερο, πρέπει οι άρχουσες τάξεις να περνούν κυβερνητική κρίση που τραβά στην πολιτική ακόμη και τις πιο καθυστερημένες μάζες (το γνώρισμα κάθε πραγματικής επανάστασης είναι ότι γρήγορα δεκαπλασιάζεται ή ακόμη και εκατονταπλασιάζεται ο αριθμός των ικανών για πολιτικό αγώνα εκπροσώπων της εργαζόμενης και καταπιεζόμενης μάζας που ως τότε ήταν απαθής), εξασθενεί την κυβέρνηση και κάνει δυνατή για τους επαναστάτες τη γρήγορη ανατροπή της.

Στην Αγγλία, όπως φαίνεται ανάμεσα στα άλλα και από το λόγο του Λόιντ Τζορτζ, αναπτύσσονται έκδηλα και οι δυο αυτοί όροι για την επιτυχία της προλεταριακής επανάστασης. Και τα λάθη των αριστερών κομμουνιστών είναι τώρα δυο φορές πιο επικίνδυνα, ακριβώς γιατί ορισμένοι επαναστάτες δεν έχουν μια στάση αρκετά μελετημένη, αρκετά προσεκτική, αρκετά συνειδητή, αρκετά μετρημένη απέναντι στον καθένα από τους όρους αυτούς. Αν δεν είμαστε επαναστατική ομάδα, αλλά Κόμμα της επαναστατικής τάξης, αν θέλουμε να τραβήξουμε μαζί μας τις μάζες (και χωρίς αυτό κινδυνεύουμε να μείνουμε απλώς φαφλατάδες), πρέπει, πρώτο, να βοηθήσουμε τον Χέντερσον ή τον Σνόουντεν να νικήσουν τον Λόιντ Τζορτζ και τον Τσόρτσιλ (μάλιστα πιο σωστά: να αναγκάσουμε τους πρώτους να νικήσουν τους δεύτερους, γιατί οι πρώτοι φοβούνται τη νίκη τους!)· δεύτερο, να βοηθήσουμε την πλειοψηφία της εργατικής τάξης να πειστεί με την πείρα της ότι έχουμε δίκιο, δηλ. ότι οι Χέντερσον και οι Σνόουντεν δεν αξίζουν τίποτε, ότι είναι από τη φύση τους μικροαστοί προδότες, ότι η χρεοκοπία τους είναι αναπόφευκτη· τρίτο, να φέρουμε πιο κοντά τη στιγμή που με βάση την απογοήτευση της πλειοψηφίας των εργατών από τους Χέντερσον θα μπορέσουμε με σοβαρές πιθανότητες επιτυχίας να ανατρέψουμε αμέσως την κυβέρνηση των Χέντερσον, που θα βολοδέρνει ακόμη πιο συγχυσμένα, αφού και ο ίδιος ο τόσο έξυπνος και τόσο σοβαρός, όχι μικροαστός, αλλά μεγαλοαστός, Λόιντ Τζορτζ δείχνει πλήρη σύγχυση και εξασθενεί τον εαυτό του (και όλη την αστική τάξη) όλο και περισσότερο, χθες με τις «προστριβές» του με τον Τσόρτσιλ και σήμερα με τις «προστριβές» του με τον Άσκουϊθ.

Θα μιλήσω πιο συγκεκριμένα. Οι άγγλοι κομμουνιστές πρέπει, κατά τη γνώμη μου, να συνενώσουν και τα τέσσερα κόμματα (όλα είναι πολύ αδύνατα, μερικά μάλιστα πάρα πολύ αδύνατα) και τις ομάδες τους σε ένα Κομμουνιστικό Κόμμα με βάση τις αρχές της III Διεθνούς και την υποχρεωτική συμμετοχή στο κοινοβούλιο. Το Κομμουνιστικό Κόμμα προτείνει στους Χέντερσον και τους Σνόουντεν «συμβιβασμό», εκλογική συμφωνία: ας τραβήξουμε μαζί ενάντια στη συμμαχία του Λόιντ Τζορτζ και των συντηρητικών, ας μοιράσουμε τις βουλευτικές έδρες ανάλογα με τον αριθμό των ψήφων που θα δώσουν οι εργάτες στο Εργατικό Κόμμα ή στους κομμουνιστές (όχι στις εκλογές, αλλά σε ιδιαίτερη ψηφοφορία), ας διατηρούμε την απόλυτη ελευθερία ζύμωσης, προπαγάνδας, πολιτικής δράσης. Χωρίς αυτό τον τελευταίο όρο, δεν μπορούμε βέβαια να κάνουμε συνασπισμό, γιατί αυτό θα είναι προδοσία. Οι άγγλοι κομμουνιστές πρέπει να επιμένουν στην εξασφάλιση απόλυτης ελευθερίας για το ξεσκέπασμα των Χέντερσον και των Σνόουντεν, όπως ακριβώς επέμεναν (επί δεκαπέντε χρόνια, από το 1903 ως το 1917) Οι ρώσοι μπολσεβίκοι απέναντι στους ρώσους Χέντερσον και Σνόουντεν, δηλ. στους μενσεβίκους.

Αν οι Χέντερσον και οι Σνόουντεν δεχτούν το συνασπισμό μ’ αυτούς τους όρους, τότε κερδίζουμε, γιατί το σπουδαίο για μας δεν είναι καθόλου ο αριθμός των βουλευτικών εδρών, εμείς δεν κυνηγάμε καθόλου αυτό το πράγμα, στο σημείο αυτό θα είμαστε υποχωρητικοί (ενώ οι Χέντερσον και ιδιαίτερα οι καινούργιοι φίλοι τους –ή τα καινούργια αφεντικά τους– οι φιλελεύθεροι που πέρασαν στο Ανεξάρτητο Εργατικό Κόμμα, κυνηγάνε περισσότερο αυτό το πράγμα). Κερδίζουμε, γιατί θα μεταφέρουμε τη ζύμωσή μας στις μάζες τη στιγμή που ο ίδιος ο Λόιντ Τζορτζ «άνοιξε την δρεξη» σ’ αυτές και θα βοηθήσουμε όχι μόνο το Εργατικό Κόμμα να σχηματίσει πιο γρήγορα την κυβέρνηση του, αλλά και τις μάζες να καταλάβουν πιο γρήγορα όλη την κομμουνιστική μας προπαγάνδα, που θα τη διεξάγουμε ενάντια στους Χέντερσον, χωρίς να την περικόψουμε καθόλου, χωρίς να αποσιωπούμε τίποτε.

Αν οι Χέντερσον και οι Σνόουντεν αποκρούσουν το συνασπισμό μαζί μας μ’ αυτούς τους όρους, κερδίζουμε ακόμη περισσότερο. Γιατί θα δείξουμε αμέσως στις μάζες (σημειώστε πως ακόμη και μέσα στο καθαρά μενσεβίκικο, στο τελείως οπορτουνιστικό Ανεξάρτητο Εργατικό Κόμμα η μάζα είναι υπέρ των Σοβιέτ), ότι οι Χέντερσον προτιμούν τις στενές σχέσεις τους με τους καπιταλιστές από τη συνένωση όλων των εργατών. Κερδίζουμε αμέσως μπροστά στη μάζα, που ιδιαίτερα ύστερα από τις λαμπρές και πολύ σωστές, πολύ ωφέλιμες (για τον κομμουνισμό) εξηγήσεις του Λόιντ Τζορτζ, θα δει με συμπάθεια τη συνένωση όλων των εργατών ενάντια στη συμμαχία του Λόιντ Τζορτζ με τους συντηρητικούς. Κερδίζουμε αμέσως, γιατί δείχνουμε στις μάζες ότι οι Χέντερσον και οι Σνόουντεν φοβούνται να νικήσουν τον Λόιντ Τζορτζ, φοβούνται να πάρουν την εξουσία μόνοι τους, προσπαθούν να εξασφαλίσουν στα κρυφά την υποστήριξη του Λόιντ Τζορτζ που απλώνει ανοιχτά το χέρι στους συντηρητικούς ενάντια στο Εργατικό Κόμμα. Πρέπει να σημειώσουμε ότι σε μας στη Ρωσία, ύστερα από την επανάσταση της 27/II/1917 (με το παλιό ημερολόγιο) η προπαγάνδα των μπολσεβίκων ενάντια στους μενσεβίκους και τους εσέρους (δηλ. ενάντια στους ρώσους Χέντερσον και Σνόουντεν) κέρδισε ακριβώς από μιαν ανάλογη περίπτωση. Λέγαμε στους μενσεβίκους και στους εσέρους: πάρτε όλη την εξουσία χωρίς την αστική τάξη, γιατί έχετε την πλειοψηφία στα Σοβιέτ (στο πρώτο Πανρωσικό συνέδριο των Σοβιέτ, τον Ιούνη του 1917, οι μπολσεβίκοι είχαν μόνο τα 13% των ψήφων). Οι ρώσοι όμως Χέντερσον και Σνόουντεν φοβούνταν να πάρουν την εξουσία χωρίς την αστική τάξη και, όταν η αστική τάξη όλο και ανέβαλλε τις εκλογές για τη Συντακτική Συνέλευση, επειδή ήξερε πολύ καλά πως την πλειοψηφία θα την έπαιρναν οι εσέροι και οι μενσεβίκοι[13] (που σχημάτιζαν μαζί έναν πολύ στενό πολιτικό συνασπισμό, αποτελούσαν στην πραγματικότητα μια μικροαστική δημοκρατία) τότε οι εσέροι και οι μενσεβίκοι δεν ήταν σε θέση να παλέψουν δραστήρια και με συνέπεια ενάντια σ’ αυτές τις αναβολές. Στην περίπτωση που οι Χέντερσον και Σνόουντεν θα αρνούνταν να κάνουν συνασπισμό με τους κομμουνιστές, οι κομμουνιστές θα κέρδιζαν αμέσως στο έργο της κατάκτησης των συμπαθειών των μαζών και της υπόσκαψης του κύρους των Χέντερσον και Σνόουντεν, και αν απ’ αυτό χάναμε μερικές κοινοβουλευτικές έδρες το πράγμα δεν θα είχε καμιά σημασία για μας. Θα βάζαμε δικές μας υποψηφιότητες μόνο σε ελάχιστο αριθμό απόλυτα σίγουρων περιφερειών, δηλ. εκεί όπου η υποβολή δικών μας υποψηφιοτήτων δεν θα είχε σαν αποτέλεσμα να βγει ένας φιλελεύθερος αντί του εργατικού (μέλους του Εργατικού Κόμματος). Θα κάναμε εκλογική ζύμωση, μοιράζοντας προκηρύξεις υπέρ του κομμουνισμού και καλώντας σε όλες τις περιφέρειες, όπου δεν υπάρχει δικός μας υποψήφιος, να ψηφίσουν τον εργατικό ενάντια στον αστό. Κάνουν λάθος οι σύντροφοι Σίλβια Πάνκχερστ και Γκάλαχερ, αν βλέπουν σ’ αυτό προδοσία του κομμουνισμού η παραίτηση από τον αγώνα ενάντια στους σοσιαλπροδότες. Απεναντίας, απ’ αυτό θα κέρδιζε αναμφισβήτητα η υπόθεση της κομμουνιστικής επανάστασης.

Για τους άγγλους κομμουνιστές πολλές φορές είναι σήμερα δύσκολο ακόμη και να πλησιάσουν τις μάζες, ακόμη και να τις κάνουν να τους ακούσουν. Αν παρουσιαστώ σαν κομμουνιστής και δηλώσω πως καλώ να ψηφίσουν τον Χέντερσον ενάντια στον Λόιντ Τζορτζ, ασφαλώς θα με ακούσουν. Και θα μπορέσω να εξηγήσω, σε κατανοητή γλώσσα, όχι μόνο γιατί τα Σοβιέτ είναι καλύτερα από το κοινοβούλιο και η δικτατορία του προλεταριάτου καλύτερη από τη δικτατορία του Τσόρτσιλ (που σκεπάζεται με την ταμπέλα της αστικής «δημοκρατίας»), αλλά και ότι θα ήθελα να στηρίξω τον Χέντερσον με την ψήφο μου, ακριβώς όπως το σκοινί στηρίζει τον κρεμασμένο· ότι όσο οι Χέντερσον πλησιάζουν στο σχηματισμό δικής τους κυβέρνησης, τόσο θα αποδείχνεται πως έχω δίκιο, τόσο θα τραβιούνται οι μάζες με το μέρος μου και θα επιταχύνεται ο πολιτικός θάνατος των Χέντερσον και των Σνόουντεν, ακριβώς όπως έγινε με τους ομοϊδεάτες τους στη Ρωσία και στη Γερμανία.

Και αν μου φέρουν την αντίρρηση: αυτή η τακτική είναι πολύ «πονηρή» και περίπλοκη, δεν θα την καταλάβουν οι μάζες, θα σκορπίσει, θα κομματιάσει τις δυνάμεις μας, θα μας εμποδίσει να τις συγκεντρώσουμε υπέρ της σοβιετικής επανάστασης κτλ., τότε θα απαντήσω στους «αριστερούς» που φέρνουν τις αντιρρήσεις: –μη φορτώνετε το δογματισμό σας στις μάζες! Στη Ρωσία ασφαλώς οι μάζες δεν είναι περισσότερο, αλλά λιγότερο πολιτισμένες απ’ ό,τι στην Αγγλία. Ωστόσο οι μάζες κατάλαβαν τους μπολσεβίκους· και τους μπολσεβίκους δεν τους εμπόδισε, αλλά τους βοήθησε το γεγονός ότι στις παραμονές της σοβιετικής επανάστασης, το Σεπτέμβρη του 1917, κατάρτισαν τους καταλόγους των υποψηφίων τους για το αστικό κοινοβούλιο (Συντακτική Συνέλευση) και την επόμενη μέρα μετά από τη σοβιετική επανάσταση, το Νοέμβρη του 1917, πήραν μέρος στις εκλογές για την ίδια τη Συντακτική Συνέλευση, που την διαλύσανε στις 5/Ι/1918.

Δεν μπορώ να σταθώ εδώ στη δεύτερη διαφωνία ανάμεσα στους άγγλους κομμουνιστές, αν δηλαδή θα πρέπει να ενωθούν με το Εργατικό Κόμμα η ή όχι. Έχω πάρα πολύ λίγα στοιχεία σχετικά μ’ αυτό το ζήτημα, που είναι ιδιαίτερα περίπλοκο λόγω της εξαιρετικής πρωτοτυπίας του Βρετανικού «Εργατικού Κόμματος», το όποιο, από την ίδια τη συγκρότησή του, δεν μοιάζει καθόλου με τα συνηθισμένα πολιτικά κόμματα της ηπειρωτικής Ευρώπης. Είναι πάντως αναμφισβήτητο, πρώτο, ότι και στο ζήτημα αυτό θα πέσει αναπόφευκτα σε λάθος όποιος σκεφτεί να συναγάγει την τακτική του επαναστατικού προλεταριάτου από αρχές σαν και τούτη δω: «το Κομμουνιστικό Κόμμα πρέπει να διατηρεί τη θεωρία του καθαρή και την ανεξαρτησία του από το ρεφορμισμό άσπιλη· ο προορισμός του είναι να τραβά μπροστά, χωρίς να σταματά και χωρίς να ξεφεύγει από το δρόμο του, να τραβά ολόισια προς την κομμουνιστική επανάσταση». Γιατί παρόμοιες αρχές επαναλαβαίνουν απλώς το λάθος των γάλλων κομμουνάρων-μπλανκιστών, που το 1874 διακήρυσσαν την «άρνηση» κάθε συμβιβασμού και κάθε είδους ενδιάμεσου σταθμού. Δεύτερο, είναι αναμφισβήτητο ότι και δω, όπως και παντού, το καθήκον μας είναι να μπορούμε να εφαρμόζουμε τις γενικές και βασικές αρχές του κομμουνισμού στην ιδιομορφία εκείνη των σχέσεων ανάμεσα στις τάξεις και στα κόμματα, στην ιδιομορφία εκείνη της αντικειμενικής ανάπτυξης προς τον κομμουνισμό, που χαρακτηρίζει την κάθε χώρα ξεχωριστά και που πρέπει να ξέρουμε να την μελετήσουμε, να την βρούμε, να την μαντέψουμε.

Γι’ αυτό όμως το ζήτημα θα χρειαστεί να μιλήσουμε όχι μόνο σε σχέση με τον αγγλικό κομμουνισμό, αλλά και σε σχέση με τα γενικά συμπεράσματα που αφορούν την ανάπτυξη του κομμουνισμού σε όλες τις καπιταλιστικές χώρες. Και σ’ αυτό το θέμα περνάμε τώρα.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου