Σάββατο, 31 Μαρτίου 2012

Simon Clarke-Ο Μαρξισμός, η κοινωνιολογία και η θεωρία του κράτους στον Πουλαντζά (Ι)

Simon Clarke
Ο Μαρξισμός, η κοινωνιολογία και η θεωρία του κράτους στον Πουλαντζά (Ι)
Capital and Class, 2 (1977)
Μτφρ.: Lenin Reloaded

[...] Η ανανέωση της μαρξιστικής θεωρίας είναι [...] πολύ ευάλωτη στην απορρόφηση από την αστική ιδεολογία που βασίζει αθώα την κριτική της στο δογματισμό στην κριτική που προσφέρουν οι αστικές κοινωνικές επιστήμες, και έτσι οδηγείται στην υιοθέτηση αστικών λύσεων για τα θεωρητικά ζητήματα που τίθενται. Είναι λοιπόν σημαντικό για το Μαρξισμό να δηλώνει την απόστασή του από τις αστικές κοινωνικές επιστήμες όσο και από τον μαρξιστικό δογματισμό.

Το επιχείρημά μου στο δοκίμιο αυτό είναι πως η θεωρία του κράτους του Πουλαντζά αποτυγχάνει να κάνει κάτι τέτοιο. Αν και δεν θα αμφισβητούσα τα πολιτικά κίνητρα του Πουλαντζά, οι πολλές πρωτότυπες και σημαντικές διοράσεις στο έργο του εκμηδενίζονται από την κυριαρχία σ' αυτό μιας θεωρίας που είναι μάλλον ξένη προς τον Μαρξισμό, μιας θεωρίας της οποίας τις συνεπαγωγές ο Πουλαντζάς όντως προσπαθεί διαρκώς να αποφύγει. Αυτή η θεωρία, την οποία υιοθετεί από τον Αλτουσέρ, βασίζεται σε μια επιφανειακή κριτική του δογματισμού, η οποία αφήνει τις θεωρητικές του βάσεις ανέγγιχτες, και η οποία αναπαράγει την κριτική που προσφέρει η αστική κοινωνιολογία. Αυτό οδηγεί τον Πουλαντζά να αναπαράγει με αλλόκοτη ακρίβεια τη θεωρία που χαρακτηρίζει τον σύγχρονο δομικό φανξιοναλισμό, την κυρίαρχη τάση της αστικής κοινωνιολογίας. [...]

Η νεογκραμσιανή κριτική της θεωρίας του μονοπωλιακού κρατικού καπιταλισμού
Οι σύγχρονες μαρξιστικές εξελίξεις στη θεωρία του καπιταλιστικού κράτους επικεντρώνονται στην κριτική της δογματικής θεωρίας του μονοπωλιακού κρατικού καπιταλισμού. Στην πιο χονδροειδή αλλά και πιο συνηθισμένη της μορφή, η θεωρία αυτή ισχυρίζεται πως το κράτος είναι το εργαλείο του μονοπωλιακού κεφαλαίου στην εποχή του ιμπεριαλισμού, και συνεπώς το μέσο δια του οποίου συντηρείται η κυριαρχία του κεφαλαίου πάνω στην πολιτική κοινωνία.

[...] το έργο του Πουλαντζά [...] επικεντρώνεται ακριβώς στα ζητήματα της αυτονομίας του κράτους σε σχέση με την οικονομία και την κυρίαρχη τάξη, της πολυπλοκότητας της ταξικής δομής και των ταξικών σχέσεων, των δομικών ορίων στη δράση του κράτους, και λοιπά. Η δουλειά του μπορεί να ιδωθεί ως μια προσπάθεια να χτιστεί μια θεωρία του κράτους σε αντίστιξη προς τη θεωρία του κρατικού μονοπωλιακού καπιταλισμού, που να αποφεύγει τον εξελικτικισμό και τον οικονομισμό της, κι έτσι έχει μια προφανή γοητεία για τους σύγχρονους Μαρξιστές.

Όμως μια αντι-εξελικτιστική και αντι-οικονομίστικη θεωρία του καπιταλιστικού κράτους δεν είναι απαραίτητα μαρξιστική θεωρία. Δεν είναι ο Μαρξισμός αλλά η αστική κοινωνιολογία που καταδίκαζε διαρκώς τον δογματισμό για τον οικονομισμό και τον εξελικτικισμό του. [...] Ο πειρασμός που αντιμετωπίζουν οι Μαρξιστές είναι η υιοθέτηση μιας αστικής κοινωνιολογικής θεωρίας του κράτους και της επένδυσης της θεωρίας αυτής με "μαρξιστική" χροιά, μέσω της έμφασης της πρωταρχικότητας των σχέσεων παραγωγής. Αυτή ήταν η τάση μιας παλιότερης γενιάς βρετανών μαρξιστών, που ανέπτυξαν θεωρίες που μπορούμε να περιγράψουμε ως "νεο-γκραμσιανές", με την έννοια ότι άντλησαν το κύρος τους από μια συγκεκριμένη ερμηνεία του έργου του Γκράμσι.

Οι θεωρίες αυτές παρεμβάλουν ένα επίπεδο "κοινωνίας των ιδιωτών" [civil society] ανάμεσα στις σχέσεις παραγωγής και στο κράτος, το οποίο [επίπεδο της κοινωνίας των ιδιωτών] είναι διακριτό και από τα δύο. Στην "κοινωνία των ιδιωτών" οι ιδεολογικές και οι θεσμικές σχέσεις προστίθενται στις σχέσεις παραγωγής για να δημιουργήσουν μια σφαίρα αλληλοεπηρεαζόμενων κοινωνικών ομάδων, την "κοινωνία" της αστικής κοινωνιολογίας. Η θεωρία παίρνει ριζοσπαστική χροιά από το γεγονός ότι προσπαθεί να θεωρητικοποιήσει την κυριαρχία του κεφαλαίου στη σφαίρα αυτή αλληλεπίδρασης, με την εμπλεκόμενη κυριαρχία να συνίσταται ουσιαστικά στην επιβολή μιας κανονιστικής τάξης πάνω στην κοινωνία, στην διαχείριση της συναίνεσης, η οποία είναι η βάση της σχετικής αυτονομίας του κράτους, αλλά την ίδια στιγμή, η βάση του κράτους ως εξουσίας του κεφαλαίου (Negri, 1976, σ. 7-8). [...] Η ανισότητα είναι συνεπώς κάτι που αναπαράγει τον εαυτό του, και το κράτος, ως θεσμοποίηση της κυριαρχίας των εχόντων, παίζει έναν κύριο ρόλο στην ανακύκλωση αυτής της ανισότητας. Αυτή η "μαρξιστική κοινωνιολογία" χαρακτηρίζεται από την εμπειρική διαβεβαίωση πως τα οικονομικά συμφέροντα και οι υλικές πηγές πλούτου παίζουν έναν κυρίαρχο ρόλο στον ορισμό της κοινωνικής διάδρασης, αλλά δεν διαφοροποιείται θεωρητικά από την αστική κοινωνιολογία.

[...] 

Ο Πουλαντζάς έχει ασκήσει δριμεία κριτική στην νεο-γκραμσιανή ανάλυση του κράτους που πρότεινε ο Μίλιμπαντ. [...] Σ' αυτή, ο Πουλαντζάς αντιτείνει την αντίληψη των "κοινωνικών τάξεων και του κράτους ως αντικειμενικών δομών και των σχέσεων τους ως αντικειμενικού συστήματος σταθερών σχέσεων" (Πουλαντζάς, 1969, σ. 70). Ο Πουλαντζάς όμως δεν δείχνει πώς αυτή η διάκριση είναι συγκροτητική για την μαρξιστική, σε αντίθεση με την αστική, θεωρία της κοινωνίας. Αντιθέτως, όπως θα δείξω αργότερα, πρόκειται για μία διάκριση μέσα στην αστική κοινωνιολογία. Το κρίσιμο ερώτημα για τη μαρξιστική κριτική δεν είναι τόσο αυτό του αντικειμενικού χαρακτήρα των δομών, αλλά μάλλον αυτού του ουσιαστικού τους περιεχομένου. Θα ισχυριστώ πως ο Πουλαντζάς προτάσσει τις αντικειμενικές "δομές" της δομικής-φανξιοναλιστικής κοινωνιολογίας και όχι τις μαρξιστικές σχέσεις παραγωγής. Για να το κάνω αυτό, θα χρειαστώ μία παρέκβαση. Τα επόμενα δύο τμήματα θα ασχοληθούν με την ουσιώδη θεμελίωση των αστικών αντιλήψεων για την κοινωνία και της κριτικής τους από τον Μαρξ.

Η έννοια της παραγωγής στον Μαρξ και η κριτική της Πολιτικής Οικονομίας
Η θεωρητική θεμελίωση της αστικής ιδεολογίας μπορεί να εντοπιστεί με ακρίβεια σε μια συγκεκριμένη αντίληψη της παραγωγής. Η κλασική διατύπωση αυτής της αντίληψης της παραγωγής βρίσκεται στην κλασική πολιτική οικονομία, και ήταν η κριτική αυτής στην οποία ο Μαρξ αφιέρωσε τα δέκα πιο γόνιμα χρόνια της ζωής του.

Στην κλασική πολιτική οικονομία, η σφαίρα της παραγωγής γίνεται αντιληπτή με τεχνικούς όρους, ως σφαίρα όπου η εργασία βάζει σε λειτουργία τα μέσα της παραγωγής για να δημιουργήσει προϊόντα. Οι σχέσεις κατανομής καθορίζουν την μεταμόρφωση των προϊόντων σε εισοδήματα, τα οποία αναλογούν στις διάφορες τάξεις. Αυτές οι σχέσεις λοιπόν επικολλούνται επί της παραγωγής ως κοινωνικό πλαίσιο μέσα στο οποίο λαμβάνει χώρα η υλική παραγωγή, αλλά η ίδια η παραγωγή δεν γίνεται αντιληπτή ως μια θεμελιακά κοινωνική διαδικασία. Στον καπιταλιστικό τρόπο παραγωγής, αυτή η επικόλληση επιτυγχάνεται απλά με την απόδοση των εισοδημάτων σε παράγοντες της παραγωγής (εργασία, γη και μέσα παραγωγής), και με την ανάθεση τάξεων σ' αυτούς τους παράγοντες, ως ιδιοκτητών τους. Αυτή η είναι η "φόρμουλα της τριάδας" του Μαρξ, η μορφή της εμφάνισης των αστικών σχέσεων παραγωγής. Είναι μια μορφή εμφάνισης η οποία κάνει αυτές τις σχέσεις να φαίνονται αιώνιες, επειδή τις κάνει να εμφανίζονται ως σχέσεις που εγγράφονται ήδη στην τεχνική δομή της υλικής παραγωγής, αποδίδοντας εισοδήματα σε παράγοντες της παραγωγής.

[...]

Ο Μαρξ αφιέρωσε τα έτη 1857-1867 στην επεξεργασία της κριτικής της ιδεολογικής αντίληψης της παραγωγής η οποία υποφώσκει κάτω απ' την αιωνιοποίηση των αστικών σχέσεων παραγωγής στην κλασική πολιτική οικονομία. Στην κριτική αυτή, ο Μαρξ δείχνει ότι τα σφάλματα της πολιτικής οικονομίας πηγάζουν από την αντίληψη που αυτή έχει για την παραγωγή. Αντίστοιχα, η βάση της θεωρίας του ίδιου του Μαρξ και της διαλεκτικής του μεθόδου μπορεί να βρεθεί στην αντίληψη που έχει για την παραγωγή.

[...]

Στην Γκρουντρίς του 1857, η κριτική της κλασικής πολιτικής οικονομίας και η αντίστοιχη ανάπτυξη της θεωρίας του Μαρξ είναι μερική και ελλιπώς ανεπτυγμένη. Ο λόγος για αυτό είναι πως ο Μαρξ επιμένει για την πρωταρχικότητα της παραγωγής, αλλά δεν έχει ακόμα πλήρως μετασχηματίσει την αστική αντίληψη της παραγωγής. Ο Μαρξ τείνει ακόμα τα αντιπαραθέτει τις καπιταλιστικές σχέσεις παραγωγής με την τεχνική διαδικασία της παραγωγής σε μια εξωτερική σχέση μορφής και περιεχομένου, με την καπιταλιστική μορφή να αντλείται από την κυκλοφορία και να επικολλάται σε ένα ήδη καθορισμένο περιεχόμενο. Από αυτή την άποψη, οι καπιταλιστικές κοινωνικές σχέσεις εξακολουθούν να είναι σχέσεις κατανομής, οι οποίες ιχνογραφούνται πάνω στην παραγωγή. [...] Αυτό σημαίνει ότι ο Μαρξ δεν μπορεί να κάνει ξεκάθαρα τον βασικό διαχωρισμό ανάμεσα στην εργασία και την εργασιακή ισχύ [labour power] και την συνεπακόλουθη αντίστιξη ανάμεσα σε συνεχές και μεταβλητό [...] κεφάλαιο. Εφόσον δεν μπορεί ακόμη να θεωρητικοποιήσει επαρκώς την αντιφατική θεμελίωση του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής στην ίδια την παραγωγή, την εντοπίζει μάλλον στη σχέση ανάμεσα στην παραγωγή και την κυκλοφορία [circulation], και κατά συνέπεια η Γκρουντρίς κυριαρχείται από μια θεωρία της κρίσης στη βάση της υπερ-παραγωγής [overproduction].  [...]

Η αντίθεση ανάμεσα στην Γκρουντρίς από τη μία και τις Θεωρίες υπεραξίας και το Κεφάλαιο από την άλλη δείχνει ξεκάθαρα ότι ο Μαρξισμός δεν συνίσταται απλώς στην επιβεβαίωση της πρωταρχικότητας της παραγωγής, ούτε στη χρήση φράσεων όπως "σχέσεις παραγωγής", αλλά πάνω από όλα, στον μετασχηματισμό της αστικής αντίληψης της ίδιας της παραγωγής. [...]

Στην αναπτυγμένη σκέψη του Μαρξ, η παραγωγή γίνεται αντιληπτή ως μια διαδικασία που είναι η ίδια τόσο κοινωνική όσο και υλική· ως η αντιφατική ενότητα της παραγωγής αξίας και της παραγωγής χρηστικών αξιών. Οι καπιταλιστικές σχέσεις παραγωγής δεν έρχονται σε αντίστιξη με την υλική παραγωγή ως εξωτερικά αντλημένες μορφές που επιβάλλονται πάνω σε ένα προϋπάρχον περιεχόμενο, επειδή μορφή και περιεχόμενο ενσωματώνονται σε μια αντιφατική ενότητα. [...] Η υπεραξία δεν γίνεται πια αντιληπτή ως εισόδημα που αντιστοιχεί σε μια διανεμητική τάξη [distributive class], ως μερίδιο στο υλικό προϊόν. Μάλλον, γίνεται αντιληπτή ως προϊόν της εργασιακής διαδικασίας ως διαδικασίας παραγωγής αξίας, εξαναγκασμού που επιβάλλεται στον εργάτη από τον καπιταλιστή ώστε ο πρώτος να εργαστεί πέραν του χρόνου που είναι απαραίτητος για την αναπαραγωγή της αξίας της εργασιακής του δύναμης. Η εκμετάλλευση και οι ταξικές σχέσεις αποκτούν συνεπώς μια επιστημονική θεμελίωση στην παραγωγή, και δεν έχουν πλέον ηθική θεμελίωση στις σχέσεις κατανομής. [...] Επιπλέον, επειδή η παραγωγή γίνεται πια αντιληπτή όχι απλώς ως υλική παραγωγή, αλλά επίσης και ως παραγωγή κοινωνικών σχέσεων, οι συνθήκες της αναπαραγωγής θεμελιώνονται οι ίδιες στην παραγωγή. Τέλος, επειδή μορφή και περιεχόμενο δεν μπορούν πια να διαχωριστούν, η ανάπτυξη των κοινωνικών σχέσεων δεν μπορεί να συζητηθεί με τρόπο αφηρημένο, απομονωμένη από την υλική τους θεμελίωση. Η ανάπτυξη των κοινωνικών σχέσεων είναι πια ιστορική διαδικασία που καθοδηγείται από την αντίφαση που είναι εγγενής στην καπιταλιστική παραγωγή ως παραγωγή αξίας και παραγωγή χρηστικών αξιών.

[...]

Η μαρξιστική κριτική της πολιτικής οικονομίας δεν είναι απλώς ιστορικού ενδιαφέροντος, γιατί είναι μια κριτική της συγκροτητικής βάσης κάθε αστικής ιδεολογίας, της οποίας το καθοριστικό χαρακτηριστικό είναι η αντίληψη της παραγωγής ως τεχνικής διαδικασίας, αντίληψη η οποία αποτελεί και το υπόστρωμα της αντίληψης των καπιταλιστικών σχέσεων παραγωγής ως αιώνιων. Είναι η υιοθέτηση αυτής της αντίληψης που μας επιτρέπει να χαρακτηρίσουμε ακόμα και κάποιες αυτόκλητα "μαρξιστικές" θεωρίες ως θεωρίες που διέπονται από την αστική ιδεολογία. Αυτός ο χαρακτηρισμός δεν εξυπακούει απαραίτητα κάποια κρίση για τις προθέσεις αυτών που προωθούν τέτοιες θεωρίες, ούτε για τον "επιστημονικό" ή "μη επιστημονικό" χαρακτήρα της μεθόδου τους.

Ο νόμος της αξίας και η κριτική της αστικής ιδεολογίας
[...]
Η αστική κοινωνιολογική κριτική του μαρξιστικού δογματισμού [...] συνεχίζει να βασίζεται στην τεχνολογίστικη αντίληψη της παραγωγής, και αναπαράγεται η ίδια τόσο από αλτουσεριανές όσο και από νεο-γκραμσιανές θεωρίες της κοινωνίας. Όλες τους παίρνουν ως σημείο εκκίνησής τους την διάκριση ανάμεσα στις σχέσεις παραγωγής, που συλλαμβάνονται ως τεχνικές σχέσεις που συνδυάζουν παράγοντες στην υλική παραγωγή, και σχέσεις κατανομής, που συλλαμβάνονται ως κοινωνικές σχέσεις που συγκροτούνται από την ιδιοκτησία των μέσων παραγωγής. Εφόσον τα δικαιώματα στο εισόδημα εξαρτώνται από την "ιδιοκτησία" παραγόντων, οι σχέσεις κατανομής ιχνογραφούνται πάνω στις σχέσεις παραγωγής. Οι πρώτες όμως δεν μπορούν να αναχθούν στις δεύτερες, εφόσον περιλαμβάνουν την σχέση "ιδιοκτησίας", που είναι σχέση που ορίζεται πολιτικά ή/και ιδεολογικά (Αλτουσέρ και Μπαλιμπάρ, 1970, σ. 17) [...]

Η κοινωνιολογία της αλληλεπίδρασης και ο νεο-γκραμσιανός μαρξισμός παρεμβάλλουν την "κοινωνία των ιδιωτών" [civil society]  ανάμεσα στις υλικές συνθήκες της παραγωγής, που συλλαμβάνονται ως οικονομική σφαίρα, και το κράτος, που συλλαμβάνεται ως πολιτική σφαίρα. Το καθήκον της κοινωνιολογίας γίνεται να μελετήσει την αλληλεπίδραση ατόμων και ομάδων σε αυτό τον κόσμο της "κοινωνίας", όπου αυτά [τα άτομα και οι ομάδες] αποτελούν κοινωνικά υποκείμενα που δρουν σε ένα πλαίσιο οικονομικών και πολιτικών θεσμών, που μελετώνται οι ίδιοι από οικονομολόγους και πολιτικούς επιστήμονες, και που μπορούν να μετασχηματιστούν από κοινωνικούς δράστες. Ο δομικός φανξιοναλισμός βασίζεται στην προσπάθεια να διαλυθούν οι κοινωνικές ομάδες στη δομή που τις συγκροτεί ως υποκείμενα και που δομεί την αλληλεπίδρασή τους.

[...]

Το οικονομικό επίπεδο λοιπόν είναι το τεχνικό επίπεδο της υλικής παραγωγής, τα πολιτικά και ιδεολογικά επίπεδα είναι η κοινωνική σφαίρα που θεμελιώνει τις κοινωνικές συνθήκες της υλικής αναπαραγωγής. Σύμφωνα συνεπώς με αυτή την ανάλυση, η αυτονομία του πολιτικού και του ιδεολογικού σε σχέση με τις σχέσεις παραγωγής είναι η υποτιθέμενη αυτονομία των σχέσεων κατανομής σε σχέση με τις σχέσεις παραγωγής που εξαρτάται από την αστική αντίληψη της παραγωγής. Η συνέπεια είναι η αντίληψη των κοινωνικών σχέσεων ως κάτι που συγκροτείται όχι μέσα στην παραγωγή, αλλά "πολιτικά και ιδεολογικά", ή "κανονιστικά", πράγμα που με την σειρά του αποτελεί το θεμέλιο μιας ρεφορμιστικής πολιτικής.

[...]
Η μαρξιστική αντίληψη της παραγωγής οδηγεί σε μια αρκετά διαφορετική ιδέα της δομής του όλου από αυτή που προσφέρει ο αλτουσεριανισμός. Για τον Μαρξ, οι σχέσεις παραγωγής είναι εγγενώς κοινωνικές, είναι σχέσεις που "αναδύονται φυσικά...αναπτύσσονται ιστορικά". [...] Οι σχέσεις παραγωγής [για τον Μαρξ] δεν είναι διακριτές από την κοινωνία· μάλλον, "οι σχέσεις παραγωγής στην ολότητά τους συνιστούν αυτό που ονομάζουμε κοινωνικές σχέσεις, κοινωνία, και ειδικά μια κοινωνία σε ένα συγκεκριμένο στάδιο ιστορικής ανάπτυξης" (Μαρξ, 1962α, σ. 90). Το να πάρουμε τις σχέσεις παραγωγής ως σημείο εκκίνησης της ανάλυσης λοιπόν δεν σημαίνει να εισάγουμε κάποιον αναγωγισμό, γιατί οι σχέσεις παραγωγής είναι ήδη κοινωνικές. [...] Και αναλόγως, το οικονομικό, με τη στενή του έννοια, το πολιτικό, και το ιδεολογικό δεν ορίζονται αυθαίρετα ως το πλαίσιο μέσα στο οποίο θα οριστούν κατόπιν οι σχέσεις παραγωγής, ως πολιτικά και ιδεολογικά συγκροτημένες και αναπαραγώμενες σχέσεις μέσα στις οποίες λαμβάνει χώρα η υλική παραγωγή. Μάλλον, το οικονομικό, το πολιτικό και το ιδεολογικό είναι μορφές που παίρνουν οι σχέσεις παραγωγής. Οι πολιτικές και ιδεολογικές σχέσεις είναι στον ίδιο βαθμό σχέσεις παραγωγής, όσο είναι και αυστηρά οικονομικές σχέσεις, διότι είναι συγκεκριμένες μορφές των κοινωνικών σχέσεων μέσα στις οποίες λαμβάνει χώρα η παραγωγή.

[...]

Για τους διανοούμενους στις αστικές κοινωνικές επιστήμες, ο συγκεκριμένος χαρακτήρας της θεωρίας του Μαρξ είναι δύσκολο να γίνει κατανοητός. Η διαλεκτική μέθοδος του ιστορικού υλισμού μοιάζει ακόμα και αφηρημένη και αποκρυφιστική για αυτούς για τους οποίους οι έννοιες των αστικών κοινωνικών επιστημών ("κοινωνία", "νόρμες", "ισορροπια", "νομιμότητα", κλπ) είναι τόσο οικείες που η πραγματικότητά τους φαίνεται σχεδόν απτή. Όταν αυτό που έχεις να αντιμετωπίσεις είναι η θεωρία του Μαρξ, που δεν είναι "παρά ο υλικός κόσμος όπως αντανακλάται στον ανθρώπινο νου, και μεταφράζεται σε μορφές σκέψης", λείπουν τα οικεία σημεία αναφοράς. Και με δεδομένη την απουσία του μυθικού κόσμου τον οποίο ο αστικός κοινωνικός επιστήμονας μπερδεύει με την πραγματικότητα, ο κόσμος τον οποίο περιγράφει ο Μαρξ φαίνεται να είναι ένα αφηρημένο κατασκεύασμα της θεωρίας. [...] Το αποτέλεσμα είναι πως η πολύ απτή υλιστική διαλεκτική συγχέεται με κάποιο αφηρημένο μεταφυσικό εργαλείο. [...]

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου