Σάββατο, 24 Μαρτίου 2012

Γιατί δεν χρειάζεται να είσαι κομμουνιστής για να σέβεσαι τον υπαρκτό σοσιαλισμό IΙΙ

Γράψαμε ως τώρα πολλά --πιθανότατα υπερβολικά πολλά-- για να στοιχειοθετήσουμε κάτι εξαιρετικά απλό και μετριοπαθές: 

Πρώτον, ότι η αστική δημοκρατία, ως νεωτερική πολιτική επινόηση και σύστημα, εγγυάται στην καλύτερη των περιπτώσεων μια αφηρημένη και τυπική πολιτική ισότητα, η οποία υπονομεύεται άμεσα και εκ των ένδον από τις οικονομικές ανισότητες και εκμεταλλευτικές σχέσεις παραγωγής. Οι σχέσεις αυτές επικρατούν στην οικονομική σφαίρα της "πολιτικής κοινωνίας", αλλά δεν περιορίζονται εκεί εφόσον ουσιαστικά συγκροτούν την λογική αναγκαιότητα του ίδιου του κράτους, που ανακύπτει ως μηχανισμός διαχείρισης αυτής της ντε φάκτο ανισότητας.

Δεύτερον, ότι το εγχείρημα του υπαρκτού σοσιαλισμού ανέκυψε μέσα σ' αυτό το πλαίσιο κριτικής στην στενότητα και μερικότητα της αστικής δημοκρατίας, και ότι αποτελεί μια προσπάθεια να "διορθωθεί" το δομικό σφάλμα που αυτή κουβαλά. Συνεπώς, εντάσσεται στα πλαίσια της συνέχισης και όχι της διακοπής ή αντιστροφής του εγχειρήματος χειραφέτησης που πρωτοεισάγουν οι αστικές επαναστάσεις, καθώς και περαιτέρω διερεύνησης της απόπειράς τους να καθυποτάξουν τη συλλογική ζωή στη λογική και στο δίκαιο και όχι στα έθιμα, τις γνώμες, τις δοξασίες, τις ειλημμένες αντιλήψεις και προκαταλήψεις παρελθοντικών γενεών.

Με λίγα λόγια, ο υπαρκτός σοσιαλισμός είναι παιδί της ευρύτερης παράδοσης του Διαφωτισμού, παιδί που γεννιέται όταν οι αντιφάσεις και τα όρια αυτής της παράδοσης γίνονται φανερά, καθώς οι ιδέες του μεταφράζονται από την οπτική και εμπειρία των "από κάτω"-- αυτών που ο Διαφωτισμός δεν χειραφέτησε και για τους οποίους ούτε ενδιαφέρθηκε, ούτε και είχε την προοπτική να ενδιαφερθεί ποτέ: αγρότες-δουλοπάροικους, προλετάριους στις πόλεις, δούλους και κούλις στις αποικίες.

Αν και είναι πάρα πολύ μετριοπαθή αυτά τα δύο αιτήματα υπεράσπισης εκ μέρους του υπαρκτού σοσιαλισμού, αν και ήταν ακριβώς αυτό το γεγονός που κάποτε, μέχρι περίπου και τον Δεύτερο Παγκόσμιο, έκανε την συντριπτική πλειοψηφία των καλλιτεχνών, των πνευματικών ανθρώπων και των επιστημόνων (από τον Αϊνστάιν στον Πικάσο, από τον Αραγκόν στον Γουέλς, από τον Νερούντα στον Λόντον) να ομολογούν είτε συμπάθεια για τον κομμουνισμό είτε ταύτιση μ' αυτόν, η μεσολάβηση του ακόμα αχαρτογράφητου σε ό,τι αφορά τις απολήξεις του προπαγανδιστικού πολέμου της περιόδου 1949-1989 έχει δημιουργήσει μια πολύ διαφορετική στάση για το τι είναι "κοινή λογική" -- ένα είδος γενικευμένου αντικομμουνισμού.

Κι έτσι, αυτά τα δύο αιτήματα υπεράσπισης δεν είναι πια καθόλου όσο μετριοπαθή και αυτονόητα όσο αλλιώς θα φάνταζαν, για αυτό και χρειάστηκε να πολυλογήσουμε για αυτά. Συναντούν κάτι παραπάνω από άρνηση από τη μεριά της Δύσης· συναντούν υστερική και συντεταγμένη εχθρότητα, η οποία, για να συγκαλύψει τον παραλογισμό της και τον αντιδραστικό (και με την ψυχαναλυτική έννοια του "αντενεργού") χαρακτήρα της απάρνησης που εκφράζει, προσφεύγει σε μια αφήγηση-καρικατούρα, όπου τα "εγκλήματα" όπου φέρεται πως οδήγησαν όλα αυτά τα οράματα και οι επιθυμίες έχουν τον ρόλο της εκ των υστέρων νομιμοποίησης της απαξίας του εγχειρήματος εκ βάθρων. Για τον σημερινό μορφωμένο δυτικό, "έρευνα" για το τι ήταν ο υπαρκτός σοσιαλισμός ισοδυναμεί με τυφλή αποδοχή της παιδαριώδους και θλιβερής για την ανθρώπινη ευφυία φόρμουλας: "Η έμπρακτη αναζήτηση της καλύτερης κοινωνίας οδηγεί τους ανθρώπους στην καταστροφή".

Υπάρχουν πολλά πράγματα να πει κανείς για το πώς και το γιατί καταντήσαμε εκεί, και θα προσπαθήσουμε να πούμε μερικά στην συνέχεια. Εδώ θα αρκεστούμε μόνο να παρατηρήσουμε ότι η πρώτη πολιτική χρήση της έννοιας της "Τρομοκρατίας" ανήκει στις αστικές επαναστάσεις, και ότι η αντι-αντεπαναστατική βία εκ μέρους ενός αναδυόμενου κράτους και σε βάρος των εχθρών του πρωτοδοκιμάστηκε εκεί. Αυτοί που την καταδίκασαν ως αιμοσταγή και παράλογη αντιμετωπίζονται σήμερα από την αστική ιδεολογία ως στην καλύτερη περίπτωση μονομερείς και στην χειρότερη οπισθοδρομικοί και πολέμιοι της "προόδου." Σε κανένα σημείο δεν δέχτηκε η αστική ιδεολογία να καταδικάσει την προοδευτικότητα των επαναστάσεων της αστικής τάξης (τις οποίες εξακολουθεί να γιορτάζει περίλαμπρα) επειδή οδήγησαν σε "εγκλήματα".

Και βέβαια, αυτό δεν το έκαναν ποτέ ούτε οι μαρξιστές, οι οποίοι, από τον καιρό του Μαρξ και σε όλη τους την ιστορική εξέλιξη, δείχνουν σεβασμό στην ιστορική λογική και αναγκαιότητα των αστικών επαναστάσεων ως συγκριτικά προοδευτικών και κοσμοϊστορικών βημάτων, σε δραματική αντίθεση με τον σεβασμό που εισέπραξαν οι ίδιοι για την ιστορική αναγκαιότητα και κοσμοϊστορική λογική των προλεταριακών επαναστάσεων ως διάδοχων βημάτων. Η αστική τάξη δεν πολέμησε απλώς λυσσαλέα την ιδέα ενός νέου επαναστατικού προτάγματος μέχρι να το συντρίψει, αλλά και επιμένει, ακόμα και σήμερα, να το λοιδωρεί ως βάση κάθε παραλογισμού, φανατισμού, πολιτικού ιρρασιοναλισμού και ουσιαστικού θεοκρατισμού.

Αυτή είναι από μόνη της μια ενδεικτική διαφορά σε ό,τι αφορά το πολιτικό ήθος των μαρξιστών και των εχθρών τους, δηλαδή αυτών που είδαν στις επαναστάσεις του αντιπάλου ένα προοδευτικό και έλλογο αλλά συνάμα ανολοκλήρωτο και κολοβό εγχείρημα, και αυτών που είδαν στις επαναστάσεις του αντιπάλου μόνο την καταστροφή, τον όλεθρο της ανθρωπότητας και της ανθρωπιάς, και την αιμοδιψή φρικαλεότητα. Είναι μια διαφορά που αφορά, ανάμεσα σε άλλα, το ερώτημα του ποιος τελικά εκπροσωπεί την κληρονομιά του Διαφωτισμού και ποιος εξακολουθεί να σκέπτεται και να καλεί τους άλλους να σκεφτούν κάτω απ' το μαύρο λάβαρο του σκοταδισμού που υποτίθεται ότι κάποτε πολέμησε. 

Τα λέμε όλα αυτά, εν μέρει και επειδή έχουμε προσωπικά δοκιμάσει το πικρό χάπι του τι σημαίνει να μην υποτάσσεσαι στη "λογική" της δυτικής απάρνησης της ίδιας της ιστορίας των δυτικών ιδεών και κοινωνιών, όπως αυτή εκφράζεται στην δαιμονοποίηση του Άλλου που προσπάθησε να τις μετατρέψει σε όπλα χειραφέτησης για την δική του κοινωνία. Στην διαδικτυακή πορεία της παρουσίας μας, έχουμε λασπολογηθεί και λοιδωρηθεί ως επιστήμονες από "ελευθεριακούς" συκοφάντες που θα είχαν εξέχουσα θέση στο ακροδεξιό παρακράτος του παρελθόντος, σταμπαριστεί ως ψηφοθήρες για κόμματα στα οποία δεν ανήκαμε ποτέ, ψυχαναλυθεί ως μανιακοί και αιμοδιψείς δικτάτορες με τη μάσκα διανοουμένων, υβριστεί ως "ψευτοεπαναστάτες", "ψευτοδιανοούμενοι", "ολοκληρωτικοί", "εχθροί του λαού", και ό,τι άλλο μπορεί κανείς να φανταστεί. Είναι φανερό ότι για πολλούς θα ήταν καλύτερο να μην υπήρχαμε καν, καλύτερο να μην έχει καμία πρόσβαση ο φτωχός και εκμεταλλευόμενος στον επιχειρηματολογικά βασισμένο και επιστημονικά έγκυρο αντίλογο στην "γνώση" των Lifo και των Athens Voice όταν η ιστορία των ελπίδων του και των αγώνων του --η ίδια του η αξιοπρέπεια ως ύπαρξης-- ποδοπατιέται.

Και όλα αυτά, για αυτόν τον πολύ βασικό και στοιχειώδη λόγο: επειδή στην "ελεύθερη" κοινωνία μας, η "σκέψη" οφείλει να εκπορνεύεται παίζοντας ταμπούρλο στις παρελάσεις αυταρέσκειας με τις οποίες η Δύση ευλογεί τα γένια της ως ο μοναδικός και αποκλειστικός φορέας πολιτικής λογικής, πολιτισμού, και χειραφετητικών ελπίδων για την ανθρωπότητα. Επειδή η "μόρφωση" που μας πρόσφερε το αστικό εκπαιδευτικό σύστημα πρέπει να εξαργυρώνεται (μετά ποικίλων υλικών και ψυχικών απολαβών) δεχόμενη την θυσία της στον Μολώχ της μετατροπής της ιστορίας σε πανηγύρι για την αρπακτική ματαιοδοξία του δυτικού καπιταλισμού, που φαντασιώνεται τον εαυτό του σαν "τον καλύτερο εφικτό κόσμο" αφού, μη έχοντας αρκεστεί στο να βυθίσει την μεγάλη πλειοψηφία του μη δυτικού πληθυσμού του πλανήτη στην εξαθλίωση και την πείνα, μεταφέρει τώρα τον τρίτο κόσμο στις δικές του κοινωνίες, προαλείφοντας ένα νέο κύμα κοινωνικής ερήμωσης, περιλαμβανομένου, πιθανώς, και ενός νέου ανθρωποκτόνου πολέμου. 

Για να επιστρέψουμε όμως στο κοινωνικό εγχείρημα του υπαρκτού σοσιαλισμού: η εγκαθίδρυση της οικονομικής ισότητας στο πλάι της πολιτικής --και ως προϋπόθεση της πληρότητάς της-- ήταν ο βασικός του στόχος. Όμως μια τέτοια φιλοδοξία σε φέρνει αντιμέτωπο άμεσα με ένα πολύ βασικό παράδοξο: ενώ η αστική τάξη μπόρεσε να εδραιώσει την οικονομική της δύναμη κάτω από τις οικονομικές συνθήκες της φεουδαρχίας και να την μετατρέψει σε δεύτερο στάδιο σε πολιτική ισχύ, ήταν αδύνατο να επαναληφθεί το ίδιο σε ό,τι αφορούσε την εργατική και αγροτική τάξη, που καμία ανάλογη επίθεση στην πολιτική εξουσία δεν μπορούσε να αποπειραθεί στη βάση της οικονομικής της ισχύος και αυτοτέλειας. Στην περίπτωση των εργατών και των αγροτών, λοιπόν, ήταν απαραίτητο πρώτα να καταληφθεί η πολιτική εξουσία, και μετά να γίνει η απόπειρα της οικονομικής εξίσωσης όλων. 

Αλλά δεν υπάρχει κατάληψη της πολιτικής εξουσίας που να είναι συνώνυμη της αφηρημένης πολιτικής ισότητας όλων. Η ισότητα αυτή πρέπει να γίνει αντικείμενο άρνησης για να έχεις επανάσταση, και η επανάσταση ήταν ο μόνος τρόπος με τον οποίο μια οικονομικά εξαθλιωμένη τάξη ανθρώπων μπορούσε να καταλάβει την πολιτική εξουσία. Δεν υπάρχει κανένας "ειρηνικός" δρόμος που να μετατρέπει τους εκμεταλλευόμενους και υποτελείς σε ελεύθερους ανθρώπους χωρίς να το πάρει κανείς χαμπάρι, αν και το να ανέλθουν οι αστοί σε μεγαλύτερη οικονομική ισχύ από τους αριστοκράτες ήταν εφικτό και έγινε σε αρκετές χώρες με τρόπο σταδιακό και σχεδόν ανεπαίσθητο (βέβαια, στην Αγγλία, όπου έχουμε ένα χαρακτηριστικό τέτοιο παράδειγμα, είχε ήδη προηγηθεί ιστορικά ένας αιματηρός εμφύλιος που έστρωσε τον δρόμο στην "κοινοβουλευτική" μοναρχία που εκπροσωπούσε "ορθότερα" τα αστικά συμφέροντα).

Η "δικτατορία του προλεταριάτου", όπως ονομάστηκε, είναι άρνηση της τύποις καθολικής αλλά αφηρημένης και κολοβής πολιτικής ισότητας. Είναι άρνηση αυτής της ισότητας στο όνομα της επίτευξης μιας οικονομικής ισότητας που θα επιτρέψει κατόπιν στην πολιτική ισότητα να γίνει αυθεντική και γνήσια πολιτική ισότητα. Τα πολιτικά δικαιώματα των προλετάριων και των αγροτών, για να το πούμε απλά, δεν λογίζονται ως ίσα με τα πολιτικά δικαιώματα των γαιοκτημόνων και αστών· λογίζονται ως συντριπτικά ανώτερα, τόσο που να νομιμοποιούν την δια της βίας υφαρπαγή της πολιτικής εξουσίας. Δείξαμε ήδη πως άλλος έλλογος και βιώσιμος τρόπος για να επιτευχθεί η πολιτική ισότητα των απαλλοτριωμένων δεν υπήρχε (ούτε, δυστυχώς, υπάρχει!). 

Το γεγονός ότι ο Λένιν, για να πάρουμε το θεμελιακότερο παράδειγμα, αυτό του ιδρυτή του υπαρκτού σοσιαλισμού, εκπροσωπεί μια πολύ μετριοπαθή αντίληψη για την αναγκαιότητα της βίας σε σύγκριση με τους αστούς προκατόχους του πιστοποιείται εύκολα: ο Ροβεσπιέρος και ο Σεν Ζυστ προπαγάνδισαν μια "εκπαιδευτική" χρήση της βίας, τη βία ως δρόμο προς την αρετή, προς τη συμμόρφωση με το έλλογο και με το δημόσια συμφέρον. Ο Λένιν ήταν εντυπωσιακά μετριοπαθέστερος: ποτέ του δεν ισχυρίζεται ότι η βία "μαθαίνει" σε κανέναν τίποτα. Λέει απλώς ότι είναι αναγκαία για να συντηρηθεί για επαρκές χρονικό διάστημα η εξουσία των μη εχόντων απέναντι στους έχοντες, εφόσον άλλος τρόπος για τους οικονομικά αδύνατους να επικρατήσουν δεν υπάρχει. Ονομάζει την τρομοκρατία επί του αντιπάλου τρομοκρατία επί του αντιπάλου. Δεν προσπαθεί να πείσει κανένα ότι ο τρόμος σε "διδάσκει"  οτιδήποτε άλλο εκτός από τον τρόμο. Για τον ίδιο, ο τρόμος είναι απεχθής ως απώτερος στόχος* όσο και απαραίτητος ως μεταβατικό μέσο, γιατί δεν μπορεί κανείς να παραιτηθεί εκ των προτέρων απ' τη βία εάν επιδιώκει το δίκαιο.**

Η "δικτατορία του προλεταριάτου" είναι λοιπόν μια βίαιη άρνηση της τυπικής πολιτικής ισότητας, αλλά δεν είναι ούτε φετιχοποίηση της βίας ως "επαναστατικού αυτοσκοπού" (όπως ήταν για τους Ρώσους αναρχικούς της "προπαγάνδας δια της πράξης") ούτε ηθικοποίησή της ως "εκπαιδευτικού εργαλείου" (όπως ήταν για τους Ιακωβίνους αστούς). Αυτό βέβαια δεν το διαβάζει κανείς σχεδόν ποτέ, κι ας είναι προφανέστατο σε οποιονδήποτε συγκρίνει τα γραπτά των αναρχικών και των Ιακωβίνων με κάτι σαν το Κράτος και επανάσταση.

Από την άλλη, βέβαια, η "δικτατορία του προλεταριάτου" συμπληρώνει την άρνηση της αφηρημένης πολιτικής ισότητας εκμεταλλευτών και εκμεταλλευόμενων με την επί της ουσίας ισότητα των εκμεταλλευόμενων μεταξύ τους. Ανάμεσα στις εκατοντάδες συκοφαντίες που εκτοξεύθηκαν κατά των Μπολσεβίκων για να σταματηθούν πριν απειλήσουν συμφέροντα εκτός του δικού τους κράτους, η σπανιότερη είναι μάλλον η κατηγορία ότι πλούτισαν από τη δράση τους. Είναι αρκετά δύσκολο να στοιχειοθετήσεις, ακόμα και αν είσαι πληρωμένος γραφιάς της μεγαλοαστικής τάξης, ότι οι κομμουνιστές ηγέτες της Τρίτης Διεθνούς είδαν ποτέ τον εαυτό τους ως ανώτερη τάξη ή ότι έβγαλαν από τις ενασχολήσεις τους ό,τι βγάζουν οι αστοί πολιτικοί που μας περιτριγυρίζουν ή οι τυχοδιώκτες της σοσιαλδημοκρατίας που περιτριγυρίζουν τους ίδιους. Είναι πολύ ευκολότερο για την αστική προπαγάνδα να παρουσιάζει τον υπαρκτό σοσιαλισμό ως καθεστώς μοιρασμένης φτώχειας (πράγμα που δεν ήταν, ούτε διαχρονικά, ούτε δομικά) παρά ως καθεστώς πλουτοκρατών ηγετών και εξαθλιωμένων εργατών τύπου Σ. Αραβίας, Ντουμπάι, ή Ενωμένων Αραβικών Εμιράτων, ή, για να ρθούμε λίγο κοντύτερα στη Δύση, τύπου ΗΠΑ, Ελλάδας, ή μετακομμουνιστικής Ρωσίας.

Θα συνεχίσουμε.


* Βλ. Β.Ι. Λένιν, Κράτος και επανάσταση: "Οι άνθρωποι, λυτρωμένοι από την κεφαλαιοκρατική δουλεία, από τις αναρίθμητες φρίκες, τις αγριότητες, τους παραλογισμούς και τις ατιμίες της κεφαλαιοκρατικής εκμετάλλευσης, θα συνηθίσουν σιγά σιγά να τηρούν τους στοιχειώδεις κανόνες συμβίωσης, γνωστούς από αιώνες και που χιλιάδες τώρα χρόνια επαναλαμβάνονται σε όλους τους κώδικες, να τους τηρούν δίχως βία, δίχως καταναγκασμό, δίχως υποταγή, δίχως ιδιαίτερο μηχανισμό καταναγκασμού που λέγεται κράτος." Βλ. επίσης την ανάλυσή μου στο "Ο Λένιν και το τέλος της βίας" http://leninreloaded.blogspot.com/2011/11/blog-post_13.html
**"Επειδή, ωστόσο, είναι ανέφικτη οποιαδήποτε λύση των ανθρώπινων προβλημάτων — πόσο μάλλον μια λύτρωση από τους περιορισμούς που προέκυψαν από το σύνολο των μέχρι τούδε κοσμοϊστορικών συνθηκών ύπαρξης —, εάν αποκλειστεί κατ’ αρχήν η χρήση κάθε μορφής βίας, τίθεται αναγκαστικά το ερώτημα εάν θα μπορούσαν να υπάρξουν και άλλες μορφές βίας, πέρα εκείνων που προβλέπονται από τη θεωρία τού δικαίου." Walter Benjamin, "Κριτική της βίας."

5 σχόλια:

  1. Απ'τα καλύτερα άρθρα που έχω διαβάσει στο ιστολόγιο (και τα τρία με αποκορύφωμα στο τρίτο).

    Και το λέω αυτό γιατί "παίζει στο γήπεδο τους" και νικάει (η τουλάχιστον αυτό νομίζω και ελπίζω).

    Συγνώμη για την ποδοσφαιρική ορολογία. :)

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Δεν είναι καθόλου ταπεινόφρον εκ μέρους μου, αλλά θα συμφωνήσω και με τη διάγνωση και με την αιτιολόγησή της:-)

      Διαγραφή
  2. Παρατήρησα κάτι, χρησιμοποιείς πληθυντικό, έχει δημιουργηθεί σε συνεργασία και με άλλους το άρθρο;

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Όχι. Δεν είναι αυτοκρατορικός πληθυντικός όμως, αλλά πληθυντικός εκπροσώπησης. Θέλω σ' αυτά τα κείμενα να μιλήσω εκ μέρους πολλών, ζωντανών τε και τεθνεώντων.

      Διαγραφή
  3. «Σε κανένα σημείο δεν δέχτηκε η αστική ιδεολογία να καταδικάσει την προοδευτικότητα των επαναστάσεων της αστικής τάξης (τις οποίες εξακολουθεί να γιορτάζει περίλαμπρα) επειδή οδήγησαν σε "εγκλήματα.

    Η αστική τάξη δεν πολέμησε απλώς λυσσαλέα την ιδέα ενός νέου επαναστατικού προτάγματος μέχρι να το συντρίψει, αλλά και επιμένει, ακόμα και σήμερα, να το λοιδωρεί ως βάση κάθε παραλογισμού, φανατισμού, πολιτικού ιρρασιοναλισμού και ουσιαστικού θεοκρατισμού.»


    Δύο μέτρα και δύο σταθμά.
    Αλλά όλα βασισμένα στον ορθολογισμό και στην περιβόητη κοινή λογική.
    Αρκεί να μην αλλάξει ο συσχετισμός δυνάμεων μόνο.

    ΑπάντησηΔιαγραφή