Τετάρτη, 14 Μαρτίου 2012

Εγκώμιο της νηφαλιότητας

Δεν ξέρω αν είμαι ο μόνος που αισθάνεται ότι καθώς μπαίνουμε στην ευθεία για εκλογές (θεωρητικά τουλάχιστο), η ποιότητα του πολιτικού λόγου υφίσταται μια διαδικασία συνολικού σχεδόν εκφυλισμού: όλο και περισσότερο, αυτό που κυριαρχεί είναι η υστερία, η δαιμονοποίηση και τα χτυπήματα κάτω απ' τη μέση, η καλλιέργεια "κλίματος", το άγριο σπέκουλο, και οι υπόγειες εκστρατείες σπίλωσης του αντιπάλου. Εάν όντως ισχύει ως υπόθεση το ότι το επίπεδο της πολιτικής σύγκρουσης και αντιπαράθεσης πέφτει σε ευθεία αναλογία με την χρονική εγγύτητα των εκλογών, το γεγονός δεν λέει πολύ ενθαρρυντικά πράγματα για την κατάσταση της λεγόμενης "αστικής δημοκρατίας", αλλά δεν είναι το μόνο.

Το βασικό κατά συνθήκη ψεύδος των προεκλογικών εκστρατειών είναι πως υπάρχει κάποιος κομματικός μηχανισμός που έχει τη λύση στα προβλήματα και πως ο ψηφοφόρος πρέπει να αναζητήσει το κόμμα με τις σωστές λύσεις. Η φύση όμως των προβλημάτων, οικονομικών και πολιτικών, που αντιμετωπίζει η χώρα και η Δύση ευρύτερα είναι τόσο πολυεπίπεδη και βαθιά, που θα πρέπει να έχει κανείς παιδαριώδη αντίληψη για να θεωρεί ότι υπάρχει κάποιος κομματικός ηγέτης ή κομματικός σχηματισμός που να έχει "τη λύση." Συν τοις άλλοις, μια τέτοια αντίληψη είναι βαθιά αντιδιαλεκτική και βαθιά αντι-υλιστική: η φύση των προβλημάτων είναι τέτοια ώστε να εκδιπλώνει διαρκώς νέες πλευρές και όψεις, και η "επίλυσή" τους δεν μπορεί ποτέ να είναι ζήτημα ασκήσεων επί χάρτου και αφηρημένων μοντέλων.

Τούτο όμως δεν σημαίνει καθόλου ότι "όλοι ίδιοι είναι"· αυτό για το οποίο μπορεί να ψηφίσει κανείς στις εκλογές δεν είναι το "ποιος έχει τη λύση" αλλά το ποιος έχει τις προϋποθέσεις να ασκήσει μια πολιτική που έχει την προοπτική να μετασχηματίσει τις κοινωνικές δομές στην κατεύθυνση ανερχόμενων ή αναδυόμενων κοινωνικών δυνάμεων. Μία νηφάλια ματιά στα τελευταία τρία χρόνια δείχνει πως εν μέσω τρομακτικών προβλημάτων για τα φτωχά στρώματα, η πολιτική συζήτηση έκανε αρκετά σημαντικά βήματα προς τα εμπρός μετά από μία πολύ μακρά περίοδο ουσιαστικής παράλυσης του πολιτικού λόγου, εγκλωβισμού του στη λογική της καθαρής διαχείρισης: σήμερα είναι αρκετά πιο αποδεκτό από ότι το 2008-9 να μιλά κανείς για τάξεις και ταξικά συμφέροντα, να επισημαίνει ότι το "εθνικό συμφέρον" είναι μια ιδεολογική κατασκευή με συγκεκριμένη ταξική στόχευση, να διαχωρίζει καθαρά διαχειριστικά αιτήματα από αιτήματα που έχουν πιο ρηξιγενείς πολιτικές προοπτικές. Δεν πρόκειται για επαναστατικές κατακτήσεις, πρόκειται όμως για ενδείξεις μιας αργής αλλά σχετικά σταθερής ωρίμανσης του πολιτικού λόγου, ή μάλλον επιστροφής στην πολιτικοποίηση για αυξανόμενα τμήματα του επί μακρόν απενεργοποιημένου πολιτικά και επί της ουσίας ιδιωτεύοντος πληθυσμού. Η σύγκριση με το είδος του πολιτικού λόγου που διακινείται σε άλλα, πιο αναπτυγμένα ευρωπαϊκά κράτη, αναδεικνύει την Ελλάδα ως την χώρα της Ευρώπης που έχει κάνει τα συγκριτικά σημαντικότερα βήματα στην διαδικασία επιστροφής στην πολιτική, που όπως συχνά μας θυμίζει ο Αλαίν Μπαντιού, αποτελεί μάλλον την εξαίρεση παρά τον κανόνα της συλλογικής ζωής.

Από τη διαπίστωση αυτή μέχρι την διακηρυσσόμενη βεβαιότητα ότι βρισκόμαστε σε μια προεπαναστατική κατάσταση και ότι βάσει αυτής πρέπει να χαράζεται και να κρίνεται η κομμουνιστική στρατηγική μεσολαβεί πολύ μεγάλη απόσταση· τέτοια που να καθιστά μεγάλο ποσοστό της "αριστερής" ή θολά "αριστερόστροφης" ρητορικής στη χώρα μας από δημαγωγικό ως επικίνδυνα ανεύθυνο. Αξίζει εδώ να θυμηθούμε ορισμένα βασικά πράγματα:

α) Όπως έχει επισημανθεί από τους περισσότερους ιστορικούς της προεπαναστατικής Ρωσίας, μια σειρά λόγων κατέστησαν τον μαρξισμό και την μαρξιστική θεωρία ευρύτερα αποδεκτά στην προεπαναστατική ρωσική κοινωνία, ως κυρίαρχα ιδεολογικά μέσα κριτικής στην τσαρική απολυταρχία. Ακόμα και τα αστικά στρώματα, με άλλα λόγια, έβρισκαν στον μαρξισμό ένα κατά βάση αποδεκτό πλαίσιο κριτικής στις στρεβλώσεις και τα ελείμματα της απολυταρχικής, φεουδαρχικής ουσιαστικά εξουσίας. Στην σημερινή Ελλάδα, ο μαρξισμός απέχει πάρα πολύ απ' το να έχει εξελιχθεί σε "κοινή λογική" για την κοινωνική πλειοψηφία· παραμένει, αντίθετα, μια μειονοτική θέση, όχι μόνο απέναντι στην φιλελεύθερη ιδεολογία που συνεχίζει να έχει σημαντικά κοινωνικά ερείσματα στην μεσαία τάξη, αλλά και απέναντι σε μια σειρά "μεταμαρξιστικών" και "αντιεξουσιαστικών"/"αυτονομιστικών" ιδεολογιών που σε μεγάλο βαθμό τον εκτόπισαν από την κυρίαρχη θέση στη λεγόμενη αριστερά, ιδιαίτερα μετά το 1989-90. Ο στοιχειώδης ρεαλισμός λέει πως για να φτάσει ο μαρξισμός στην Ελλάδα στο σημείο που ήταν στην Ρωσία ήδη από το 1905, θα πρέπει να αναδειχθεί νικητής σε μια σειρά από μελλοντικές ιδεολογικές συγκρούσεις πάνω στην ερμηνεία της πραγματικότητας, τόσο με τις δεξιές φιλελεύθερες όσο και με τις "μεταμαρξιστικές" ιδεολογικές αντιλήψεις για την φύση και λειτουργία της οικονομίας ή του κράτους (για να μη μιλήσουμε για τον έτερο πιθανά ανερχόμενο πόλο, αυτόν του εθνικιστικού-λαϊκιστικο-αυταρχικού στοιχείου).

β) Όπως συχνά επεσήμαινε ο Λένιν, ο σοσιαλισμός ως ιδεολογία έχει το μειονέκτημα ότι δεν είναι κάτι βιωμένο, κάτι το οποίο να έχει εσωτερικευτεί από τα υποκείμενα στο βαθμό που έχει κατορθώσει να κάνει, ως κυρίαρχο οικονομικο-πολιτικό σύστημα και ως συσχετιζόμενη ιδεολογική του αποτύπωση, ο καπιταλισμός. Ακόμα χειρότερα, στον βαθμό που ο σοσιαλισμός μπορεί να θεωρηθεί βίωμα, η υλοποίηση ή ενσάρκωσή του συνοδεύεται από μία σειρά θεωρητικών προβλημάτων και πρακτικών αποτυχιών που δεν ωφελεί σε τίποτε να απαρνηθούμε ή να απωθήσουμε, αν και είναι πολύ σημαντικό να τα ορίσουμε με ακρίβεια, κόντρα στις προπαγανδιστικές στρεβλώσεις του νεοφιλελευθερισμού, για τον οποίο βέβαια οι πολιτικές, οικονομικές και ηθικές αποτυχίες του σοσιαλισμού αποτελούν προϋποθέσεις δικής του αυτονομιμοποίησης εις το διηνεκές και παρά τις δικές του σφοδρότατες αποτυχίες και στα τρία αυτά επίπεδα. Αν θέλουμε να διασώσουμε το χειραφετητικό πρόταγμα του σοσιαλισμού, οφείλουμε να είμαστε εξίσου αυτοκριτικοί και πολύ αυστηροί με την στρεβλωτική και προπαγανδιστική κριτική που θέλουν να επιβάλλουν οι εθχροί της ιδέας της ανθρώπινης ισότητας. Και αυτό είναι στην πράξη τρομερά δύσκολο, επειδή η αυτοκριτική δεν είναι ποτέ εφικτή σε ένα πολιτικό κενό, όπου οι αντίπαλοί σου σε αφήνουν να την διεξάγεις ανενόχλητος και χωρίς να την χρησιμοποιήσουν εναντίον σου. Το να παραμείνεις όμως αμυντικά κλεισμένος στο καβούκι σου δεν αποτελεί λύση· είσαι αναγκασμένος να διεξάγεις επιθέσεις και όχι απλώς άμυνα, και οι επιθέσεις προϋποθέτουν το δυνάμωμα της άμυνάς σου οργανικά, μέσω της δικής σου πολιτικής ωρίμανσης και του πραγματικού στοχασμού πάνω στα λάθη σου.

γ) Η εσωτερική πολιτική διαίρεση ανάμεσα στην κομμουνιστική και μη κομμουνιστική αριστερά, που φυσικά αποδυναμώνει, τουλάχιστον προσωρινά, την εκλογική βάση της αριστεράς εφόσον την διασπά, δεν είναι ζήτημα ούτε καπρίτσιων ούτε παρεξηγήσεων. Μια νηφάλια ματιά στην ιστορία της εξέλιξης του "ευρωκομμουνισμού" στη χώρα μας, από το ΚΚΕ εσωτερικού στην ΕΑΡ, τον Συνασπισμό και τον ΣΥΡΙΖΑ μας δείχνει ότι η πρόσδεση στο άρμα του ευρωπαϊσμού μαζί με την ταυτόχρονη απόρριψη του σοβιετισμού αποτελεί δομικό χαρακτηριστικό αυτής της εξέλιξης και όχι απλώς "λάθος απόφαση." Με άλλα λόγια, το όλο οικοδόμημα της "ευρωπαϊκής αριστεράς" βασίστηκε σε αντικειμενικές συνθήκες διάσπασης του κομμουνιστικού κινήματος και στις συνεπαγωγές τους για την αντίληψη ζητημάτων κεντρικής σημασίας όπως αυτά των ορίων και δυνατοτήτων της αριστεράς μέσα στο πλαίσιο του φιλελεύθερου καπιταλισμού, της αντίληψης της φύσης του κράτους και της κρατικής εξουσίας, της σύλληψης του τι σημαίνει "αριστερή πολιτική" με όρους παρεμβατικούς και διορθωτικούς και όχι ευθέως ανταγωνιστικούς, συγκρουσιακούς και ανατρεπτικούς, της συγκριτικής περιθωριοποίησης της "τάξης" από την "κοινωνία των πολιτών" και τις λογής ταυτοτικές πολιτικές κλπ. Η κρίση της ΕΕ, ως κρίση επίσης του πλαισίου αναφοράς της ευρωαριστεράς, έρχεται 20 χρόνια μετά την κρίση των κομμουνιστικών κομμάτων ως συνέπεια της κρίσης και κατάρρευσης του υπαρκτού σοσιαλισμού. Όσα κομμουνιστικά κόμματα άντεξαν τις πιέσεις της πρώτης εκείνης κρίσης και απέφυγαν τη διάλυση ή τη δραστική συρρίκνωση μέχρις πολιτικής ασημαντότητας βρίσκονται αυτή τη στιγμή σε συγκριτικό ιδεολογικό πλεονέκτημα για τον απλούστατο λόγο ότι το θεωρητικό τους οπλοστάσιο δεν περιορίζεται καθόλου στα όρια του μορφώματος (Δυτικός Μαρξισμός) το οποίο βρίσκεται αντιμέτωπο με τα ευρωπαϊκά του όρια και τις δικές του στρεβλώσεις. Το πλεονέκτημα όμως αυτό παραμένει συγκριτικό και όχι απόλυτο επειδή η μεγαλύτερη άνεση της κομμουνιστικής σκέψης απέναντι στα δεδομένα της κρίσης δεν συνεπάγεται και απόλυτη καταλληλότητα των εργαλείων του παρελθόντος για την αποτελεσματική παρέμβαση στο παρόν. Υπάρχουν χάσματα τα οποία απομένει να ταυτοποιηθούν και να θεραπευτούν, και αυτό σημαίνει ότι η κομμουνιστική αριστερά πρέπει να βρει την αυτοπεποίθηση και την πολιτική σοφία που είναι απαραίτητες για να ξεκινήσει, μετά από πολλές δεκαετίες ουσιαστικής απονέκρωσης, έναν νέο θεωρητικό κύκλο· να παραγάγει εκ νέου τους φιλοσόφους, οικονομολόγους, συνδικαλιστικούς ηγέτες και πολιτικούς που παρήγαγε στο παρελθόν. Και φυσικά, στην διαδικασία αυτή, θα πρέπει να έχει διαρκώς το πολιτικό αισθητήριο για να αμύνεται με τον σωστό τρόπο απέναντι στην αστική εξουσία, που δεν πρόκειται να αφήσει μια τέτοια διαδικασία να εξελιχθεί ανεμπόδιστα και που δεν έχει καμία διάθεση να εγκαταλείψει τα οικονομικά και πολιτικά της προνόμια εθελοντικά.

Για όσο διάστημα διαρκέσει η κρίση --και κατά την εκτίμησή μας, η κρίση δεν πρόκειται να αναιρεθεί και η επιστροφή στην παλιότερη ισορροπία των κοινωνικών δυνάμεων είναι αδύνατη-- υφίσταται και η ευκαιρία για την κομμουνιστική αριστερά να εγκαινιάσει έναν τρίτο ιστορικό κύκλο, μετά από αυτούς του 1848-1890 και 1917-1989. Η πρόκληση είναι αληθινή και η ευθύνη που επισύρει για την πολιτική επινοητικότητα των κομμουνιστών, την ικανότητά τους να μάθουν απ' το παρελθόν και να δημιουργήσουν ένα νέο συγκροτητικό συμβόλαιο για την ανθρώπινη χειραφέτηση είναι τρομακτική. Για αυτόν όμως ακριβώς τον λόγο, η νηφάλια στάση, η παράκαμψη των σκοπέλων τόσο της άκοπης θριαμβολογίας στα ερείπια της αστικής κοινωνίας όσο και της παραλυτικής απελπισίας με τις δυσκολίες της κομμουνιστικής επανεκκίνησης, επιβάλλονται απ' τις περιστάσεις.

21 σχόλια:

  1. ΓΛΩΣΣΙΚΟ

    Απόφευγε, φίλε Αντώνη, σε παρακαλώ, τους τύπους «παράξω, παράξεις, παράξει, παράξουμε, παράξετε, παράξουν», οι οποίοι είναι λανθασμένοι, και γράφε «παραγάγω, παραγάγεις, παραγάγει, παραγάγουμε, παραγάγετε, παραγάγουν» που είναι οι σωστοί αοριστικοί τύποι του ρήματος «παράγω», αλλά και όλων των συνθέτων του «άγω».
    Το «παράξω» είναι λανθασμένος κατ’ αναλογία σχηματισμός και τείνει με την συνεχή άκριτη —και προπαντός αδιόρθωτη— επανάληψη να καθιερωθεί (εδώ βλέπουμε ότι δεν ισχύει το λατινικό ρητό «Η επανάληψη είναι η μητέρα της μάθησης [repetitio mater studiorum est], μπορεί κάλλιστα να είναι μητέρα και της αμάθειας, αν επαναλαμβάνεται μια πλάνη).

    Μη απολιθωμένος (ακόμα!) από τις ακτές της Ανατολικής Βαλτικής

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Διορθώθηκε, θα το έχω υπόψη στο μέλλον. Ευχαριστώ.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  3. ΓΛΩΣΣΑΜΥΝΤΟΡΙΣΤΙΚΟ

    http://www.sarantakos.com/language/paraksei.html

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. SVTOR, NE SVPRA CREPIDAM!
      (ΜΗ ΣΥ Γ’ ΥΠΕΡ ΤΗΝ ΚΡΗΠΙΔΑ, ΣΚΥΤΟΤΟΜΕ!)

      Apelli fuit alioqui perpetua consuetudo numquam tam occupatum diem agendi, ut non lineam ducendo exerceret artem, quod ab eo in proverbium venit. idem perfecta opera proponebat in pergula transeuntibus atque, ipse post tabulam latens, vitia quae notarentur auscultabat, vulgum diligentiorem iudicem quam se praeferens; feruntque reprehensum a sutore, quod in crepidis una pauciores intus fecisset ansas, eodem postero die superbo emendatione pristinae admonitionis cavillante circa crus, indignatum prospexisse denuntiantem, ne supra crepidam sutor iudicaret, quod et ipsum in proverbium abiit.

      Gai Plini Secundi Naturalis Historiæ liber XXXV, 36

      Και για την αντιγραφή:
      Μη απολιθωμένος (ακόμα!) από τις ακτές της Ανατολικής Βαλτικής

      Διαγραφή
    2. Ο ΝΟΩΝ ΝΟΕΙΤΩ…

      Και για να μην θεωρηθώ εκτός από «γλωσσαμύντορας» (θεός φυλάξοι!) και ελιτιστής, μεταφράζω από τα λατινικά το απόσπασμα από την «Φυσική Ιστορία» (Βιβλίο 35ο, Κεφάλαιο 36ο) του Πλίνιου του Πρεσβύτερου (23–79 μ. Χ.) κι ο νοών νοείτω…

      Εξάλλου ο Απελλής είχε την σταθερή συνήθεια, όσο κι αν ήταν απασχολημένος, να μην αφήνει ποτέ να περνάει ημέρα, χωρίς να εξασκείται στην τέχνη του έστω και με το ζωγράφισμα μιας γραμμής, μια συνήθεια που έμεινε παροιμιώδης. Επίσης, τοποθετούσε τα τελειωμένα έργα του σ’ έναν εκθετήριο χώρο, έτσι ώστε να τα βλέπουν οι περαστικοί, ενώ ο ίδιος, κρυμμένος πίσω από έναν ζωγραφικό πίνακα, άκουγε προσεκτικά όσες παρατηρήσεις γίνονταν για λάθη κι ελλείψεις θεωρώντας ότι το κοινό ήταν ευφυέστερος κριτής από τον εαυτό του. Συνέβη λοιπόν να του κάνει κριτική ένας υποδηματοποιός, γιατί σ’ ένα σημείο είχε ζωγραφίσει τις λωρίδες των πέδιλων πολύ πιο κοντές απ’ ό,τι έπρεπε. Την επόμενη ημέρα ο υποδηματοποιός περήφανος γιατί η χθεσινή του κριτική παρατήρηση είχε οδηγήσει σε διόρθωση στο συγκεκριμένο σημείο, άρχισε να κάνει ειρωνικά σχόλια και για το πώς ήταν ζωγραφισμένη η κνήμη, οπότε ο Απελλής εκτιμώντας ως ανάξια τα σχόλια πρόβαλε το κεφάλι του από πίσω από τον πίνακα και του δήλωσε ότι ένας υποδηματοποιός δεν αρμόζει να κρίνει παραπάνω από το πέδιλο, μια ρήση που κι αυτή πέρασε στις παροιμίες.

      Μη απολιθωμένος (ακόμα!) από τις ακτές της Ανατολικής Βαλτικής

      Διαγραφή
  4. 1."που έχει κάνει τα συγκριτικά σημαντικότερα βήματα στην διαδικασία επιστροφής στην πολιτική, που όπως συχνά μας θυμίζει ο Αλαίν Μπαντιού, αποτελεί μάλλον την εξαίρεση παρά τον κανόνα της συλλογικής ζωής."

    Αντώνη, αναφέρεσαι στο Ραψωδία για το Θέατρο;

    "Τα παραπάνω συστατικά [οργανώσεις, κειμενικές αναφορές, στοχαστές, κύρια ονόματα, το Κράτος, διιστάμενες απόψεις, και συμβαντικές μάζες] δεν αναγνωρίζουν τον εαυτό τους στην αποτελεσματική πολιτική, με εξαίρεση την πίστη τους σ' ένα συμβάν. Δεν μας επιτρέπουν να αναπαραστήσουμε την πολιτική ως κάτι το μόνιμο. Η πολιτική συμβαίνει από καιρού εις καιρόν. Αρχίζει τελειώνει" (XIII)

    Μήπως έχεις υπόψιν κάποιο άλλο κείμενο του Μπαντιού που να το αναλύει διεξοδικότερα;

    2. "Όπως συχνά επεσήμαινε ο Λένιν, ο σοσιαλισμός ως ιδεολογία έχει το μειονέκτημα ότι δεν είναι κάτι βιωμένο"

    Το παράδοξο είναι πως σήμερα, μετά την εμπειρία του Υπαρκτού, ο σοσιαλισμός παρουσιάζεται ως κάτι που έχει ήδη βιωθεί, και μάλιστα ως ολική ηθική και ανθρωπιστική καταστροφή, η οποία έχει εσωτερικευτεί και αποτελεί πλέον sensus communis. Δεν ξέρω πώς μπορούμε να υπερβούμε αυτόν τον ιδεολογικό σκόπελο, ειδικά όταν στη δημόσια ή διαπροσωπική σφαίρα, στον διάλογο για την οικονομική κρίση, απουσιάζουν λέξεις και έννοιες όπως η δικαιοσύνη, η ισότητα, η ελευθερία, η εκμετάλλευση - για να μην πούμε ο σοσιαλισμός,ο κομμουνισμός, η κοινωνικοποίηση κλπ. Έχουν πέσει στη λήθη αυτές τις έννοιες. Και μου φαίνεται ότι είναι περισσότερο θέμα πίστης παρά γνωσιοθεωρίας η υποχώρηση της κομμουνιστικής υπόθεσης.

    Δημήτρης

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Σε πολλά κείμενά του, αρχής γενομένης απ' το βιβλίο Θεωρία του Υποκειμένου. Πιο πρόσφατα στο Μεταπολιτική.

      Διαγραφή
    2. Μπορεί κάποιος να μού εξηγήσει τι σχέση έχει με τον μαρξισμό/υλισμό και αν όχι, με τι στην αριστερά σχέση έχει σχέση η παρακάτω ανάρτηση; http://aristeroblog.gr/node/575

      Εγώ δεν μπορώ να καταλάβω τι νομιμότητα έχει ένα κείμενο που κάνει πολιτική στη βάση του τι δηλώνουν οι άνθρωποι σε μια δημοσκόπηση για τα συναισθήματά τους. Υπάρχει πολιτική που βασίζει τον εαυτό της στα συναισθήματα και είναι αριστερή; Τι κόλλημα είναι αυτό με τις παρελάσεις ως κατεξοχήν πολιτικής αρένας για την εκδήλωση "αγανάχτησης"; Πάλι τα ίδια;

      Διαγραφή
  5. Και μιας και ο λόγος για "συναισθήματα" και "δημοσκοπήσεις": Τον Φλεβάρη από ότι ξέρω έγινε η τελευταία δημοσκόπηση της Public Issue για ευρώ/ΕΕ, όπου το ποσοστό έγκρισης για την δεύτερη έπεσε στο 46%, και για το πρώτο στο 65%.

    Με άλλα λόγια, 19% των ερωτηθέντων θα ήθελαν ευρώ χωρίς Ευρωπαϊκή Ένωση (...) Κι αυτά συναισθήματα είναι. Απλά είναι παράλογα συναισθήματα και αντιφατικά, όπως συχνά είναι τα συναισθήματα. Πρέπει να χαράζεται πολιτική σε τέτοια βάση; Θα γίνει η πολιτική η επίσημη έκφραση των μαζικών νευρώσεων δηλαδή;

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  6. Αντώνη, η δημοσκόπηση εξηγείται από το λάθος τρόπο που τίθενται οι ερωτήσεις. Η εξήγηση είναι ότι παρά το γεγονός ότι όποιος είναι εναντίον της ΕΕ δεν είναι υποχρεωτικά και εναντίον του ευρώ, ενώ όποιος είναι εναντίον της ΕΕ είναι και εναντίον του ευρώ, με τον τρόπο που γίνεται η ερώτηση όσοι συνδυάζουν την έξοδο από το ευρώ ΜΟΝΟ με ταυτόχρονη έξοδο από την ΕΕ, φαίνεται ότι δίνουν "λάθος" απάντηση.
    Και κάτι για το κείμενο. Νομίζω ότι το ΚΚΕ δεν προπαγανδίζει στο βαθμό που πρέπει τον κομμουνισμό και αυτά που συνεπάγονται από την κομμουνιστική ιδεολογία, αρκούμενο κυρίως στα πλέον άμεσα ζητήματα και στους πλέον άμεσους στόχους. Είναι θεωρώ ένας λόγος που η μαρξιστική ιδεολογία δεν έχει την απήχηση που μπορεί να έχει στη κοινωνία.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  7. "Η εξήγηση είναι ότι παρά το γεγονός ότι όποιος είναι εναντίον της ΕΕ δεν είναι υποχρεωτικά και εναντίον του ευρώ, ενώ όποιος είναι εναντίον της ΕΕ είναι και εναντίον του ευρώ"
    Κάποιο λάθος πρέπει να υπάρχει στη διατύπωση εδώ.

    "Νομίζω ότι το ΚΚΕ δεν προπαγανδίζει στο βαθμό που πρέπει τον κομμουνισμό και αυτά που συνεπάγονται από την κομμουνιστική ιδεολογία, αρκούμενο κυρίως στα πλέον άμεσα ζητήματα και στους πλέον άμεσους στόχους. Είναι θεωρώ ένας λόγος που η μαρξιστική ιδεολογία δεν έχει την απήχηση που μπορεί να έχει στη κοινωνία."
    Είμαστε σίγουροι ότι αν το έκανε αυτό στην σημερινή ελληνική κοινωνία δεν θα του γυρνούσε μπούμερανγκ; Εγώ δεν είμαι. Από την άλλη, δεν νομίζω ότι έχει εξελίξει τον θεωρητικό του λόγο το ΚΚΕ στον βαθμό που πρέπει. Χρειάζεται περισσότερη πολυπροσωπία, διαφορετικά επίπεδα και είδη επικοινωνίας των θέσεών του, περισσότερη επιστημονική εμβάθυνση. Έχω νοσταλγήσει έναν γερό μαρξιστή οικονομολόγο. Ό,τι και να σέρνω στον Μηλιό, δεν νομίζω ότι η επαρκής απάντηση λέγεται Μπογιόπουλος.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Φυσικά και είναι λάθος, το σωστό: όποιος είναι εναντίον του ευρώ δεν είναι υποχρεωτικά και εναντίον της ΕΕ.
      Σίγουρα δεν μπορεί να υποστηρίξει κανείς με βεβαιότητα ότι αν το ΚΚΕ προπαγάνδιζε τον κομμουνισμό, δεν θα του γυρνούσε μπούμερανγκ. Από την άλλη θεωρώ ότι με δεδομένη την καπιταλιστική κρίση, οι συνθήκες είναι καλύτερες για την διατύπωση και ανάπτυξη του κομμουνιστικού οράματος και της αναμφισβήτητης υπεροχής του. Πάντως είναι σχετικά παράδοξο κομμουνιστικό κόμμα να μην προπαγανδίζει την κομμουνιστική προοπτική.
      Συμφωνώ απόλυτα με τις υπόλοιπες παρατηρήσεις σου.

      Διαγραφή
  8. δώστε κι άλλους Μπογιόπουλους στο λαό

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  9. υπαρχει ο παπαδοπουλος...κατανοητος αμεσος και το κατεχει. μητσος.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  10. Αντώνη όλιγον τι άσχετο αν μπορείς να βοηθήσεις:

    σε παλιότερη ανάρτηση είχες γράψει με τι σειρά είναι καλύτερο να διαβάζονται τα έργα του Μαρξ. μπορείς να με παραπέμψεις αν θυμάσαι ποια ήταν η ανάρτηση ή να το επαναλάβεις αν δεν σου είναι κόπος;

    ευχαριστώ (και αν ξέρεις και ποιά είναι η πιο αξιόπιστη ελληνική έκδοση υπόχρεος)

    raskol

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Για να είμαι ειλικρινής δεν θυμάμαι να έγραψα κάτι τέτοιο, αλλά νομίζω ότι η συμβατικότερη ακολουθία, δηλαδή η χρονολογική, είναι και η καλύτερη για την πρώτη ανάγνωση. Οπότε, θα ξεκινούσα με το "Για το Εβραϊκό Ζήτημα", την Κριτική της φιλοσοφίας του Δικαίου του Χέγκελ (1843), και τα Οικονομικά και Φιλοσοφικά Χειρόγραφα (1844), μετά τη Γερμανική Ιδεολογία και τις Θέσεις για τον Φόιερμπαχ (1845), μετά Κομμουνιστικό Μανιφέστο και 18η Μπρυμαίρ (1848, 52), μετά Κεφάλαιο, τόμος Ι (1867), και τελευταία τον Εμφύλιο Πόλεμο στη Γαλλία (1871) και την Κριτική του Προγράμματος της Γκότα (1875).

      Θα άφηνα την Γκρουντρίς και τους όμους 2, 3 του Κεφαλαίου για αργότερα, αφού είχα χωνέψει τον πρώτο τόμο του Κεφαλαίου καλά.

      Διαγραφή
    2. ναι το είχες γράψει σε σχόλιο, ευχαριστώ!

      raskol

      Διαγραφή
  11. Η «ΓΚΡΟΥΝΤΡΙΣ», ΤΑ «GRUNDRISSE» ΚΑΙ ΟΙ «ΒΑΣΙΚΕΣ ΓΡΑΜΜΕΣ» (Α΄)

    Προκαταρκτικά του κριτικού μου αυτού σημειώματος θέλω να διευκρινίσω ότι δεν πρόκειται να κάνω σ’ αυτό βιβλιοκριτική της μετάφρασης του έργου του Καρλ Μαρξ «Grundrisse der politischen Ökonomie» από τον Διονύση Διβάρη (τρεις τόμοι, Εκδόσεις «Στοχαστής», Αθήνα 1989 [Α΄ Τόμος], 1990 [Β΄ Τόμος] και 1992 [Γ΄ Τόμος]) κι αυτό για τρεις λόγους. Ο πρώτος λόγος είναι ότι έχοντας διαβάσει το γερμανικό πρωτότυπο δεν έχω ανατρέξει ως τώρα στην ελληνική μετάφραση, δεν την έχω διαβάσει δηλαδή. Ο δεύτερος λόγος είναι ότι δεν είμαι οπαδός του θεωρητικού αξιώματος «εξ όνυχος τον λέοντα». Ο τρίτος και αρκετά ευνόητος λόγος είναι ότι δεν έχω ούτε χώρο —δεν επιθυμώ να κάνω κατάχρηση του χώρου του μπλογκ του φίλου Αντώνη— ούτε χρόνο για ένα τέτοιο εγχείρημα. Θα περιοριστώ λοιπόν στην κριτική εξέταση του πώς ο Δ. Διβάρης (τον Δ. Διβάρη τον θυμάμαι από την εποχή που ήμουν φοιτητής στην Ελλάδα κατά τα μέσα της δεκαετίας του 1970 ως συνδικαλιστή της ΠΠΣΠ στην Νομική Σχολή Αθηνών) μεταφράζει μιαν από τις λέξεις του τίτλου του έργου και συγκεκριμένα την λέξη «Grundrisse», γιατί πιστεύω ότι η μετάφρασή της ως «βασικές γραμμές» δεν είναι ακριβής.

    Είναι γεγονός ότι μία τουλάχιστον φορά απ’ όσο γνωρίζω ένας μεταφραστής αυτού του έργου του Μαρξ δεν μετάφρασε στην γλώσσα της μετάφρασης την λέξη «Grundrisse», αλλά την άφησε όπως είναι στο γερμανικό πρωτότυπο προσθέτοντας μόνο μιαν επεξηγηματική μετάφραση. Αναφέρομαι εδώ στην μετάφραση στα αγγλικά του έργου από τον Martin Nicolaus το 1973 για λογαριασμό των εκδόσεων Penguin Books• σ’ αυτήν ο τίτλος είναι: Karl Marx, Grundrisse: Foundations of the Critique of Political Economy. Το δεύτερο μέρος της μετάφρασης του τίτλου (Foundations of the Critique of Political Economy) χρησιμοποιείται εν είδει επεξήγησης μόνο εκ περιτροπής, ενώ κατά κύριο λόγο η αναφορά στο έργο γίνεται ως «Grundrisse». Ίσως αυτήν την μετάφραση να έχει υπόψη του ο φίλος Αντώνης, όταν αναφέρει αυτό το έργο του Μαρξ ως «η Γκρουντρίς».

    Βέβαια, αλήθεια είναι ότι τα χειρόγραφα που αποτελούν το έργο αυτό του Μαρξ δεν έχουν ενιαίο τίτλο στο σύνολό τους: μια φορά ο Μαρξ τα αποκαλεί «Grundrisse» και μιαν άλλη «πρόχειρο» («Rohentwurf»), ενώ ένα από τα τετράδια που τα συνιστούν φέρει τον τίτλο «Political Economy (Criticism) of» (πρβλ. Καρλ Μαρξ, Βασικές Γραμμές της Κριτικής της Πολιτικής Οικονομίας, Τόμος Α΄, Εκδόσεις «Στοχαστής», Αθήνα 1989, σελ. 34 [σημείωση 39]). Υπ’ αυτές τις συνθήκες οι εκδότες της πρώτης έκδοσης του 1939/1941, δηλαδή το Ινστιτούτο Μαρξ-Ένγκελς-Λένιν της Μόσχας και πιο συγκεκριμένα ο κύριος επιμελητής της έκδοσης Πάβελ Λαζάρεβιτς Βέλλερ (Павел Лазаревич Веллер, 1903–1941) αποφάσισαν να δώσουν στα χειρόγραφα τον τίτλο «Grundrisse der politischen Ökonomie (Rohentwurf)»• ο τίτλος αποτελεί στην ουσία συγκερασμό των δύο αναφορών του Μαρξ στα χειρόγραφα συν τον τίτλο που φέρει ένα από τα τετράδια των χειρογράφων. Αυτόν τον τίτλο τον υιοθετεί ο Δ. Διβάρης στο μεγαλύτερό του μέρος —αφήνει εκτός την λέξη «Rohentwurf» («Πρόχειρο»)— επικαλούμενος βάσιμους και εντελώς κατανοητούς λόγους (πρβλ. ό. π., σελ. 27• στις μετέπειτα εκδόσεις (τόμος 42 της έκδοσης MEW και τόμοι IV/7, III/1.1 και ΙΙ/2 της έκδοσης MEGA②) δόθηκαν διαφορετικοί τίτλοι, πρβλ. στο ίδιο, σελ. 33 [σημείωση 38]). Μέχρις εδώ ουδέν πρόβλημα.

    Μη απολιθωμένος (ακόμα!) από τις ακτές της Ανατολικής Βαλτικής

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  12. Η «ΓΚΡΟΥΝΤΡΙΣ», ΤΑ «GRUNDRISSE» ΚΑΙ ΟΙ «ΒΑΣΙΚΕΣ ΓΡΑΜΜΕΣ» (Β΄)

    Τι σημαίνει όμως η λέξη «Grundrisse»; Ο Δ. Διβάρης την μεταφράζει «βασικές γραμμές» κάνοντας, όπως φαίνεται από αυτήν του την μετάφραση, μιαν ανάλυση της σύνθετης αυτής γερμανικής λέξης στα συνθετικά της μέρη «Grund» και «Risse». Και το μεν «Grund» το μεταφράζει «βάση» («βασικός» όταν στην γερμανική σύνθεση και παραγωγή λέξεων το ουσιαστικό επιθετοποιείται), το δε «Risse» (πληθυντικός του «Riss») «γραμμές». Κατά την διαδικασία αυτή κάνει τρία λάθη. Το πρώτο λάθος του είναι ότι μεταφράζει την λέξη «Grund» ως «βάση», ενώ στα γερμανικά η λέξη αυτή στην πρώτη της σημασία (μαρτυρείται από το 1429) σημαίνει «έδαφος» (πρβλ. Hermann Paul, Deutsches Wörterbuch: Bedeutungsgeschichte und Aufbau unseres Wortschatzes, 10η έκδοση, Εκδόσεις Max Niemeyer, Τυβίγγη 2002, σελ. 436 και Friedrich Kluge, Etymologisches Wörterbuch der deutschen Sprache, 24η έκδοση, Εκδόσεις Walter de Gruyter, Βερολίνο και Νέα Υόρκη 2002, σελ. 376)• η σημασία «βάση, βάθρο, θεμέλιο» είναι πολύ ύστερη (από τον 17ο αιώνα). Το δεύτερο λάθος του είναι ότι μεταφράζει την λέξη «Riss» ως «γραμμή», ενώ η λέξη αυτή σημαίνει στα γερμανικά στην πρώτη της σημασία «χαρακιά», «ρωγμή» (μαρτυρείται από τον 9ο αιώνα), κατ’ επέκταση αργότερα (πάντα ως συνθετικό) «σχέδιο» και ποτέ «γραμμή» (πρβλ. Paul, Deutsches…, σελ. 804 και Kluge, Etymologisches…, σελ. 767). Το τρίτο του λάθος είναι και το σοβαρότερο γιατί είναι μεθοδολογικής φύσης: αγνοεί ότι κατά την παραγωγή και σύνθεση λέξεων σ’ όλες τις γλώσσες το παράγωγο είναι συχνά —όχι πάντα— κάτι διαφορετικό από το μηχανικό άθροισμα των στοιχείων που το συνθέτουν• η άγνοια αυτής της βασικής γλωσσολογικής αρχής οδηγεί με μαθηματική ακρίβεια τον Δ. Διβάρη στην μη ακριβή μετάφραση της λέξης «Grundrisse».

    Η λέξη «Grundriss» («Grundrisse» είναι ο πληθυντικός) που μαρτυρείται στην γερμανική από το 1632 (πρβλ. Paul, Deutsches…, σελ. 436 και Kluge, Etymologisches…, σελ. 376), αποτελεί μετάφραση του αρχαίου ελληνικού αρχιτεκτονικού όρου «ιχνογραφία» (τον αναφέρει ο Βιτρούβιος (Marcus Vitruvius Pollio) στο έργο του «Περί Αρχιτεκτονικής» (De architectura), βιβλίο α΄, κεφάλαιο β΄, δεύτερη παράγραφος), ο οποίος δεν σημαίνει ό,τι η λέξη «ιχνογραφία» στα νέα ελληνικά, αλλά ό,τι στην αρχιτεκτονική ορολογία σήμερα η λέξη «κάτοψη».

    Με βάση τα παραπάνω η ορθή και ακριβής μετάφραση της λέξης «Grundrisse» στα ελληνικά θα ήταν «κατευθυντήρια σχέδια ή κατευθυντήρια σχεδιαγράμματα» κι όχι «γενικές γραμμές». Αυτό εξάλλου σημαίνει η λέξη «Grundriss» στα γερμανικά: ένα σχεδιάγραμμα που κατευθύνει στην οικοδόμηση ενός κτιρίου (πρβλ. Paul, Deutsches…, σελ. 436). Αυτό εννοεί και ο Μαρξ, αυτό φαίνεται κι από το περιεχόμενο των χειρογράφων. Η μετάφραση «γενικές γραμμές» δεν αποδίδει ακριβώς την έννοια και την σημασία του πρωτοτύπου, είναι πολύ μεταφορική και υπό όρους μπορεί και λανθασμένη.

    Μη απολιθωμένος (ακόμα!) από τις ακτές της Ανατολικής Βαλτικής

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  13. ΚΙ ΕΝΑ ΠΑΡΟΡΑΜΑ

    Στην τελευταία παράγραφο του β΄ μέρους κριτικού μου σημειώματος Η «ΓΚΡΟΥΝΤΡΙΣ», ΤΑ «GRUNDRISSE» ΚΑΙ ΟΙ «ΒΑΣΙΚΕΣ ΓΡΑΜΜΕΣ» αντί του «γενικές γραμμές» (δύο φορές) το σωστό είναι «βασικές γραμμές».

    Μη απολιθωμένος (ακόμα!) από τις ακτές της Ανατολικής Βαλτικής

    ΑπάντησηΔιαγραφή