Πέμπτη, 8 Μαρτίου 2012

Ο Λένιν και η θεωρία του κράτους (ελληνική εκδοχή)

Η μετάφραση του αποσπάσματος αυτού από υπό εξέλιξη κείμενο που γράφω έγινε απ' τον Γιάννη Τεμπέλη, τον οποίο κι ευχαριστώ θερμά. Η μετάφραση στις προσθήκες που έγιναν αργότερα και η επιμέλεια της μετάφρασης είναι δικές μου. Και πάλι, τα αποσπάσματα στα οποία επικεντρώνομαι μπορούν σχεδόν όλα να διαβαστούν εδώ.
LR
------

Το πέρασμα, στον 19ο αιώνα, από την θεωρησιακή-ιδεαλιστική αντίληψη του Χέγκελ για τη μορφή του κράτους στην αρχικά μετριασμένη και κατόπιν απόλυτη εχθρότητα προς αυτό στους Μαρξ και Ένγκελς σηματοδοτεί τον πρώτο κοσμοϊστορικό κύκλο της σχέσης μεταξύ διανοούμενων και κράτους, ο οποίος μπορούμε να πούμε πως φτάνει στο τέλος του μόνο με την εμφάνιση του Κράτος και Επανάσταση του Λένιν. Αυτή η εργασία, η πιο πλήρης Μαρξιστική αντιμετώπιση του ερωτήματος του κράτους από τότε που ο Μαρξ άρχισε να το διερευνά το 1843-44, “διακόπηκε”, όπως ξέρουμε, από την ίδια την Οκτωβριανή επανάσταση, προς μεγάλη ευχαρίστηση του συγγραφέα της[1]: ο “επαναστάτης του Κράτους” – και ο Λένιν είναι μια παραδειγματική ενσάρκωση αυτής της θέσης του υποκειμένου – είναι ο αντι-κρατιστής διανοούμενος ως επαναστατικός κρατικός ηγέτης [2]. Ανταλλάσσοντας τη “γκρίζα θεωρία” με το “αιώνιο πράσινο” της πραγματικής ζωής[3], μεταμορφώνει τον θεωρητικό στοχασμό σε πρακτική, αντικειμενική ρήξη τόσο βαρύνουσα ώστε να διακόψει – από πολλές απόψεις – την διανοητική αποστολή του ίδιου του έργου. Εύλογα μπορεί να ειπωθεί ότι μια τέτοια ρήξη ή διακοπή δεν είναι απλώς κάτι που συμβαίνει στην εργασία εξωτερικά, μέσα από τις δραστηριότητες του συγγραφέα κατά τη πολυτάραχη περίοδο από την αποτυχημένη εξέγερση του Ιούλη στην κοσμοϊστορική Οκτωβριανή έφοδο στα χειμερινά ανάκτορα[4]. Είναι κάτι εσωτερικό στην εργασία, όπου η πιστή προσπάθεια να χτίσει κανείς σε όλα όσα οι Μαρξ και Ένγκελς είχαν να πουν πάνω στο θέμα του κράτους οδηγεί στη πραγματικότητα σε μια σειρά από άλυτες εσωτερικές αντιφάσεις και σε έναν αριθμό φρέσκων και ιστορικά πρωτόγνωρων ανακαλύψεων για τα προβλήματα που παρουσιάζει η μορφή του κράτους από την επαναστατική οπτική. Έτσι, ο Λένιν αρχικά επαναλαμβάνει τον Ένγκελς περιγράφοντας την προλεταριακή επανάσταση ως κάτι που βάζει “τέλος στο κράτος...ως κράτος”, για ξεχωρίσει όμως αργότερα μεταξύ “αστικού” και “προλεταριακού κράτους” ως επιμέρους ενσαρκώσεις μιας υπονοούμενης γενικότερης μορφής του κράτους[5]. Περιγράφει το προλεταριακό κράτος ως “ημι-κράτος” (δηλαδή ως μια μειωμένη μορφή του κράτους, όπου σημαντικές διαστάσεις του έχουν εξαφανιστεί) για να αναφερθεί ωστόσο πολύ γρήγορα σ'αυτό ως “το κράτος γενικά”[6]. Ισχυρίζεται ότι “κάθε κράτος είναι 'ειδική κατασταλτική δύναμη' για την καταστολή των καταπιεζόμενων τάξεων”, υπονοώντας ότι η επανάσταση εμπεριέχει την αντικατάσταση του κράτους ως μέσου αστικής καταπίεσης από μια συμμετρική “'ειδική κατασταλτική δύναμη' για τη καταστολή της αστικής τάξης”[7] για να επιμείνει ωστόσο (και σε ό,τι αφορά την Κομμούνα, συγκεκριμένα) ότι οι δύο δυνάμεις δεν είναι καθόλου συμμετρικές. Μέχρι να φτάσουμε στο κεφάλαιο 3, η ιδέα θα είναι ότι το προλεταριακό κράτος δεν είναι “μια ειδική δύναμη μιας συγκεκριμένης τάξης” αλλά μια ποιοτικά μεταλλαγμένη “γενική δύναμη της πλειοψηφίας του λαού”· και ότι είναι ακριβώς το τέλος της ανάγκης για μια “'ειδική δύναμη' καταστολής” που συνιστά τη συνθήκη για τον άμεσο “μαρασμό” του κράτους υπό την αιγίδα της προλεταριακής επανάστασης[8]. Το “προλεταριακό κράτος”, το οποίο προηγουμένως (στο 1ο κεφάλαιο) είχε περιγραφεί ως “ημί-κράτος” και “κράτος γενικά” είναι πλέον κάτι που δεν είναι “πια πραγματικά κράτος”[9].

Αν όμως τέτοιες αστάθειες υποδεικνύουν ένα μέτρο αβεβαιότητας σε ό,τι αφορά την κατανόηση που έχει ο Λένιν για τον ρόλο, την έκταση και τη φύση της καταστολής στο προβολικά αναμενόμενο προλεταριακό κράτος, το συνηθισμένο αντί-κρατικιστικό δόγμα (σύμφωνα με το οποίο το κράτος είναι ένα απλό “όργανο για την καταπίεση της μιας τάξης από μία άλλη”[10]) τίθεται επίσης υπό αμφισβήτηση στη πορεία της απόπειρας του Λένιν για συνεπή επεξεργασία του θεωρητικού δόγματος. Αρχικά, ο Λένιν φαίνεται να αντλεί από τους προγενέστερους του τις πιο στιβαρές και αυστηρές επιπτώσεις όσον αφορά το ερώτημα του τι πρέπει να γίνει με τη “κρατική μηχανή” μετά την επανάσταση : η “βασική και θεμελιώδης θέση του Μαρξικού δόγματος του κράτους”, επιμένει ο ίδιο, είναι ότι “πρέπει να συντριβεί, να διαλυθεί” και όχι να “τελειοποιηθεί”[11]. Αυτό, όπως υποστηρίζει σε πολλά μέρη του φυλλαδίου, είναι που ορίζει το αγεφύρωτο χάσμα χάσμα μεταξύ επαναστατών Μαρξιστών και Καουτσκικών Σοσιαλδημοκρατών, που οπορτουνιστικά επιθυμούν απλά μια μεταφορά της “μηχανής” από τα χέρια της καταπιεστικής μειοψηφίας σε αυτά της πλειοψηφίας ωσάν η επανάσταση να μην απαιτούσε μια θεμελιακή αλλαγή στη φύση της μορφής του κράτους [xii]. Όμως ο Λένιν προτείνει επίσης ότι “η συντριβή της γραφειοκρατικής μηχανής του σύγχρονου κράτους” δεν είναι το ίδιο πράγμα με την καταστροφή του κράτους ως “μηχανισμού κοινωνικής διαχείρισης”, που θα ήταν “ικανός να χρησιμοποιηθεί από τους ίδιους τους ενωμένους εργάτες”[13]. Προφανώς, το “κράτος” εδώ – ή καλύτερα, το απομεινάρι ή το υπόλειμμα του αστικού κράτους το οποίο ο Λένιν υποστηρίζει πως είναι μεταφέρσιμο και πως πρέπει να μεταφερθεί σε προλεταριακά χέρια – δεν γίνεται καθόλου αντιληπτό ως μέσο ταξικής βίας ή καταναγκαστικής ισχύος. Αντιθέτως, εκλαμβάνεται ως ένα μη πολιτικό ή ίσως μετά-πολιτικό συστατικό του αστικού κράτους, μια λειτουργία καθαρής, αποπολιτικοποιημένης διοίκησης που μπορεί και πρέπει να επιζήσει κάτω από προλεταριακή εξουσία[14], τουλάχιστον μέχρι το υποθετικό ιστορικό σημείο όπου η μεταμόρφωση των πάντων σε “γραφειοκράτες” θα έχει στερήσει από τη λέξη κάθε εναπομείνασα αρνητική σημασία.[15]

Το χάσμα ανάμεσα σε δύο ανταγωνιστικούς ορισμούς του κράτους – με τον πρώτο να συνεχίζει να το καθορίζει ως ένοπλη, “οργανωμένη δύναμη” [16] καταστολής, ενώ ο δεύτερος αποσπά από αυτό ένα λίγο πολύ “μη-πολιτικό”, “διοικητικό” συστατικό – έρχεται πλήρως στο προσκήνιο στη συζήτηση του Λένιν για το “στεγαστικό ζήτημα” και για το θέμα του αστικού δικαίου κατά την αναμενόμενη σοσιαλιστική μετάβαση προς τον κομμουνισμό. Στην πρώτη περίπτωση, ο Λένιν προτείνει πως για ένα καθημερινό σοσιαλιστικό μέτρο όπως “η ενοικίαση σε οικογένειες οικιών που ανήκουν σε όλο το λαό” υπάρχει ανάγκη για “κάποια μορφή κράτους”, αλλά προσθέτει ότι μια τέτοια μορφή δεν είναι απαραίτητα ίδια με μια “ειδική στρατιωτική και γραφειοκρατική μηχανή”[17]. Στην δεύτερη περίπτωση, κάνει έναν ξεκάθαρο διαχωρισμό ανάμεσα στις άμεσα καταπιεστικές λειτουργίες του προλεταριακού κράτους, οι οποίες αναμένεται σταδιακά να “μαραθούν” ακόμα και στο σοσιαλιστικό στάδιο, και στην πολύ πιο δυσεπίλυτη φύση της κρατικιστικής λογικής του αστικού δικαίου – με άλλα λόγια, της σχετικά αφηρημένης και τυπικής ισότητας – ως μιας διάστασης που ουσιαστικά αναπαράγει την ανάγκη για κράτος για όσο διάστημα η Μαρξική εντολή “από τον καθένα ανάλογα με την ικανότητα του, στον καθένα ανάλογα με τις ανάγκες του” δε μπορεί πραγματικά και πλήρως να υλοποιηθεί :
Για αυτό, η πρώτη φάση του κομμουνισμού δε μπορεί να παράγει δικαιοσύνη και ισότητα· διαφορές, άδικες διαφορές σε πλούτο θα υπάρχουν [...] αν δε θέλουμε να γίνουμε ουτοπιστές, δε μπορούμε να φανταστούμε πως έχοντας ανατρέψει τον καπιταλισμό, οι άνθρωποι αμέσως θα μάθουν να εργάζονται για τη κοινωνία χωρίς κάποιο πρότυπο δικαίου [...] Και δεν υπάρχει ακόμα κάποιο άλλο πρότυπο δικαίου από αυτό του “αστικού δικαίου”. Σε αυτό το βαθμό επομένως, υπάρχει ακόμα η ανάγκη για ένα κράτος το οποίο, ενώ θα περιφρουρεί τη δημόσια ιδιοκτησία των μέσων παραγωγής, θα περιφρουρεί την ισότητα της εργασίας και την ισότητα στη διανομή των προϊόντων. Το κράτος μαραίνεται όσο δεν υπάρχουν πλέον καπιταλιστές και τάξεις, και συνεπώς, δεν υπάρχει καμία τάξη για να κατασταλεί. Αλλά το κράτος δεν έχει ακόμα μαραθεί πλήρως, όσο παραμένει η προστασία του “αστικού δικαίου” το οποίο καθαγιάζει την πραγματική ανισότητα. [...] Φυσικά, το αστικό δίκαιο ως προς την διανομή των καταναλωτικών αγαθών αναπόφευκτα προϋποθέτει την ύπαρξη του αστικού κράτους, γιατί το δίκαιο δεν είναι τίποτα χωρίς έναν μηχανισμό ικανό να επιβάλει την επιτήρηση των κανόνων δικαίου. Επομένως, για ένα συγκεκριμένο διάστημα όχι μόνο το δίκαιο των αστών, αλλά και το αστικό κράτος υφίσταται στον κομμουνισμό, χωρίς την αστική τάξη! [18]
Το “προλεταριακό κράτος” τη μια ως περιορισμένη, μαρασμένη έκδοση του αστικού κράτους (“ημι-κράτος”), την άλλη ως τελειοποιημένη, αυθεντικά δημοκρατική εκδοχή της κρατικής αρχής (“το κράτος γενικά”), και μετά ξανά ως μια απλή προσομοίωση του κράτους (“δεν είναι πλέον πραγματικά κράτος”)· η μορφή του κράτους τη μία ως παρασιτική “μηχανή”, “εργαλείο” ή “μέσο” ταξικής καταστολής που πρέπει να “συντριβεί”, να γίνει κομμάτια, να απενεργοποιηθεί, την άλλη ως “αναγκαία” αλλά “μεταβατική” “μηχανή [...] για καταστολή” [19], και μετά ξανά ως μη-πολιτικό, “τεχνικό” μέσο για τη διαχείριση των αγαθών ή την συλλογή των ενοικίων που είναι αναγκασμένο να διαιωνίζει την κυριαρχία του αστικού δικαίου μέχρι ένα μελλοντικό σημείο όπου οι ανταγωνισμοί μεταξύ νοητικής και χειρονακτικής εργασίας, διοικητών και διοικούμενων, και ατόμων με διαφορετικά προσόντα και συγκριτικές θέσεις θα έχουν εξαφανιστεί, και όπου το κράτος θα έχει αποσυντεθεί στην "συνήθεια"[20]· ο χαρακτήρας της καταστολής του προλεταριακού κράτους τη μία ως ανταγωνιστικά "ειδικός", την άλλη ως αρκετά "γενικός" ώστε να διαλυθεί στην πράξη εις τα εξ ων συνετέθη· η τελική κατάργηση του κράτους ως ταυτόχρονα ο πραγματικός "τελικός στόχος"[21] της επαναστατικής πολιτικής, και ως ένα υποθετικό ζήτημα για το οποίο "δεν μπήκε ποτέ στο μυαλό κανενός Σοσιαλιστή να δεσμευτεί με υποσχέσεις" [22]: Αυτή δεν είναι καθόλου η "μονολιθική" αντίληψη του κράτους για την οποία ο Λένιν κατηγορήθηκε στα  χρόνια που ακολούθησαν. Αυτό που μάλλον βρίσκουμε σ' αυτή την τελική, πιο ιστορικά σημαίνουσα και πιο συστηματική εξερεύνηση της κλασσικής Μαρξιστικής φάσης της θεωρητικοποίησης του κράτους είναι μια επιτομή εννοιολογικών εντάσεων και ολισθήσεων, οι οποίες δεν είναι αναγώγιμες σε ένα υποθετικό σύνολο διαφορών μεταξύ αστικού και προλεταριακού κράτους, ή μεταξύ διαφορετικών και καθαρά οριοθετημένων “σταδίων” μιας μετεπαναστατικής μορφής του κράτους. Η κατοπινή Σοβιετική ιστορία, από τον Ρώσικο εμφύλιο στην οικονομικό-πολιτική στροφή που σηματοδοτήθηκε από την Νέα Οικονομική Πολιτική[23] του ίδιου του Λένιν, και στη φαινομενικά παράδοξη δήλωση του Στάλιν περί “τέλους” της δικτατορίας του προλεταριάτου την ίδια χρονιά που ξεκίνησε η κρατική τρομοκρατία και η “Μεγάλη Κάθαρση”[24] δεν θα μπορούσε παρά να κάνει πιο πολύπλοκα τα διλήμματα με τα οποία πάλεψε ο Λένιν.  Προετοίμασε έτσι το έδαφος για μια δεύτερη φάση στη περίπλοκη σχέση μεταξύ διανοούμενων και κράτους, με βασικό κέντρο, αυτή τη φορά, την έλλειψη επαναστατικών προοπτικών και την ισχυροποίηση της κοινοβουλευτικής δημοκρατίας σε συνθήκες εξελιγμένου καπιταλισμού που καθόρισαν τη "Δύση".


Σημειώσεις
[1] Βλ. υστερόγραφο στo V.I. Lenin, The State And Revolution, Marxists Internet Archive, http://www.marxists.org/archive/lenin/works/1917/staterev/postscpt.htm
[2] Βλ. Alain Badiou, Logics of Worlds, μτφρ. Alberto Toscano (London and New York: Continuum, 2009), σ. 521 : “Στη πράξη, αυτό που συνιστά τη δια-κοσμική υποκειμενικότητα της μορφής του κρατικού επαναστάτη είναι πράγματι το γεγονός ότι προσπαθεί να θεσπίσει τον διαχωρισμό μεταξύ του κράτους και της επαναστατικής πολιτικής, με την επιπλέον περιπλοκή ότι προσπαθεί να το κάνει εντός της κρατικής δύναμης. Ως συνέπεια, η υπό ερώτηση μορφή υπάρχει μόνο αν λάβουμε ως προϋπόθεση αυτό τον διαχωρισμό”.
[3] Βλ. V.I. Lenin, “Letters on Tactics”, http://www.marxists.org/archive/lenin/works/1917/apr/x01.htm. Η αναφορά του Λένιν στα λόγια του Μεφιστοφελή στον Φάουστ του Γκαίτε.
[4] Οι συνθήκες της συγγραφής του Κράτος και Επανάσταση μπορεί να έχουν συνεισφέρει σε ένα βαθμό στα εσωτερικά του ρήγματα: το μεγαλύτερό του μέρος γράφτηκε στις αρχές του 1917, ενώ ο Λένιν ήταν εξόριστος στην Ελβετία. Η συγγραφή του διακόπηκε από την επιστροφή του Λένιν στη Ρωσία, και τέλειωσε κατά το καλοκαίρι του 1917. Δημοσιεύτηκε τον Αύγουστο του ίδιου έτους, ένα μήνα μετά την αποτυχημένη εξέγερση των Μπολσεβίκων ενάντια στη προσωρινή κυβέρνηση Κερένσκυ, και δύο μήνες πριν την Οκτωβριανή επανάσταση.
[5] V.I. Lenin, “The State and Revolution”, στο Essential Works of Lenin: “What is to Be Done?” and Other Writings, επιμ. Henry M. Christman (New York: Dover, 1987), σ. 281-82.
[6] Ό.π., σ. 282, 285.
[7] Ό.π., σ. 283, 282.
[8] Ό.π., σ. 301-2; και βλ. σ. 320, 339-40.
[9] Ό.π., σ. 301.
[10] Ό.π.,σ. 274.
[11] Ό.π., σ 290.
[12] Βλ. ό.π.., σ. 290, 297, 302-3, 310, 351-7, 358, 360, 362-4. Αυτό είναι επίσης το κεντρικό επιχείρημα του σημαντικού δοκιμίου του Lucio Coletti απ' το 1967, “Leninʼs State and Revolution”, στο From Rousseau to Lenin: Studies in Ideology and Society, μτφρ. John Merrington και Judith White (New York: Monthly Review Press, 1974), σ. 219-227.
[13] Βλ. Lenin, State and Revolution, σ. 307-8.
[14] Ό.π., σ. 317-18. Ο Λένιν αναφέρεται στο “Για το Κύρος” του Ένγκελς το 1872-4 (http://www.marxists.org/archive/marx/works/1872/10/authority.htm) για να θέσει το ερώτημα της “μεταμόρφωσης των δημοσίων λειτουργιών από πολιτικές λειτουργίες σε απλές διαχειριστικές λειτουργίες”, προτείνοντας ότι “σε ένα συγκεκριμένο στάδιο του μαρασμού το ετοιμοθάνατο κράτος μπορεί να αποκαλείται μη-πολιτικό κράτος”.
[15] Βλ. Lenin, State and Revolution, σ. 355· και 362: “ο σοσιαλισμός θα […] δημιουργήσει τις συνθήκες για την πλειοψηφία του πληθυσμού που θα δώσει την δυνατότητα σε όλους, χωρίς εξαιρέσεις, να ασκούν 'κρατικές λειτουργίες' και αυτό θα οδηγήσει στον πλήρη μαρασμό του κράτους γενικά”.
[16] Ό.π., σ. 316.
[17] Ό.π., σ. 314.
[18] Ό.π., σ. 341-3, 346.
[19] Ό.π., σ. 339. Προσέξτε όμως το παράδοξο του παραδείγματος που δίνει ο Λένιν όταν προσπαθεί να εξηγήσει την ποιοτική μεταμόρφωση της κρατικής καταστολής όταν αυτή ασκείται εκ μέρους της πλειοψηφίας: “καμία ειδική μηχανή, κανένας ειδικός μηχανισμός καταστολής δε χρειάζεται για αυτό [την καταστολή του “μεμονωμένου ατόμου” μετά την κατάργηση των τάξεων]: αυτό θα γίνει από τον ίδιο τον οπλισμένο λαό, όσο απλά και πρόθυμα κάθε πλήθος πολιτισμένων ανθρώπων, ακόμα και στη σύγχρονη κοινωνία, χωρίζει δύο άτομα που τσακώνονται” (σ. 339-40). Η σύγκριση της καταστολής των παραβατικών ατόμων απ' τον “οπλισμένο λαό” με τη διαμεσολάβηση ανάμεσα σε “δύο ανθρώπους που τσακώνονται” είναι ξεκάθαρα άστοχη αναλογία: το δεύτερο αφορά μια περίπτωση ειρηνικής διαμεσολάβησης μεταξύ δύο συγκρουόμενων πλευρών, ενώ το πρώτο αφορά συλλογική άσκηση βίας ή απειλή βίας σε ένα μεμονωμένο σώμα. Παρ' όλα αυτά, αξίζει να αναλογιστούμε τις ομοιότητες μεταξύ αυτής της αινιγματικής σύγκρισης και της σύγκρισης του Walter Benjamin το 1921, των “καθαρών μέσων” της “μη-βίαιης επίλυσης των συγκρούσεων” με τα “καθαρά μέσα” της προλεταριακής γενικής απεργίας ως πρότυπου της επαναστατικής βίας. Βλ. “Critique of Violence”, μτφρ. Edmund Jephcott, στο Walter Benjamin, Selected Writings, Vol. 1, 1913-1926, ed. Marcus Bullock and Michael W. Jennings (Cambridge, MA: Belknap/Harvard University Press, 1996), σ. 244-5.
[20] Βλ. ό.π. σ. 333, 338, 349. Στο “Ο Λένιν και το Τέλος της Βίας”, έχω μιλήσει για τις ιδιαιτερότητες και τα παράδοξα που εμπλέκονται στην αντίληψη του Λένιν περί “συνήθειας” -- μια αντίληψη που είναι υποθεσιακή και μελλοντολογική και ταυτόχρονα παρελθοντολογική, ακόμη και αφελώς νοσταλγική. Ουσιαστικά, η “συνήθεια” του Λένιν είναι μια απόπειρα να βρεθεί μια λογική λύση στο δυσεπίλυτο πρόβλημα του πώς να φανταστείς ένα μη-βίαιο και μη-κατασταλτικό τέλος στην αναγκαία βία του προλεταριακού κράτους. Βλ. Αντώνης Μπαλασόπουλος, Το βιβλίο των μικρών συλλογισμών (Αθήνα: Astra, 2011), σ. 87-92.
[21] Lenin, State and Revolution, σ. 333.
[22] Ό.π., σ. 344. Λίγο αφού έχει δηλώσει ότι στην πραγματικότητα, η άφιξη των συνθηκών που θα επιτρέψουν τη τελική κατάργηση του κράτους δεν υπήρξε ποτέ υπόσχεση, ο Λένιν προσθέτει με θυμική ένταση: “Μέχρι την άφιξη της 'ανώτερης' φάσης του κομμουνισμού, οι Σοσιαλιστές απαιτούν τον αυστηρότερο έλεγχο, από τη κοινωνία και από το κράτος, της ποσότητας της εργασίας και της ποσότητας της κατανάλωσης” (σ. 345). Είναι δύσκολο να καταλάβουμε πώς ένα τέτοιο κράτος μπορεί να ανήκει έστω στην μετριοπαθή κατηγορία του  “ημι-κράτους” ή του μερικά μαρασμένου κράτους που ο Λένιν ισχυρίζεται σε άλλα σημεία πως είναι εφικτό από τη πρώτη κιόλας μέρα της επανάστασης.
[23] Βλ. Moshe Lewin, Leninʼs Last Struggle, μτφρ. A.M. Sheridan Smith (Ann Arbor: University of Michigan Press, 2005), σ. xxix, 16-9, 21-9· και E.H. Carr, The Bolshevik Revolution 1917-1923, Volume 2 (New York and London: Norton, 1985), σ. 269-79.
[24] Βλ. Etienne Balibar, On the Dictatorship of the Proletariat, μτφρ. Grahame Lock (London: New Left Books, 1977), σ. 49-55.

4 σχόλια:

  1. Οι υποσημειώσεις σε μετάφραση θα περαστούν αργότερα, πιθανώς αύριο.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Προστέθηκαν και οι υποσημειώσεις, σε μετάφραση πάλι του Γιάννη και επιμέλεια δική μου.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  3. Σημ.2
    «με τη προστιθέμενη ένταση ότι»---> «Με την επιπλέον περιπλοκή ότι»

    ΑπάντησηΔιαγραφή