Τρίτη, 7 Φεβρουαρίου 2012

V.I. Lenin-Αριστερισμός, η παιδική αρρώστια του Κομμουνισμού. VIII

VIII

ΚΑΝΕΝΑΣ ΣΥΜΒΙΒΑΣΜΟΣ;

Είδαμε στην περικοπή από την μπροσούρα της Φρανκφούρτης με πόση αποφασιστικότητα οι «αριστεροί» ρίχνουν αυτό το σύνθημα. Είναι θλιβερό να βλέπεις ότι άνθρωποι, που ασφαλώς θεωρούν τον εαυτό τους μαρξιστή και θέλουν να είναι μαρξιστές, ξέχασαν τις βασικές αλήθειες του μαρξισμού. Να τί έγραφε το 1874 ενάντια στη διακήρυξη των 33 κομμουνάρων-μπλανκιστών ο Έγκελς, που ανήκει όπως και ο Μαρξ, σ’ εκείνους τους σπάνιους, τους σπανιότατους συγγραφείς, που η κάθε φράση κάθε μεγάλου έργου τους έχει εξαιρετικά βαθύ περιεχόμενο.

«“...Είμαστε κομμουνιστές” (έγραφαν στη διακήρυξη τους οι κομμουνάροι-μπλανκιστές) “γιατί θέλουμε να φτάσουμε στο σκοπό μας, χωρίς να σταματήσουμε σε ενδιάμεσους σταθμούς, χωρίς να κάνουμε συμβιβασμούς, που απλώς απομακρύνουν την ήμερα της νίκης και παρατείνουν την περίοδο της σκλαβιάς”.

Οι γερμανοί κομμουνιστές είναι κομμουνιστές, γιατί μέσα από όλους τους ενδιάμεσους σταθμούς και συμβιβασμούς, που δεν τους δημιούργησαν αυτοί, αλλά η πορεία της ιστορικής εξέλιξης, βλέπουν καθαρά και επιδιώκουν συνεχώς τον τελικό σκοπό, δηλαδή την εξαφάνιση των τάξεων και τη δημιουργία ενός κοινωνικού καθεστώτος, όπου δεν θα υπάρχει πια θέση για την ατομική ιδιοκτησία στη γη και σε όλα τα μέσα παραγωγής. Οι 33 μπλανκιστές είναι κομμουνιστές, γιατί φαντάζονται πως, μια που αυτοί θέλουν να υπερπηδήσουν τους ενδιάμεσους σταθμούς και τους συμβιβασμούς, η δουλειά πάει πρίμα και πως, αν “αρχίσει” αυτές τις μέρες –πράγμα που το πιστεύουν απόλυτα– και η εξουσία περάσει στα χέρια τους, τότε μεθαύριο “θα εφαρμοστεί κιόλας ο κομμουνισμός”. Συνεπώς, αν δεν μπορούν να το κάνουν αυτό αμέσως, τότε θα πει πως δεν είναι κομμουνιστές.

«Τί παιδική αφέλεια να προβάλλεις την ατομική σου ανυπομονησία σαν θεωρητικό επιχείρημα!»36, (Φρ. Έγκελς: «Το πρόγραμμα των κομμουνάρων-μπλανκιστών», από τη γερμανική σοσιαλδημοκρατική εφημερίδα «Volksstaat»37, 1874, αρ. φύλ. 73, στη συλλογή: «Άρθρα του 1871-1875», ρωσική μετάφραση, Πετρούπολη, 1919, σελ. 52-53).

Στο ίδιο άρθρο ο Έγκελς εκφράζει το βαθύ σεβασμό του προς τον Βαγιάν και μιλά για την «αναμφισβήτητη υπηρεσία» που πρόσφερε ο Βαγιάν (που ήταν, όπως και ο Γκεντ, ο μεγαλύτερος ηγέτης του διεθνούς σοσιαλισμού, ως τη στιγμή που προδόσανε το σοσιαλισμό τον Αύγουστο του 1914). Ο Έγκελς όμως δεν αφήνει χωρίς λεπτομερειακή ανάλυση ένα ολοφάνερο λάθος. Βέβαια, στους πολύ νεαρούς και άπειρους επαναστάτες, καθώς και στους μικροαστούς επαναστάτες πολύ σεβάσμιας ηλικίας και πολύ έμπειρους, φαίνεται εξαιρετικά «επικίνδυνο», ακατανόητο και λαθεμένο «να επιτρέπονται οι συμβιβασμοί». Και πολλοί σοφιστές (που είναι υπερβολικά ή εξαιρετικά «έμπειροι» πολιτικάντηδες) συλλογίζονται ακριβώς όπως και οι άγγλοι ηγέτες του οπορτουνισμού, που τους αναφέρει ο σύντροφος Λάνσμπερι: «εφόσον στους μπολσεβίκους επιτρέπεται ένας τέτοιος συμβιβασμός, γιατί να μην επιτρέπονται και σε μας οποιοιδήποτε συμβιβασμοί;». Οι προλετάριοι όμως που έχουν διαπαιδαγωγηθεί σε επανειλημμένες απεργίες (για να πάρουμε μόνο αυτή την εκδήλωση της ταξικής πάλης) συνήθως αφομοιώνουν περίφημα την πολύ βαθιά (φιλοσοφική, ιστορική, πολιτική, ψυχολογική) αλήθεια που διατύπωσε ο Έγκελς. Κάθε προλετάριος έχει πάρει μέρος σε απεργίες, έχει δοκιμάσει τους «συμβιβασμούς» με τους μισητούς καταπιεστές και εκμεταλλευτές, όταν οι εργάτες ήταν υποχρεωμένοι να ξαναπιάσουν δουλειά ή χωρίς να έχουν πετύχει τίποτε, ή συμφωνώντας με μια μερική ικανοποίηση των διεκδικήσεών τους. Ο κάθε προλετάριος, χάρη στις συνθήκες της μαζικής πάλης και της βαθιάς όξυνσης των ταξικών αντιθέσεων (αντιφάσεων) μέσα στις όποιες ζει, παρατηρεί τη διαφορά ανάμεσα στο συμβιβασμό που επιβάλλεται από τις αντικειμενικές συνθήκες (το απεργιακό ταμείο είναι φτωχό, οι απεργοί δεν παίρνουν βοήθεια απ’ έξω, έχουν πεινάσει και βασανιστεί ως εκεί που δεν παίρνει) –που δεν μειώνει καθόλου την επαναστατική αφοσίωση και τη θέληση για παραπέρα αγώνα των εργατών που έκλεισαν έναν τέτιο συμβιβασμό– και από το άλλο μέρος, το συμβιβασμό των προδοτών που φορτώνουν στις αντικειμενικές συνθήκες το φιλοτομαρισμό τους (και οι απεργοσπάστες κλείνουν «συμβιβασμούς»!), τη δειλία τους, την επιθυμία τους να εξυπηρετήσουν τους καπιταλιστές, την υποχωρητικότητά τους απέναντι στους εκφοβισμούς, κάποτε απέναντι στις νουθεσίες, κάποτε απέναντι στις ελεημοσύνες και κάποτε απέναντι στις κολακείες των καπιταλιστών (τέτοιους συμβιβασμούς προδοτών βλέπουμε πάρα πολλούς στην ιστορία του αγγλικού εργατικού κινήματος από την πλευρά των αρχηγών των αγγλικών τρέιντ-γιούνιον, όμως σχεδόν όλοι οι εργάτες έχουν δει σε όλες τις χώρες ανάλογα φαινόμενα με τη μια ή την άλλη μορφή).

Φυσικά, υπάρχουν μεμονωμένες περιπτώσεις εξαιρετικά δύσκολες και πολύπλοκες, που χρειάζονται πάρα πολύ μεγάλες προσπάθειες για να μπορέσεις να καθορίσεις σωστά τον πραγματικό χαρακτήρα του ενός ή του άλλου «συμβιβασμού» –όπως υπάρχουν περιπτώσεις φόνου που είναι πολύ δύσκολο να κρίνεις, αν ο φόνος ήταν απόλυτα δίκαιος ή ακόμη και υποχρεωτικός (λογουχάρη στην περίπτωση νόμιμης άμυνας), ή ασυγχώρητη απροσεξία, ή ακόμη κι ένα ύπουλο σχέδιο που εκτελέστηκε με τέχνη. Εννοείται πως στην πολιτική, όπου κάποτε έχεις να κάνεις με εξαιρετικά πολύπλοκες –εθνικές και διεθνείς– αμοιβαίες σχέσεις ανάμεσα στις τάξεις και στα κόμματα, θα υπάρχουν πάρα πολλές περιπτώσεις ασύγκριτα πιο δύσκολες από το ζήτημα του δικαιολογημένου «συμβιβασμού» σε περίπτωση απεργίας ή του προδοτικού «συμβιβασμού» του απεργοσπάστη, του προδότη αρχηγού κτλ. Είναι ανοησία να φτιάξεις μια τέτοια συνταγή ή έναν τέτοιο γενικό κανόνα («κανένας συμβιβασμός»!) που να χρησιμεύει για κάθε περίπτωση. Πρέπει να έχεις τα μάτια σου τέσσερα για να μπορείς να προσανατολίζεσαι σε κάθε χωριστή περίπτωση. Η σημασία της κομματικής οργάνωσης και των ηγετών του κόμματος που είναι άξιοι αυτού του τίτλου συνίσταται ακριβώς, ανάμεσα στ’ άλλα, στην επεξεργασία, με τη μακρόχρονη, επίμονη, πολύμορφη, ολόπλευρη δουλειά όλων των σκεπτόμενων εκπροσώπων της δοσμένης τάξης[11]: των απαραίτητων γνώσεων, της απαραίτητης πείρας, του απαραίτητου –εκτός από τις γνώσεις και την πείρα– πολιτικού αισθητηρίου για τη γρήγορη και σωστή λύση των πολύπλοκων πολιτικών προβλημάτων.

Οι αφελείς και οι ολότελα άπειροι άνθρωποι φαντάζονται πως αρκεί να παραδεχτεί κανείς ότι επιτρέπονται γενικά οι συμβιβασμοί –και θα εξαλειφθεί αμέσως κάθε όριο ανάμεσα στον οπορτουνισμό, που ενάντια του διεξάγουμε και πρέπει να διεξάγουμε αδιάλλακτη πάλη– και στον επαναστατικό μαρξισμό ή στον κομμουνισμό. Τους ανθρώπους όμως αυτούς, αν δεν ξέρουν ακόμη πως όλα τα όρια και στη φύση και στην κοινωνία είναι κινητά και ως ένα βαθμό συμβατικά, με τίποτε άλλο δεν μπορεί να τους βοηθήσεις παρά μόνο με μακρόχρονη μορφωτική, διαπαιδαγωγική και διαφωτιστική δουλειά, με την πολιτική και πρακτική πείρα. Στα πρακτικά ζητήματα της πολιτικής σε κάθε χωριστή ή ειδική ιστορική στιγμή το σπουδαίο είναι να ξέρεις να ξεχωρίζεις τα ζητήματα στα όποια εκδηλώνεται η κυριότερη μορφή των συμβιβασμών που είναι απαράδεκτοι, προδοτικοί, που ενσαρκώνουν τον ολέθριο για την επαναστατική τάξη οπορτουνισμό και να κατευθύνεις όλες σου τις προσπάθειες στο ξεσκέπασμά τους και στην καταπολέμησή τους. Τον καιρό του ιμπεριαλιστικού πολέμου του 1914-1918 ανάμεσα σε δυο ομάδες εξίσου ληστρικών και αρπακτικών χωρών, η κυριότερη, η βασική μορφή του οπορτουνισμού ήταν ο σοσιαλσοβινισμός, δηλ. η υποστήριξη της «υπεράσπισης της πατρίδας», που στην πραγματικότητα μέσα σε έναν τέτοιο πόλεμο ισοδυναμούσε με την υπεράσπιση των ληστρικών συμφερόντων της «δικής τους» αστικής τάξης. Ύστερα από τον πόλεμο η υπεράσπιση της ληστρικής «Κοινωνίας των Εθνών»· η υπεράσπιση των αμέσων ή έμμεσων συμμαχιών με την ντόπια αστική τάξη ενάντια στο επαναστατικό προλεταριάτο και το «σοβιετικό» κίνημα· η υπεράσπιση της αστικής δημοκρατίας και του αστικού κοινοβουλευτισμού ενάντια στη «Σοβιετική εξουσία»· –αυτές ήταν οι κυριότερες εκδηλώσεις των απαράδεκτων και προδοτικών συμβιβασμών, που στο σύνολό τους αντιπροσώπευαν έναν οπορτουνισμό ολέθριο για το επαναστατικό προλεταριάτο και την υπόθεση του.

«...Να αποκρούσουμε κατηγορηματικότατα κάθε συμβιβασμό με άλλα κόμματα... κάθε πολιτική ελιγμών και συνεννοήσεων» –γράφουν οι γερμανοί αριστεροί στην μπροσούρα της Φρανκφούρτης.

Είναι εκπληκτικό, πως οι αριστεροί αυτοί, που έχουν τέτοιες αντιλήψεις, δεν καταδικάζουν κατηγορηματικά τον μπολσεβικισμό! Γιατί δεν είναι δυνατό οι γερμανοί αριστεροί να μην ξέρουν πως όλη η ιστορία του μπολσεβικισμού και πριν και μετά την Οχτωβριανή Επανάσταση είναι γεμάτη από περιπτώσεις ελιγμών, συμφωνιών, συμβιβασμών με άλλα κόμματα, χωρίς να εξαιρούνται και τα αστικά κόμματα!

Να κάνεις πόλεμο για την ανατροπή της διεθνούς αστικής τάξης, πόλεμο εκατό φορές πιο δύσκολο, πιο μακρόχρονο και πιο περίπλοκο από ό,τι ο πεισματωδέστερος από τους συνηθισμένους πολέμους ανάμεσα στα κράτη και να παραιτείσαι προκαταβολικά από τους ελιγμούς, από την εκμετάλλευση της αντίθεσης των συμφερόντων (έστω και προσωρινής) μεταξύ των εχθρών, από τις συμφωνίες και τους συμβιβασμούς με τους ενδεχόμενους (έστω και προσωρινούς, ασταθείς, ταλαντευόμενους, συμβατικούς) συμμάχους, δεν είναι πράγμα σε αφάνταστο βαθμό γελοίο; Δεν είναι σαν να αρνιόμασταν προκαταβολικά σε μια δύσκολη ανάβαση σε ένα ανεξερεύνητο και απάτητο ακόμη βουνό να κάνουμε κάποτε ζικ-ζακ, να γυρίζουμε κάποτε πίσω, να εγκαταλείπουμε την κατεύθυνση που είχαμε πάρει στην αρχή και να δοκιμάσουμε μια διαφορετική κατεύθυνση; Και αυτούς τους ανθρώπους, που έχουν τόση λίγη συνείδηση και πείρα (πάλι καλά, αν αυτό εξηγείται με τη νεαρή τους ηλικία: τη νεολαία ο θεός την πρόσταξε να λέει για ένα ορισμένο διάστημα τέτοιες κουταμάρες) μπόρεσαν να τους υποστηρίξουν –αδιάφορα αν άμεσα ή έμμεσα, ανοιχτά ή σκεπασμένα, ολοκληρωτικά ή ενμέρει– ορισμένα μέλη του Ολλανδικού Κομμουνιστικού Κόμματος!!

Ύστερα από την πρώτη σοσιαλιστική επανάσταση του προλεταριάτου, ύστερα από την ανατροπή της αστικής τάξης σε μια χώρα, το προλεταριάτο αυτής της χώρας εξακολουθεί για πολύ καιρό να είναι πιο αδύνατο από την αστική τάξη, απλούστατα εξαιτίας των τεράστιων διεθνών δεσμών αυτής της τελευταίας, καθώς και εξαιτίας της αυθόρμητης και αδιάκοπης αναστήλωσης, αναγέννησης του καπιταλισμού και της αστικής τάξης από τους μικρούς εμπορευματοπαραγωγούς της χώρας εκείνης στην οποία ανατράπηκε η αστική τάξη. Μπορείς να νικήσεις έναν πιο ισχυρό αντίπαλο, μόνο εντείνοντας στο έπακρο τις δυνάμεις και χρησιμοποιώντας υποχρεωτικά, με την πιο μεγάλη επιμέλεια, φροντίδα, προσοχή και επιδεξιότητα κάθε, έστω και την ελάχιστη, «ρωγμή» ανάμεσά στους εχθρούς, κάθε αντίθεση συμφερόντων ανάμεσα στην αστική τάξη των διαφόρων χωρών, ανάμεσα στις διάφορες ομάδες ή κατηγορίες της αστικής τάξης στο εσωτερικό της κάθε χώρας –όπως και κάθε, έστω και την ελάχιστη, δυνατότητα να αποκτήσεις μαζικό σύμμαχο, έστω και προσωρινό, ταλαντευόμενο, ασταθή, αβέβαιο και συμβατικό. Όποιος δεν το κατάλαβε αυτό, δεν κατάλαβε ούτε κόκκο από το μαρξισμό και από τον επιστημονικό, σύγχρονο, σοσιαλισμό γενικά. Όποιος δεν απόδειξε πρακτικά, μέσα σε ένα αρκετά μεγάλο χρονικό διάστημα και σε αρκετά πολύμορφες πολιτικές καταστάσεις, την ικανότητά του να εφαρμόζει την αλήθεια αυτή στην πράξη, αυτός δεν έμαθε ακόμη να βοηθά την επαναστατική τάξη στον αγώνα της για την απελευθέρωση όλης της εργαζόμενης ανθρωπότητας από τους εκμεταλλευτές. Κι αυτά που είπαμε αφορούν εξίσου την περίοδο πριν και μετά την κατάκτηση της πολιτικής εξουσίας από το προλεταριάτο.

Η θεωρία μας δεν είναι δόγμα, μα καθοδήγηση για δράση, έλεγαν ο Μαρξ και ο Έγκελς και το μεγαλύτερο λάθος, το μεγαλύτερο έγκλημα τέτοιων μαρξιστών «με δίπλωμα», σαν τον Καρλ Κάουτσκι, τον Ότο Μπάουερ κτλ., είναι πως δεν το κατάλαβαν αυτό και δεν ήταν σε θέση να το εφαρμόσουν στις πιο σοβαρές στιγμές της επανάστασης του προλεταριάτου. «Η πολιτική δράση δεν είναι πεζοδρόμιο της λεωφόρου Νιέβσκι» (καθαρό, πλατύ, ίσιο πεζοδρόμιο του εντελώς ίσιου κυριότερου δρόμου της Πετρούπολης), έχει πει ο μεγάλος ρώσος σοσιαλιστής της προμαρξικής περιόδου Ν. Γκ. Τσερνισέβσκι. Από τον καιρό του Τσερνισέβσκι οι ρώσοι επαναστάτες πλήρωσαν με άπειρα θύματα το γεγονός ότι αγνόησαν ή ξέχασαν αυτή την αλήθεια. Πρέπει να πετύχουμε με κάθε θυσία, ώστε οι αριστεροί κομμουνιστές και οι αφοσιωμένοι στην εργατική τάξη επαναστάτες της Δυτικής Ευρώπης και της Αμερικής να μην πληρώσουν τόσο ακριβά, όσο οι καθυστερημένοι ρώσοι την αφομοίωση αυτής της αλήθειας.

Οι ρώσοι επαναστάτες σοσιαλδημοκράτες πριν την πτώση του τσαρισμού χρησιμοποίησαν επανειλημμένα τις υπηρεσίες των αστών φιλελευθέρων, δηλ. έκλεισαν μαζί τους ένα σωρό πρακτικούς συμβιβασμού, και το 1901-1902, πριν ακόμη εμφανιστεί ο μπολσεβικισμός, η παλιά Σύνταξη της «Ίσκρα» (στη Σύνταξη αυτή ανήκαν: ο Πλεχάνοφ, ο Άξελροντ, η Ζασούλιτς, ο Μάρτοφ, ο Ποτρέσσοφ κι εγώ) έκλεισε (αλήθεια όχι για πολύ καιρό) μια επίσημη πολιτική συμμαχία με τον Στρούβε, πολιτικό αρχηγό του αστικού φιλελευθερισμού, ταυτόχρονα όμως ήξερε να διεξάγει ακατάπαυστα τον πιο αμείλικτο ιδεολογικό και πολιτικό αγώνα ενάντια στον αστικό φιλελευθερισμό και ενάντια στις παραμικρότερες εκδηλώσεις της επιρροής του μέσα στο εργατικό κίνημα. Οι μπολσεβίκοι συνέχιζαν πάντα την ίδια αυτή πολιτική. Από το 1905 υποστήριζαν συστηματικά τη συμμαχία της εργατικής τάξης με την αγροτιά ενάντια στη φιλελεύθερη αστική τάξη και τον τσαρισμό, χωρίς ταυτόχρονα να παραιτούνται ποτέ από την υποστήριξη της αστικής τάξης ενάντια στον τσαρισμό (λογουχάρη στο δεύτερο στάδιο των εκλογών ή στις επαναληπτικές εκλογές) και χωρίς να σταματήσουν τον πιο ανειρήνευτο ιδεολογικό και πολιτικό αγώνα ενάντια στο αστικο-επαναστατικό αγροτικό Κόμμα των «σοσιαλιστών-επαναστατών», ξεσκεπάζοντας τους σαν μικροαστούς δημοκράτες, που υποκριτικά κατάτασσαν τον εαυτό τους στους σοσιαλιστές. Το 1907 οι μπολσεβίκοι έκλεισαν για ένα μικρό χρονικό διάστημα έναν επίσημο πολιτικό συνασπισμό με τους «σοσιαλεπαναστάτες» στις εκλογές της Δούμας. Στην περίοδο 1903-1912 για κάμποσα χρόνια ανήκαμε τυπικά μαζί με τους μενσεβίκους στο ενιαίο Σοσιαλδημοκρατικό Κόμμα, ποτέ όμως δεν σταματήσαμε τον πολιτικό και ιδεολογικό αγώνα ενάντια στους μενσεβίκους, σαν φορείς της αστικής επιρροής μέσα στο προλεταριάτο και οπορτουνιστές. Στο διάστημα του πολέμου συνάψαμε ένα είδος συμβιβασμού με τους «καουτσκιστές», με τους αριστερούς μενσεβίκους (Μάρτοφ) και με ένα μέρος των «σοσιαλιστών-επαναστατών» (Τσερνόφ, Νατανσόν), παρακαθίσαμε μαζί τους στο Τσίμμερβαλντ και στο Κιντάλ και βγάλαμε κοινές διακηρύξεις, δεν σταματήσαμε όμως και δεν αδυνατίσαμε ποτέ τον ιδεολογικό-πολιτικό αγώνα ενάντια στους «καουτσκιστές», στον Μάρτοφ και στον Τσερνόφ (ο Νατανσόν πέθανε το 1919. Ήταν τότε «επαναστάτης κομμουνιστής»-ναρόντνικος πολύ κοντά σε μας, σχεδόν αλληλέγγυος μαζί μας). Τη στιγμή ακριβώς της Οκτωβριανής Επανάστασης πραγματοποιήσαμε έναν όχι επίσημο, μα πολύ σπουδαίο (και πολύ πετυχημένο) πολιτικό συνασπισμό με τη μικροαστική αγροτιά, δεχτήκαμε στο ακέραιο, χωρίς καμιά αλλαγή, το αγροτικό πρόγραμμα των Εσέρων, δηλ. κλείσαμε έναν αναμφισβήτητο συμβιβασμό για να αποδείξουμε στους αγρότες πως δεν θέλουμε καθόλου να τους επιβληθούμε, αλλά να συνεννοηθούμε μαζί τους. Ταυτόχρονα προτείναμε (και πραγματοποιήσαμε γρήγορα) έναν επίσημο πολιτικό συνασπισμό, με συμμετοχή στην κυβέρνηση, στους «αριστερούς Εσέρους», που διέλυσαν το συνασπισμό αυτό ύστερα από την υπογραφή της ειρήνης του Μπρεστ και κατόπιν έφτασαν ως την ένοπλη εξέγερση εναντίον μας τον Ιούλη του 1918 και αργότερα ως τον ένοπλο αγώνα εναντίον μας.

Γι’ αυτό είναι ευνόητο ότι οι επιθέσεις των αριστερών της Γερμανίας ενάντια στην ΚΕ του Κομμουνιστικού Κόμματος Γερμανίας, επειδή έκανε τη σκέψη να κλείσει συνασπισμό με τους «ανεξάρτητους» («Ανεξάρτητο Σοσιαλδημοκρατικό Κόμμα της Γερμανίας», καουτσκιστές) δεν μας φαίνονται καθόλου σοβαρές και αποδείχνουν πεντακάθαρα πως οι «αριστεροί» δεν έχουν δίκιο. Και μεις στη Ρωσία είχαμε επίσης δεξιούς μενσεβίκους (που ήταν στην κυβέρνηση Κερένσκι), οι όποιοι αντιστοιχούσαν στους γερμανούς Σάιντεμαν, και αριστερούς μενσεβίκους (Μάρτοφ), που αντιπολιτεύονταν τους δεξιούς μενσεβίκους και αντιστοιχούσαν στους γερμανούς καουτσκιστές. Το 1917 είδαμε πολύ καθαρά το βαθμιαίο πέρασμα των εργατικών μαζών από τους μενσεβίκους στους μπολσεβίκους στο πρώτο Πανρωσικό Συνέδριο των Σοβιέτ, τον Ιούνη του 1917, είχαμε όλο-όλο τα 13% των ψήφων. Την πλειοψηφία την είχαν οι εσέροι και οι μενσεβίκοι. Στο δεύτερο συνέδριο των Σοβιέτ (25/Χ/1917 με το παλιό ημερολόγιο) είχαμε τα 51% των ψήφων. Τώρα γιατί στη Γερμανία η ίδια ακριβώς, απόλυτα ομοιόμορφη, μετακίνηση των γερμανών εργατών από τα δεξιά προς τα αριστερά δεν είχε σαν συνέπεια το άμεσο δυνάμωμα των κομμουνιστών, αλλά αντίθετα το δυνάμωμα πρώτα του ενδιάμεσου Κόμματος των «ανεξάρτητων», αν και το Κόμμα αυτό δεν είχε ποτέ ανεξάρτητες πολιτικές ιδέες και καμιά ανεξάρτητη πολιτική, αλλά απλώς ταλαντευόταν ανάμεσα στους Σάιντεμαν και στους κομμουνιστές;

Είναι ολοφάνερο πως μια από τις αιτίες ήταν η λαθεμένη τακτική των γερμανών κομμουνιστών, που πρέπει άφοβα και τίμια να αναγνωρίσουν το λάθος τους αυτό και να μάθουν πως να το διορθώσουν. Το λάθος βρισκόταν στην άρνηση της συμμετοχής στο αντιδραστικό αστικό κοινοβούλιο και στα αντιδραστικά συνδικάτα, το λάθος βρισκόταν στις πολυάριθμες εκδηλώσεις της «αριστερής» παιδικής αρρώστιας που τώρα βγήκε στην επιφάνεια και γι’ αυτό θα γιατρευτεί καλύτερα, ταχύτερα και με μεγαλύτερο όφελος για τον οργανισμό.

Είναι ολοφάνερο πως το γερμανικό «Ανεξάρτητο Σοσιαλδημοκρατικό Κόμμα» δεν έχει εσωτερική ομοιογένεια. Δίπλα στους παλιούς οπορτουνιστές αρχηγούς (Κάουτσκι, Χίλφερντιγκ και όπως φαίνεται σε σημαντικό βαθμό και τον Κρίσπιν, τον Λέντεμπουρ και άλλους), που απόδειξαν ότι είναι ανίκανοι να καταλάβουν τη σημασία της Σοβιετικής εξουσίας και της δικτατορίας του προλεταριάτου, ότι είναι ανίκανοι να καθοδηγήσουν τον επαναστατικό του αγώνα, μέσα σ’ αυτό το Κόμμα σχηματίστηκε και αναπτύσσεται εξαιρετικά γρήγορα η αριστερή, η προλεταριακή πτέρυγα. Εκατοντάδες χιλιάδες μέλη αυτού του Κόμματος (που έχει, μου φαίνεται, ως 750.000 μέλη) είναι προλετάριοι, που φεύγουν από τον Σάιντεμαν και τραβούν γρήγορα προς τον κομμουνισμό. Η προλεταριακή αυτή πτέρυγα πρότεινε ήδη στο συνέδριο των ανεξαρτήτων στη Λειψία (1919) την άμεση και χωρίς όρους προσχώρηση στην III Διεθνή. Είναι πραγματικά γελοίο να φοβάται κανείς έναν «συμβιβασμό» μ’ αυτή την πτέρυγα του Κόμματος. Αντίθετα, για τους κομμουνιστές είναι υποχρεωτικό να ψάξουν και να βρουν την κατάλληλη μορφή για έναν συμβιβασμό μαζί τους, για έναν τέτοιο συμβιβασμό που, από το ένα μέρος, θα διευκόλυνε και θα επιτάχυνε την απαραίτητη πλήρη συγχώνευση μ’ αυτή την πτέρυγα και, από το άλλο, δεν θα εμπόδιζε καθόλου τους κομμουνιστές στην ιδεολογική-πολιτική τους πάλη ενάντια στην οπορτουνιστική δεξιά πτέρυγα των «ανεξάρτητων». Βέβαια, δεν θα είναι εύκολο να βρεθεί η κατάλληλη μορφή συμβιβασμού, μόνο όμως ένας τσαρλατάνος θα μπορούσε να υποσχεθεί στους γερμανούς εργάτες και στους γερμανούς κομμουνιστές έναν «εύκολο» δρόμο για τη νίκη.

Ο καπιταλισμός δεν θα ήταν καπιταλισμός, αν το «καθαρό» προλεταριάτο δεν ήταν περιτριγυρισμένο από ένα σωρό εξαιρετικά πολύμορφους μεταβατικούς τύπους από τον προλετάριο ως τον μισοπρολετάριο (εκείνον που κατά το μισό βγάζει το ψωμί του, πουλώντας την εργατική του δύναμη), από τον μισοπρολετάριο ως τον μικροαγρότη (και τον μικροβιοτέχνη, τον χειροτέχνη, τον μικρονοικοκύρη γενικά), από τον μικρό ως τον μεσαίο αγρότη κτλ.· αν μέσα στο ίδιο το προλεταριάτο δεν υπήρχαν διαιρέσεις σε περισσότερο και λιγότερο αναπτυγμένα στρώματα, διαιρέσεις τοπικές, επαγγελματικές, κάποτε θρησκευτικές κτλ. Και από όλα αυτά απορρέει εντελώς νομοτελειακά η ανάγκη, η απόλυτη ανάγκη για την πρωτοπορία του προλεταριάτου, για το συνειδητό του κομμάτι, για το κομμουνιστικό του κόμμα, να καταφεύγει σε ελιγμούς, σε συμφωνίες, σε συμβιβασμούς με τις διάφορες ομάδες των προλετάριων, με τα διάφορα κόμματα των εργατών και των μικρονοικοκυρέων. Όλο το πρόβλημα είναι να ξέρεις να εφαρμόζεις αυτή την τακτική έτσι που να ανεβάζεις και όχι να χαμηλώνεις το γενικό επίπεδο της προλεταριακής συνειδητότητας, της επαναστατικότητας και της ικανότητας για τον αγώνα και τη νίκη. Πρέπει, ανάμεσα, στ’ άλλα, να σημειωθεί ότι η νίκη των μπολσεβίκων ενάντια στους μενσεβίκους απαιτούσε όχι μόνο πριν την Οκτωβριανή Επανάσταση του 1917, αλλά και ύστερα απ’ αυτή, την εφαρμογή μιας τακτικής ελιγμών, συμφωνιών και συμβιβασμών, εννοείται, τέτοιας εφαρμογής και τέτοιων ελιγμών, συμφωνιών και συμβιβασμών που θα διευκόλυναν, θα επιτάχυναν, θα σταθεροποιούσαν και θα ενίσχυαν τους μπολσεβίκους σε βάρος των μενσεβίκων. Οι μικροαστοί δημοκράτες (μαζί μ’ αυτούς και οι μενσεβίκοι) ταλαντεύονται αναπόφευκτα ανάμεσα στην αστική τάξη και στο προλεταριάτο, ανάμεσα στην αστική δημοκρατία και στο σοβιετικό καθεστώς, ανάμεσα στο ρεφορμισμό και στην επαναστατικότητα, ανάμεσα στο φιλεργατισμό και στο φόβο της δικτατορίας του προλεταριάτου κτλ. Η σωστή τακτική των κομμουνιστών πρέπει να συνίσταται στο να εκμεταλλεύονται αυτές τις ταλαντεύσεις και όχι να τις αγνοούν. Η εκμετάλλευση τους απαιτεί υποχωρήσεις απέναντι στα στοιχεία εκείνα που προσανατολίζονται, από τη στιγμή και στο μέτρο που προσανατολίζονται προς το προλεταριάτο, παράλληλα με τον αγώνα ενάντια σε εκείνους που προσανατολίζονται προς την αστική τάξη. Το αποτέλεσμα της εφαρμογής αυτής της σωστής τακτικής ήταν ότι ο μενσεβικισμός πάθαινε αποσύνθεση και αποσυντίθεται όλο και περισσότερο στη χώρα μας με την απομόνωση των αρχηγών που επιμένουν στον οπορτουνισμό τους και το πέρασμα στο στρατόπεδο μας των καλύτερων εργατών, των καλύτερων στοιχείων από τη μικροαστική δημοκρατία. Αυτό είναι ένα μακρόχρονο προτσές και με τις εσπευσμένες «αποφάσεις»: το «κανένας συμβιβασμός», «κανένας ελιγμός», μπορεί μόνο να ζημιώσει το έργο της ενίσχυσης της επιρροής του επαναστατικού προλεταριάτου και της αύξησης των δυνάμεων του.

Τέλος, ένα από τα αναμφισβήτητα λάθη των «αριστερών» της Γερμανίας είναι η μονοκόμματη επιμονή τους να μην αναγνωρίζουν την ειρήνη των Βερσαλιών. Και όσο διατυπώνεται με μεγαλύτερη «βαρύτητα» και «σπουδαιότητα», με μεγαλύτερη «αποφασιστικότητα» και κατηγορηματικότητα αυτή η γνώμη, όπως λογουχάρη από τον Κ. Χόρνερ, τόσο φαίνεται και λιγότερο έξυπνη. Δεν αρκεί να απαρνιέσαι τις ολοφάνερες ανοησίες του «εθνικού μπολσεβικισμού» (του Λάουφενμπεργκ και άλλων), που στις σημερινές συνθήκες της διεθνούς προλεταριακής επανάστασης έφτασε στο σημείο να συνιστά ένα συνασπισμό με τη γερμανική αστική τάξη για τον πόλεμο ενάντια στην Αντάντ. Πρέπει να καταλάβουμε ότι είναι ριζικά λαθεμένη η τακτική που δεν παραδέχεται ότι η Σοβιετική Γερμανία (αν δημιουργούνταν γρήγορα μια Σοβιετική Δημοκρατία της Γερμανίας) θα βρισκόταν στην ανάγκη να αναγνωρίσει για ορισμένο διάστημα την ειρήνη των Βερσαλιών και να υποταχθεί σ’ αυτή. Απ’ αυτό δεν έπεται ότι οι «ανεξάρτητοι» είχαν δίκιο να διατυπώσουν –τότε που στην εξουσία στρογγυλοκάθονταν οι Σάιντεμαν, τότε που δεν είχε ακόμη ανατραπεί η σοβιετική εξουσία στην Ουγγαρία, τότε που δεν αποκλειόταν ακόμη η δυνατότητα βοήθειας από μια σοβιετική επανάσταση στη Βιέννη, που θα υποστήριζε τη Σοβιετική Ουγγαρία– να διατυπώσουν κάτω από κείνες τις συνθήκες το αίτημα να υπογραφεί η ειρήνη των Βερσαλιών. Τότε οι «ανεξάρτητοι» τα κλωθογυρνούσαν και ελίσσονταν πολύ άσχημα, γιατί αναλάβαιναν μια μεγαλύτερη ή μικρότερη ευθύνη για τους προδότες Σάιντεμαν και γλιστρούσαν λιγότερο είτε περισσότερο από τη θέση του αμείλικτου (και ψυχραιμότατου) ταξικού πολέμου ενάντια στους Σάιντεμαν, στην «αταξική» ή «υπερταξική» θέση.

Τώρα όμως έκδηλα η κατάσταση είναι τέτοια, που οι κομμουνιστές της Γερμανίας δεν πρέπει να δέσουν τα χέρια τους και να υποσχεθούν ότι σε περίπτωση νίκης του κομμουνισμού θα καταγγείλουν υποχρεωτικά και οπωσδήποτε την ειρήνη των Βερσαλιών. Αυτό θα ήταν ανόητο. Πρέπει να πούμε: ο Σάιντεμαν και οι καουτσκιστές διέπραξαν μια σειρά προδοσίες, που δυσκόλεψαν (και ένμέρει χαντάκωσαν) την υπόθεση της συμμαχίας με τη Σοβιετική Ρωσία και με τη Σοβιετική Ουγγαρία. Εμείς, οι κομμουνιστές, θα διευκολύνουμε και θα προετοιμάζουμε με όλα τα μέσα μια τέτοια συμμαχία, χωρίς να είμαστε καθόλου υποχρεωμένοι να καταγγείλουμε οπωσδήποτε και μάλιστα αμέσως την ειρήνη των Βερσαλιών. Η δυνατότητα να καταγγείλουμε με επιτυχία την ειρήνη των Βερσαλιών δεν εξαρτιέται μόνο από τις επιτυχίες του σοβιετικού κινήματος στη Γερμανία, αλλά και από τις επιτυχίες του σε όλο τον κόσμο. Οι Σάιντεμαν και οι καουτσκιστές εμπόδιζαν αυτό το κίνημα, εμείς το βοηθάμε. Να που βρίσκεται η ουσία της υπόθεσης, να που βρίσκεται η ριζική διαφορά. Και αν οι ταξικοί μας εχθροί, οι εκμεταλλευτές και οι λακέδες τους, οι Σάιντεμαν και οι καουτσκιστές, άφησαν να τους διαφύγουν μια σειρά δυνατότητες να δυναμώσουν και το γερμανικό και το διεθνές σοβιετικό κίνημα, να δυναμώσουν και τη γερμανική και τη διεθνή σοβιετική επανάσταση, το φταίξιμο είναι δικό τους. Η σοβιετική επανάσταση στη Γερμανία θα δυναμώσει το διεθνές σοβιετικό κίνημα, που είναι το πιο δυνατό προπύργιο (και το μοναδικά σίγουρο, ακατανίκητο και σε παγκόσμια κλίμακα ισχυρό προπύργιο) ενάντια στην ειρήνη των Βερσαλιών, ενάντια στο διεθνή ιμπεριαλισμό γενικά. Το να βάζεις υποχρεωτικά και απαραίτητα και άμεσα στην πρώτη θέση την απαλλαγή από την ειρήνη των Βερσαλιών και ύστερα το ζήτημα της απελευθέρωσης από το ζυγό του ιμπεριαλισμού των άλλων χωρών που καταπιέζει ο ιμπεριαλισμός είναι μικροαστικός εθνικισμός (άξιος των Κάουτσκι, Χίλφερντιγκ, Ότο Μπάουερ και Σία) και όχι επαναστατικός διεθνισμός. Η ανατροπή της αστικής τάξης σε οποιαδήποτε μεγάλη ευρωπαϊκή χώρα, μαζί και στη Γερμανία, είναι ένα τόσο μεγάλο πλεονέκτημα για τη διεθνή επανάσταση, που θα άξιζε και θα έπρεπε και μόνο γι’ αυτό να συμφωνήσει κανείς, αν θα χρειαστεί, για μια πιο μακρόχρονη διατήρηση της συνθήκης των Βερσαλιών. Αν η Ρωσία μπόρεσε μόνη της, με όφελος για την επανάσταση, να υπομένει αρκετούς μήνες την ειρήνη του Μπρεστ, δεν είναι καθόλου αδύνατο η Σοβιετική Γερμανία, σε συμμαχία με τη Σοβιετική Ρωσία, να υπομείνει προς όφελος της επανάστασης μια πιο μακρόχρονη διατήρηση της ειρήνης των Βερσαλιών.

Οι ιμπεριαλιστές της Γαλλίας, της Αγγλίας κτλ. προκαλούν τους γερμανούς κομμουνιστές, τους στήνουν την παγίδα: «πέστε πως δεν θα υπογράψετε την ειρήνη των Βερσαλιών». Και οι αριστεροί κομμουνιστές πέφτουν σαν παιδιά στην παγίδα που τους στήνουν, αντί να ελιχθούν έξυπνα ενάντια στον ύπουλο εχθρό που στη δοσμένη στιγμή είναι πιο δυνατός, αντί να του πουν: «τώρα θα υπογράψουμε την ειρήνη των Βερσαλιών». Να δένουμε προκαταβολικά τα χέρια μας, να λέμε ανοιχτά στον εχθρό, που τώρα είναι καλύτερα εξοπλισμένος από μας, αν θα τον πολεμήσουμε και πότε, είναι ανοησία και όχι επαναστατισμός. Να δεχόμαστε τη μάχη, όταν αυτό συμφέρει ολοφάνερα στον αντίπαλο και όχι σε μας, είναι έγκλημα, και δεν αξίζουν πεντάρα οι πολιτικοί ηγέτες της επαναστατικής τάξης, που δεν ξέρουν να κάνουν «ελιγμούς, συμφωνίες, συμβιβασμούς» για να αποφύγουν μια μάχη κατάφωρα ασύμφορη.

1 σχόλιο: