Σάββατο, 4 Φεβρουαρίου 2012

V.I. Lenin-Αριστερισμός, η παιδική αρρώστια του Κομμουνισμού. VII

VII

ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΠΑΙΡΝΟΥΜΕ ΜΕΡΟΣ ΣΤΑ ΑΣΤΙΚΑ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΑ;

Οι γερμανοί «αριστεροί» κομμουνιστές με τη μεγαλύτερη περιφρόνηση –και με τη μεγαλύτερη ελαφρότητα– απαντούν αρνητικά σ’ αυτό το ερώτημα. Τα επιχειρήματά τους; Στο απόσπασμα που αναφέραμε παραπάνω είδαμε: «...να αποκρούσουμε με όλη την αποφασιστικότητα κάθε επιστροφή στις ιστορικά και πολιτικά ξεπερασμένες μορφές του κοινοβουλευτικού αγώνα...».

Αυτό το λένε με τέτια αξίωση που καταντά γελοίο και είναι ολοφάνερα λαθεμένο. «Επιστροφή» στον κοινοβουλευτισμό! Ίσως στη Γερμανία να υπάρχει κιόλας Σοβιετική Δημοκρατία; Μου φαίνεται όχι! Τότε πως μπορεί να μιλάει κανείς για «επιστροφή»; Μήπως αυτό δεν είναι κούφια φράση;

Ο κοινοβουλευτισμός «ιστορικά έχει ξεπεραστεί». Αυτό είναι σωστό με την έννοια της προπαγάνδας. Ο καθένας όμως ξέρει πως απ’ αυτού ως το ξεπέρασμα του κοινοβουλευτισμού στην πράξη υπάρχει ακόμη μεγάλη απόσταση. Για τον καπιταλισμό θα μπορούσε ακόμη πριν πολλές δεκαετίες και με απόλυτο δίκιο να ειπωθεί ότι «ιστορικά έχει ξεπεραστεί», αυτό όμως δεν παραμερίζει καθόλου την ανάγκη μιας μακρόχρονης και πολύ επίμονης πάλης πάνω στο έδαφος του καπιταλισμού. Ο κοινοβουλευτισμός «ιστορικά έχει ξεπεραστεί» από παγκόσμια-ιστορική άποψη, δηλαδή έληξε η εποχή του αστικού κοινοβουλευτισμού και άρχισε η εποχή της δικτατορίας του προλεταριάτου. Αυτό είναι αναμφισβήτητο. Η παγκόσμια-ιστορική όμως κλίμακα μετριέται με δεκαετίες. Δέκα ή είκοσι χρόνια νωρίτερα ή αργότερα, αυτό δεν έχει καμιά σημασία από παγκόσμια-ιστορική άποψη, αυτό, από την άποψη της παγκόσμιας ιστορίας, είναι μια μικρολεπτομέρεια που δεν μπορεί να υπολογιστεί ούτε κατά προσέγγιση. Μα γι’ αυτό ακριβώς το να καταφεύγει κανείς στην παγκόσμια-ιστορική κλίμακα στα ζητήματα της πρακτικής πολιτικής είναι πολύ μεγάλο θεωρητικό λάθος.

Ο κοινοβουλευτισμός «έχει ξεπεραστεί πολιτικά»; Αυτό είναι άλλο ζήτημα. Αν αυτό ήταν σωστό, θα ήταν σταθερή και η θέση των «αριστερών». Αυτό όμως πρέπει να αποδειχτεί με μια σοβαρότατη ανάλυση και οι «αριστεροί» δεν ξέρουν ούτε καν από που να αρχίσουν. Στις «Θέσεις για τον κοινοβουλευτισμό», που δημοσιεύτηκαν στο πρώτο τεύχος του «Δελτίου του Προσωρινού Γραφείου του Άμστερνταμ της Κομμουνιστικής Διεθνούς» («Bulletin of the Provisional Bureau in Amsterdam of the Communist International», February 1920) και που εκφράζουν καθαρά την ολλανδικο-αριστερή ή αριστερο-ολλανδική τάση, η ανάλυση, όπως θα δούμε, δεν αξίζει μια πεντάρα.

Πρώτο. Όπως είναι γνωστό, Οι γερμανοί «αριστεροί» από το Γενάρη ακόμη του 1919 θεωρούσαν τον κοινοβουλευτισμό «ξεπερασμένο πολιτικά», παρά την αντίθετη γνώμη τόσο επιφανών πολιτικών ηγετών, όπως η Ρόζα Λούξεμπουργκ και ο Καρλ Λίμπκνεχτ. Είναι γνωστό ότι οι «αριστεροί» έκαναν λάθος. Αυτό και μόνο το γεγονός ανατρέπει μονομιάς και συθέμελα τη θέση ότι δήθεν ο κοινοβουλευτισμός είναι «ξεπερασμένος πολιτικά». Οι «αριστεροί» έχουν την υποχρέωση να αποδείξουν, γιατί το τοτινό αναμφισβήτητο λάθος τους έπαψε σήμερα να είναι λάθος. Ούτε ίχνος απόδειξης δεν φέρνουν και δεν μπορούν να φέρουν. Η στάση ενός πολιτικού κόμματος απέναντι στα λάθη του είναι ένα από τα σπουδαιότερα και ασφαλέστερα κριτήρια για τη σοβαρότητα του κόμματος και για την εκπλήρωση στην πράξη απομέρους του των υποχρεώσεων του απέναντι στην τάξη του και στις εργαζόμενες μάζες. Να αναγνωρίζει ανοιχτά το λάθος του, να βρίσκει τις αίτιες του λάθους, να αναλύει την κατάσταση που το γέννησε, να εξετάζει προσεκτικά τα μέσα για τη διόρθωση του λάθους –αυτό είναι το γνώρισμα ενός σοβαρού κόμματος, αυτό θα πει εκπλήρωση απομέρους του των υποχρεώσεων του, αυτό θα πει διαπαιδαγώγηση και μόρφωση της τάξης και έπειτα και της μάζας. Οι «αριστεροί» της Γερμανίας (και της Ολλανδίας), εφόσον δεν εκπληρώνουν αυτή τους την υποχρέωση, εφόσον δεν καταπιάνονται με εξαιρετική προσοχή, επιμέλεια και περίσκεψη με τη μελέτη του ολοφάνερου λάθους τους, μ’ αυτό ακριβώς αποδείχνουν πως δεν είναι κόμμα της τάξης, αλλά ένας όμιλος, δεν είναι κόμμα των μαζών, αλλά μια ομάδα διανοουμένων και λίγων εργατών που αντιγράφουν τις χειρότερες πλευρές του διανοουμενισμού.

Δεύτερο. Στην ίδια μπροσούρα της ομάδας των «αριστερών» της Φραγκφούρτης, απ’ όπου πήραμε τις πιο πάνω εκτενείς περικοπές, διαβάζουμε:

«...εκατομμύρια εργάτες που ακολουθούν ακόμη την πολιτική του κέντρου» (καθολικό κόμμα του «κέντρου») «είναι αντεπαναστάτες. Οι προλετάριοι του χωριού σχηματίζουν τις λεγεώνες των αντεπαναστατικών στρατευμάτων» (σελ. 3 της μπροσούρας που αναφέραμε πιο πάνω).

Βλέπει κανείς αμέσως πως αυτό λέγεται με μεγάλη έμφαση και υπερβολή. Το βασικό όμως γεγονός που εκτίθεται εδώ είναι αναμφισβήτητο και η αναγνώρισή του από τους «αριστερούς» μαρτυρεί ολοφάνερα το λάθος τους. Πώς μπορεί να λέει κανείς ότι τάχα ο «κοινοβουλευτισμός είναι ξεπερασμένος πολιτικά», αν «εκατομμύρια» και «λεγεώνες» προλετάριων είναι ακόμη όχι μόνο υπέρ του κοινοβουλευτισμού γενικά, μα και ανοιχτά «αντεπαναστάτες»!; Είναι φανερό ότι στη Γερμανία ο κοινοβουλευτισμός δεν είναι ακόμη ξεπερασμένος πολιτικά. Είναι φανερό ότι οι αριστεροί στη Γερμανία πήραν την επιθυμία τους και την ιδεολογικοπολιτική τους στάση για αντικειμενική πραγματικότητα. Αυτό είναι το πιο επικίνδυνο λάθος για τους επαναστάτες. Στη Ρωσία, όπου ο εξαιρετικά βάρβαρος και θηριώδης ζυγός του τσαρισμού γεννούσε για μια εξαιρετικά μακρόχρονη περίοδο και με εξαιρετικά πολυποίκιλες μορφές επαναστάτες διαφόρων αποχρώσεων, επαναστάτες γεμάτους καταπληκτική αφοσίωση, ενθουσιασμό, ηρωισμό και δύναμη θέλησης, στη Ρωσία το λάθος αυτό των επαναστατών το παρακολουθήσαμε από πολύ κοντά, το μελετήσαμε με ιδιαίτερη προσοχή, το ξέρουμε πολύ καλά και γι’ αυτό το βλέπουμε εξαιρετικά καθαρά και στους άλλους. Βέβαια για τους κομμουνιστές της Γερμανίας ο κοινοβουλευτισμός είναι «ξεπερασμένος πολιτικά»· το ζήτημα όμως είναι ακριβώς να μην παίρνουμε το ξεπερασμένο για μας, σαν ξεπερασμένο για την τάξη, σαν ξεπερασμένο για τις μάζες. Ακριβώς εδώ βλέπουμε πάλι πως οι «αριστεροί» δεν μπορούν να σκεφτούν, δεν μπορούν να φερθούν σαν κόμμα της τάξης, σαν κόμμα των μαζών. Έχετε υποχρέωση να μην κατεβαίνετε ως το επίπεδο των μαζών, ως το επίπεδο των καθυστερημένων στρωμάτων της τάξης. Αυτό είναι αναμφισβήτητο. Έχετε υποχρέωση να τους λέτε την πικρή αλήθεια. Έχετε την υποχρέωση τις αστικοδημοκρατικές και τις κοινοβουλευτικές τους προλήψεις να τις λέτε προλήψεις. Ταυτόχρονα όμως έχετε και την υποχρέωση να παρακολουθείτε νηφάλια την πραγματική κατάσταση της συνειδητότητας και της ωριμότητας ακριβώς όλης της τάξης (και όχι μόνο της κομμουνιστικής της πρωτοπορίας), ακριβώς όλης της εργαζόμενης μάζας (και όχι μόνο των πρωτοπόρων ανθρώπων της).

Και αν ακόμη όχι «εκατομμύρια» και «λεγεώνες», αλλά έστω και απλώς μια αρκετά σημαντική μειοψηφία εργατών της βιομηχανίας ακολουθούν τους καθολικούς παπάδες, και εργατών του χωριού τους τσιφλικάδες και τους πλουσιοχωρικούς (Grossbauern), τότε από δω βγαίνει πια αναμφισβήτητα το συμπέρασμα ότι ο κοινοβουλευτισμός στη Γερμανία δεν είναι ακόμη ξεπερασμένος πολιτικά, ότι η συμμετοχή στις βουλευτικές εκλογές και στην πάλη από το βήμα της βουλής είναι υποχρεωτική για το Κόμμα του επαναστατικού προλεταριάτου ακριβώς για να διαπαιδαγωγήσει τα καθυστερημένα στρώματα της τάξης του, ακριβώς για να ξυπνήσει και να διαφωτίσει τις καθυστερημένες, κακομοιριασμένες και αμόρφωτες μάζες του χωριού. Όσο καιρό δεν θα έχετε τη δύναμη να διαλύσετε το αστικό κοινοβούλιο και οποιοδήποτε αντιδραστικό ίδρυμα άλλου τύπου, είστε υποχρεωμένοι να δουλεύετε μέσα σ’ αυτά, ακριβώς γιατί εκεί μέσα υπάρχουν ακόμη εργάτες που τους έχουν αποβλακώσει οι παπάδες και η αποπνικτική ατμόσφαιρα των απομακρυσμένων χωριών. Διαφορετικά κινδυνεύετε να γίνετε απλούστατα φαφλατάδες.

Τρίτο. Οι «αριστεροί» κομμουνιστές λένε πάρα πολλά καλά για μας τους μπολσεβίκους. Κάποτε σου έρχεται να τους πεις: προτιμότερο να μας παινεύετε λιγότερο και να βαθαίνετε περισσότερο στην τακτική των μπολσεβίκων, να τη μελετάτε περισσότερο!

Εμείς πήραμε μέρος στις εκλογές για το αστικό κοινοβούλιο της Ρωσίας, για τη Συντακτική Συνέλευση, το Σεπτέμβρη-Νοέμβρη του 1917. Ήταν σωστή η τακτική μας ή όχι; Αν όχι, πρέπει να το πείτε καθαρά και να το αποδείξετε: αυτό είναι απαραίτητο για να μπορέσει ο διεθνής κομμουνισμός να επεξεργαστεί μια σωστή τακτική. Αν ναί, πρέπει να βγάλετε από δω ορισμένα συμπεράσματα. Βέβαια, δεν μπορεί να γίνει καν λόγος για εξομοίωση των συνθηκών της Ρωσίας με τις συνθήκες της Δυτικής Ευρώπης. Ειδικά όμως για τη σημασία της έννοιας: «ο κοινοβουλευτισμός είναι ξεπερασμένος πολιτικά», είναι υποχρεωτικό να παίρνεται επακριβώς υπόψη η πείρα μας, γιατί, αν δεν παρθεί υπόψη η συγκεκριμένη πείρα, οι τέτοιες έννοιες μετατρέπονται πολύ εύκολα σε κενές φράσεις. Μήπως δεν είχαμε εμείς, οι ρώσοι μπολσεβίκοι, το Σεπτέμβρη-Νοέμβρη του 1917, περισσότερο από κάθε άλλον κομμουνιστή της Δύσης, το δικαίωμα να νομίζουμε ότι στη Ρωσία ο κοινοβουλευτισμός είναι ξεπερασμένος πολιτικά; Βέβαια, το είχαμε αυτό το δικαίωμα, γιατί εδώ δεν πρόκειται για το αν τα αστικά κοινοβούλια υπάρχουν από καιρό ή όχι, αλλά κατά πόσο είναι έτοιμες (ιδεολογικά, πολιτικά, πρακτικά) οι πλατιές μάζες των εργαζομένων να δεχτούν το σοβιετικό καθεστώς και να διαλύσουν (η να επιτρέψουν να διαλυθεί) το αστικοδημοκρατικό κοινοβούλιο. Και είναι ιστορικό γεγονός, απόλυτα αναμφισβήτητο και διαπιστωμένο πέρα για πέρα, ότι το Σεπτέμβρη-Νοέμβρη του 1917 η εργατική τάξη των πόλεων, οι στρατιώτες και οι αγρότες στη Ρωσία ήταν, από μια σειρά ειδικές συνθήκες, εξαιρετικά προετοιμασμένοι να δεχτούν το σοβιετικό καθεστώς και να διαλύσουν το πιο δημοκρατικό αστικό κοινοβούλιο. Και ωστόσο, οι μπολσεβίκοι δεν κήρυξαν αποχή από τη Συντακτική Συνέλευση, αλλά πήραν μέρος στις εκλογές και πριν και ύστερα από την κατάκτηση της πολιτικής εξουσίας από το προλεταριάτο. Το γεγονός ότι οι εκλογές αυτές έδωσαν εξαιρετικά πολύτιμα (και για το προλεταριάτο πάρα πολύ ωφέλιμα) πολιτικά αποτελέσματα, τολμώ να ελπίζω ότι το απόδειξα στο άρθρο που ανάφερα παραπάνω, και που αναλύει διεξοδικά τα στοιχεία για τις εκλογές της Συντακτικής Συνέλευσης στη Ρωσία.

Από δω βγαίνει ένα τελείως αναμφισβήτητο συμπέρασμα: αποδείχνεται ότι ακόμη και μερικές εβδομάδες πριν τη νίκη της Σοβιετικής Δημοκρατίας, ακόμη και ύστερα απ’ αυτή τη νίκη, η συμμετοχή στο αστικοδημοκρατικό κοινοβούλιο όχι μόνο δεν βλάπτει το επαναστατικό προλεταριάτο, αλλά το διευκολύνει να αποδείξει στις καθυστερημένες μάζες, γιατί τα τέτοια κοινοβούλια πρέπει να διαλύονται, διευκολύνει την επιτυχία της διάλυσης τους, διευκολύνει το «πολιτικό ξεπέρασμα» του αστικού κοινοβουλευτισμού. Το να μην παίρνεις υπόψη σου την πείρα αυτή και ταυτόχρονα να έχεις την αξίωση να ανήκεις στην Κομμουνιστική Διεθνή που πρέπει να επεξεργάζεται διεθνικά την τακτική της (όχι σαν στενά ή μονόπλευρα εθνική τακτική, αλλά ακριβώς σαν διεθνική), σημαίνει ότι κάνεις ένα σοβαρότατο λάθος και ότι ακριβώς υποχωρείς από το διεθνισμό στην πράξη, ενώ τον αναγνωρίζεις στα λόγια.

Ας δούμε τώρα τα «ολλανδικο-αριστερά» επιχειρήματα υπέρ της μη συμμετοχής στο κοινοβούλιο. Να η μετάφραση (από τα αγγλικά) της 4ης θέσης, της σπουδαιότερης από τις «ολλανδικές» θέσεις που αναφέραμε πιο πάνω:

«Όταν το καπιταλιστικό σύστημα παραγωγής έχει σπάσει και η κοινωνία βρίσκεται σε κατάσταση επανάστασης, η κοινοβουλευτική δράση χάνει σιγά-σιγά τη σημασία της σε σύγκριση με τη δράση των ίδιων των μαζών. Όταν, κάτω απ’ αυτές τις συνθήκες, το κοινοβούλιο γίνει κέντρο και όργανο της αντεπανάστασης, και, από το άλλο μέρος, η εργατική τάξη συγκροτεί τα όργανα της εξουσίας της με τη μορφή των Σοβιέτ, μπορεί να καταστεί ακόμη και απαραίτητη η άρνηση κάθε συμμετοχής στην κοινοβουλευτική δράση».

Η πρώτη φράση είναι ολοφάνερα λαθεμένη, γιατί η δράση των μαζών –λογουχάρη, μια μεγάλη απεργία– είναι πάντοτε σπουδαιότερη από την κοινοβουλευτική δράση και όχι μόνο τον καιρό της επανάστασης ή σε περίοδο επαναστατικής κατάστασης. Αυτό το ολοφάνερα ασύστατο, ιστορικά και πολιτικά λαθεμένο επιχείρημα, δείχνει απλούστατα εξαιρετικά καθαρά ότι οι συντάκτες αυτής της θέσης δεν παίρνουν καθόλου υπόψη τους ούτε την πείρα όλης της Ευρώπης γενικά (την πείρα της Γαλλίας, πριν τις επαναστάσεις του 1848 και του 1870, της Γερμανίας της περιόδου 1878-1890 κτλ.), ούτε την πείρα της Ρωσίας (βλ. πιο πάνω), πείρα σχετικά με τη σπουδαιότητα του συνδυασμού της νόμιμης και της παράνομης πάλης. Το ζήτημα αυτό έχει τεράστια σημασία τόσο γενικά, όσο και ειδικά, γιατί σε όλες τις πολιτισμένες και προηγμένες χώρες ζυγώνει γρήγορα ο καιρός που ο συνδυασμός αυτός γίνεται όλο και περισσότερο –και ενμέρει έγινε ήδη– υποχρεωτικός για το Κόμμα του επαναστατικού προλεταριάτου, επειδή ωριμάζει και ζυγώνει ο εμφύλιος πόλεμος του προλεταριάτου με την αστική τάξη, επειδή τους κομμουνιστές τους καταδιώκουν λυσσαλέα οι δημοκρατικές και γενικά οι αστικές κυβερνήσεις, που παραβιάζουν με κάθε τρόπο τη νομιμότητα (το παράδειγμα της Αμερικής είναι αρκετά ενδεικτικό) κτλ. Αυτό το σπουδαιότατο ζήτημα οι Ολλανδοί και γενικά οι αριστεροί δεν το κατάλαβαν καθόλου.

Η δεύτερη φράση, πρώτο, δεν είναι σωστή από ιστορική άποψη. Εμείς, οι μπολσεβίκοι, πήραμε μέρος στα πιο αντεπαναστατικά κοινοβούλια και η πείρα έδειξε ότι η συμμετοχή αυτή δεν ήταν απλώς ωφέλιμη, αλλά και απαραίτητη για το Κόμμα του επαναστατικού προλεταριάτου ακριβώς ύστερα από την πρώτη αστική επανάσταση στη Ρωσία (1905) για την προετοιμασία της δεύτερης αστικής επανάστασης (Φλεβάρης του 1917) και σε συνέχεια της σοσιαλιστικής επανάστασης (Οχτώβρης του 1917). Δεύτερο, η φράση αυτή είναι καταπληκτικά παράλογη. Από το γεγονός ότι το κοινοβούλιο γίνεται όργανο και «κέντρο» (στην πραγματικότητα ποτέ δεν ήταν και δεν μπορεί να είναι «κέντρο», αυτό όμως παρεμπιπτόντως) της αντεπανάστασης και οι εργάτες δημιουργούν τα όργανα εξουσίας τους με τη μορφή των Σοβιέτ, από το γεγονός αυτό βγαίνει το συμπέρασμα ότι οι εργάτες πρέπει να προετοιμάζονται –να προετοιμάζονται ιδεολογικά, πολιτικά, τεχνικά– για τον αγώνα των Σοβιέτ ενάντια στο κοινοβούλιο, για τη διάλυση του κοινοβουλίου από τα Σοβιέτ. Από το γεγονός όμως αυτό δεν βγαίνει καθόλου το συμπέρασμα ότι τη διάλυση αυτή τη δυσκολεύει η δεν τη διευκολύνει η παρουσία μιας σοβιετικής αντιπολίτευσης μέσα στο αντεπαναστατικό κοινοβούλιο. Ούτε μια φορά δεν διαπιστώσαμε στο διάστημα του νικηφόρου αγώνα μας ενάντια στον Ντενίκιν και στον Κολτσάκ ότι δεν είχε σημασία για τις νίκες μας η ύπαρξη μιας σοβιετικής, προλεταριακής αντιπολίτευσης μέσα στις γραμμές τους. Ξέρουμε πολύ καλά ότι τη διάλυση της Συντακτικής, που την πραγματοποιήσαμε στις 5/1/ 1918 δεν την δυσκόλεψε, αλλά την διευκόλυνε το γεγονός ότι μέσα στην αντεπαναστατική Συντακτική Συνέλευση που θα διαλύαμε, υπήρχε τόσο η συνεπής, μπολσεβίκικη, όσο και η ασυνεπής, αριστερή-εσέρικη, σοβιετική αντιπολίτευση. Οι συντάκτες της θέσης αυτής μπέρδεψαν κυριολεκτικά και ξέχασαν την πείρα, αν όχι όλων, τουλάχιστο μιας ολόκληρης σειράς επαναστάσεων, που μαρτυράει πόσο είναι εξαιρετικά ωφέλιμος τον καιρό των επαναστάσεων ο συνδυασμός της μαζικής δράσης έξω από το αντιδραστικό κοινοβούλιο με την αντιπολίτευση μέσα σ’ αυτό το κοινοβούλιο που συμπαθεί την επανάσταση (ή ακόμη καλύτερα που υποστηρίζει άμεσα την επανάσταση). Οι ολλανδοί και γενικά οι «αριστεροί» σκέπτονται εδώ σαν δογματιστές της επανάστασης, που ποτέ δεν πήραν μέρος σε πραγματική επανάσταση ή που δεν βάθαιναν στην ιστορία των επαναστάσεων, ή που παίρνουν απλοϊκά την υποκειμενική «απόρριψη» ορισμένου αντιδραστικού θεσμού για πραγματική κατάργηση του από τις κοινές δυνάμεις ολόκληρης σειράς αντικειμενικών παραγόντων. Το πιο ασφαλές μέσο για να δυσφημήσεις μια νέα πολιτική (και όχι μονάχα πολιτική) ιδέα και να την βλάψεις είναι να την τραβήξεις, στο όνομα της υπεράσπισης της, ως τον παραλογισμό. Γιατί κάθε αλήθεια, αν την κάνεις «υπέρμετρη» (όπως έλεγε ο μπάρμπα-Ντίτσγκεν), αν την υπερβάλεις, αν την επεκτείνεις πέρα από τα όρια της πραγματικής εφαρμογής της, μπορεί να την οδηγήσεις ως τον παραλογισμό, και κάτω από τις συνθήκες που αναφέραμε η αλήθεια αυτή μετατρέπεται αναγκαστικά σε παραλογισμό. Μια τέτοια ακριβώς υπηρεσία από την ανάποδη προσφέρουν οι Ολλανδοί και οι Γερμανοί αριστεροί στη νέα αλήθεια για την υπεροχή της Σοβιετικής εξουσίας απέναντι στα αστικοδημοκρατικά κοινοβούλια. Εννοείται ότι δεν θα είχε δίκιο όποιος θα άρχιζε να λέει κατά τον παλιό τρόπο και γενικά ότι η άρνηση συμμετοχής στα αστικά κοινοβούλια είναι απαράδεκτη μέσα σε οποιεσδήποτε συνθήκες. Δεν μπορώ εδώ να επιχειρήσω να διατυπώσω σε ποιες περιπτώσεις είναι ωφέλιμη η αποχή, γιατί το άρθρο αυτό έχει ένα πολύ πιο μετριόφρονα σκοπό: να μελετήσει τη ρωσική πείρα σε σύνδεση με ορισμένα φλέγοντα ζητήματα της διεθνούς κομμουνιστικής τακτικής. Η ρωσική πείρα μας έδωσε μια πετυχημένη και σωστή εφαρμογή (το 1905) της αποχής από τους μπολσεβίκους και μιαν άλλη λαθεμένη (το 1906). Αναλύοντας την πρώτη περίπτωση, βλέπουμε πως πετύχαμε να μην επιτρέψουμε τη σύγκληση του αντιδραστικού κοινοβουλίου από την αντιδραστική εξουσία, όταν αναπτυσσόταν με εξαιρετική ταχύτητα η εξωκοινοβουλευτική (ενμέρει απεργιακή) επαναστατική δράση των μαζών, όταν κανένα στρώμα του προλεταριάτου και της αγροτιάς δεν μπορούσε να δώσει οποιαδήποτε υποστήριξη στην αντιδραστική εξουσία, όταν το επαναστατικό προλεταριάτο εξασφάλιζε την επιρροή του πάνω στις πλατιές, καθυστερημένες μάζες με την απεργιακή πάλη και το αγροτικό κίνημα. Είναι πεντακάθαρο πως η πείρα αυτή δεν μπορεί να εφαρμοστεί στις σημερινές συνθήκες της Ευρώπης. Είναι επίσης πεντακάθαρο –με βάση τα επιχειρήματα που εκθέσαμε παραπάνω– πως η υπεράσπιση, έστω και συμβατική, απομέρους των Ολλανδών και των «αριστερών, της άρνησης συμμετοχής στα κοινοβούλια είναι ριζικά λαθεμένη και επιζήμια για την υπόθεση του επαναστατικού προλεταριάτου.

Στη Δυτική Ευρώπη και στην Αμερική το κοινοβούλιο έχει γίνει εξαιρετικά μισητό στους πρωτοπόρους αγωνιστές-επαναστάτες της εργατικής τάξης. Αυτό είναι αναμφισβήτητο. Αυτό είναι πέρα για πέρα κατανοητό, γιατί δύσκολα μπορεί να φανταστεί κανείς κάτι πιο ποταπό, πιο πρόστυχο, πιο προδοτικό από τη στάση της τεράστιας πλειοψηφίας των σοσιαλιστών και σοσιαλδημοκρατών βουλευτών στο κοινοβούλιο στο διάστημα του πολέμου και ύστερα απ’ αυτόν. Δεν θα ήταν όμως απλώς παράλογο, μα και πραγματικά εγκληματικό να υποκύπτει κανείς σε μια τέτοια διάθεση κατά τη λύση του προβλήματος πως πρέπει να καταπολεμηθεί ένα γενικά αναγνωρισμένο κακό. Σε πολλές χώρες της Δυτικής Ευρώπης η επαναστατική διάθεση είναι τώρα, μπορούμε να πούμε, ένας «νεωτερισμός», ή κάτι το «σπάνιο» που πολύ καιρό το περίμεναν μάταια και ανυπόμονα και γι’ αυτό ίσως υποχωρούν τόσο εύκολα σ’ αυτές τις διαθέσεις. Βέβαια, χωρίς επαναστατικές διαθέσεις στις μάζες, χωρίς συνθήκες που να συντελούν στην ανάπτυξη των διαθέσεων αυτών, δεν μπορεί να γίνει πράξη η επαναστατική τακτική, εμείς όμως στη Ρωσία πειστήκαμε με μια πολύ μακρόχρονη, σκληρή, αιματηρή πείρα για την αλήθεια ότι δεν μπορείς να χτίσεις επαναστατική τακτική μόνο πάνω στις επαναστατικές διαθέσεις. Η τακτική πρέπει να χτίζεται πάνω σ’ έναν ψύχραιμο, αυστηρά αντικειμενικό υπολογισμό όλων των ταξικών δυνάμεων στο δοσμένο κράτος (και στα κράτη που το περιβάλλουν και σε όλα τα κράτη, σε παγκόσμια κλίμακα), καθώς και πάνω στον υπολογισμό της πείρας των επαναστατικών κινημάτων. Είναι πολύ εύκολο να δείχνεις την «επαναστατικότητά» σου απλά με βρισιές ενάντια στον κοινοβουλευτικό οπορτουνισμό, απλά με την άρνηση συμμετοχής στα κοινοβούλια, μα ακριβώς επειδή αυτό είναι πολύ εύκολο, δεν είναι και λύση για ένα δύσκολο, δυσκολότατο πρόβλημα. Είναι πολύ πιο δύσκολο να δημιουργήσεις πραγματικά επαναστατική κοινοβουλευτική ομάδα στα ευρωπαϊκά κοινοβούλια παρά στη Ρωσία. Βέβαια. Αυτό όμως δεν είναι παρά μια μερική έκφραση της γενικής εκείνης αλήθειας ότι για τη Ρωσία στη συγκεκριμένη, εξαιρετικά πρωτότυπη από ιστορική άποψη κατάσταση του 1917, ήταν πιο εύκολο να αρχίσει τη σοσιαλιστική επανάσταση, ενώ το να τη συνεχίσει και να την φέρει σε πέρας θα είναι πιο δύσκολο για τη Ρωσία απ’ ό,τι για τις ευρωπαϊκές χώρες.

Είχα την ευκαιρία στις αρχές ακόμη του 1918 να τονίσω αυτό το περιστατικό και η πείρα των δυο επόμενων χρόνων επιβεβαίωσε στο ακέραιο την ορθότητα αυτής της σκέψης. Τέτοιες ειδικές συνθήκες όπως: 1) η δυνατότητα να συνδυαστεί η σοβιετική επανάσταση με τον τερματισμό –χάρη σ’ αυτή την επανάσταση– του ιμπεριαλιστικού πολέμου, που έφερε απίστευτα βάσανα στους εργάτες και τους αγρότες· 2) η δυνατότητα να επωφεληθεί για ένα ορισμένο χρονικό διάστημα από το θανάσιμο αγώνα ανάμεσα στις δυο ομάδες των πανίσχυρων σε παγκόσμια κλίμακα ιμπεριαλιστών ληστών, που δεν μπόρεσαν να ενωθούν ενάντια στο σοβιετικό εχθρό· 3) η δυνατότητα να αντέξει κανείς σε σχετικά μακρόχρονο εμφύλιο πόλεμο, ενμέρει χάρη στην τεράστια έκταση της χώρας και στα ατελή μέσα συγκοινωνίας· 4) η ύπαρξη μέσα στην αγροτιά ενός τόσου βαθιού αστικοδημοκρατικού επαναστατικού κινήματος, ώστε το κόμμα του προλεταριάτου να υιοθετήσει τις επαναστατικές διεκδικήσεις του κόμματος των αγροτών (των Εσέρων, που στην πλειοψηφία του είναι κόμμα καθαρά εχθρικό προς τον μπολσεβικισμό) και να τις ικανοποιήσει αμέσως, χάρη στην κατάκτηση της πολιτικής εξουσίας από το προλεταριάτο· τέτοιες ειδικές συνθήκες δεν υπάρχουν σήμερα στη Δυτική Ευρώπη και δεν είναι πολύ εύκολο να παρουσιαστούν ξανά οι ίδιες ή παρόμοιες συνθήκες. Να γιατί, ανάμεσα στ’ αλλά –εκτός από μια σειρά άλλες αιτίες– θα είναι πιο δύσκολο για τη Δυτική Ευρώπη, απ’ ό,τι ήταν σε μας, να αρχίσει τη σοσιαλιστική επανάσταση. Και είναι καθαρότατη παιδαριωδία να δοκιμάζεις «να προσπεράσεις» αυτή τη δυσκολία, «υπερπηδώντας» τη δύσκολη αυτή δουλειά της χρησιμοποίησης των αντιδραστικών κοινοβουλίων για επαναστατικούς σκοπούς. Θέλετε να δημιουργήσετε μια νέα κοινωνία; Και φοβάστε τις δυσκολίες που παρουσιάζει η δημιουργία μέσα σε αντιδραστικά κοινοβούλια μιας καλής κοινοβουλευτικής ομάδας από πεπεισμένους, αφοσιωμένους, ηρωικούς κομμουνιστές! Μήπως αυτό δεν είναι παιδαριωδία; Αν ο Καρλ Λίμπκνεχτ στη Γερμανία και ο Ζ. Χέγκλουντ στη Σουηδία μπόρεσαν, ακόμη και χωρίς μαζική υποστήριξη από τα κάτω, να δώσουν πρότυπα πραγματικά επαναστατικής χρησιμοποίησης των αντιδραστικών κοινοβουλίων, τότε πως δεν μπορεί ένα γοργά αναπτυσσόμενο μαζικό επαναστατικό κόμμα, μέσα στις συνθήκες της μεταπολεμικής απογοήτευσης και αγανάκτησης των μαζών, να σφυρηλατήσει μια κομμουνιστική ομάδα μέσα στα χειρότερα κοινοβούλια;! Επειδή οι καθυστερημένες ακριβώς μάζες των εργατών –και ακόμη περισσότερο– των μικροαγροτών στη Δυτική Ευρώπη είναι διαποτισμένες από τις αστικοδημοκρατικές και κοινοβουλευτικές προλήψεις, πολύ περισσότερο απ’ ό,τι στη Ρωσία, γι’ αυτό ακριβώς οι κομμουνιστές, μόνο μέσα από τέτοια όργανα σαν τα αστικά κοινοβούλια μπορούν (και πρέπει) να διεξάγουν μια μακρόχρονη και επίμονη πάλη που να μη σταματά μπροστά σε καμιά δυσκολία, πάλη για το ξεσκέπασμα, τη διάλυση και την υπερνίκηση αυτών των προλήψεων.

Οι γερμανοί «αριστεροί» παραπονούνται για τους κακούς «αρχηγούς» του Κόμματός τους και πέφτουν σε απελπισία, φτάνοντας ως τη γελοία «άρνηση» των «αρχηγών». Μέσα όμως σε συνθήκες που συχνά είμαστε υποχρεωμένοι να κρύβουμε τους «αρχηγούς» στην παρανομία, η διαμόρφωση «αρχηγών» καλών, σταθερών, δοκιμασμένων, με κύρος είναι πολύ δύσκολη δουλειά και δεν μπορούμε να ξεπεράσουμε με επιτυχία αυτές τις δυσκολίες χωρίς το συνδυασμό της νόμιμης με την παράνομη δουλιά, χωρίς τη δοκιμασία των “αρχηγών” ανάμεσα στ’ άλλα και στον κοινοβουλευτικό στίβο. Η κριτική –και μάλιστα η πιο αυστηρή, η πιο αμείλικτη και αδιάλλακτη– πρέπει να στρέφεται όχι ενάντια στον κοινοβουλευτισμό ή την κοινοβουλευτική δράση, αλλά ενάντια στους αρχηγούς εκείνους που δεν ξέρουν –κι’ ακόμη περισσότερο ενάντια σ’ εκείνους που δεν θέλουν– να χρησιμοποιήσουν τις κοινοβουλευτικές εκλογές και το κοινοβουλευτικό βήμα κατά τρόπο επαναστατικό, κομμουνιστικό. Μονάχα μια τέτοια κριτική –συνδυασμένη βέβαια με το διώξιμο των ανίκανων αρχηγών και την αντικατάσταση τους με ικανούς– θα είναι μια ωφέλιμη και γόνιμη επαναστατική δουλιά, που διαπαιδαγωγεί ταυτόχρονα και τους «αρχηγούς» –ώστε να είναι άξιοι της εργατικής τάξης και των εργαζόμενων μαζών– και τις μάζες, ώστε να μάθουν να προσανατολίζονται σωστά στην πολιτική κατάσταση και να καταλαβαίνουν τα συχνά πολύ σύνθετα και μπερδεμένα καθήκοντα, που απορρέουν απ’ αυτή την κατάσταση. [10]

2 σχόλια:

  1. Οι εμφάσεις με έντονα στοιχεία δικές μου.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. @αποτυχημένοι πλην πείσμονες νεοταξικοί χαφιέδες του stalinreloaded.wordpress.com (γελάσαμε): Το ανώτατο τάγμα αντικομμουνιστικής λύσσας και χαφιεδισμού σας απονέμει το μετάλλιο "Ρόναλντ Ρίγκαν." Συγχαρητήρια για τον "αντιεξουσιασμό" και ευχαριστώ για το συνεχές σας αυτοξεβράκωμα ως πολιτικού υποκόσμου.

    ΑπάντησηΔιαγραφή