Πέμπτη, 2 Φεβρουαρίου 2012

V.I. Lenin-Αριστερισμός, η παιδική αρρώστια του Κομμουνισμού. VI



VI

ΠΡΕΠΕΙ ΟΙ ΕΠΑΝΑΣΤΑΤΕΣ ΝΑ ΔΟΥΛΕΥΟΥΝ
ΜΕΣΑ ΣΤΑ ΑΝΤΙΔΡΑΣΤΙΚΑ ΣΥΝΔΙΚΑΤΑ;

Οι γερμανοί «αριστεροί» θεωρούν πως γι’ αυτούς το ζήτημα είναι λυμένο και ότι η απάντηση σ’ αυτό το ερώτημα είναι κατηγορηματικά αρνητική. Κατά τη γνώμη τους, είναι αρκετό να βγάζει κανείς λόγους και θυμωμένες κραυγές ενάντια στα «αντιδραστικά» και τα «αντεπαναστατικά» συνδικάτα για «να αποδείξει» (ο Κ. Χόρνερ το βεβαιώνει αυτό με ιδιαίτερη «σοβαρότητα» και πολύ ανόητα) πως είναι ανώφελο και μάλιστα απαράδεκτο για τους επαναστάτες, τους κομμουνιστές να δουλεύουν στα κίτρινα, σοσιαλσωβινιστικά, συμφιλιωτικά συνδικάτα, στα συνδικάτα του Λεγκίν, στα αντεπαναστατικά συνδικάτα.

Όσο όμως κι αν έχουν πειστεί οι γερμανοί «αριστεροί» ότι η τέτοια τακτική έχει επαναστατικό χαρακτήρα, στην πραγματικότητα είναι ριζικά λαθεμένη και δεν περιέχει τίποτε άλλο από κούφιες φράσεις.

Για να το ξεκαθαρίσω, θα αρχίσω από τη δική μας πείρα, σύμφωνα με το γενικό σχέδιο αυτού του άρθρου, που έχει για σκοπό να εφαρμοστεί στη Δυτική Ευρώπη ό,τι είναι γενικά εφαρμόσιμο, ό,τι έχει γενική σημασία, ό,τι είναι γενικά υποχρεωτικό στην ιστορία και στη σύγχρονη τακτική του μπολσεβικισμού.

Οι σχέσεις ανάμεσα στους αρχηγούς – το κόμμα – την τάξη – και τις μάζες και ταυτόχρονα η στάση της δικτατορίας του προλεταριάτου και του Κόμματός του απέναντι στα συνδικάτα παρουσιάζονται σήμερα σε μας συγκεκριμένα ως έξης. Τη δικτατορία την πραγματοποιεί το οργανωμένο στα Σοβιέτ προλεταριάτο, που καθοδηγείται από το Κομμουνιστικό Κόμμα των Μπολσεβίκων, το οποίο σύμφωνα με τα στοιχεία του τελευταίου συνεδρίου του Κόμματος (Απρίλης 1920) έχει 611 χιλιάδες μέλη. Ο αριθμός των μελών είχε πολλές διακυμάνσεις και πριν την επανάσταση του Οχτώβρη και ύστερα απ’ αυτή και μάλιστα ήταν σημαντικά μικρότερος, ακόμη και το 1918 και το 1919. Φοβόμαστε μιαν υπέρμετρη αύξηση των μελών του Κόμματος, γιατί οι καριερίστες και οι παλιάνθρωποι, που δεν αξίζουν παρά μόνο τουφέκι, προσπαθούν οπωσδήποτε να τρυπώσουν στις γραμμές του κυβερνητικού κόμματος. Η τελευταία φορά που ανοίξαμε πλατιά τις πόρτες του Κόμματος –μόνο για τους εργάτες και αγρότες– ήταν τις μέρες (χειμώνας του 1919) που ο Γιουντένιτς βρισκόταν μερικά βέρστια έξω από την Πετρούπολη και ο Ντενίκιν στο Οριόλ (κάπου 350 βέρστια από τη Μόσχα), δηλ. τότε που τη Σοβιετική Δημοκρατία την απειλούσε τρομερός, θανάσιμος κίνδυνος και τότε που οι τυχοδιώκτες, οι καριερίστες, οι παλιάνθρωποι και γενικά τα ασταθή στοιχεία δεν μπορούσαν καθόλου να υπολογίζουν ότι θα έχουν επικερδή σταδιοδρομία, αν προσχωρούσαν στους κομμουνιστές (αλλά μάλλον θα έπρεπε να περιμένουν κρεμάλα και βασανιστήρια). Το Κόμμα που συγκαλεί κάθε χρόνο συνέδρια (στο τελευταίο συνέδριο: 1 αντιπρόσωπος για 1.000 μέλη) το καθοδηγεί μια Κεντρική Επιτροπή από 19 άτομα, που εκλέγεται από το συνέδριο, και την τρέχουσα δουλιά στη Μόσχα τη διεξάγουν ακόμη πιο στενά όργανα, τα οποία ονομάζονται Οργανωτικό Γραφείο και Πολιτικό Γραφείο, που αποτελούνται το καθένα από πέντε μέλη της ΚΕ και εκλέγονται στις ολομέλειες της ΚΕ. Από δω βγαίνει συνεπώς μια πραγματική «ολιγαρχία». Και κανένα σοβαρό πολιτικό ή οργανωτικό ζήτημα δεν λύνεται στη δημοκρατία μας από καμιά κρατική υπηρεσία, χωρίς τις καθοδηγητικές υποδείξεις της Κεντρικής Επιτροπής του Κόμματος.

Στη δουλειά του το Κόμμα στηρίζεται άμεσα στα συνδικάτα που έχουν σήμερα, σύμφωνα με τα στοιχεία του τελευταίου συνεδρίου (Απρίλης 1920), πάνω από 4 εκατομμύρια μέλη και τυπικά είναι εξωκομματικές οργανώσεις. Στην πραγματικότητα όλα τα καθοδηγητικά όργανα της τεράστιας πλειοψηφίας των συνδικάτων και κατά πρώτο λόγο βέβαια το γενικό συνδικαλιστικό πανρωσικό κέντρο ή γραφείο (Πανρωσικό Κεντρικό Συμβούλιο των Συνδικάτων) αποτελούνται από κομμουνιστές και εφαρμόζουν όλες τις οδηγίες του Κόμματος. Κι έτσι έχουμε σε γενικές γραμμές έναν προλεταριακό μηχανισμό που τυπικά δεν είναι κομμουνιστικός, έναν προλεταριακό μηχανισμό ευλύγιστο και σχετικά πλατύ και πολύ ισχυρό, που μέσω αυτού το Κόμμα συνδέεται στενά με την τάξη και με τη μάζα και μέσω αυτού, με την καθοδήγηση του Κόμματος, πραγματοποιείται η δικτατορία της τάξης. Χωρίς την πιο στενή σύνδεση με τα συνδικάτα, χωρίς τη θερμή υποστήριξη απομέρους τους, χωρίς τη γεμάτη αυταπάρνηση δουλειά τους όχι μόνο στην οικονομική, μα και στη στρατιωτική οικοδόμηση δεν θα μπορούσαμε, εννοείται, να κυβερνήσουμε τη χώρα και να πραγματοποιήσουμε τη δικτατορία όχι 2 1/2 χρόνια, μα ούτε και 2 1/2 μήνες. Όπως καταλαβαίνετε η στενότατη αυτή σύνδεση σημαίνει στην πράξη μια πολύπλοκη και πολύμορφη δουλειά προπαγάνδας και ζύμωσης και συχνών συσκέψεων που να γίνονται στον καιρό τους όχι μόνο με τα καθοδηγητικά στελέχη, αλλά και γενικά με τους συνδικαλιστικούς παράγοντες που έχουν επιρροή, σημαίνει ακόμη αποφασιστικό αγώνα ενάντια στους μενσεβίκους που ως τα σήμερα έχουν έναν ορισμένο, αν και πολύ μικρό, αριθμό οπαδών και τους διδάσκουν να κάνουν κάθε είδους αντεπαναστατικές πράξεις, αρχίζοντας από την ιδεολογική υπεράσπιση της δημοκρατίας (της αστικής), από την προπαγάνδα για την «ανεξαρτησία» των συνδικάτων (ανεξαρτησία από την προλεταριακή κρατική εξουσία!) ως το σαμποτάρισμα της προλεταριακής πειθαρχίας κτλ., κτλ.

Τη σύνδεση με τις «μάζες» μέσω των συνδικάτων την θεωρούμε ανεπαρκή. Στην πορεία της επανάστασης μέσα στην πράξη δημιουργήθηκε σε μας ένα όργανο, όπως είναι οι εξωκομματικές εργατικές και αγροτικές συνδιασκέψεις, για να παρακολουθούμε τις διαθέσεις των μαζών, να τις πλησιάζουμε, να ανταποκρινόμαστε στα αιτήματα τους, να προωθούμε τα καλύτερα στοιχεία απ’ αυτές στις κρατικές υπηρεσίες κτλ. Κι αυτό το όργανο προσπαθούμε με όλα τα μέσα να το υποστηρίξουμε, να το αναπτύξουμε και να το πλατύνουμε. Ένα από τα τελευταία διατάγματα για τη μετατροπή του Λαϊκού Επιτροπάτου Κρατικού Ελέγχου σε «Εργατοαγροτική Επιθεώρηση» δίνει στις εξωκομματικές συνδιασκέψεις αυτού του είδους το δικαίωμα να εκλέγουν μέλη του Κρατικού Ελέγχου για διάφορες επιθεωρήσεις.

Έπειτα, εννοείται, όλη η δουλειά του Κόμματος γίνεται μέσω των Σοβιέτ, που συνενώνουν τις εργαζόμενες μάζες χωρίς διάκριση επαγγέλματος. Τα νομαρχιακά συνέδρια των Σοβιέτ αποτελούν ένα δημοκρατικό όργανο, που δεν το έχουν δει ως τώρα ούτε οι καλύτερες ρεπουμπλικανικές δημοκρατίες του αστικού κόσμου. Και μέσω αυτών των συνεδρίων (που το Κόμμα προσπαθεί να τα παρακολουθεί όσο το δυνατό πιο προσεκτικά), καθώς και με τις μόνιμες αποστολές συνειδητών εργατών σε κάθε λογής υπηρεσίες στο χωριό, πραγματοποιείται ο ηγετικός ρόλος του προλεταριάτου απέναντι στην αγροτιά, πραγματοποιείται η δικτατορία του προλεταριάτου της πόλης, ο συστηματικός αγώνας ενάντια στους πλούσιους, τους αστούς, τους εκμεταλλευτές και τους κερδοσκόπους αγρότες κτλ.

Αυτός είναι ο γενικός μηχανισμός της προλεταριακής κρατικής εξουσίας, όταν τον βλέπουμε «από τα πάνω», από την άποψη της πρακτικής εφαρμογής της δικτατορίας. Ελπίζουμε ότι ο αναγνώστης θα καταλάβει γιατί στο ρώσο μπολσεβίκο, που ξέρει αυτό το μηχανισμό και που παρακολούθησε πως αναπτύχθηκε μέσα σε εικοσιπέντε χρόνια από τους μικρούς μυστικούς, παράνομους κύκλους, όλες οι συζητήσεις για δικτατορία «από τα πάνω» είτε «από τα κάτω», για δικτατορία των αρχηγών είτε δικτατορία της μάζας κτλ. δεν μπορεί παρά να φαίνονται γελοίες παιδιακίστικες ανοησίες, ένα είδος συζήτησης, αν είναι πιο χρήσιμο για τον άνθρωπο το αριστερό πόδι ή το δεξί χέρι.

Το ίδιο παιδιακίστικες και γελοίες ανοησίες δεν μπορεί παρά να φαίνονται σε μας και οι σπουδαίες, πολύ σοφές και τρομερά επαναστατικές συζητήσεις των γερμανών αριστερών πάνω στο θέμα ότι οι κομμουνιστές δεν μπορούν και δεν πρέπει να δουλεύουν στα αντιδραστικά συνδικάτα, ότι επιτρέπεται να παρατήσουν αυτή τη δουλειά, ότι πρέπει να βγουν από τα συνδικάτα και να δημιουργήσουν υποχρεωτικά την εντελώς καινουργιούτσικη, την εντελώς καθαρούτσικη «εργατική ένωση» κτλ., κτλ. που τη σοφίστηκαν οι καλοί μας (και ασφαλώς στο μεγαλύτερο μέρος τους πολύ νεαροί) κομμουνιστές κτλ.

Ο καπιταλισμός αφήνει κατανάγκη για κληρονομιά στο σοσιαλισμό, από το ένα μέρος, τις παλιές επαγγελματικές και συντεχνιακές διακρίσεις που είχαν διαμορφωθεί επί αιώνες ανάμεσα στους εργάτες και, από το άλλο μέρος, αφήνει τα συνδικάτα που μόνο πολύ αργά, ύστερα από χρόνια μπορούν να εξελιχθούν και εξελίσσονται σε πολύ πλατιές και λιγότερο συντεχνιακές παραγωγικές ενώσεις (που αγκαλιάζουν ολόκληρες βιομηχανίες και όχι μονάχα συντεχνίες, τέχνες και επαγγέλματα). Αργότερα μόνο, μέσω αυτών των παραγωγικών ενώσεων, περνάμε στην κατάργηση του καταμερισμού εργασίας ανάμεσα στους ανθρώπους, στη διαπαιδαγώγηση, στην εκπαίδευση και στην κατάρτιση ολόπλευρα αναπτυγμένων και ολόπλευρα καταρτισμένων ανθρώπων, ανθρώπων που όλα ξέρουν να τα κάνουν. Προς τα εκεί πάει, πρέπει να πάει και θα φτάσει ο κομμουνισμός, ύστερα όμως από πολλά χρόνια. Η προσπάθεια που θα έκανε κανείς σήμερα να πετύχει στην πράξη νωρίτερα αυτό το μελλοντικό αποτέλεσμα ενός εντελώς εξελιγμένου, εντελώς στερεωμένου και διαμορφωμένου, εντελώς αναπτυγμένου και ωριμασμένου κομμουνισμού, ισοδυναμεί με το να προσπαθεί να διδάξει ανώτερα μαθηματικά σε ένα παιδάκι τεσσάρων χρονών.

Μπορούμε (και πρέπει) να αρχίσουμε να χτίζουμε το σοσιαλισμό όχι με ανθρώπινο υλικό φανταστικό και φτιαγμένο ειδικά από μας, αλλά με το υλικό που κληρονομήσαμε από τον καπιταλισμό. Ούτε συζήτηση ότι αυτό είναι πολύ «δύσκολο», όμως κάθε άλλος τρόπος για τη λύση του προβλήματος είναι τόσο αστόχαστος που δεν αξίζει τον κόπο ούτε να μιλάμε γι’ αυτόν.

Τα συνδικάτα ήταν μια γιγάντια πρόοδος της εργατικής τάξης στο αρχικό στάδιο της ανάπτυξης του καπιταλισμού, ένα πέρασμα από την κατάσταση διασποράς και αδυναμίας των εργατών στα πρώτα στοιχεία της ταξικής συνένωσης. Όταν άρχισε να αναπτύσσεται η ανώτατη μορφή ταξικής συνένωσης των προλετάριων, το επαναστατικό Κόμμα του προλεταριάτου (που δεν θα είναι άξιο του ονόματός του όσο δεν μάθει να συνδέει τους αρχηγούς με την τάξη και με τις μάζες σε ένα σύνολο, σε κάτι το αδιάσπαστο), τα συνδικάτα άρχισαν να δείχνουν αναπόφευκτα μερικά αντιδραστικά σημάδια, κάποια συντεχνιακή στενότητα, κάποια τάση προς την άρνηση της πολιτικής, κάποιο πνεύμα ρουτίνας κτλ. Πουθενά όμως στον κόσμο η ανάπτυξη του προλεταριάτου δεν έγινε και δεν μπορούσε να γίνει αλλιώς παρά μόνο μέσω των συνδικάτων, με την αλληλεπίδραση των συνδικάτων και του Κόμματος της εργατικής τάξης. Η κατάκτηση της πολιτικής εξουσίας από το προλεταριάτο είναι ένα γιγάντιο βήμα προς τα μπρος του προλεταριάτου, σαν τάξης, και το Κόμμα είναι υποχρεωμένο να διαπαιδαγωγήσει ακόμη πιο πολύ και με καινούργιο τρόπο, και όχι μόνο με τον παλιό, τα συνδικάτα κι ακόμη να τα καθοδηγεί και να μην ξεχνά παράλληλα ότι τα συνδικάτα μένουν και θα μείνουν για πολύ καιρό το απαραίτητο «σχολείο του κομμουνισμού» και το προπαρασκευαστικό σχολείο για τους προλετάριους για να πραγματοποιήσουν τη δικτατορία τους, η απαραίτητη ένωση των εργατών για να περάσει βαθμιαία η διεύθυνση όλης της οικονομίας της χώρας στα χέρια της εργατικής τάξης (και όχι σε χωριστά επαγγέλματα) και έπειτα σε όλους τους εργαζομένους.

Κάποια «αντιδραστικότητα» των συνδικάτων, με την έννοια που αναφέραμε, είναι αναπόφευκτη στις συνθήκες της δικτατορίας του προλεταριάτου. Να μην το καταλαβαίνεις αυτό σημαίνει ότι δεν καταλαβαίνεις τους βασικούς όρους του περάσματος από τον καπιταλισμό στο σοσιαλισμό. Να φοβάσαι αυτή την «αντιδραστικότητα», να προσπαθείς να την αποφύγεις, να την υπερπηδήσεις είναι η πιο μεγάλη ανοησία, γιατί σημαίνει πως φοβάσαι το ρόλο της προλεταριακής πρωτοπορίας, που συνίσταται στην εκπαίδευση, στη διαφώτιση, στη διαπαιδαγώγηση και στο τράβηγμα στην καινούργια ζωή των πιο καθυστερημένων στρωμάτων και μαζών της εργατικής τάξης και της αγροτιάς. Από το άλλο μέρος, το να αναβάλουμε την πραγματοποίηση της δικτατορίας του προλεταριάτου ως τον καιρό που δεν θα υπάρχει ούτε ένας εργάτης με στενές επαγγελματικές απόψεις, ούτε ένας εργάτης με συντεχνιακές και τρέιντ-γιουνιονιστικές προλήψεις, θα ήταν ακόμη πιο βαρύ λάθος. Η τέχνη του πολιτικού (και η σωστή κατανόηση από κάθε κομμουνιστή των καθηκόντων του) συνίσταται ακριβώς στο να υπολογίζει σωστά τις συνθήκες και τη στιγμή που η πρωτοπορία του προλεταριάτου μπορεί να πάρει με επιτυχία την εξουσία, που θα μπορέσει, παίρνοντας την εξουσία και όταν την πάρει, να έχει μια αρκετή υποστήριξη από αρκετά πλατιά στρώματα της εργατικής τάξης και των μη προλεταριακών εργαζόμενων μαζών, που θα μπορέσει ύστερα απ’ αυτό να υποστηρίξει, να στερεώσει και να πλατύνει την κυριαρχία της, διαπαιδαγωγώντας, εκπαιδεύοντας, προσελκύοντας όλο και πιο πλατιές μάζες εργαζομένων.

Παρακάτω. Στις χώρες που είναι πιο προηγμένες από τη Ρωσία εκδηλώθηκε και έπρεπε να εκδηλωθεί, αναμφισβήτητα, μια ορισμένη αντιδραστικότητα των συνδικάτων με ασύγκριτα μεγαλύτερη δύναμη απ’ ό,τι σε μας. Σε μας οι μενσεβίκοι βρήκαν (βρίσκουν και τώρα ενμέρει σε πολύ λίγα συνδικάτα) στήριγμα στα συνδικάτα ακριβώς χάρη στη συντεχνιακή στενότητα, στο συνδικαλιστικό εγωισμό και στον οπορτουνισμό. Στη Δύση, όπου οι εκεί μενσεβίκοι «στρογγυλοκάθισαν» πολύ πιο στέρεα στα συνδικάτα, ξεχώρισε ένα πολύ πιο γερό απ’ ό,τι σε μας στρώμα «εργατικής αριστοκρατίας», συντεχνιακής, στενής, εγωιστικής, αρτηριοσκληρωμένης, αχόρταγης, μικροαστικής, με ιμπεριαλιστικές διαθέσεις, εξαγορασμένης από τον ιμπεριαλισμό και διεφθαρμένης από τον ιμπεριαλισμό. Αυτό είναι αναμφισβήτητο. Ο αγώνας ενάντια στους Γκόμπερς, ενάντια στους κυρίους Ζουό, Χέντερσον, Μερχάιμ, Λεγκίν και Σία στη Δυτική Ευρώπη είναι πολύ πιο δύσκολος από τον αγώνα ενάντια στους δικούς μας μενσεβίκους που αποτελούν έναν εντελώς ομοιογενή, κοινωνικό και πολιτικό, τύπο. Αυτό τον αγώνα πρέπει να τον διεξάγουν ανελέητα και να τον οδηγήσουν υποχρεωτικά, όπως τον οδηγήσαμε εμείς, ως την πλήρη καταισχύνη και το διώξιμο από τα συνδικάτα όλων των αδιόρθωτων αρχηγών του οπορτουνισμού και του σοσιαλσοβινισμού. Είναι αδύνατο να κατακτήσει κανείς την πολιτική εξουσία (και δεν πρέπει να δοκιμάσει να την πάρει), όσο ο αγώνας αυτός δεν έχει φτάσει σε έναν ορισμένο βαθμό, και μάλιστα στις διάφορες χώρες και μέσα στις διαφορετικές συνθήκες αυτός ο «ορισμένος βαθμός» δεν είναι ο ίδιος. Και μόνο μυαλωμένοι, έμπειροι και κατατοπισμένοι ηγέτες του προλεταριάτου μπορούν να καθορίσουν αυτό το βαθμό σε κάθε χώρα. (Σε μας μέτρο για την επιτυχία σ’ αυτό τον αγώνα ήταν, κοντά στα αλλά, οι εκλογές της Συντακτικής Συνέλευσης το Νοέμβρη του 1917, λίγες μέρες μετά την προλεταριακή επανάσταση της 25/10/1917. Σ’ αυτές τις εκλογές οι μενσεβίκοι τσακίστηκαν κατακέφαλα και πήραν μόνο 700 χιλιάδες ψήφους –1.400.000 μαζί με τους ψήφους της Υπερκαυκασίας– απέναντι στα 9 εκατομμύρια ψήφους που πήραν οι μπολσεβίκοι: βλέπε το άρθρο μου «Οι Εκλογές για τη Συντακτική Συνέλευση και η Δικτατορία του Προλεταριάτου»[6] στο τεύχ. 7-8 της «Κομμουνιστικής Διεθνούς». Τον αγώνα όμως ενάντια στην «εργατική αριστοκρατία» τον διεξάγουμε εξ ονόματος της εργατικής μάζας και για να την τραβήξουμε με το μέρος μας.

Τον αγώνα ενάντια στους οπορτουνιστές και σοσιαλσοβινιστές αρχηγούς τον διεξάγουμε για να τραβήξουμε την εργατική τάξη με το μέρος μας. Θα ήταν ανοησία να ξεχνά κανείς αυτή τη στοιχειώδη και εξόφθαλμη αλήθεια. Και ακριβώς τέτοια ανοησία κάνουν οι «αριστεροί» γερμανοί κομμουνιστές, που από τον αντιδραστικό και αντεπαναστατικό χαρακτήρα των ηγετικών κύκλων των συνδικάτων βγάζουν το συμπέρασμα ότι... οι κομμουνιστές πρέπει να βγουν από τα συνδικάτα!! Να αρνούνται να δουλέψουν μέσα σ’ αυτά!! Να δημιουργήσουν νέες, επινοημένες μορφές εργατικής οργάνωσης!! Αυτό είναι ασυγχώρητη βλακεία, που ισοδυναμεί με την πιο μεγάλη υπηρεσία που μπορούν να προσφέρουν οι κομμουνιστές στην αστική τάξη. Γιατί οι μενσεβίκοι μας, όπως και όλοι οι οπορτουνιστές, σοσιαλσοβινιστές, καουτσκιστές ηγέτες των συνδικάτων δεν είναι τίποτε άλλο παρά «πράκτορες της αστικής τάξης μέσα στο εργατικό κίνημα» (αυτό που λέγαμε πάντα για τους μενσεβίκους) ή «εργατικοί εντολοδόχοι της τάξης των καπιταλιστών» (labor lieutenants of the capitalist class), σύμφωνα με τη θαυμάσια και πολύ σωστή έκφραση των οπαδών του Ντανιέλ Ντε Λέον στην Αμερική. Να μη δουλεύεις μέσα στα αντιδραστικά συνδικάτα σημαίνει να εγκαταλείπεις τις λειψά αναπτυγμένες ή καθυστερημένες εργατικές μάζες στην επιρροή των αντιδραστικών ηγετών, των πρακτόρων της αστικής τάξης, των αριστοκρατών εργατών ή των «αστοποιημένων εργατών» (διαβάστε σχετικά το γράμμα του Έγκελς στον Μαρξ για τους άγγλους εργάτες το 1858[7])·

Η ανόητη ακριβώς «θεωρία» για τη μη συμμετοχή των κομμουνιστών στα αντιδραστικά συνδικάτα δείχνει με τον πιο ανάγλυφο τρόπο πόσο επιπόλαια οι «αριστεροί» κομμουνιστές αντικρίζουν το ζήτημα της επιρροής πάνω στις «μάζες» και πόση κατάχρηση κάνουν με τις κραυγές τους της λέξης «μάζα». Για να μπορέσεις να βοηθήσεις τις «μάζες» και να κατακτήσεις τη συμπάθειά τους, την αγάπη τους και την υποστήριξη τους δεν πρέπει να φοβάσαι τις δυσκολίες, δεν πρέπει να φοβάσαι τις στρεψοδικίες, τις τρικλοποδιές, τις προσβολές και τις καταδιώξεις απομέρους των «αρχηγών» (που, όντας οπορτουνιστές και σοσιαλσοβινιστές, συνδέονται στις περισσότερες περιπτώσεις άμεσα ή έμμεσα με την αστική τάξη και με την αστυνομία), αλλά να δουλεύεις υποχρεωτικά εκεί που είναι οι μάζες. Πρέπει να είσαι σε θέση να κάνεις κάθε θυσία, να υπερνικάς τα πιο μεγάλα εμπόδια για να διεξάγεις μια συστηματική, επίμονη, σταθερή και υπομονητική προπαγάνδα και ζύμωση μέσα σ’ εκείνα ακριβώς τα ιδρύματα, τους συλλόγους και τις ενώσεις, ακόμη και στις πιο αντιδραστικές, όπου υπάρχουν προλεταριακές και μισοπρολεταριακές μάζες. Και τα συνδικάτα και οι εργατικοί συνεταιρισμοί (οι τελευταίοι τουλάχιστο ορισμένες φορές) είναι ακριβώς οργανώσεις όπου υπάρχει μάζα. Στην Αγγλία, σύμφωνα με τα στοιχεία της σουηδικής εφημερίδας «Folkets Dagblad Politiken» (της 10/3/ 1920), ο αριθμός των μελών των τρέιντ-γιούνιον από το τέλος του 1917 ως το τέλος του 1918 ανέβηκε από 5,5 εκατομμύρια σε 6,6 εκατομμύρια, δηλ. αυξήθηκε κατά 19%. Κατά τα τέλη του 1919 ο αριθμός αυτός υπολογίζεται ότι φτάνει ως τα 7 1/2 εκατομμύρια. Δεν έχω πρόχειρα τα αντίστοιχα στοιχεία για τη Γαλλία και τη Γερμανία, υπάρχουν όμως απόλυτα αναμφισβήτητα και πασίγνωστα γεγονότα που μαρτυρούν μια μεγάλη αύξηση του αριθμού των μελών των συνδικάτων και σ’ αυτές τις χώρες.

Τα γεγονότα αυτά μιλούν πεντακάθαρα για εκείνο που επιβεβαιώνουν και χιλιάδες άλλες ενδείξεις όπως: η αύξηση της συνειδητότητας και της τάσης για οργάνωση που παρατηρείται ακριβώς στις προλεταριακές μάζες, στα «κατώτερα στρώματα», στις πιο καθυστερημένες μάζες. Εκατομμύρια εργάτες στην Αγγλία, Γαλλία, Γερμανία περνούν για πρώτη φορά από την πλήρη ανοργανωσιά στη στοιχειώδη, κατώτερη, απλούστατη και πιο προσιτή (για εκείνους που είναι ακόμη εντελώς διαποτισμένοι με τις αστικές δημοκρατικές προλήψεις) μορφή οργάνωσης, δηλ. στα συνδικάτα. Και οι επαναστάτες, απερίσκεπτοι όμως, αριστεροί κομμουνιστές στέκονται πλάι και φωνάζουν «μάζες», «μάζες»! –και αρνούνται να δουλέψουν μέσα στα συνδικάτα!!,, απαλλαγμένη από τις συντεχνιακέαρνούνται με την πρόφαση ότι είναι «αντιδραστικά»!!, και σοφίζονται μια «εργατική ένωση» καινούργια, καθαρή, αμόλυντη από τις αστικοδημοκρατικές προλήψειςς και τις στενά επαγγελματικές αμαρτίες, που θα είναι τάχα (θα είναι!) πλατιά και που για την εγγραφή μελών σ’ αυτή θα απαιτείται μονάχα (μονάχα!) «η αναγνώριση του σοβιετικού συστήματος και της σοβιετικής δικτατορίας» (βλ. το παραπάνω απόσπασμα)!!

Δεν θα μπορούσε να φανταστεί κανείς μεγαλύτερο παραλογισμό, μεγαλύτερη ζημιά για την επανάσταση απ’ αυτή που φέρνουν οι «αριστεροί» επαναστάτες! Ακόμη και τώρα στη Ρωσία, αν ύστερα από 2 1/2 χρόνια πρωτοφανέρωτες νίκες ενάντια στην αστική τάξη της Ρωσίας και της Αντάντ βάζαμε σαν όρο εγγραφής στα συνδικάτα την «αναγνώριση της δικτατορίας», θα κάναμε ανοησία, θα καταστρέφαμε την επιρροή μας στις μάζες, θα βοηθούσαμε τους μενσεβίκους. Γιατί όλο το καθήκον των κομμουνιστών είναι ακριβώς να ξέρουν να πείθουν τους καθυστερημένους, να ξέρουν να δουλεύουν ανάμεσά τους και όχι να απομονώνονται απ’ αυτούς με επινοημένα, παιδιάστικα-«αριστερά» συνθήματα.

Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι οι κύριοι Γκόμπερς, Χέντερσον, Ζουό και Λεγκίν θα χρωστούν μεγάλη ευγνωμοσύνη στους «αριστερούς» αυτούς επαναστάτες, που σαν τη γερμανική αντιπολίτευση «αρχών» (ο θεός να μας φυλάει από παρόμοιες «αρχές»!) ή σαν μερικούς επαναστάτες από τους αμερικανούς «Βιομηχανικούς Εργάτες του Κόσμου» προπαγανδίζουν την αποχώρηση από τα αντιδραστικά συνδικάτα και την άρνηση να δουλεύουμε σ’ αυτά. Δεν υπάρχει αμφιβολία πως οι κύριοι «αρχηγοί» του οπορτουνισμού θα καταφύγουν σε όλες τις μανούβρες της αστικής διπλωματίας και στη βοήθεια των αστικών κυβερνήσεων, των παπάδων, της αστυνομίας και των δικαστηρίων, για να μην επιτρέψουν στους κομμουνιστές να μπουν στα συνδικάτα, για να τους εκτοπίσουν με κάθε μέσο απ’ αυτά, για να κάνουν τη δουλιά τους μέσα στα συνδικάτα όσο το δυνατό πιο δυσάρεστη, για να τους προσβάλουν, να τους κατατρέξουν και να τους καταδιώξουν. Πρέπει να είμαστε σε θέση να αντιταχθούμε σε όλα αυτά, να δεχτούμε όλες και τις κάθε λογής θυσίες κι ακόμη –σε περίπτωση ανάγκης– να χρησιμοποιήσουμε κάθε λογής τεχνάσματα, κάθε πονηριά, κάθε παράνομο τρόπο δουλειάς, να παρασιωπούμε ή να κρύβουμε την αλήθεια, μόνο και μόνο για να μπούμε μέσα στα συνδικάτα, να μείνουμε σ’ αυτά, να κάνουμε μέσα σ’ αυτά με κάθε θυσία κομμουνιστική δουλειά. Στον τσαρισμό ως το 1905 δεν είχαμε καμιά «νόμιμη δυνατότητα», όταν όμως ο Ζουμπάτοφ της Οχράνας οργάνωσε εργατικές συνελεύσεις και εργατικούς συλλόγους μαύρων εκατονταρχιών για να πιάνει τους επαναστάτες και για να πολεμά τους επαναστάτες στέλναμε σ’ αυτές τις συνελεύσεις και σ’ αυτούς τους συλλόγους μέλη του Κόμματός μας (ανάμεσα σ’ αυτούς θυμάμαι προσωπικά τον σ. Μπάμπουσκιν, εξαίρετο εργάτη της Πετρούπολης που τον τουφέκισαν οι στρατηγοί του τσάρου το 1906) που δημιουργούσαν σύνδεση με τις μάζες, που μηχανεύονταν τρόπους για να κάνουν ζύμωση και που αποσπούσαν τους εργάτες από την επιρροή των ανθρώπων του Ζουμπάτοφ[8]. Φυσικά, είναι πιο δύσκολο να γίνει τέτοια δουλειά στη Δυτική Ευρώπη, που είναι ιδιαίτερα διαποτισμένη από τις εξαιρετικά ριζωμένες προλήψεις νομιμοφροσύνης και τις άλλες συνταγματικές και αστικοδημοκρατικές προλήψεις. Μα μπορεί να γίνει και πρέπει να γίνει και μάλιστα να γίνεται συστηματικά.

Η Επιτροπή της III Διεθνούς πρέπει, κατά την προσωπική μου γνώμη, να καταδικάσει ανοιχτά και να προτείνει στο επόμενο συνέδριο της Κομμουνιστικής Διεθνούς να καταδικαστεί τόσο γενικά η πολιτική της μη συμμετοχής στα αντιδραστικά συνδικάτα (με μια λεπτομερειακή αιτιολόγηση που να εξηγεί γιατί είναι παράλογη η μη συμμετοχή και εξαιρετικά επιζήμια για την υπόθεση της προλεταριακής επανάστασης), όσο και ειδικά η στάση ορισμένων μελών του Κομμουνιστικού Κόμματος της Ολλανδίας, που –άμεσα ή έμμεσα, ανοιχτά ή σκεπασμένα, ολοκληρωτικά ή μερικά, αυτό δεν έχει σημασία– υποστήριξαν αυτή τη λαθεμένη πολιτική. Η III Διεθνής πρέπει να ξεκόψει από την τακτική της II Διεθνούς και να μην προσπερνά τα φλέγοντα ζητήματα, να μην τα σκεπάζει, αλλά να τα βάζει ανοιχτά. Είπαμε καταπρόσωπο όλη την αλήθεια στους «ανεξάρτητους» (Ανεξάρτητο Σοσιαλδημοκρατικό Κόμμα της Γερμανίας)[9], καταπρόσωπο πρέπει να πούμε όλη την αλήθεια και στους «αριστερούς» κομμουνιστές.

1 σχόλιο: