Πέμπτη, 2 Φεβρουαρίου 2012

V.I. Lenin-Αριστερισμός, η παιδική αρρώστια του Κομμουνισμού. V

V

Ο «ΑΡΙΣΤΕΡΟΣ» ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΜΟΣ ΣΤΗ ΓΕΡΜΑΝΙΑ.
ΟΙ ΑΡΧΗΓΟΙ – ΤΟ ΚΟΜΜΑ – Η ΤΑΞΗ – Η ΜΑΖΑ

Οι γερμανοί κομμουνιστές, για τους οποίους θα μιλήσουμε τώρα, δεν ονομάζουν τον εαυτό τους «αριστερούς», αλλά – αν δεν κάνω λάθος –«αντιπολίτευση αρχών». Από την ανάλυση, όμως, που θα ακολουθήσει, θα φανεί ότι παρουσιάζουν πέρα για πέρα τα χαρακτηριστικά γνωρίσματα της «παιδικής αρρώστιας του αριστερισμού».

Η μπροσουρίτσα «Η Διάσπαση του Κομμουνιστικού Κόμματος Γερμανίας (της Ένωσης των Σπαρτακιστών)», που έβγαλε η «Τοπική Ομάδα της Φραγκφούρτης του Μάιν» και υποστηρίζει τις απόψεις αυτής της αντιπολίτευσης, εκθέτει πάρα πολύ ανάγλυφα, με ακρίβεια, σαφήνεια και συντομία την ουσία των απόψεων αυτής της αντιπολίτευσης. Αρκούν μερικές περικοπές για να γνωρίσουν οι αναγνώστες μας αυτή την ουσία:

«Το Κομμουνιστικό Κόμμα είναι το κόμμα της πιο αποφασιστικής ταξικής πάλης...».

«...Από πολιτική άποψη ο μεταβατικός αυτός χρόνος» (ανάμεσα στον καπιταλισμό και στο σοσιαλισμό) «είναι η περίοδος της δικτατορίας του προλεταριάτου...».

«...Γεννιέται το ερώτημα: ποιος πρέπει να είναι ο φορέας της δικτατορίας: το Κομμουνιστικό κόμμα ή η προλεταριακή τάξη;… Τι πρέπει να επιδιώκουμε από άποψη αρχών τη δικτατορία του Κομμουνιστικού Κόμματος ή τη δικτατορία της προλεταριακής τάξης;…».

(Οι υπογραμμίσεις στην περικοπή είναι παντού από το πρωτότυπο.)

Στη συνέχεια ο συγγραφέας της μπροσούρας κατηγορεί την «Κεντρική Επιτροπή» του Κομμουνιστικού Κόμματος της Γερμανίας ότι ψάχνει να βρει δρόμο για συνασπισμό με το Ανεξάρτητο Σοσιαλδημοκρατικό κόμμα της Γερμανίας, ότι «το ζήτημα της καταρχήν αναγνώρισης όλων των πολιτικών μέσων» πάλης, μαζί και του κοινοβουλευτισμού, το έβαλε η «Κεντρική Επιτροπή» μόνο και μόνο για να συγκαλύψει τις πραγματικές και κύριες επιδιώξεις της για συνασπισμό με τους ανεξάρτητους. Και η μπροσούρα συνεχίζει:

«Η αντιπολίτευση διάλεξε άλλο δρόμο. Έχει τη γνώμη ότι το ζήτημα για την κυριαρχία του Κομμουνιστικού Κόμματος και τη δικτατορία του κόμματος είναι μονάχα ζήτημα τακτικής. Πάντως η κυριαρχία του Κομμουνιστικού Κόμματος είναι η τελευταία μορφή κάθε κυριαρχίας κόμματος. Από άποψη αρχών πρέπει να τείνουμε στη δικτατορία της προλεταριακής τάξης. Και όλα τα μέτρα του κόμματος, οι οργανώσεις του, οι μορφές πάλης του, η στρατηγική και η τακτική του πρέπει να προσαρμόζονται σ’ αυτό το σκοπό. Σύμφωνα μ’ αυτό πρέπει να απορρίψουμε κατηγορηματικότατα κάθε συμβιβασμό με άλλα κόμματα, κάθε επάνοδο στις ιστορικά και πολιτικά ξεπερασμένες μορφές του κοινοβουλευτικού αγώνα, κάθε πολιτική ελιγμών και συμφιλιωτισμού». «Πρέπει να υπογραμμιστούν έντονα οι ειδικές προλεταριακές μέθοδοι επαναστατικής πάλης. Και για να προσελκυστούν οι πιο πλατιοί κύκλοι και τα πιο πλατιά στρώματα του προλεταριάτου, που πρέπει να μπουν στον επαναστατικό αγώνα κάτω από την καθοδήγηση του Κομμουνιστικού Κόμματος, πρέπει να δημιουργηθούν νέες οργανωτικές μορφές πάνω στην πιο πλατιά βάση και μέσα στα πιο πλατιά πλαίσια. Αυτός ο τόπος συγκέντρωσης όλων των επαναστατικών στοιχείων είναι η εργατική ένωση, συγκροτημένη με βάση τις εργοστασιακές οργανώσεις. Σ’ αυτή πρέπει να συνενωθούν όλοι οι εργάτες, που ακολούθησαν το σύνθημα: έξω από τα συνδικάτα! Εδώ οργανώνεται το μαχόμενο προλεταριάτο στις πιο πλατιές μαχητικές γραμμές. Η αναγνώριση της ταξικής πάλης, του σοβιετικού συστήματος και της δικτατορίας είναι αρκετά για την προσχώρηση. Όλη η παραπέρα πολιτική διαπαιδαγώγηση των μαχόμενων μαζών και ο πολιτικός προσανατολισμός στον αγώνα είναι καθήκον του Κομμουνιστικού Κόμματος που στέκεται έξω από την εργατική ένωση...».

«...Συνεπώς, δυο Κομμουνιστικά Κόμματα στέκουν τώρα το ένα απέναντι στο άλλο:

Το ένα είναι το κόμμα των αρχηγών, που επιδιώκει να οργανώσει τον επαναστατικό αγώνα και να τον διευθύνει από τα πάνω, δεχόμενο τους συμβιβασμούς και τον κοινοβουλευτισμό, για να δημιουργήσει καταστάσεις τέτοιες που θα επιτρέψουν σ’ αυτούς τους αρχηγούς να μπουν σε κυβέρνηση συνασπισμού, που θα είχε στα χέρια της τη δικτατορία.

Το άλλο είναι το κόμμα των μαζών, που περιμένει την άνοδο του επαναστατικού αγώνα από τα κάτω, ξέροντας και εφαρμόζοντας γι’ αυτό τον αγώνα μόνο μια μέθοδο που οδηγεί ξεκάθαρα στο σκοπό και απορρίπτει κάθε κοινοβουλευτική και οπορτουνιστική μέθοδο. Αυτή η μοναδική μέθοδος είναι η μέθοδος της χωρίς όρους ανατροπής της αστικής τάξης, για να εγκαθιδρυθεί έπειτα η προλεταριακή ταξική δικτατορία για την πραγματοποίηση του σοσιαλισμού...»

«...Εκεί δικτατορία των αρχηγών – εδώ δικτατορία των μαζών!, αυτό είναι το σύνθημα μας».

Αυτές είναι οι πιο ουσιαστικές θέσεις που χαρακτηρίζουν τις απόψεις της αντιπολίτευσης στο γερμανικό Κομμουνιστικό Κόμμα.

Ο κάθε μπολσεβίκος που συμμετείχε συνειδητά ή που παρακολούθησε από κοντά την ανάπτυξη του μπολσεβικισμού από το 1903, διαβάζοντας αυτούς τους συλλογισμούς θα πει αμέσως: «τι παλιά κι από καιρό γνωστή σαβούρα! Τί «αριστερή» παιδαριωδία!».

Ας εξετάσουμε όμως από κοντά τους συλλογισμούς αυτούς.

Και μόνο ο τρόπος τοποθέτησης του ζητήματος: «δικτατορία του κόμματος ή δικτατορία της τάξης; Δικτατορία (κόμμα) των ηγετών ή δικτατορία (κόμμα) των μαζών;» – δείχνει την πιο απίστευτη και αθεράπευτη σύγχυση της σκέψης. Οι άνθρωποι αυτοί πασχίζουν να επινοήσουν κάτι το εντελώς πρωτότυπο και, μέ το ζήλο τους να κάνουν το σοφό, γίνονται γελοίοι. Όλοι ξέρουν ότι οι μάζες χωρίζονται σε τάξεις· ότι αντιπαράθεση των μαζών στις τάξεις μπορεί να γίνει μόνο σαν αντιπαράθεση της τεράστιας πλειοψηφίας γενικά – χωρίς χωρισμό της σύμφωνα με τη θέση που κατέχει μέσα στο κοινωνικό σύστημα της παραγωγής – στις κατηγορίες που κατέχουν ιδιαίτερη θέση μέσα στο κοινωνικό σύστημα της παραγωγής· ότι τις τάξεις τις καθοδηγούν συνήθως και στις περισσότερες περιπτώσεις, τουλάχιστο στις σύγχρονες πολιτισμένες χώρες, πολιτικά κόμματα· ότι τα πολιτικά κόμματα, κατά γενικό κανόνα, τα διευθύνουν λίγο-πολύ σταθερές ομάδες προσώπων, που έχουν το μεγαλύτερο κύρος, τη μεγαλύτερη επιρροή και πείρα, εκλέγονται στις πιο υπεύθυνες θέσεις και ονομάζονται αρχηγοί. Όλα αυτά είναι στοιχειώδη. Όλα αυτά είναι απλά και καθαρά. Τί χρειαζόταν να τα αντικαταστήσουν με κάτι αλαμπουρνέζικα, με μια καινούργια βολαπίκ;[3] Από το ένα μέρος είναι φανερό πως οι άνθρωποι αυτοί τα έχασαν και βρέθηκαν σε δύσκολη θέση, όταν η γρήγορη εναλλαγή της νόμιμης και της παράνομης θέσης του κόμματος διατάραξε τη συνηθισμένη, κανονική, απλή σχέση ανάμεσα στους αρχηγούς, τα κόμματα και τις τάξεις. Στη Γερμανία, όπως και σε άλλες χώρες της Ευρώπης, παρασυνήθισαν στη νομιμότητα, στην ελεύθερη και κανονική εκλογή των «αρχηγών» από τα τακτικά συνέδρια των κομμάτων, στο βολικό έλεγχο της ταξικής σύνθεσης των κομμάτων με τις βουλευτικές εκλογές, με τις συγκεντρώσεις, με τον Τύπο, με τον προσανατολισμό των συνδικάτων και των άλλων οργανώσεων κτλ. Όταν εξαιτίας της θυελλώδους πορείας της επανάστασης και της ανάπτυξης του εμφυλίου πολέμου χρειάστηκε να περάσουν γρήγορα απ’ αυτή τη συνηθισμένη κατάσταση στην εναλλαγή της νομιμότητας και της παρανομίας, στο συνδυασμό τους, στις «μη βολικές», «μη δημοκρατικές» μεθόδους ανάδειξης ή σχηματισμού, ή διατήρησης των «ομάδων των αρχηγών», οι άνθρωποι τα έχασαν και άρχισαν να επινοούν φοβερές ανοησίες. Όπως φαίνεται, ορισμένα μέλη του Ολλανδικού Κομμουνιστικού Κόμματος που είχαν την ατυχία να γεννηθούν σε μια μικρή χώρα, με παραδόσεις και συνθήκες μιας εξαιρετικά προνομιακής και εξαιρετικά σταθερής νομιμότητας, άνθρωποι που δεν είχαν δει καθόλου εναλλαγή της νόμιμης με την παράνομη κατάσταση, μπερδεύτηκαν και τα έχασαν οι ίδιοι και βοήθησαν να δημιουργηθούν οι ανόητες επινοήσεις.

Από το άλλο μέρος, παρατηρείται απλούστατα μια απερίσκεπτη και ασυνάρτητη χρησιμοποίηση λέξεων, που είναι της «μόδας» στις μέρες μας, για τη «μάζα» και τους «αρχηγούς». Οι άνθρωποι άκουσαν πολλά και έβαλαν καλά μέσα στο μυαλό τους τις επιθέσεις ενάντια στους αρχηγούς, την αντιπαράθεση των «αρχηγών» στις «μάζες», δεν μπόρεσαν όμως να σκεφτούν και να ξεκαθαρίσουν μέσα τους γιατί γίνεται αυτό.

Η διάσταση ανάμεσα σε «αρχηγούς» και «μάζες» εκδηλώθηκε με ιδιαίτερη σαφήνεια και οξύτητα στο τέλος του ιμπεριαλιστικού πολέμου και μετά απ’ αυτόν σε όλες τις χώρες. Τη βασική αιτία αυτού του φαινομένου την εξήγησαν πολλές φορές ο Μαρξ και ο Έγκελς στην περίοδο 1852-1892 με το παράδειγμα της Αγγλίας. Η μονοπωλιακή θέση της Αγγλίας συντέλεσε στο να ξεχωρίσει μέσα από τη «μάζα» μια «εργατική αριστοκρατία», μισομικροαστική, οπορτουνιστική. Οι αρχηγοί αυτής της εργατικής αριστοκρατίας περνούσαν συνεχώς με το μέρος της αστικής τάξης, συντηρούνταν, άμεσα η έμμεσα, απ’ αυτή. Ο Μαρξ συγκέντρωσε το τιμητικό μίσος αυτών των παλιανθρώπων, γιατί τους στιγμάτισε ανοιχτά σαν προδότες. Ο νεότερος ιμπεριαλισμός (του 20ού αιώνα) δημιούργησε για αρκετές προηγμένες χώρες μια μονοπωλιακή-προνομιακή κατάσταση και πάνω σ’ αυτό το έδαφος διαμορφώθηκε παντού μέσα στη II Διεθνή ο τύπος των αρχηγών-προδοτών, των οπορτουνιστών, των σοσιαλσοβινιστών, που υπερασπίζουν τα συμφέροντα της συντεχνίας τους, του λεπτού τους στρώματος της εργατικής αριστοκρατίας. Δημιουργήθηκε μια απόσπαση των οπορτουνιστικών κομμάτων από τις «μάζες», δηλ. από τα πιο πλατιά στρώματα των εργαζομένων, από την πλειοψηφία τους, από τους εργάτες που πληρώνονται χειρότερα. Η νίκη του επαναστατικού προλεταριάτου είναι αδύνατη, αν δεν καταπολεμηθεί αυτό το κακό, αν δεν ξεσκεπαστούν, στιγματιστούν και διωχτούν οι οπορτουνιστές, σοσιαλπροδότες αρχηγοί· κι αυτή ακριβώς την πολιτική ακολούθησε η III Διεθνής.

Να φτάνουν, όμως, γι’ αυτό το λόγο ως το σημείο να αντιπαραθέτουν γενικά τη δικτατορία των μαζών στη δικτατορία των αρχηγών είναι ανοησία και βλακεία που προκαλεί τα γέλια. Είναι εξαιρετικά διασκεδαστικό το ότι στη θέση των παλιών πολιτικών αρχηγών, που έχουν τις κοινές ανθρώπινες ιδέες για τα απλά πράγματα, προωθούν στην πράξη (με το προκάλυμμα του συνθήματος «κάτω οι αρχηγοί») νέους αρχηγούς που λένε φοβερές ανοησίες και παρλαπίπες. Τέτοιοι είναι στη Γερμανία ο Λάουφενμπεργκ, ο Βολφχάιμ, ο Χόρνερ, ο Καρλ Σρέντερ, ο Φρίντριχ Βέντελ, ο Καρλ Έρλερ.[4] Οι απόπειρες αυτού του τελευταίου «να εμβαθύνει» στο ζήτημα και να διακηρύξει γενικά ότι τα πολιτικά κόμματα είναι άχρηστα και έχουν «αστικό χαρακτήρα» αποτελούν τέτοιο αποκορύφωμα ανοησίας, που δεν σου μένει παρά να σηκώσεις τα χέρια. Να λοιπόν που στ’ αλήθεια, από ένα μικρό λάθος μπορεί πάντοτε να δημιουργηθεί ένα μεγάλο-τερατώδες λάθος, αν επιμένει κανείς στο λάθος αυτό, αν θέλει να το δικαιολογήσει κατά βάθος, αν το «παρατραβήξει ως την άκρη».

Άρνηση της κομματικότητας και της κομματικής πειθαρχίας – να ως που έφτασε η αντιπολίτευση. Κι αυτό ισοδυναμεί με ολοκληρωτικό αφοπλισμό του προλεταριάτου προς όφελος της αστικής τάξης. Αυτό ισοδυναμεί ακριβώς με εκείνη τη μικροαστική διασπορά, αστάθεια, ανικανότητα για αντοχή, συνένωση και οργανωμένη δράση, πράγμα που οπωσδήποτε χαντακώνει κάθε προλεταριακό επαναστατικό κίνημα, αν αντιμετωπιστεί ανεκτικά. Το να αρνείσαι την κομματικότητα από την άποψη του κομμουνισμού, σημαίνει να κάνεις ένα πήδημα από την παραμονή της κατάρρευσης του καπιταλισμού (στη Γερμανία) όχι στην κατώτερη ή στη μεσαία φάση του κομμουνισμού, αλλά στην ανώτερη φάση του. Εμείς στη Ρωσία (τον τρίτο χρόνο ύστερα από την ανατροπή της αστικής τάξης) κάνουμε τα πρώτα βήματα του περάσματος από τον καπιταλισμό στο σοσιαλισμό ή το κατώτερο στάδιο του κομμουνισμού. Οι τάξεις εξακολουθούν να υπάρχουν και παντού θα εξακολουθούν να υπάρχουν για χρόνια ύστερα από την κατάκτηση της εξουσίας από το προλεταριάτο. Ίσως αυτό το χρονικό διάστημα να είναι μικρότερο στην Αγγλία, όπου δεν υπάρχουν αγρότες (υπάρχουν όμως ωστόσο μικρονοικοκυρέοι!). Να εξαλείψουμε τις τάξεις σημαίνει όχι μόνο να διώξουμε τους τσιφλικάδες και τους καπιταλιστές – αυτό το κάναμε σχετικά εύκολα – σημαίνει ακόμη να εξαλείψουμε τους μικρούς εμπορευματοπαραγωγούς, κι αυτούς δεν μπορούμε να τους διώξουμε, δεν μπορούμε να τους πνίξουμε, πρέπει να τα ταιριάσουμε μαζί τους, αυτούς μπορούμε (και πρέπει) να τους μεταπλάσουμε, να τους αναδιαπαιδαγωγήσουμε, και αυτό μπορεί να γίνει μόνο με μια πολύ μακρόχρονη, αργή, προσεκτική οργανωτική δουλειά. Περικυκλώνουν απ’ όλες τις μεριές το προλεταριάτο με το μικροαστικό στοιχείο, το διαποτίζουν μ’ αυτό, το διαφθείρουν μ’ αυτό, προκαλούν συνεχώς μέσα στο προλεταριάτο υποτροπές μικροαστικής έλλειψης χαρακτήρα, διασποράς, ατομικισμού, μεταπτώσεων από τον ενθουσιασμό στην κατάπτωση. Χρειάζεται ο πιο αυστηρός συγκεντρωτισμός και η πιο αυστηρή πειθαρχία μέσα στο πολιτικό Κόμμα του προλεταριάτου για να τα αντιμετωπίσει αυτά, για να κάνει το προλεταριάτο να παίξει σωστά, πετυχημένα και νικηφόρα τον οργανωτικό του ρόλο (κι’ αυτός είναι ο κυριότερος ρόλος του). Η δικτατορία του προλεταριάτου είναι ένας επίμονος αγώνας, αιματηρός και αναίμακτος, βίαιος και ειρηνικός, πολεμικός και οικονομικός, διαπαιδαγωγικός και διοικητικός, ενάντια στις δυνάμεις και στις παραδόσεις της παλιάς κοινωνίας. Η δύναμη της συνήθειας εκατομμυρίων και δεκάδων εκατομμυρίων ανθρώπων είναι η πιο φοβερή δύναμη. Χωρίς Κόμμα σιδερένιο και ατσαλωμένο στην πάλη, χωρίς Κόμμα που να απολαβαίνει την εμπιστοσύνη κάθε τίμιου στοιχείου της τάξης του, χωρίς Κόμμα που να ξέρει να παρακολουθεί τις διαθέσεις των μαζών και να τις επηρεάζει είναι αδύνατο να διεξαχθεί μια τέτοια πάλη με επιτυχία. Είναι χίλιες φορές πιο εύκολο να νικήσουμε τη μεγάλη συγκεντροποιημένη αστική τάξη, παρά «να νικήσουμε» τα εκατομμύρια και εκατομμύρια των μικρονοικοκυρέων, ενώ αυτοί με την καθημερινή, τη συνηθισμένη, την αφανή, την ασύλληπτη, την αποσυνθετική τους δράση φέρνουν τα ίδια εκείνα αποτελέσματα που χρειάζεται η αστική τάξη και που παλινορθώνουν την αστική τάξη. Όποιος αδυνατίζει έστω και λίγο τη σιδερένια πειθαρχία του Κόμματος του προλεταριάτου (προπαντός τον καιρό της δικτατορίας του), βοηθά έμπρακτα την αστική τάξη ενάντια στο προλεταριάτο.

Δίπλα στο ζήτημα των αρχηγών – του Κόμματος – της τάξης – της μάζας πρέπει να βάλουμε το ζήτημα των «αντιδραστικών» συνδικάτων. Στην αρχή όμως ας μου επιτραπεί να κάνω ακόμη μερικές συμπερασματικές παρατηρήσεις με βάση την πείρα του Κόμματος μας. Στο Κόμμα μας είχαμε πάντα επιθέσεις ενάντια στη «δικτατορία των αρχηγών»: Οι πρώτες που θυμάμαι ανάγονται στα 1895, όταν τυπικά ακόμη δεν υπήρχε Κόμμα, είχε αρχίσει όμως να διαμορφώνεται η κεντρική ομάδα στην Πετρούπολη, και επρόκειτο να αναλάβει την καθοδήγηση των συνοικιακών ομάδων. Στο IX συνέδριο του Κόμματος μας (Απρίλης του 1920), υπήρχε μια μικρή αντιπολίτευση, που μιλούσε επίσης ενάντια στη «δικτατορία των αρχηγών», στην «ολιγαρχία» κτλ. Γι’ αυτό δεν παρουσιάζει τίποτε το εκπληκτικό, τίποτε το καινούργιο, τίποτε το τρομερό η «παιδική αρρώστια» του «αριστερού κομμουνισμού» των Γερμανών. Η αρώστια αυτή περνάει χωρίς κίνδυνο και μάλιστα ύστερα απ’ αυτή ο οργανισμός γίνεται πιο γερός. Από το άλλο μέρος, η γρήγορη εναλλαγή της νόμιμης και της παράνομης δουλειάς, που συνδέεται με την ανάγκη «να κρύβουμε» ιδιαίτερα, να περιβάλλουμε με ιδιαίτερη συνωμοτικότητα ίσα-ίσα το γενικό επιτελείο, ίσα-ίσα τους αρχηγούς, μας οδήγησε ορισμένες φορές σε πολύ επικίνδυνα φαινόμενα. Το χειρότερο ήταν που στα 1912 στην ΚΕ των μπολσεβίκων μπόρεσε να μπει ο προβοκάτορας Μαλινόβσκι. Κατέδωσε δεκάδες και δεκάδες από τους καλύτερους και τους πιο αφοσιωμένους συντρόφους, στέλνοντας τους στα κάτεργα και επιταχύνοντας το θάνατο πολλών απ’ αυτούς. Κι αν δεν μας έκανε ακόμη μεγαλύτερο κακό, αυτό οφείλεται στο ότι είχαμε οργανώσει σωστά το συνδυασμό της νόμιμης με την παράνομη δουλειά. Για να κερδίσει την εμπιστοσύνη μας ο Μαλινόβσκι, σαν μέλος της ΚΕ του Κόμματος και βουλευτής στη Δούμα, ήταν υποχρεωμένος να μας βοηθάει να βγάζουμε νόμιμες καθημερινές εφημερίδες, που ήξεραν και μέσα στις συνθήκες του τσαρισμού να παλεύουν ενάντια στον οπορτουνισμό των μενσεβίκων και να προπαγανδίζουν με κατάλληλα σκεπασμένη μορφή τις βάσεις του μπολσεβικισμού. Ο Μαλινόβσκι, στέλνοντας με το ένα χέρι στα κάτεργα και στο θάνατο δεκάδες και δεκάδες από τους καλύτερους μπολσεβίκους αγωνιστές, ήταν υποχρεωμένος να βοηθάει με το άλλο χέρι στη διαπαιδαγώγηση δεκάδων και δεκάδων χιλιάδων νέων μπολσεβίκων μέσω του νόμιμου Τύπου. Αυτό το γεγονός δεν θα ήταν άσχημο να το σκεφτούν καλά οι Γερμανοί σύντροφοι (καθώς και οι Άγγλοι και οι Αμερικανοί, οι Γάλλοι και οι Ιταλοί), που έχουν το καθήκον να μάθουν να κάνουν επαναστατική δουλειά μέσα στα αντιδραστικά συνδικάτα[5].

Σε πολλές χώρες, μαζί και στις πιο προηγμένες, η αστική τάξη στέλνει χωρίς αμφιβολία και θα στέλνει προβοκάτορες μέσα στα Κομμουνιστικά Κόμματα. Ένα από τα μέσα για να καταπολεμηθεί αυτός ο κίνδυνος είναι ο σωστός συνδυασμός της παράνομης και της νόμιμης δουλειάς.

1 σχόλιο: