Σάββατο, 18 Φεβρουαρίου 2012

Το βέλος

Έπιασα σφιχτά, σφιχτά το τεντωμένο σκοινί, να μην μου ξεφύγει. Δεν μου ξέφυγε ούτε χιλιοστό, αλλά όσο πιο σφιχτά πιανόμουν πάνω του τόσο αυτό μάκραινε απ' την αρχική του θέση, πήγαινε πίσω, και πιο πίσω, και πιο πίσω...

Έτρεμα μην χάσω την σταθερότητά μου και πέσω. Σκεφτόμουν την στιγμή της απώλειας ισορροπίας, την κάθετη πτώση στο κενό, την συντριβή.

Και ξαφνικά, με άφησε το ίδιο το σκοινί, δεν ήμουν εγώ που χαλάρωσα καθόλου τα χέρια μου, όχι, μα το νιωσα, για ένα εκατοστό, ένα χιλιοστό του δευτερολέπτου, πως μ' άφησε.

Και μετά, στο αμέσως επόμενο χιλιοστό, κατάλαβα πως δεν έπεφτα, μόνο έφευγα, έφευγα μπροστά, έσκιζα τον αέρα στα δύο με μια ταχύτητα που δεν ήξερα πως είχα, παιδί καθώς ήμουν του πατέρα μου του δέντρου, συνηθισμένος στα παιδικά μου χρόνια μόνο να κουνιέμαι οριζόντια στον άξονά μου όταν φυσούσε ο αέρας, τίποτα παραπάνω.

Δεν πρόλαβα να γυρίσω το κεφάλι μου να δω από πού ερχόταν η φωνή, που δεν την είχα ξανακούσει και δεν την αναγνώριζα:

-"Δεν ήμουν σκοινί να κρατηθείς, μα η χορδή του τόξου! Και συ, δεν είσαι παιδί του δέντρου πια, είσαι το βέλος!"

Δεν είχε προλάβει να ολοκληρωθεί η φράση στο αυτί μου όταν προσέκρουσα πάνω σε ένα σώμα και το διαπέρασα ολόκληρο, ολόκληρο.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου