Παρασκευή, 20 Ιανουαρίου 2012

V.I. Lenin-Δημοκρατία αστική και δημοκρατία προλεταριακή

V.I. Lenin

Δημοκρατία αστική και δημοκρατία προλεταριακή

Απόσπασμα από το βιβλίο του Λένιν Η προλεταριακή επανάσταση και ο αποστάτης Κάουτσκι

[...] Το ζήτημα που μπέρδεψε ο Κάουτσκι με τόσο απαίσιο τρόπο παρουσιάζεται στην πραγματικότητα έτσι:

Είναι φανερό πως δε μπορούμε να μιλάμε για «καθαρή δημοκρατία» όσο υπάρχουν διαφορετικές τάξεις, εκτός πια αν κοροϊδεύουμε την κοινή λογική και την ιστορία. Μονάχα για ταξική δημοκρατία μπορούμε να μιλάμε. Ας πούμε σε παρένθεση πως «καθαρή δημοκρατία» δεν είναι μόνο μια φράση αμαθούς που δεν καταλαβαίνει τίποτα από ταξική πάλη, ούτε από τη φύση του κράτους, αλλά και μια φράση τρεις φορές κούφια, γιατί στην κομμουνιστική κοινωνία η δημοκρατία, αφού εκφυλιστεί και γίνει συνήθεια, θα σβήσει χωρίς να έχει υπάρξει ποτέ «καθαρή δημοκρατία»).

Η «καθαρή δημοκρατία» δεν είναι παρά υποκριτική φράση φιλελεύθερου, προορισμένη να εξαπατήσει τους εργάτες. Η ιστορία ξέρει μονάχα την αστική δημοκρατία που αντικατέστησε το φεουδαλισμό και την προλεταριακή δημοκρατία που θ’ αντικαταστήσει την αστική.

Όταν ο Κάουτσκι αφιερώνει δεκάδες σελίδες για ν’ «αποδείξει» αυτή την αλήθεια, πως η αστική δημοκρατία αποτελεί πρόοδο σε σχέση με το μεσαίωνα και ότι το προλεταριάτο πρέπει να την εκμεταλλευτεί απολύτως στην πάλη του εναντίον της αστικής τάξης, να κι άλλη ακόμη φιλελεύθερη φλυαρία, προορισμένη να εξαπατήσει τους εργάτες, γιατί είναι ολοφάνερη αλήθεια τόσο στην απολίτιστη Ρωσία όσο και στην πολιτισμένη Γερμανία. Ο Κάουτσκι ρίχνει τη «σοφή» του σκόνη στα μάτια των εργατών, παίρνει ύφος σοβαρό, για να μας μιλήσει για το Βάϊτλιγκ ή για τους Ιησουΐτες της Παραγουάης και πολλά άλλα πράγματα για να περάσει στα μουγκά την αστική φύση της σύγχρονης δημοκρατίας, δηλαδή της καπιταλιστικής δημοκρατίας.

Απ’ το μαρξισμό ο Κάουτσκι παίρνει μονάχα ό,τι είναι παραδεχτό για τους φιλελεύθερους, για την αστική τάξη (κριτική του μεσαίωνα, προοδευτικός ιστορικός ρόλος του καπιταλισμού γενικά και της καπιταλιστικές δημοκρατίας ιδιαίτερα) και πετάει στη μπάντα, περνάει στα μουγκά, θολώνει το κάθε τι στο μαρξισμό που είναι απαράδεχτο για την αστική τάξη ( ). Να γιατί, από τη θέση που κατέχει πραγματικά κι όποιες κι αν είναι οι υποκειμενικές του πεποιθήσεις, ο Κάουτσκι αποδείχνεται αναπόφευκτα λακές της αστικής τάξης.

Η αστική δημοκρατία, μ’ όλο που αποτελεί μια τεράστια ιστορική πρόοδο σε σχέση με το μεσαίωνα, μένει πάντα και δε μπορεί παρά να μένει, κάτω από το καπιταλιστικό καθεστώς, ένα σύστημα στενό, λειψό, ψεύτικο, υποκριτικό, παράδεισος για τους πλούσιους, παγίδα και απάτη για τους φτωχούς και για τους εκμεταλλευόμενους. Να η αλήθεια, που είναι η βάση της μαρξιστικής διδασκαλίας και που δεν την έχει καταλάβει ο «μαρξιστής» Κάουτσκι. Στο θεμελιακό αυτό ζήτημα ο Κάουτσκι προσφέρει χίλια φιλοφρονήματα στα πόδια της μπουρζουαζίας, αντί να αναλύσει επιστημονικά τους όρους που κάνουν κάθε αστική δημοκρατία, δημοκρατία για τους πλούσιους.

Αρχίζουμε με την υπενθύμιση στο σοφολογιότατο κύριο Κάουτσκι των θεωρητικών διακηρύξεων του Μαρξ και του Έγκελς που «ξέχασε», προς αίσχος του και προς πολύ μεγάλο όφελος της αστικής τάξης, ο εμβριθής μας· κατόπι θα φωτίσουμε το ζήτημα με τον πλατύτερο τρόπο.

«Όχι μονάχα το αρχαίο και το φεουδαλικό κράτος μα και το νεότερο αντιπροσωπευτικό κράτος είναι όργανο εκμετάλλευσης της μισθωτής εργασίας από το κεφάλαιο» (παραθέσεις από το έργο του Έγκελς για το Κράτος). «Ακριβώς επειδή το κράτος είναι ένας πρόσκαιρος θεσμός που πρέπει να χρησιμοποιηθεί στον αγώνα και στην επανάσταση, για να χτυπήσει τους αντίπαλούς της, είναι καθαρή ανοησία να μιλάμε για ελεύθερο λαϊκό κράτος: όσο το προλεταριάτο θά' χει ανάγκη από το κράτος, δε θα τό' χει ανάγκη για να προστατέψει την ελευθερία, μα για να τσακίσει τους αντιπάλους του· όταν θάρθει η στιγμή να μιλήσουμε για ελευθερία, τότε το κράτος θά' χει πάψει να υπάρχει σαν τέτοιο», (ο Έγκελς στο γράμμα του στο Μπέμπελ της 28 Μάρτη 1875).

«Το κράτος δεν είναι παρά μια μηχανή καταπίεσης μιας τάξης από μιαν άλλη τάξη· κι αυτό στη δημοκρατία, όσο και στη μοναρχία», (Έγκελς, από τον Πρόλογο στον Εμφύλιο Πόλεμο του Μαρξ). «Η καθολική ψηφοφορία είναι ένας δείχτης της ωριμότητας της εργατικής τάξης. Δε μπορεί να δώσει και δε θα δώσει ποτέ τίποτα παραπάνω από το νεότερο κράτος», (Έγκελς, στο έργο του για το Κράτος). Ο Κάουτσκι αναμασάει με τον πιο ανιαρό τρόπο το πρώτο μέρος αυτής της θέσης, παραδεχτό για την αστική τάξη. Το δεύτερο όμως μέρος, που το υπογραμμίσαμε και που είναι απαράδεχτο για την αστική τάξη, ο αποστάτης Κάουτσκι το περνάει στα μουγκά. «Η Κομμούνα δεν έπρεπε νάναι κοινοβουλευτική ένωση, μα όργανο εργασίας που να νομοθετεί και να εκτελεί ταυτόχρονα τους δικούς της νόμους. Αντί να ορίζουν μια φορά κάθε τρία ή κάθε τέσσερα χρόνια το μέλος της κυρίαρχης τάξης που καλούντανε να εκπροσωπήσει ή να καταπιέσει το λαό (ver - und zertreten) στο κοινοβούλιο, η καθολική ψηφοφορία έπρεπε να χρησιμοποιηθεί απ’ το λαό, για να στρατολογήσει εργάτες, επόπτες, λογιστές, για την οργανωμένη σε κομμούνες επιχείρησή του, ακριβώς όπως το ατομικό του εκλογικό δικαίωμα χρησιμεύει για τον ίδιο σκοπό, αδιάφορο σε ποιον εργοδότη», (Μαρξ, στο έργο του για την Κομμούνα του Παρισιού, Ο Εμφύλιος Πόλεμος στη Γαλλία).

Κάθε μια από τις πολύ γνωστές αυτές θέσεις στο σοφότατο κ. Κάουτσκι, τον μαστιγώνει στο πρόσωπο και ξεσκεπάζει την προδοσία του. Σ’ ολόκληρη τη μπροσούρα του δε δείχνει ο Κάουτσκι την παραμικρή προσοχή γι’ αυτές τις αλήθειες και από την αρχή ως το τέλος δεν κάνει τίποτ’ άλλο παρά να διασύρει το μαρξισμό.

Πάρτε τους θεμελιακούς νόμους των σύγχρονων κρατών, πάρτε τις κυβερνήσεις τους, πάρτε τις ελευθερίες συγκέντρωσης ή τύπου, πάρτε την «ισότητα των πολιτών απέναντι στο νόμο» και θα δείτε σε κάθε σας βήμα την πολύ γνωστή σε κάθε τίμιο και συνειδητό εργάτη αστική δημοκρατία. Δεν υπάρχει κράτος, ακόμα και το πιο δημοκρατικό, που να μην έχει στο Σύνταγμά του κάποια χαραμάδα ή επιφύλαξη που να παρέχει στην αστική τάξη το μέσο να ρίχνει το στρατό ενάντια στους εργάτες, να κηρύχνει το στρατιωτικό νόμο κτλ., «εις περίπτωσιν διασαλεύσεως της τάξεως», δηλαδή στην παραμικρή απόπειρα της εκμεταλλευόμενης τάξης ν’ αποτινάξει τη σκλαβιά της και να προσπαθήσει να εξασφαλίσει μιαν ανθρώπινη ζωή. Ο Κάουτσκι φτιασιδώνει ξεδιάντροπα την αστική δημοκρατία και δε βγάζει λέξη για τα κατασταλτικά μέτρα που παίρνονται λ.χ. από τους πιο φιλελεύθερους και τους πιο δημοκρατικούς αστούς της Αμερικής και της Ελβετίας εναντίον των απεργών.

Ώ, όχι! Ο συνετός και σοφός Κάουτσκι δε βγάζει λέξη για όλα αυτά. Δεν καταλαβαίνει ο εμβριθής αυτός πολιτικός πως μια τέτοια σιωπή είναι δειλία. Προτιμάει να κοροϊδεύει τους εργάτες, λέγοντας τους λ.χ. πως δημοκρατία πάει να πει «προστασία της μειοψηφίας». Απίστευτο κι όμως έτσι είναι!

Το έτος 1918 μετά τη γέννηση του Ιησού Χριστού, πέμπτη χρονιά του παγκόσμιου ιμπεριαλιστικού σφαγείου και της κατάπνιξης των διεθνιστικών μειοψηφιών σ’ όλες τις «δημοκρατίες» του κόσμου (δε μιλάω βέβαια για τους άτιμους αποστάτες του σοσιαλισμού, σαν τους Ρενοντέλ και τους Λογκέ, τους Σάϊντμαν και Κάουτσκι, τους Χέντερσον και Ουέμπ κτλ.), ο σοφός κύριος Κάουτσκι υμνεί με μελίρρυτη φωνή την «προστασία της μειοψηφίας».

Αν βαστάει η καρδιά σας, μπορείτε να το διαβάσετε αυτό μ’ όλα τα ψηφία στη σελίδα 15 της μπροσούρας του Κάουτσκι. Και στη σελίδα 16 το σοφό αυτό πρόσωπο θα σας μιλήσει για τους Ουΐγους και τους Τόριδες του 18ου αιώνα στην Αγγλία.

Τί εμβρίθεια! Τί εκλεπτυσμένη δουλοπρέπεια απέναντι στην αστική τάξη! Τί πολιτισμένος τρόπος να σέρνεσαι με την κοιλιά μπροστά στους καπιταλιστές και να τους γλύφεις τις μπότες! Αν ήμουνα Κρουπ, Σάϊντμαν, Κλεμανσώ ή Ρενοντέλ, θα πλήρωνα εκατομμύρια στον κ. Κάουτσκι, θα τον αντάμειβα για τα φιλιά του Ιούδα, θα εκφωνούσα τον πανηγυρικό μου μπροστά στους εργάτες, θα κήρυχνα «την ενότητα του σοσιαλιστικού μετώπου» με ανθρώπους τόσο «αξιοσέβαστους» όπως ο Κάουτσκι. Να γράφεις μπροσούρες για τη δικτατορία του προλεταριάτου, να διηγείσαι την ιστορία των Ουΐγων και των Τόριδων της Αγγλίας του 18ου αιώνα, να υποστηρίζεις πως δημοκρατία πάει να πει «προστασία της μειοψηφίας» και να σωπαίνεις για τις οργανωμένες σφαγές διεθνιστών στη λαϊκή δημοκρατία των Ενωμένων Πολιτειών, τί άλλο είναι, όλ’ αυτά από υπηρεσίες ενός λακέ προς την αστική τάξη;

Ο σοφός Κάουτσκι «ξέχασε» το δίχως άλλο από απροσεξία ένα «πραγματάκι», πως δηλαδή στην αστική δημοκρατία το κυρίαρχο κόμμα δεν παρέχει την υπεράσπιση της μειοψηφίας παρά σε ένα άλλο αστικό κόμμα, ενώ το προλεταριάτο, σε κάθε σοβαρό, βαθύ, βασικό ζήτημα, αντί για την «προστασία της μειοψηφίας», δέχεται αντάλλαγμα το στρατιωτικό νόμο και τη σφαγή.

Όσο περισσότερο αναπτυγμένη είναι η δημοκρατία, τόσο περισσότερες πιθανότητες έχει, σε περίπτωση πολιτικής διαφωνίας βαθιάς και επικίνδυνης για την αστική τάξη, να στραφεί προς τη σφαγή και τον εμφύλιο πόλεμο. Αυτό το «νόμο» της αστικής δημοκρατίας ο σοφός κ. Κάουτσκι θα μπορούσε να τον προσέξει με την ευκαιρία της υπόθεσης Ντρέιφους στη δημοκρατική Γαλλία ή με το λιντσάρισμα των μαύρων και των διεθνιστών στη λαϊκή δημοκρατία της Αμερικής, κατά το υπόδειγμα της Ιρλανδίας και του Όλστερ στη δημοκρατική Αγγλία, τους διωγμούς και τις οργανωμένες σφαγές εναντίον των μπολσεβίκων τον Απρίλη του 1917 στη ρωσική λαϊκή δημοκρατία. Παίρνω επίτηδες παραδείγματα όχι μόνο από την πολεμική, αλλά κι από την ειρηνική εποχή.

Ο γλυκανάλατος κ. Κάουτσκι ευχαριστιέται να κλείνει τα μάτια μπροστά στα γεγονότα αυτά του 20ού αιώνα, αλλά σ’ αντάλλαγμα προσφέρει στους εργάτες πράγματα εκπληκτικά νέα, σπουδαία, ενδιαφέροντα, ασυνήθιστα και διδακτικά, απίστευτα σημαντικά, για τους Ουΐγους και τους Τόριδες του 18ου αιώνα.

Πάρτε το αστικό κοινοβούλιο. Είναι δυνατό να παραδεχτεί κανένας πως ο Κάουτσκι δεν έχει ακούσει καθόλου ότι τα αστικά κοινοβούλια βρίσκονται σε τόσο μεγαλύτερη εξάρτηση από το χρηματιστήριο και τους τραπεζίτες, όσο περισσότερο αναπτυγμένη είναι η δημοκρατία; Απ’ αυτό δε βγαίνει βέβαια πως δεν πρέπει να χρησιμοποιούμε τον αστικό κοινοβουλευτισμό –και οι μπολσεβίκοι τον χρησιμοποίησαν με επιτυχία όσο κανένα άλλο κόμμα του κόσμου, αφού από τα 1912 ως το 1914 κατακτήσανε ολόκληρη την εργατική αντιπροσωπία στην Τέταρτη Δούμα. Απ’ αυτό όμως βγαίνει πως μόνο ένας φιλελεύθερος είναι ικανός να ξεχάσει τη στενότητα του αστικού κοινοβουλευτισμού, όπως το κάνει ο Κάουτσκι. Ακόμα και στο πιο δημοκρατικό αστικό κράτος οι μάζες προσκρούουν στο κάθε τους βήμα σε μιαν ολοφάνερη αντίφαση ανάμεσα στην τυπική ισότητα που διακηρύχνεται απ’ τη «δημοκρατία» των καπιταλιστών και τους χίλιους δυο περιορισμούς και πραγματικές περιπλοκές που κάνουν τους προλετάριους μισθωτούς σκλάβους. Αυτή η αντίφαση ίσα - ίσα είναι που ανοίγει τα μάτια των μαζών για τη σαπίλα, την ψευτιά και την υποκρισία του καπιταλισμού. Αυτή την αντίφαση ξεσκεπάζουν ακούραστα στις μάζες οι αγκιτάτορες και οι προπαγανδιστές του σοσιαλισμού για να τις προετοιμάσουνε για την επανάσταση. Κι όταν η εποχή της επανάστασης αρχίζει, ο Κάουτσκι της γυρίζει τις πλάτες κι αρχίζει να εξυμνεί τις χάρες της αστικής δημοκρατίας που ψυχορραγεί.

Η προλεταριακή δημοκρατία που το σοβιετικό σύστημα είναι μια απ’ τις μορφές της, έδωσε στη δημοκρατία πρωτοφανή ανάπτυξη και έκταση προς όφελος των εκμεταλλευόμενων και των εργατών, προς όφελος της τεράστιας πλειοψηφίας του πληθυσμού.

Να γράφεις ολόκληρο βιβλίο για τη δημοκρατία και ν’ αφιερώνεις σαν τον Κάουτσκι μονάχα δυο σελίδες στη δικτατορία και δεκαριές σελίδες στην «καθαρή δημοκρατία» και να μην τα προσέχεις όλα αυτά, αυτό σημαίνει πως σαν αληθινός φιλελεύθερος αλλοιώνεις πέρα ως πέρα τα γεγονότα.

Πάρτε την εξωτερική πολιτική. Σε καμιάν αστική χώρα, ακόμα και στην πιο δημοκρατική, δε γίνεται φανερά. Παντού κοροϊδεύουν τις μάζες, και στη δημοκρατική Γαλλία και στην Ελβετία και στην Αμερική και στην Αγγλία, εκατό φορές πιο πλατιά και πιο ραφιναρισμένα απ’ αλλού. Η σοβιετική εξουσία ξέσκισε επαναστατικά τον πέπλο που σκέπαζε το μυστήριο της εξωτερικής πολιτικής. Ο Κάουτσκι δεν το πρόσεξε καθόλου, σωπαίνει πάνω σ’ αυτό, και όμως στην εποχή των ληστρικών πολέμων και των μυστικών συνθηκών για τις «σφαίρες επιρροής», δηλαδή για το μοίρασμα του κόσμου από τους ληστές - καπιταλιστές, το γεγονός αυτό έχει κεφαλαιώδη σημασία, γιατί απ’ αυτό εξαρτιέται η ζωή κι ο θάνατος δεκάδων εκατομμυρίων ανθρώπων.

Πάρτε τη συγκρότηση του κράτους. Ο Κάουτσκι καταπιάνεται με «μικρολεπτομέρειες», όπως είναι οι «έμμεσες» εκλογές του σοβιετικού Συντάγματος, αλλά δε βλέπει το βάθος του ζητήματος. Δε διακρίνει ότι ο κυβερνητικός μηχανισμός ή η κυβερνητική μηχανή είναι στην ουσία ταξικά όργανα. Στην αστική δημοκρατία, με χίλια δυο τεχνάσματα, όλο και πιο εφευρετικά και πιο αποτελεσματικά, όσο η «καθαρή δημοκρατία» είναι πιο αναπτυγμένη, απομακρύνουν τις μάζες από τη συμμετοχή τους στη διακυβέρνηση της χώρας, από την ελευθερία της συγκέντρωσης, του Τύπου κλπ. Πρώτη στον κόσμο ή μάλλον δεύτερη –γιατί η Κομμούνα του Παρισιού είχε κιόλας κάνει την αρχή– η εξουσία των Σοβιέτ καλεί τις εκμεταλλευόμενες μάζες στην κυβέρνηση. Χιλιάδες φραγμοί εμποδίζουνε τις εργαζόμενες μάζες να πάρουν μέρος στο αστικό κοινοβούλιο (αφήνουμε που στην αστική δημοκρατία δεν είναι ποτέ αυτό που λύνει τα κεφαλαιώδη ζητήματα, μα οι τράπεζες και το χρηματιστήριο). Και οι εργάτες ξέρουν και αισθάνονται θαυμάσια, βλέπουν κι αγγίζουν με το δάχτυλο τούτη την αλήθεια, πως το αστικό κοινοβούλιο δηλαδή είναι ένας ξένος θεσμός, ένα όργανο καταπίεσης των προλετάριων από την αστική τάξη, θεσμός μιας τάξης και μιας μειοψηφίας εκμεταλλευτών.

Τα Σοβιέτ είναι η άμεση οργάνωση των εργαζομένων και εκμεταλλευομένων μαζών. Τους παρέχει κάθε ευκολία να οργανώσουν το κράτος και να το κυβερνήσουν μ’ όλα τα δυνατά μέσα. Το προλεταριάτο των πόλεων, πρωτοπορία των εργαζομένων και εκμεταλλευομένων, έχει το πλεονέκτημα να είναι το πιο συγκεντρωμένο, χάρη στις μεγάλες επιχειρήσεις· έχει μεγαλύτερη ευκολία να εκλέγει και να επιβλέπει αυτούς που εκλέγει. Η σοβιετική οργάνωση διευκολύνει αυτόματα την ένωση όλων των εργαζομένων και εκμεταλλευομένων γύρω από το προλεταριάτο, την πρωτοπορία τους. Ο παλιός αστικός μηχανισμός, η γραφειοκρατία, τα προνόμια της περιουσίας, της αστικής μόρφωσης, των σχέσεων κτλ. (προνόμια τόσο πιο ποικίλα, όσο η αστική δημοκρατία είναι πιο αναπτυγμένη), όλα αυτά καταργήθηκαν από τη σοβιετική οργάνωση. Η ελευθερία του Τύπου παύει να είναι υποκρισία, μια και τα τυπογραφεία και το χαρτί πάρθηκαν από την αστική τάξη. Το ίδιο και τα καλύτερα κτίρια, τα παλάτια, τα ιδιωτικά μέγαρα, οι πύργοι κτλ. Η σοβιετική εξουσία αφαίρεσε μονομιάς τα καλύτερα ακίνητα από τους εκμεταλλευτές κι’ έκανε έτσι χίλιες φορές πιο δημοκρατικό το δικαίωμα συγκέντρωσης για τις μάζες, που χωρίς αυτό η δημοκρατία είναι απάτη. Οι έμμεσες εκλογές στα κεντρικά Σοβιέτ διευκολύνουνε τα συνέδρια των Σοβιέτ, κάνουν όλο το μηχανισμό πιο οικονομικό, πιο ευκίνητο, πιο προσιτό στους εργάτες και τους χωρικούς, σε μιαν εποχή που η ζωή κοχλάζει και που πρέπει να μπορείς χωρίς άργητα ν’ ανακαλείς τον τοπικό αντιπρόσωπο ή να τον στέλνεις στο γενικό συνέδριο των Σοβιέτ.

Η προλεταριακή δημοκρατία είναι χίλιες φορές πιο δημοκρατική από οποιαδήποτε αστική δημοκρατία· η σοβιετική εξουσία είναι πιο δημοκρατική από τη δημοκρατικότερη αστική δημοκρατία.

Για να μη βλέπεις αυτή την αλήθεια ή πρέπει να είσαι συνειδητός υπηρέτης της αστικής τάξης ή ένας πολιτικά νεκρός άνθρωπος, ανίκανος πίσω από τα σκονισμένα αστικά βιβλία να δει τη ζωντανή πραγματικότητα, ποτισμένος με αστικοδημοκρατικές προλήψεις και που έχει ξεπέσει ίσα-ίσα γι’ αυτό στο ρόλο του λακέ της αστικής τάξης.

Για να μη βλέπεις αυτή την αλήθεια πρέπει να είσαι ανίκανος να θέσεις το ζήτημα από την άποψη των καταπιεζομένων τάξεων.

Υπάρχει έστω και μια χώρα στον κόσμο, ανάμεσα στις πιο δημοκρατικές, όπου ο απλός μέσος εργάτης ή αγροτικός μισοπρολετάριος, δηλαδή οι εκπρόσωποι της καταπιεζόμενης μάζας, της τεράστιας πλειοψηφίας του πληθυσμού, να έχουν την ελευθερία να κάνουνε τις συγκεντρώσεις τους στα καλύτερα ακίνητα, την ελευθερία να έχουν τα καλύτερα τυπογραφεία και τα μεγαλύτερα στοκ χαρτιού για να εκφράζουν τις ιδέες τους και να υπερασπίζουν τα συμφέροντα τους, την ελευθερία να στέλνουν ανθρώπους της τάξης τους για να κυβερνήσουν και να «εκπολιτίσουν» το κράτος, κι όλα αυτά σ’ ένα βαθμό που να πλησιάζει έστω και λιγάκι τη Σοβιετική Ρωσία;

Είναι γελοίο και να το σκέφτεται κανείς, πως θα μπορούσε να βρει ο Κάουτσκι σ’ οποιαδήποτε χώρα έναν εργάτη ή έναν αγροτικό εργάτη μέσα στους χίλιους, φτάνει να είναι πληροφορημένος, που θα δίσταζε να δώσει απάντηση σε τούτη την ερώτηση. Αν κρίνουμε από τις ομολογίες που ξεφεύγουν από τις αστικές εφημερίδες, οι εργάτες σ’ όλο τον κόσμο συμπαθούν από ένστικτο τη Σοβιετική Δημοκρατία, γιατί βλέπουν σ’ αυτή την προλεταριακή δημοκρατία, τη δημοκρατία των φτωχών, αντίθετα από την αστική δημοκρατία, που, ακόμα κι’ η καλύτερη είναι πραγματικά και πάντα δημοκρατία για τους πλούσιους.

Κυβερνιόμαστε (και το κράτος μας «εκπολιτίζεται») από αστούς γραφειοκράτες, από αστούς κοινοβουλευτικούς, από αστούς δικαστές. Να η καθαρή, η ολοφάνερη και ασυζήτητη αλήθεια που ξέρουν από την ίδια τους την πείρα και που αισθάνονται και δοκιμάζουν κάθε μέρα σε βάρους τους δεκάδες κ’ εκατοντάδες εκατομμύρια άνθρωποι των καταπιεζομένων τάξεων σ’ όλες τις αστικές χώρες μαζί και τις πιο δημοκρατικές.

Ενώ στη Ρωσία κάνανε κομάτια το μηχανισμό της γραφειοκρατίας, δεν αφήσανε πέτρα στην πέτρα απ’ αυτόν, κυνηγήσανε όλους τους παλιούς δικαστικούς άρχοντες, διαλύσανε το αστικό κοινοβούλιο και δώσανε στους εργάτες και τους χωρικούς μιαν ανώτερη, πιο προσιτή αντιπροσώπευση, αφού τα Σοβιέτ τους διατάζουν τους γραφειοκράτες, αφού τα Σοβιέτ τους εκλέγουν τους δικαστές. Αυτά είναι αρκετά για να αναγνωρίσουν όλες οι καταπιεζόμενες τάξεις ότι η εξουσία των Σοβιέτ, δηλαδή η σοβιετική μορφή της δικτατορίας του προλεταριάτου, είναι χίλιες φορές πιο δημοκρατική από τη δημοκρατικότερη αστική δημοκρατία.

Τη νοητή και ολοφάνερη αυτή αλήθεια για κάθε εργάτη, ο Κάουτσκι δεν την καταλαβαίνει, γιατί «ξέχασε» να βάλει ή «ξέμαθε» να βάζει το ερώτημα: δημοκρατία για ποια τάξη; Σκέφτεται από την άποψη της «καθαρής» δημοκρατίας (δηλαδή: χωρίς τάξεις ή πάνω από τάξεις). Στοχάζεται σαν τον Σάϊλοκ: «μια λίτρα κρέας», τίποτα παραπάνω. Ισότητα όλων των πολιτών, αλλιώτικα πάει η δημοκρατία.

Το σοφό Κάουτσκι, το «μαρξιστή», το «σοσιαλιστή» Κάουτσκι, είμαστε αναγκασμένοι να τον ρωτήσουμε:

Μπορεί να υπάρξει ισότητα μεταξύ εκμεταλλευόμενου και εκμεταλλευτή;

Είναι τερατώδες, είναι απίστευτο να φτάνει κανένας στο σημείο να κάνει μια τέτοια ερώτηση, απ’ αφορμή ένα βιβλίο του ιδεολογικού αρχηγού της 2ης Διεθνούς. Μα «το κρασί είναι στο ποτήρι, πρέπει να το πιούμε». Ανάλαβες να γράψεις για τον Κάουτσκι· εξήγησε λοιπόν σ’ αυτόν το σοφό άνθρωπο, γιατί δε μπορεί να υπάρξει ισότητα μεταξύ εκμεταλλευτή και εκμεταλλευόμενου.

Μπορεί να Υπάρξει Ισότητα Μεταξύ Εκμεταλλευόμενου και Εκμεταλλευτή;

Ο Κάουτσκι σκέφτεται έτσι:

1. «Οι εκμεταλλευτές αποτελούν ανέκαθεν την ελάχιστη μειοψηφία του πληθυσμού», (σ. 14).

Να μια αδιαφιλονίκητη αλήθεια. Πως λοιπόν πρέπει να σκεφτούμε, ξεκινώντας απ’ αυτή την αλήθεια; Μπορούμε να σκεφτούμε σα μαρξιστές, σα σοσιαλιστές. Τότε πρέπει να πάρουμε σαν αρχή τις σχέσεις ανάμεσα στους εκμεταλλευόμενους και τους εκμεταλλευτές. Μπορούμε να σκεφτούμε σα φιλελεύθεροι, σαν αστοί δημοκράτες. Τότε πρέπει να πάρουμε για βάση τις σχέσεις ανάμεσα στην πλειοψηφία και τη μειοψηφία.

Αν σκεφτούμε σα μαρξιστές, πρέπει να πούμε: οι εκμεταλλευτές μεταβάλλουν αναγκαστικά το κράτος (και πρόκειται για τη δημοκρατία, δηλαδή για μια από τις μορφές του κράτους) σε όργανο κυριαρχίας της τάξης τους, της τάξης των εκμεταλλευτών πάνω στους εκμεταλλευόμενους. Γι’ αυτό και το δημοκρατικό κράτος, όσο θα υπάρχουν εκμεταλλευτές που ασκούν την κυριαρχία τους πάνω στην πλειοψηφία των εκμεταλλευομένων, θα είναι αναπόφευκτα δημοκρατία των εκμεταλλευτών.

Το κράτος των εκμεταλλευομένων πρέπει να διαφέρει ριζικά απ’ αυτό το κράτος· πρέπει να είναι η δημοκρατία των εκμεταλλευομένων και το τσάκισμα των εκμεταλλευτών· και το τσάκισμα μιας τάξης προϋποθέτει την ανισότητα σε βάρος αυτής της τάξης, τον αποκλεισμό της απ’ τη «δημοκρατία».

Αν σκεφτούμε σα φιλελεύθεροι, πρέπει να πούμε: η πλειοψηφία αποφασίζει, η μειοψηφία υπακούει. Οι ανυπάκουοι τιμωρούνται. Δε χρειάζεται να μιλήσουμε για τον ταξικό χαρακτήρα του κράτους γενικά και της «καθαρής δημοκρατίας» ιδιαίτερα· αυτό δεν έχει καμιά σχέση με το ζήτημα, γιατί η πλειοψηφία είναι πλειοψηφία και η μειοψηφία μένει μειοψηφία. Μια λίτρα κρέας είναι μια λίτρα κρέας· και καληνύχτα σας!

Ακριβώς έτσι σκέφτεται ο Κάουτσκι.

2. «Για ποιους λόγους η δικτατορία του προλεταριάτου πρέπει απαραίτητα να πάρει μια μορφή ασυμβίβαστη με τη δημοκρατία;», (σ. 21).

Εξηγεί κατόπι πολύ διεξοδικά και πολύ λεπτόλογα, με πολλές παραθέσεις από το Μαρξ και από τις εκλογικές στατιστικές της Κομμούνας του Παρισιού, πως το προλεταριάτο έχει μαζί του την πλειοψηφία. Συμπέρασμα: «Ένα σύστημα τόσο γερά ριζωμένο μέσα στις μάζες δεν έχει κανένα λόγο να χτυπάει τη δημοκρατία. Δε θα μπορεί πάντα ν’ αποφεύγει τη βία, αν έρθουν περιστάσεις όπου η βία μπαίνει σε κίνηση για το χτύπημα της δημοκρατίας.

Στη βία δε μπορεί κανένας ν’ απαντήσει παρά με τη βία. Όμως ένα σύστημα που ξέρει πως είναι μαζί του οι μάζες, δε θα μεταχειριστεί τη βία, παρά για να υπερασπίσει τη δημοκρατία και όχι για να την εκμηδενίσει. Θα διέπραττε πραγματική αυτοκτονία, αν ήθελε ν’ απομακρύνει την πιο σίγουρη βάση του, την καθολική ψηφοφορία, πηγή κάθε ηθικής δύναμης» (σ. 22).

Το βλέπετε: οι σχέσεις ανάμεσα στους εκμεταλλευόμενους και τους εκμεταλλευτές εξαφανίστηκαν με την επιχειρηματολογία του Κάουτσκι. Δε μένει παρά η πλειοψηφία, η μειοψηφία, η δημοκρατία γενικά, αυτή η περίφημη «καθαρή δημοκρατία».

Κι όλα αυτά, προσέξτε το καλά, με την ευκαιρία της Κομμούνας του Παρισιού! Ας παρακολουθήσουμε λοιπόν για περισσότερη σαφήνεια τις κρίσεις του Μαρξ και του Έγκελς πάνω στη δικτατορία με την ευκαιρία της Κομμούνας:

Μαρξ: «Αν οι εργάτες εγκαθιδρύσουν την επαναστατική δικτατορία τους στη θέση της αστικής δικτατορίας ... για να τσακίσουν την αντίδραση της αστικής τάξης..., οι εργάτες δίνουν στο κράτος επαναστατική και μεταβατική μορφή».

Έγκελς: «Η μερίδα που βγήκε νικήτρια (στην Επανάσταση) βρίσκεται στην ανάγκη να διατηρήσει την κυριαρχία της με τον τρόμο που εμπνέουν τα όπλα της στους αντιδραστικούς. Αν η Κομμούνα του Παρισιού δε στηριζότανε στη δύναμη του οπλισμένου λαού ενάντια στην αστική τάξη, θα μπορούσε να σταθεί παραπάνω από μια μέρα; Δεν έχουμε αντίθετα το δικαίωμα να κατηγορήσουμε την Κομμούνα ότι χρησιμοποίησε πολύ λίγο αυτή τη δύναμη;».

Πάλι ο Έγκελς: «Αφού το κράτος δεν είναι παρά προσωρινός θεσμός που πρέπει να τον χρησιμοποιήσουμε στον αγώνα και στην επανάσταση για να χτυπήσουμε τους αντιπάλους της, είναι καθαρή ανοησία να μιλάμε για ελεύθερο λαϊκό κράτος. Όσο το προλεταριάτο θά' χει αυτή την ανάγκη, θα την έχει όχι για το συμφέρον της ελευθερίας μα για το συμφέρον της συντριβής των αντιπάλων του και όταν θα μπορούμε πια να μιλάμε για ελευθερία, το κράτος σαν τέτοιο θα πάψει να υπάρχει...».

Ανάμεσα στον Κάουτσκι από το ένα μέρος και το Μαρξ και τον Έγκελς από τ’ άλλο, υπάρχει άβυσσος, το ίδιο όπως ανάμεσα σ’ ένα φιλελεύθερο κ’ έναν προλεταριακό επαναστάτη. H καθαρή δημοκρατία και η δημοκρατία γενικά για την οποία μιλάει ο Κάουτσκι, όλα αυτά δεν είναι παρά παράφραση αυτού του «ελεύθερου λαϊκού κράτους», μια καθαρή ανοησία δηλαδή.

Με την εμβρίθεια ενός σοφολογιότατου βλάκα του γραφείου ή με την αφέλεια δεκάχρονης παιδούλας, ρωτάει ο Κάουτσκι: τί χρειάζεται λοιπόν η δικτατορία, τη στιγμή, που έχουμε την πλειοψηφία;

Αλλά ο Μαρξ και ο Έγκελς μας εξηγούν:

Για να τσακίσουμε την αντίσταση της αστικής τάξης.

Για να τρομοκρατήσουμε τους αντιδραστικούς.

Για να διατηρήσουμε τη δύναμη του οπλισμένου λαού ενάντια στην αστική τάξη.

Για να μπορέσει το προλεταριάτο να καταστείλει με τη βία τους αντιπάλους του.

Ο Κάουτσκι δεν καταλαβαίνει τίποτα απ’ όλες αυτές τις εξηγήσεις. Συνεπαρμένος από την «καθαρή δημοκρατία» που δε βλέπει τον αστικό της χαρακτήρα, υποστηρίζει με μιαν «ωραία λογική» πως η πλειοψηφία δεν έχει ανάγκη να τσακίσει την αντίσταση της μειοψηφίας, να την χτυπήσει με τη βία, της φτάνει να περιορίσει τις απομονωμένες περιπτώσεις παραβίασης της δημοκρατίας. Καταγοητευμένος με την «καθαρή» δημοκρατία ο Κάουτσκι διαπράττει από απροσεξία το ίδιο λαθάκι που κάνουν πάντα όλοι οι αστοί δημοκράτες: παίρνει για πραγματική ισότητα την τυπική ισότητα, που δεν είναι παρά ψέμα και υποκρισία κάτω από το καπιταλιστικό καθεστώς. Μικροπράματα!

Ο εκμεταλλευτής δε μπορεί να είναι ίσος με τον εκμεταλλευόμενο.

Η αλήθεια αυτή που είναι τόσο δυσάρεστη στον Κάουτσκι, αποτελεί την ίδια την ουσία του σοσιαλισμού.

Άλλη αλήθεια: δε μπορεί να υπάρχει αληθινή, πραγματική ισότητα, αν δεν εκμηδενιστεί κάθε δυνατότητα εκμετάλλευσης μιας τάξης από μιαν άλλη.

Μπορούμε μονομιάς να νικήσουμε τους εκμεταλλευτές, με μια πετυχημένη εξέγερση στο κέντρο ή μιαν ανταρσία των στρατευμάτων. Αλλά, έξω από σπανιότατες και εξαιρετικές περιπτώσεις, δε μπορούμε να εκμηδενίσουμε μονομιάς τους εκμεταλλευτές. Δε μπορούμε μονομιάς να απαλλοτριώσουμε όλους τους γαιοκτήμονες και όλους τους καπιταλιστές μιας μικρής ή μεγάλης χώρας. Έξω απ’ αυτό, μόνη η απαλλοτρίωση σα νομικό - πολιτική πράξη δε λύνει καθόλου το πρόβλημα, γιατί πρέπει πραγματικά να καταργήσουμε τους μεγαλογαιοκτήμονες και τους καπιταλιστές, να τους αντικαταστήσουμε πραγματικά με έναν καινούργιο τρόπο διεύθυνσης, την εργατική διεύθυνση των εργοστασίων και των ιδιοκτησιών. Δε μπορεί να υπάρξει ισότητα ανάμεσα στους εκμεταλλευτές που, από πολλές γενιές, η μόρφωση, ο πλούτος και οι αποκτημένες συνήθειες, τους εξασφαλίσανε μια ξεχωριστή θέση, και τους εκμεταλλευόμενους που η μάζα τους, ακόμα και στις αστικές δημοκρατίες τις πιο προοδευμένες και τις πιο δημοκρατικές, ζει μέσα στην καταπίεση, άξεστη, αμόρφωτη, φοβισμένη και χωρίς συνοχή. Πολύν καιρό μετά την επανάσταση, οι εκμεταλλευτές διατηρούν αναπόφευκτα ένα σωρό, τεράστια πλεονεκτήματα: τους μένει το χρήμα (δε μπορείς να καταργήσεις το χρήμα μονομιάς), μια λίγο - πολύ σημαντική κινητή περιουσία, σχέσεις, οργανωτική και διοικητική πείρα, η γνώση όλων των «μυστηρίων» της διοίκησης (έθιμα, μέθοδες, μέσα, δυνατότητες), τους μένει μια περισσότερο προωθημένη μόρφωση, δεσμοί με το ανώτερο τεχνικό προσωπικό που ζει και σκέφτεται κατά τρόπο αστικό· τους μένει μια άπειρα ανώτερη πείρα της στρατιωτικής τέχνης, που είναι πολύ σπουδαίο πράγμα κτλ., κτλ.

Αν πέσουν οι εκμεταλλευτές σε μια μόνο χώρα, που είναι η συνηθισμένη περίπτωση, γιατί η ταυτόχρονη επανάσταση σε πολλές χώρες μαζί είναι σπάνια εξαίρεση, εξακολουθούν ακόμα και τότε να είναι πιο ισχυροί από τους εκμεταλλευόμενους, χάρη στις δυνατές διεθνείς τους σχέσεις. Εξ άλλου το ότι ένα μέρος από τους εκμεταλλευόμενους ανάμεσα στη μάζα των μεσαίων χωρικών, των τεχνιτών κτλ., των λιγότερο αναπτυγμένων, πηγαίνει ή μπορεί να πάει με τους εκμεταλλευτές, είναι γεγονός αποδειγμένο απ’ όλες τις ως τα σήμερα επαναστάσεις, μαζί και της Κομμούνας, αφού ανάμεσα στους Βερσαγιέζους υπήρχανε και προλετάριοι, που το «ξέχασε» ο σοφότατος Κάουτσκι.

Να φαντάζεσαι λοιπόν πως η λύση του προβλήματος σε μια επανάσταση, όσο λίγο σοβαρή και βαθιά κι αν είναι, εξαρτιέται από τη σχέση μεταξύ πλειοψηφίας και μειοψηφίας, είναι κολοσσιαία ηλιθιότητα και ανόητη πρόληψη κοινού φιλελεύθερου, είναι σα να εξαπατάς τις μάζες αποκρύβοντάς τους συνειδητά μιαν ιστορική αλήθεια. Η ιστορική αυτή αλήθεια είναι τούτη δω: ο κανόνας δείχνει πως σε κάθε βαθιά επανάσταση οι εκμεταλλευτές αντιτάσσουνε μια παρατεταμένη, λυσσασμένη και απελπισμένη αντίσταση και εξακολουθούν να διατηρούν για πολλά χρονιά τεράστια πραγματικά πλεονεκτήματα απέναντι στους εκμεταλλευόμενους. Μόνο στην ανάλατη φαντασία του σαχλοηλίθιου Κάουτσκι οι εκμεταλλευτές υποτάσσονται στην πλειοψηφία, πριν δοκιμάσουν την ανωτερότητά τους σε μιαν ύστατη και απελπισμένη πάλη, σε μια σειρά από μάχες.

Το πέρασμα από τον καπιταλισμό στον κομμουνισμό είναι μια ολόκληρη ιστορική εποχή. Όσο αυτή δε θά' χει φτάσει στο τέρμα της, οι εκμεταλλευτές θα διατηρούν την ελπίδα μιας παλινόρθωσης κι η ελπίδα αυτή θα εκφραστεί με παλινορθωτικές απόπειρες. Ύστερα από μια πρώτη σοβαρή ήττα, οι εκμεταλλευτές που ανατράπηκαν και που δεν περιμένανε την ανατροπή τους, δεν την πίστευαν, και δεν την φαντάζονταν καν, διπλασιάζουν την ενεργητικότητά τους, το μανιασμένο πάθος τους, και ρίχνονται στην πάλη για να ξαναποχτήσουν τον χαμένο «παράδεισο» και για να ξαναδώσουνε στις οικογένειές τους, που καταδικάστηκαν τώρα από το «λαϊκό συρφετό» στη φτώχεια και την αθλιότητα (δηλαδή απλούστατα στη... δουλειά), τις παλιές γλύκες της ζωής. Πίσω από τους κεφαλαιοκράτες εκμεταλλευτές βαδίζει μια μακρινή γραμμή από μικροαστούς, που η ιστορική πείρα πολλών δεκάχρονων τους παρουσιάζει σ’ όλες τις χώρες διστακτικούς και αμφίρροπους, σήμερα με το προλεταριάτο, αύριο τρομαγμένους από τις δυσκολίες της επανάστασης να πέφτουνε στον πανικό ύστερα από τις πρώτες ατυχίες ή μισοατυχίες των εργατών, να νευριάζουν, να χάνουν το κεφάλι τους, να κλαψουρίζουνε και να τρέχουν από το ένα στρατόπεδο στο άλλο..., σαν τους μενσεβίκους μας και τους Εσέρους μας.

Μπροστά σε μια τέτοια κατάσταση, όταν ο πόλεμος αγριεύει και λυσσομανάει, όταν η ιστορία θέτει στην ημερήσια διάταξη ζήτημα ζωής και θανάτου για τα αιώνια και προαιώνια προνόμια, να μιλάς για πλειοψηφία και μειοψηφία, για καθαρή δημοκρατία, να λες ότι είναι άχρηστη η δικτατορία, να μιλάς για ισότητα ανάμεσα σε εκμεταλλευτές και εκμεταλλευόμενους! Τί άβυσσος ηλιθιότητας, τί άβυσσος φιλισταϊσμού χρειάζεται γι’ αυτό!

Η μακριά αυτή περίοδος σχετικά «ειρηνικού» καπιταλισμού που απλώνεται από το 1871 ως το 1914 πρέπει να έχει δημιουργήσει πραγματικά στα σοσιαλιστικά κόμματα που βρομάνε οπορτουνισμό αληθινές κόπρους του Αυγείου φιλισταϊσμού, στενοκεφαλιάς και προδοσίας.

Θα παρατήρησε ασφαλώς ο αναγνώστης ότι, στο χωρίο του έργου του που παρατέθηκε πιο πάνω, ο Κάουτσκι μιλάει για επιβουλή εναντίον της καθολικής ψηφοφορίας, που την ονομάζει, ας πούμε σε παρένθεση, βαθιά πηγή κάθε μεγάλης ηθικής δύναμης, ενώ απ’ αφορμή την Κομμούνα του Παρισιού και για το ίδιο ζήτημα της δικτατορίας ο Έγκελς μιλάει για δύναμη του οπλισμένου λαού ενάντια στη μπουρζουαζία. Παραβάλετε τις ιδέες ενός φιλισταίου κ’ ενός επαναστάτη για τη «δύναμη»...

Πρέπει να παρατηρήσουμε πως η στέρηση του δικαιώματος ψήφου από τους εκμεταλλευτές είναι ένα ζήτημα αποκλειστικά «ρωσικό» και όχι το ζήτημα της δικτατορίας του προλεταριάτου γενικά. Αν ο Κάουτσκι, χωρίς υποκρισία, είχε τιτλοφορήσει τη μπροσούρα του... «Ενάντια στους μπολσεβίκους», ο τίτλος αυτός θ’ ανταποκρίνονταν στο περιεχόμενο της μπροσούρας κι ο Κάουτσκι θα μπορούσε τότε να μιλήσει για καθολική ψηφοφορία Ο Κάουτσκι όμως θέλησε να φιγουράρει πρώτα απ’ όλα σα «θεωρητικός». Τιτλοφόρησε τη μπροσούρα του... «Η δικτατορία του προλεταριάτου γενικά». Δε μιλάει για τα Σοβιέτ και για τη Ρωσία ειδικά παρά στο δεύτερο μέρος της μπροσούρας του, από την παράγραφο 5 και δω. Στο πρώτο μέρος (απ’ όπου πήρα το απόσπασμα) γίνεται λόγος για δημοκρατία και για δικτατορία γενικά. Εξετάζοντας το δικαίωμα ψήφου, απόδειξε ο Κάουτσκι με την εχθρική πολεμική του ενάντια στους μπολσεβίκους πως δεν έχει κανένα σεβασμό στη θεωρία. Η θεωρία πραγματικά, δηλαδή η μελέτη των ταξικών σχέσεων που πάνω τους στηρίζονται γενικά, και όχι σ’ αυτήν ή την άλλη ειδική περίπτωση ή χώρα, η δημοκρατία και η δικτατορία, οδηγεί όχι σ’ ένα ειδικό ζήτημα, όπως είναι το εκλογικό δικαίωμα, αλλά στο γενικό αυτό ζήτημα: η δημοκρατία μπορεί να διατηρηθεί, για τους πλούσιους και για τους εκμεταλλευτές στην ιστορική περίοδο που σφραγίζεται από την ανατροπή των εκμεταλλευτών και την αντικατάσταση του κράτους τους από το κράτος των εκμεταλλευομένων;

Έτσι και μόνον έτσι μπορεί να θέσει το ζήτημα ένας θεωρητικός.

Γνωρίζουμε το παράδειγμα της Κομμούνας, γνωρίζουμε όλες τις σκέψεις των θεμελιωτών του μαρξισμού γι’ αυτή και πάνω στο θέμα της. Με τη βοήθεια αυτού του υλικού ανέλυσα για παράδειγμα το ζήτημα της δημοκρατίας και της δικτατορίας στη μπροσούρα μου Κράτος και Επανάσταση, που γράφτηκε πριν από την Επανάσταση του Οχτώβρη. Δεν είπα λέξη για τους περιορισμούς του εκλογικού δικαιώματος. Τώρα, πρέπει να πω πως το ζήτημα του περιορισμού της καθολικής ψηφοφορίας είναι ένα ειδικό και εθνικό ζήτημα και όχι γενικό ζήτημα της δικτατορίας. Πρέπει να πλησιάσουμε το πρόβλημα των περιορισμών στην καθολική ψηφοφορία, εξετάζοντας τους ειδικούς όρους της ρωσικής επανάστασης, την ειδική της πορεία ανάπτυξης. Αυτό θα το κάνουμε στη συνέχεια της έκθεσής μας. Θα ήταν όμως σφάλμα να βεβαιώσουμε από τα πριν ότι οι αυριανές προλεταριακές επαναστάσεις στην Ευρώπη, όλες ή οι περισσότερές τους, θα βάλουν αναγκαστικά περιορισμούς στα εκλογικά δικαιώματα της αστικής τάξης. Είναι πολύ πιθανό. Ύστερα από τον πόλεμο και την πείρα της ρωσικής επανάστασης φαίνεται πως θα γίνει έτσι, αυτό δεν είναι όμως απαραίτητο για τη δικτατορία, δεν είναι μια απαραίτητη ένδειξη της λογικής έννοιας της δικτατορίας, ούτε απαραίτητος όρος της ιστορικής και ταξικής της έννοιας. Το απαραίτητο σημάδι, ο αναγκαίος όρος για τη δικτατορία, είναι η συντριβή των εκμεταλλευτών σαν τάξης και η παραβίαση κατά συνέπεια της «καθαρής δημοκρατίας», δηλαδή της ισότητας και της ελευθερίας απέναντι σ’ αυτή την τάξη.

Έτσι και μόνον έτσι μπορεί να τεθεί από θεωρητική άποψη το ζήτημα. Και ο Κάουτσκι θέτοντάς το διαφορετικά απόδειξε ότι χτυπώντας τους μπολσεβίκους, δεν ενεργούσε σα θεωρητικός τους αντίπαλος, μα σα συκοφάντης στην υπηρεσία των οπορτουνιστών και της αστικής τάξης.

Σε ποια χώρα, κάτω από ποιους ιδιαίτερους εθνικούς όρους ή όρους καπιταλιστικής ανάπτυξης, σε ποιο μέτρο τέλος θα εφαρμοστεί αυτός ή εκείνος ο περιορισμός, αυτή ή εκείνη η παραβίαση της δημοκρατίας σε βάρος των εκμεταλλευτών, αυτό εξαρτιέται από τις εθνικές ιδιομορφίες αυτού ή εκείνου του καπιταλισμού, αυτής ή εκείνης της επανάστασης. Θεωρητικά, το ζήτημα είναι εντελώς διαφορετικό και μπαίνει έτσι: η δικτατορία του προλεταριάτου είναι δυνατή χωρίς παραβίαση της δημοκρατίας σε βάρος της τάξης των εκμεταλλευτών;

Την ερώτηση αυτή, τη μόνη σημαντική και ουσιαστική θεωρητικά, ο Κάουτσκι την απόφυγε. Παραθέτει κάθε λογής τσιτάτα από το Μαρξ και τον Έγκελς, έξω από κείνα όπου εξετάζεται το ζήτημα και που αναφέραμε πιο πάνω. Ο Κάουτσκι σας μιλάει για ό,τι θέλετε, για ο,τιδήποτε κολακεύει τους φιλελευθέρους και τους αστούς δημοκράτες χωρίς να βγει από τον κύκλο των ιδεών τους, έξω από το κυριότερο, ότι δηλαδή το προλεταριάτο δε μπορεί να θριαμβέψει παρά μονάχα όταν συντρίψει την αντίσταση της αστικής τάξης και τσακίσει με τη βία τους αντιπάλους του και πως εκεί που υπάρχει «βίαιη καταστολή» δεν υπάρχει ελευθερία και γι’ αυτό ούτε και δημοκρατία.

Αυτό δεν το κατάλαβε ο Κάουτσκι.

Γράφτηκε: τον Οχτώβρη του 1918 από τον Λένιν ενάντια στις ρεφορμιστικές συκοφαντίες του Καρλ Κάουτσκι κατά των Μπολσεβίκων
Πηγή: Εκδόσεις «Προμηθέας» 1966 – «Νέοι Στόχοι» 1973
Μετάφραση: Λ.Μιχαήλ.
Επιμέλεια - Σύνταξη: ΘΕΟΔΟΣΗΣ ΘΩΜΑΔΑΚΗΣ
HTML Markup: Θ. Θωμαδάκης - Ι. Κουκλάκης για τα Μαρξιστικά Βιβλία στο INTERNET, 15 Γενάρη 2010

via Praxis

1 σχόλιο: